ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 5026/2023.

                                                            Δρ. Γεωργίου Παπαδημητράκη

  1. Εισαγωγικά.  

Το ποινικό δίκαιο είναι συνυφασμένο με την έννοια του εννόμου αγαθού, αντλώντας από την  τελευταία την κοινωνική του νομιμοποίηση. Η διάστιξη μεταξύ κράτους και πολιτικής κοινωνίας[1] οδηγεί στη συγκρότηση ενός νομικού οικοδομήματος, το οποίο αντανακλά τις επιτευχθείσες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές ισορροπίες εντός της συλλογικής οντότητας.  Ο ανωτέρω δε δικαιικός κλάδος επιχειρεί να διευθετήσει το συγκρουσιακό τμήμα της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ της εξουσίας και του πολίτη, αφού καθορίζει τα όρια δράσης του τελευταίου, περιορίζοντας τις ατομικές του ελευθερίες και τα θεμελιώδη δικαιώματά του. 

Παρά του ότι έννοια του εννόμου αγαθού διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως θεωρητικό εργαλείο  στην προσέγγιση του ποινικού φαινομένου, προσώρας δεν υφίσταται κάποια συμφωνία σχετικά με το περιεχόμενό της[2]. Σχηματικά , πάντως, σ’ αυτήν  δύνανται να ενταχθούν βασικά δομικά στοιχεία- αξίες- αγαθά  της κοινωνικής ζωής, τα οποία η πολιτεία προστατεύει μέσω του ποινικού μηχανισμού της, κρίνοντας ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την εύρυθμη συμβίωση των μελών της.[3]  Ο τρόπος επιλογής των ανωτέρω αγαθών από την κρατική εξουσία αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Κατά το συναινετικό μοντέλο[4], οι ποινικές διατάξεις θεσμοθετούνται μέσα από ευρύτερες  συμφωνίες, οι οποίες ερείδονται  στην  κοινή παραδοχή ότι τα επιλεγμένα αγαθά αντιστοιχούν σε ένα άξιο προστασίας συλλογικό συμφέρον. Αντίθετα , το συγκρουσιακό πρότυπο πρεσβεύει ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις  αποτελούν τον καρπό μιας διαλεκτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των πολυάριθμων κοινωνικών συμφερόντων, ούσες ανάχωμα στην προσβολή των δικαιωμάτων των φορέων κάθε είδους εξουσίας[5].  Η έννοια του εννόμου αγαθού , όπως τελικά εκφράζεται μέσα από τις επιταγές του  θετού δικαίου, ενέχει μια πλαστικότητα, αφού οι τελικές επιλογές του νομοθέτη εδράζονται  στις διαρκώς μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Ταυτόχρονα, οι φιλελεύθερες κρατικές οντότητες καλούνται να επιλύσουν τα αναφυόμενα προβλήματα από την επικράτηση του μοντέλου διευρυμένης παραγωγής αγαθών, το οποίο αυξάνει τους κινδύνους για τα έννομα αγαθά.[6] Η « κοινωνία των κινδύνων»[7] επιχειρεί να εξεύρει τρόπους για να αντιμετωπίσει την ανασφάλεια, η οποία συνυφαίνεται με την νεωτερικότητα και την πρόοδο της επιστήμης.[8] Το ποινικό δίκαιο εμφανίζεται ως αρωγός στην ανωτέρω προσπάθεια, αφού το βάρος της προστασίας μετατίθεται από τη βλάβη στη διακινδύνευση των αγαθών και μάλιστα στις πιο προωθημένες μορφές της ( δυνητική και αφηρημένη )[9]. Η αναθεώρηση των βασικών δομικών χαρακτηριστικών  του ουσιαστικού ποινικού δικαίου , το οποίο αντιμετωπίζεται ως μέσο αποτροπής των εστιών κοινωνικών κινδύνων αντανακλάται και στο χώρο της δικονομίας. Η ενίσχυση του ρόλου των διωκτικών αρχών, φερ΄ ειπείν  μέσω των ειδικών ανακριτικών πράξεων, ανατρέπει τις ισορροπίες μεταξύ του αστυνομικού και ποινικοδικονομικού δικαίου, ενώ τα ατομικά δικαιώματα των θιγόμενων διαρκώς συρρικνώνονται. Η ώσμωση των προληπτικών  και κατασταλτικών κατευθύνσεων αποτελεί μόνο μια από τις παραμέτρους που επιδρούν καθοριστικά στον νέο προσανατολισμό του ποινικού δικαίου. Η πολυπλοκότητα της κοινωνικής πραγματικότητας και η ενίσχυση του ρόλου της εκτελεστικής εξουσίας ( σε  σχέση με τη νομοθετική ) οδηγεί στην ανάδειξη του « διοικητικού ποινικού δικαίου» , δηλαδή μιας σύμμειξης των δύο ανωτέρω κλάδων, με σκοπό την καλύτερη αντιμετώπιση των τρεχουσών προκλήσεων. 

Παράλληλα με τις ανωτέρω εξελίξεις , αποκτά βαρύνουσα θέση στο νομικό σύστημα το γραφειοκρατικό δίκαιο, προερχόμενο από τους  τεχνοκράτες και την απρόσωπη διοίκηση. Ο σύγχρονος τρόπος νομοθέτησης ( ο οποίος συναρμόζεται με το κυρίαρχο ιεραρχικό- γραφειοκρατικό μοντέλο διοίκησης του κράτους) εμφανίζεται προς τα έξω ως ορθολογικότερος σε σχέση με τον παραδοσιακό, στερείται όμως πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης. 

Το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει το « πόθεν έσχες» αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις[10] όπου μια νομοθετική πρωτοβουλία περιλαμβάνει όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα χαρακτηριστικά. .  Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στις ποινικές προεκτάσεις της σχετικής νομοθεσίας αλλά και στη νομολογιακή αντιμετώπιση ορισμένων ζητημάτων που παρουσιάζουν  ιδιαίτερο ενδιαφέρον. 

2.Ιστορική Αναδρομή.  

Κατ’ αρχάς η υποχρέωση υποβολής δήλωσης «πόθεν έσχες» στοχεύει στην αποκάλυψη όλων των πηγών εισοδήματος και των περιουσιακών στοιχείων των υπόχρεων οντοτήτων. Ως περιουσιακά στοιχεία νοούνται μεταξύ άλλων τα έσοδα που έχουν αποκτηθεί τα τρία τελευταία έτη καθώς και τα ακίνητα, μετοχές ελληνικών και ξένων εταιριών ,ομόλογα, μερίδια σε αμοιβαία κεφάλαια , καταθέσεις κλπ.. Η πρώτη απόπειρα του ημεδαπού  νομοθέτη να εντάξει το πόθεν έσχες στο νομικό του οπλοστάσιο, για να αντιμετωπίσει τη διαφθορά έλαβε χώρα το έτος 1964 με τη ψήφιση  του ν. 4351/1964 « Περί προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου της χώρας». Το κανονιστικό πλαίσιο χαρακτηρίζονταν από μια αποσπασματικότητα, αφού καταλάμβανε περιορισμένο αριθμό προσώπων , τα οποία υπηρετούσαν σε ανώτατες πολιτειακές θέσεις ή κινούνταν πέριξ αυτών, όπως ήταν ο Πρωθυπουργός, οι αρχηγοί και κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων , υπουργοί, οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων, οι διοικητικοί υπάλληλοι πρώτοι ή αντίστοιχου βαθμού, οι σύζυγοι και τα τέκνα τους. Ο ανωτέρω νόμος τέθηκε εκποδών με τον αντίστοιχο  1738/1987, ο οποίος όχι μόνο διατήρησε την υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης  αλλά διεύρυνε τον αριθμό των υπόχρεων προσώπων. Οι δικαστές και οι εισαγγελικοί λειτουργοί συμπεριλήφθηκαν στον επίμαχο κατάλογο με το ν. 2496/1996, ενώ το ανωτέρω κανονιστικό πλαίσιο  καταργήθηκε  και αντικαταστάθηκε  με το ν. 3213/2003. Παράλληλα, η ημεδαπή δικαιοταξία κύρωσε με το ν. 3666/2008 τη Σύμβαση του Ο.Η.Ε. κατά της διαφθοράς, σύμφωνα με την οποία (άρθρο 5) κάθε κρατική οντότητα οφείλει να αναπτύξει αποτελεσματικές πολιτικές κατά της εν λόγω παθογένειας, που προάγουν τη συμμετοχή της κοινωνίας και αντανακλούν τις αρχές της επικράτησης του δικαίου, της ορθής διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων και της δημόσιας περιουσίας. 

Το τρέχον κανονιστικό πλαίσιο εδράζεται στο νόμο 5026/2023 « Υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης ( πόθεν έσχες) και οικονομικών συμφερόντων- Ρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας- Λοιπές επείγουσες ρυθμίσεις» ( ΦΕΚ Α 45/28-2-2023), ο οποίος αντικατέστησε  τον αντίστοιχο 3213/2003 (άρθρο  46) ,εκτός του άρθρου 8 ( απαγόρευση συμμετοχής σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα και σε εταιρίες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς)  και  9,10,11,12 κατά το μέρος που αφορούν στην εφαρμογή της άνω διάταξης.  Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση η επίμαχη νομοθετική πρωτοβουλία έχει ως βασικό στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας, παράλληλα δε την αναβάθμιση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των ελέγχων. 

3.Υπόχρεα πρόσωπα. 

Διατρέχοντας το κείμενο του νόμου είναι αναμφίλεκτο ότι η υποχρέωση υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες δεν περιορίζεται μόνο σε δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους αλλά καταλαμβάνει και πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα με τον χρηματοπιστωτικό τομέα [11],  τα ΜΜΕ[12], τον αθλητισμό[13] και  τις δημόσιες συμβάσεις[14]. Η επέκταση του ελέγχου και σε οντότητες που δεν ασκούν δημόσια εξουσία[15] πολλαπλασιάζει τον αριθμό των υπόχρεων, καθιστώντας ακόμη πιο δυσχερή την ουσιαστική εφαρμογή των διατάξεων, παράλληλα δε καταδεικνύει την πρόθεση του νομοθέτη να απομακρυνθεί από το ιδεολόγημα «της προστασίας  της τιμής του πολιτικού κόσμου» και να κινηθεί προς την κατεύθυνση της πάταξης της διαφθοράς ( στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα)  και εμμέσως της διαφύλαξης των οικονομικών συμφερόντων του δημοσίου.

 Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθούν τα κάτωθι : (α) Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου υπάλληλος του ΠΚ και του υπόχρεου σε δήλωση πόθεν έσχες δεν ταυτίζονται , δηλαδή  η σχέση τους είναι  επαλλάσσουσα  (β) υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης είναι και οι σύζυγοι, οι εν διαστάσει σύζυγοι ή τα πρόσωπα με τα οποία οι υπόχρεοι έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης του άρθρου 1 του β. 4356/2015 και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η σχέση , πλέον του έτους. Η εν λόγω διάταξη επιχειρεί να ορθώσει εμπόδια σε κάθε επιχείρηση καταστρατήγησης του νόμου από τα πρόσωπα που διαθέτουν τις ανωτέρω αναφερθείσες ιδιότητες  (γ) Στο άρθρο 16 του επίμαχου νόμου προβλέπεται ότι ο κατάλογος των υπόχρεων προσώπων δύναται να επεκταθεί μέσω ειδικών διατάξεων , οι οποίες περιλαμβάνονται σε έτερα  κανονιστικά κείμενα. Η  εν λόγω νομοθετική επιλογή πρώτον είναι αδόκιμη σε νομοτεχνικό επίπεδο, αφού δε συνάδει με την αναλυτική αποτύπωση των υπόχρεων προσώπων εντός του επίμαχου πλαισίου  και δεύτερον δικαιοπολιτικά άστοχη, προάγοντας την ανασφάλεια δικαίου. Εάν ,μάλιστα,  ληφθεί υπόψη ότι ο νόμος διαθέτει και ποινικές προεκτάσεις , η εν λόγω δομική αστοχία πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος ανυποψίαστων υπόχρεων αλλά και προβολής αυτοτελών ισχυρισμών όπως της πραγματικής ή νομικής πλάνης[16] (δ) τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον άνω κατάλογο δεν αντιμετωπίζονται δικονομικά ισότιμα, ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει κατωτέρω (ε) Ο επίμαχος κατάλογος των  προσώπων ( όπως συνέβη και στο παρελθόν) δεν αποκλείεται να τύχει αναθεώρησης στο μέλλον. Κατά συνέπεια τίθεται το ερώτημα της ποινικής αντιμετώπισης του κατηγορούμενου, ο οποίος διέθετε  την ιδιότητα του υπόχρεου προσώπου κατά την τέλεση της πράξης,  όμως μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, την απώλεσε λόγω νομοθετικής μεταβολής. Σύμφωνα με την με ΑΠ 528/2019[17] « Επίσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής της δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από μέρους του αναιρεσείοντος, δηλαδή στις 29-6-2009, αυτός είχε υποχρέωση να υποβάλει δήλωση περιουσιακής καταστάσεως ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και της Διοίκησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», η οποία κατέχει άδεια λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, σύμφωνα με τις μέχρι τότε ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 11 στ. α’ του Ν. 3310/2005 και ορθά δεν εφάρμοσε την μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 222 του Ν. 4281/2014, που προβλέπει πλέον, από της ισχύος της, ότι υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση περιουσιακής καταστάσεως μόνον τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των επιχειρήσεων ή εταιρειών που κατέχουν άδεια λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, αφού το αν υφίσταται ή όχι η ιδιότητα του ελεγχομένου για την περιουσιακή του κατάσταση και υπόχρεου σε υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, κρίνεται από το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 2 του Π.Κ. περί εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου, αν με μεταγενέστερη διάταξη νόμου περιοριστούν τα πρόσωπα που έχουν την ως άνω ιδιότητα του ελεγχόμενου και υπόχρεου σε δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, αφού η μη υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και η εν γνώσει υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως αποτελούν ιδιαίτερα εγκλήματα (delicta propria), στα οποία ο δράστης τους πρέπει να έχει την ιδιότητα του υπόχρεου σε υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και ελεγχόμενου για την περιουσιακή του κατάσταση, η οποία ιδιότητα πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο τελέσεως του ιδιαίτερου εγκλήματος και δεν ενδιαφέρει, αν η ιδιότητα αυτή έπαυσε να υπάρχει μετά την τέλεση του ιδιαίτερου εγκλήματος». 

Εν προκειμένω η θέση του ανώτατου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και χρήζει αναθεώρησης. Πρώτον, η επίμαχη διάταξη ( με την οποία καθορίζονται τα υπόχρεα πρόσωπα) καθίσταται τμήμα της αντίστοιχης ποινικής ( συμπληρώνει  το χωλό ποινικό), με αποτέλεσμα να αποτελούν ενιαίο σύνολο και κάθε μεταβολή της πρώτης να επιδρά και στο αξιόποινο. [18]  

Δεύτερον, ακόμη και εάν δεν γίνει δεκτή η ανωτέρω θέση, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2  ΠΚ ( για τις εξωποινικές διατάξεις)[19]  θα πρέπει να ενταχθούν όλες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που κατατείνουν στην επαναξιολόγηση των ισχυόντων ρυθμίσεων, εφόσον υποκρύπτουν ένα είδος αποδοκιμασίας των τελευταίων[20] .  Αντίθετα, όταν ο νομοθέτης στοχεύει στην απλή προσαρμογή της νομοθεσίας στις μεταβληθείσες συνθήκες, η τροποποίηση της διάταξης δεν επιδρά στο αξιόποινο των ήδη τελεσθέντων πράξεων[21] . Η συρρίκνωση του καταλόγου των προσώπων που υπόκεινται στις διατάξεις του πόθεν έσχες σηματοδοτεί μια ουσιαστική επαναξιολόγηση του πεδίου προστασίας των  προσβαλλόμενων έννομων αγαθών .  Η αφαίρεση ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων αντανακλά  τις σύγχρονες κανονιστικές  σταθμίσεις, οι οποίες προσδιορίζουν τα όρια ανοχής της έννομης τάξης απέναντι στην κινδυνώδη δράση των κοινωνών.  Συνεπώς, οι εν λόγω  μεταβολές δεν είναι αδιάφορες για το ποινικό δίκαιο, όπως διατείνεται η νομολογία του ΑΠ[22], η οποία ακολουθεί την αντίθετη κατεύθυνση. 

4. Ποινική αντιμετώπιση της μη υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες. 

Ο νομοθέτης , επιχειρώντας να εφαρμόσει και στην πράξη την αρχή της αναλογικότητας, έχει θεσμοθετήσει ένα σύστημα κυρώσεων, οι οποίες κλιμακώνονται ανάλογα με τη στάση του υπόχρεου. Ειδικότερα η μη εμπρόθεσμη υποβολή δήλωσης αντιμετωπίζεται αρχικά σε διοικητικό επίπεδο με την επιβολή διοικητικών προστίμων ( παραβόλων), στη συνέχεια κινούνται οι  πειθαρχικές διαδικασίες και τέλος οι υποθέσεις εισάγονται στο μηχανισμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ( άρθρο 22).  Η παρούσα μελέτη εστιάζει στο άρθρο 39 του επίμαχου νόμου σύμφωνα με το οποίο «  1. Υπόχρεος που παραλείπει να υποβάλει Δ.Π.Κ. εντός της προθεσμίας του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 22 ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή Δ.Π.Κ., τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. Αν ο υπόχρεος τελεί το αδίκημα με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου αξίας ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες. Το ύψος καθεμίας από τις ημερήσιες μονάδες δεν μπορεί να είναι κατώτερο από δέκα (10) ευρώ ούτε ανώτερο από εκατό (100) ευρώ. 2. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 τιμωρείται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, το ύψος καθεμίας από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερο από είκοσι (20) ευρώ ούτε ανώτερο από εκατό (100) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων, για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης. 3. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες 4. Τρίτος, ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή, εκτός αν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.»

5. Έννομο αγαθό.

Η ανεύρεση του προστατευόμενου έννομου αγαθού στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μια  δύσκολη προς επίλυση εξίσωση, αφού υφίστανται σοβαρές θεωρητικές διχοστασίες  και προβληματισμοί.  Κατ΄ αρχάς στην εισηγητική έκθεση του προϊσχύσαντος κανονιστικού  πλαισίου ( ν. 3213/2003) αποτυπώνεται η θέση  ότι με τις επίμαχες διατάξεις επιχειρείται η ενίσχυση της διαφάνειας ( ως αυτοτελές έννομο αγαθό) και η ενδυνάμωση της δημοκρατίας, ενώ στην αιτιολογική έκθεση  του ν. 5026/2023  επαναλαμβάνεται  η ίδια θέση ( όσον αφορά τη διαφάνεια) , χωρίς όμως να παρατίθεται κάποια ειδικότερη ανάλυση. Από μια επισκόπηση της σχετικής διάταξης είναι προφανές ότι  κολάζεται η διακύβευση ( συνιστά  έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης) της αποτελεσματικής λειτουργίας του γραφειοκρατικού μηχανισμού, καθιστώντας την επίμαχη διαδικασία αυτοτελές έννομο αγαθό.[23]  Η επιστράτευση του ποινικού δικαίου για την  επίτευξη γραφειοκρατικών στοχεύσεων απάδει με το φιλελεύθερο πολίτευμα μας και  παραβιάζει τις αρχές της ορθής νομοθέτησης, αφού η διαδικασία του πόθεν έσχες δε συνιστά αυτοσκοπό.

Το επίμαχο κανονιστικό πλαίσιο προσανατολίζεται στην αντιμετώπιση της διαφθοράς[24], αποθαρρύνοντας τα στελέχη της διοίκησης από τη διάπραξη υπηρεσιακών αδικημάτων και την απόκτηση παράνομων ωφελημάτων. Παράλληλα η δυνατότητα δήμευσης ( κύρια- αναπληρωματική κλπ)  των προϊόντων του εγκλήματος προσφέρει στο Δημόσιο τα κατάλληλα μέσα, για να αποκαταστήσει την οικονομική του ζημία, ενώ εδραιώνεται στο συλλογικό υποσυνείδητο η πεποίθηση ότι η διαφθορά δεν αποδίδει τους προσδοκώμενους καρπούς. Κατά συνέπεια, ως διαφυλασσόμενο έννομο αγαθό εμφανίζεται  η εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης ( καθαρότητα της δημόσιας υπηρεσίας και της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος) [25] και ενδεχομένως και η δημόσια περιουσία, η οποία απομειώνεται από τις έκνομες ενέργειες των δημόσιων φορέων εξουσίας. Τέλος, έχει υποστηριχθεί και η θέση ότι οι επίμαχες ενέργειες προσβάλλουν το έννομο αγαθό της δικαιοσύνης, αφού παρακωλύουν τις έρευνες των υποθέσεων διαφθοράς, εντασσόμενες στην κατηγορία των πράξεων αυτοϋπόθαλψης.[26]

Οι εν λόγω προσεγγίσεις παρουσιάζουν ορισμένες δομικές αδυναμίες. Εκκινώντας από την τελευταία θέση θα πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι το ύψος των ποινών είναι εξαιρετικά υψηλό υπερβαίνοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, δεύτερον οι διατάξεις περί δήμευσης συνυφαίνονται με αδικήματα που παράγουν οικονομικό όφελος και όχι με το έννομο αγαθό της δικαιοσύνης και τρίτον ο κολασμός της αυτοϋπόθαλψης αποδοκιμάζεται κατ΄ αρχήν από το δικαιικό μας σύστημα ( με εξαίρεση τις περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων) , ενώ η σχετική πρόβλεψη έρχεται σε αντίθεση με τη λογική που υποκρύπτεται πίσω από το άρθρο 231 παρ. 2 του ΠΚ. 

 Όσον αφορά τα υπόλοιπα προβαλλόμενα έννομα αγαθά δύναται ευσχήμως να προβληθεί πρώτον ο νόμος δεν περιλαμβάνει στον κατάλογο των υπόχρεων προσώπων  μόνο δημοσίους υπαλλήλους ή κρατικούς λειτουργούς αλλά και ιδιώτες, αποδυναμώνοντας το επιχείρημα περί προστασίας της εύρυθμης λειτουργίας του διοικητικού μηχανισμού και  δεύτερον η μη υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες δεν πλήττει  άμεσα ή το πρώτον  τα ανωτέρω αναφερθέντα αγαθά, αφού τελικά η βλάβη επέρχεται από μια έτερη αξιόποινη πράξη ( πχ δωροδοκία) , η οποία έχει προηγηθεί. Στην πραγματικότητα, ο δράστης επιχειρεί με την ανακριβή δήλωση να αποκρύψει την εγκληματική δραστηριότητά  του. Οι ίδιες ακριβώς σκέψεις μπορούν να παρατεθούν για να αποδομηθεί ο ισχυρισμός περί προσβολής της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς ( πολιτικά πρόσωπα κλπ) [27] και στις αρχές του κράτους.

 Όσον αφορά το ζήτημα της διαφθοράς, ο ποινικός κολασμός της άνω παρατυπίας δεν συνδέεται άμεσα με την αντιμετώπιση της εν λόγω παθογένειας,  ούτε προάγει την « καθαρότητα της συμπεριφοράς» των υπόχρεων. Αντίθετα οι τελευταίοι εργαλειοποιούνται από τη γραφειοκρατική ιεραρχία και στοχοποιούνται αδίκως (ενδεχομένως  και με παραβίαση της τεκμηρίου αθωότητας), αφού κάθε παράβαση του πόθεν ανάγεται  σε επιχείρηση απόκρυψης παράνομων εσόδων.  Τέλος , η θέση που πρεσβεύει ότι το έννομο αγαθό είναι η περιουσία του δημοσίου ( πχ οικονομική ζημία δημοσίου , απόκρυψη φορολογητέας ύλης) [28] χωλαίνει δογματικά, αφού η περιουσία δεν πλήττεται άμεσα από την μη υποβολή της δήλωσης του πόθεν έσχες, ενώ η απόκρυψη της φορολογητέας ύλης τιμωρείται ήδη με ειδικές διατάξεις ( φοροδιαφυγή κλπ).  Η εν λόγω προσέγγιση οδηγεί στον διπλό κολασμό της ίδιας συμπεριφοράς. 

Ακριβώς λόγω του ιδιόμορφου  χαρακτήρα του «αδικήματος» ( μια προκαταβολικού τύπου μορφή διακινδύνευσης ενός μη ευκόλως προσδιορίσιμου εννόμου αγαθού- μια πρόδρομη προστασία από τον παράνομο πλουτισμό) ορθότερη μάλλον εμφανίζεται η άποψη που διατυπώθηκε από τη μειοψηφία στη με αριθμό 2649/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Στε σύμφωνα με την οποία « Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το κριτήριο, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια πράξη ή παράλειψη ως εγκληματική, είναι, πρωτίστως, η βαρεία προσβολή ή διακινδύνευση ορισμένων αγαθών και αξιών των συμβιούντων σε ορισμένη κοινωνία, τον σεβασμό και την προστασία των οποίων επιτάσσει η έννομη τάξη της κοινωνίας αυτής, η δε προβλεπόμενη ποινή παρίσταται ως εύλογη και δίκαιη αντίδρασή της στην εμφανιζόμενη ως ιδιαιτέρως αξιόμεμπτη προσβολή ή διακινδύνευση των εν λόγω αγαθών και αξιών. Στην προκειμένη περίπτωση, η υποχρέωση υποβολής δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 3213/2003 εκ μέρους των υπόχρεων προς τούτο προσώπων, αποβλέπει αφενός στην εξυπηρέτηση της αρχής της διαφάνειας, αφετέρου στην εξακρίβωση αν τα εν λόγω πρόσωπα έχουν διαπράξει εγκληματική πράξη σχετιζόμενη με την άσκηση των καθηκόντων τους, συνεπεία της οποίας επήλθε αύξηση της περιουσίας τους. Οι ανωτέρω σκοποί δημόσιου συμφέροντος θεραπεύονται με τη θέσπιση από τον νόμο ως ποινικών αδικημάτων των εν λόγω συμπεριφορών. Αντιθέτως, η θέσπιση ως ποινικού αδικήματος της παράλειψης υποβολής ή της μη ορθής υποβολής της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους των υπόχρεων προσώπων, εν όψει και της πολυπλοκότητας του τρόπου υποβολής αυτής, δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό δημόσιου συμφέροντος, ο οποίος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να αποτελεί το κριτήριο, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια πράξη ή παράλειψη ως αξιόποινη. Πράγματι, η αξιολόγηση αυτής καθαυτής της ως άνω συμπεριφοράς δικαιολογεί μεν την επιβολή διοικητικών και πειθαρχικών κυρώσεων, δεν δύναται όμως, κατ’ αντικειμενική εκτίμηση, να θεωρηθεί ως στρεφόμενη κατά εννόμων αγαθών του κοινωνικού συνόλου ή ως συνιστώσα βαρεία ηθικοκοινωνική προσβολή ή διακινδύνευση της έννομης τάξης, ώστε να χαρακτηρίζεται ως αξιόποινη».

6. Βασική Μορφή Αδικήματος  
Ο ημεδαπός νομοθέτης, επιδιώκοντας την πλήρη συμμόρφωση των υπόχρεων με τις γραφειοκρατικές διατάξεις του επίμαχου νόμου, κατέφυγε στο ποινικό μηχανισμό για να αυξήσει την πίεση προς τους τελευταίους. Η εν λόγω στρατηγική θεσμοθετήθηκε ήδη από το έτος 1964 και ακολουθείται απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα.  Το άρθρο 39 περιλαμβάνει ένα υπαλλακτικά μικτό αδίκημα ( όσον αφορά την υποβολή ανακριβούς και ελλιπούς δήλωσης)[29],  του οποίου η πρώτη αξιόποινη συμπεριφορά είναι η παράλειψη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από τα υπόχρεα πρόσωπα εντός της προθεσμίας  που ορίζει το δεύτερο εδάφιο του  άρθρου 22.
Εφόσον το αδίκημα δύναται να τελεσθεί μόνο από πρόσωπο που διαθέτει  την ιδιότητα του υπόχρεου, πρόκειται για ένα γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, αφού η τελευταία θεμελιώνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της μη υποβολής, , ενώ συνιστά , επίσης,  ένα γνήσιο έγκλημα παράλειψης[30] . Περαιτέρω, η εν λόγω άδικη ενέργεια ενέχει τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος  συμπεριφοράς ( τυπικό) , εφόσον οι πράξεις του υπόχρεου στερούνται υλικού αντικειμένου, μη επιφέρουσες  μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο και μη διακρινόμενες  από την δραστηριότητα του παραβάτη.
 Επίσης, το εξεταζόμενο  αδίκημα ανήκει στην κατηγορία  των  στιγμιαίων, διότι μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νομοθέτη προθεσμίας, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος έχει πληρωθεί και η μεταγενέστερη στάση του δε δύναται να τυποποιήσει το αδίκημα εκ νέου ή να επιβαρύνει το άδικο της πράξης. Ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος ταυτίζεται με την πρώτη στιγμή μετά την πάροδο της τεθείσας στο νόμο  προθεσμίας ( μετά την πάροδο ενός έτους από την προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 18).  Κατά συνέπεια η μεταγενέστερη εκπλήρωση της υποχρέωσης από τον υπόχρεο δεν επιδρά στο αξιόποινο της πράξης,[31] χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η θετική στάση του κατηγορούμενου δεν λαμβάνεται υπόψη είτε για τον αποκλεισμό του δόλου είτε ως λόγος μείωσης της ποινής. [32]  Το νέο νομοθετικό καθεστώς είναι ευνοϊκότερο σε σχέση με το προϊσχύσαν, αφού προβλέπονταν η δυνατότητα υποβολής ΔΠΚ και εκπροθέσμως για μέγιστο χρονικό διάστημα δύο μηνών ( άρθρο 6 παρ. 2 του ν 3213/2003), χωρίς ,όμως,  τούτο να επιδρά στην ποινική μεταχείριση των ήδη τελεσθέντων πράξεων, τουλάχιστον με βάση την πάγια θέση της Νομολογίας.[33]  Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτεί δόλου οποιουδήποτε βαθμού, συμπεριλαμβανομένου και του ενδεχόμενου. 
Περαιτέρω, τα αδικήματα της ανακριβούς και ελλιπούς δήλωσης συνιστούν εγκλήματα  ενέργειας, ενώ τα  υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους προσιδιάζουν με τα αντίστοιχα της πρώτης περίπτωσης ( ιδιαίτερα, τυπικά, στιγμιαία) . Ως ελλιπής θεωρείται η δήλωση της οποίας το περιεχόμενο υπολείπεται των επιταγών του νόμου (πχ παράλειψη αναφοράς αξίας περιουσιακών στοιχείων, τρόπου κτήσης αυτών κλπ) και ως ανακριβής όταν δεν αποδίδεται  με ακρίβεια η πραγματικότητα[34].  Αναφορικά με την υποκειμενική τους υπόσταση, αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, αφού ο νομοθέτης ακολούθησε τη γραμμή που χάραξε με το ν. 3489/2020, κάτι με το οποίο δε φαίνεται να συμφωνεί η νομολογία, ασπαζόμενη τη θέση περί ανάγκης στοιχειοθέτησης άμεσου δόλου ( α ή β βαθμού).[35]  Όλες οι ανωτέρω ενέργειες τιμωρούνται σωρευτικά με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ( 1-5) και με χρηματική ποινή. 
7. Διακεκριμένες παραλλαγές του εγκλήματος.
Η απλώς διακεκριμένη παραλλαγή του αδικήματος περιλαμβάνεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 39.  Η εν λόγω ρύθμιση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία του βασικού αδικήματος, όμως μετατρέπεται σε υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, αφού ο δράστης ενεργεί με σκοπό ( δόλος α βαθμού) να αποκρύψει ( να παρεμποδίσει το αρμόδιο όργανο να λάβει γνώση της ακριβούς περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου)[36]  περιουσιακό στοιχείο αξίας άνω των 30.000 ευρώ. Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις,  το κατώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής  διπλασιάζεται και η χρηματική ποινή που δύναται να επιβληθεί κινείται μέσα στα όρια των 1000 έως 5000 ημερησίων μονάδων. Τέλος, στην ιδιαιτέρως διακεκριμένη περίπτωση, το αδίκημα αναβαθμίζεται σε κακούργημα ( 5- 10 έτη) , όταν το ύψος της αποκρυπτόμενης περιουσίας υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ ( εντός του ιδίου έτους)[37] . Είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι   ο νόμος αναφέρεται γενικά στον υπαίτιο της πράξης της παρ. 1 , η οποία ,όμως,  περιλαμβάνει δύο αδικήματα. Η ανωτέρω αστοχία προκαλεί ασάφεια  σχετικά με τις προθέσεις του νομοθέτη.   Εάν ληφθεί υπόψη το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς αλλά και η σταδιακή κλιμάκωση των ποινικών κυρώσεων, υποστηρίζεται ευσχήμως η θέση ότι η μόνο η πράξη του δευτέρου εδαφίου αναβιβάζεται ως κακούργημα , δηλαδή εκτός από το σκοπό απόκρυψης περιουσιακού στοιχείου άνω των 30.000 ευρώ ( όχι όμως απαραίτητα και του συνόλου της αποκρυπτόμενης περιουσίας),  θα πρέπει τελικά η σκιώδης περιουσία να διαβαίνει το κατώφλι των 300.000 ευρώ.  Η οριοθέτηση της άνω έννοιας διενεργείται από τον νομοθέτη ( άρθρο 39)  και ειδικότερα περιλαμβάνει την περιουσία του ίδιου αλλά και των λοιπών προσώπων, για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση ( συζύγου, ανηλίκων τέκνων του κλπ).
8.  Δήμευση.

Σύμφωνα με το άρθρο 33 του επίμαχου νόμου, τα περιουσιακά στοιχεία που δε δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 39 , δημεύονται με την καταδικαστική, απόφαση , εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή τους. Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση με την παρ. 1 , δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί , δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτο σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται περιουσιακά στοιχεία του υπαίτιου ίσης αξίας με αυτά κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως προσδιορίζονται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων , αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση. 

Όσον αφορά την ανωτέρω πρόβλεψη μπορούν να αποτυπωθούν τα κάτωθι : (α) Η σχετική διάταξη κινείται ομόρροπα με την αντίστοιχη του ΠΚ και την αποκλείει ως ειδικότερη (β) Η παρεπόμενη ποινή επιβάλλεται μόνο σε περίπτωση μη δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων ( πχ μη υποβολή δήλωσης) και όχι όταν η τελευταία  είναι ανακριβής ( πχ όσον αφορά την αξία  ή την προέλευσή των αντικειμένων) ή ελλιπής  ( πχ. δεν αναγράφεται η προέλευση του περιουσιακού στοιχείου  ή τα χαρακτηριστικά του. Εάν, αντίθετα,  παραλείπεται το περιουσιακό στοιχείο, τότε ασφαλώς επιτρέπεται η δήμευση) , αφού τούτο θα οδηγούσε σε απαγορευμένη αναλογική εφαρμογή ποινικών διατάξεων που επαυξάνουν το αξιόποινο. (γ) Η θεσμοθέτηση της δήμευσης για την παραβίαση  μιας ουσιαστικά γραφειοκρατικής παρατυπίας δε συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας ( η οποία ενδύεται συνταγματικής προστασίας), αφού δεν υφίσταται στην πραγματικότητα  άξιο προστασίας προσβαλλόμενο έννομο αγαθό και σε κάθε περίπτωση η πράξη δεν ενέχει τόσο μεγάλη απαξία, ώστε να επιφέρει την απώλεια του περιουσιακού στοιχείου.  Η παράβαση των διατάξεων του επίμαχου νόμου δε συνεπάγεται  ότι τα δημευόμενα αντικείμενα προέρχονται ,πάντοτε, από παράνομες ενέργειες ( διαφθορά) ή ότι είναι προϊόντα ύποπτου πλουτισμού, κάτι που υπονοείται με βάση το αντεστραμμένο τεκμήριο απόδειξης που περιλαμβάνεται στο άρθρο. (δ) Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο η παρεπόμενη ποινή της δήμευσης επιβάλλεται υποχρεωτικά, εκτός εάν ο κατηγορούμενος αποδείξει τη νόμιμη προέλευση των περιουσιακών του στοιχείων. Η συγκεκριμένη ρύθμιση πάσχει σε δικαιοπολιτικό επίπεδο, αφού η εκδοθείσα δικαστική απόφαση αποφαίνεται  μόνο για την τέλεση του τυπικού εγκλήματος και όχι για  το εάν ο πλουτισμός είναι παράνομος.   Εφόσον το τελευταίο ζήτημα δεν ήχθη ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, η εν λόγω νομοθετική επιλογή αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της ενοχής και υποχρεώνει τον θιγόμενο να αποδείξει την αθωότητά του για τις υποτιθέμενες (και μη προσδιορισμένες) πράξεις διαφθοράς, οι οποίες του αποδίδονται εμμέσως. Με άλλα λόγια  το αντεστραμμένο τεκμήριο απόδειξης καταδεικνύει ότι η ποινή δεν επιβάλλεται λόγω της παραβίασης  του νόμου  περί πόθεν έσχες αλλά διότι ο  πλουτισμός του καταδικασθέντος ήταν παράνομος, παρά του ότι το εν λόγω ζήτημα  δεν αποτέλεσε αντικείμενο της  δίκης. Συνεπώς η καταδικαστική απόφαση δε δύναται να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για την κατάγνωση της σχετικής ποινής ( δημιουργεί ένα απαράδεκτο  πρόκριμα ενοχής για μια έτερη προηγηθείσα αξιόποινη πράξη, η οποία αποτέλεσε πηγή των εσόδων), αφήνοντας νομικά μετέωρη την επίμαχη  δικονομική ρύθμιση, η οποία παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας.[38] (ε) Η επιβολή δήμευσης μόνο στα παράνομα έσοδα (σε περίπτωση σύμμειξης) συνάδει  με την αρχή της νομιμότητας αλλά και της αναλογικότητας. (στ) Η θεσμοθέτηση της αναπληρωματικής δήμευσης ακολουθεί το πρότυπο που έχει χαράξει η Ε.Ε με τις Αποφάσεις Πλαίσιο 2001/500/ ΔΕΥ,  2005/212/ΔΕΥ αλλά και με την Οδηγία 2014/42/ΕΕ. Η εν λόγω ρύθμιση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον , αφού η δημευόμενη περιουσία δε συνυφαίνεται άμεσα με κάποια εγκληματική ενέργεια,  ενώ θα ήταν άτοπο να  αντιμετωπιστεί   ως μέτρο ασφαλείας, αφού δεν προκύπτει το στοιχείο της επικινδυνότητας του αντικειμένου που αφαιρείται από την κυριότητα του δράστη.  Η  επίμαχη  ποινική κύρωση εμφανίζει  ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα , όπως την ταχεία εκτέλεσή της , αφού η δήμευση διεξάγεται  άμεσα στα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται να λάβει χώρα  η διαδικασία της διοικητικής αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ ο δράστης  δεν αποφεύγει τελικά την απομείωση της περιουσίας του. Στην πραγματικότητα μπορεί να διαπιστωθεί  μια ενδιαφέρουσα απόκλιση  από το παραδοσιακό  μοντέλο της δήμευσης , το οποίο επιβάλλει τη σύνδεση του αντικειμένου με κάποια συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά και  αναδύεται  η έννοια της « υπόλογης περιουσίας» και του « αφηρημένου προσδιορισμού της αξίας που έχει παραχθεί από το έγκλημα» ,η οποία δύναται  τελικά να ενσωματωθεί σε οποιοδήποτε στοιχείο της περιουσίας του δράστη.   Η παραπάνω  κύρωση  παρουσιάζει  υβριδικό χαρακτήρα, δηλαδή ομοιάζει σε σημαντικό βαθμό με τη χρηματική, αφού  διαθέτει  γενικό και αφηρημένο περιεχόμενο ( ως προς τον προσδιορισμό του τελικού οικονομικού μεγέθους , το οποίο επιβαρύνει την περιουσία του δράστη, δηλαδή δεν είναι αντικειμενικοστραφής), όμως κατά το στάδιο της εκτέλεσης  επιβάλλεται σε ειδικά περιουσιακά στοιχεία. 

9. Αδίκημα Εξ ΄αμελείας- Δικαστική Άφεση της Ποινής.

Σύμφωνα  με το άρθρο 26 του  ΠΚ τα πλημμελήματα τιμωρούνται μόνο από δόλο εκτός εάν θεσπιστεί ειδική διάταξη που επεκτείνει την ποινική προστασία και σε πράξεις από αμέλεια. Εν προκειμένω ο νομοθέτης , περιέλαβε στον εξεταζόμενο  νόμο την παράγραφο 3 του άρθρου 39, σύμφωνα με την οποία η τέλεση του αδικήματος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1  από αμέλεια, τιμωρείται με χρηματική ποινή, ενώ το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις μπορεί να κρίνει τις πράξεις ατιμώρητες[39]. Η εξαίρεση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 είναι απολύτως εύλογη, αφού συνιστά έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, δηλαδή ο δράστης έχει σκοπό απόκρυψης της περιουσίας, κάτι που δε συνάδει με ένα αδίκημα αμέλειας. Όσον αφορά το ζήτημα της δικαστικής άφεσης της ποινής, εφόσον το δικαστήριο οδηγηθεί στη σχετική κρίση, εκδίδει απαλλακτική απόφαση, αφού σύμφωνα με το άρθρο 368 ΚΠΔ, η τελευταία  αντιμετωπίζεται ως αθωωτική.  

10. Ποινική ευθύνη τρίτου.

Στην τέταρτη παράγραφο του 39 θεσμοθετείται η « αυτουργοποίηση» των συμμετοχικών πράξεων , καθιδρύοντας  ένα « ιδιώνυμο» ,σύμφωνα με τη νομολογία,  αδίκημα.[40]  Επί της ουσίας ο νομοθέτης υιοθετεί με πλάγιο τρόπο το σύστημα του ενιαίου αυτουργού, αφού ο δράστης ευθύνεται πρωτογενώς. Συνεπώς, η πλήρης απεξάρτηση της συμπεριφοράς του συνεργού από την αντίστοιχη του αυτουργού έχει αντίκτυπο πχ στο χρόνο έναρξης της παραγραφής αλλά και θέτει εκποδών το  άρθρο 49 του ΠΚ. Η χρησιμότητας της διάταξης τίθεται εν αμφιβόλω- τουλάχιστον στις πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα – αφού υφίσταται σχετική ρήτρα επικουρικότητας, η οποία ουσιαστικά παραπέμπει στις γενικές διατάξεις του ΠΚ περί συμμετοχής[41].

11. Μονάδα Εννόμου Αγαθού.

Αφορμή δοθείσης από την με αριθμό 6/2018 Απόφαση του Εφετείου Αιγαίου[42] και την με αριθμό 340/2018 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά[43], θα πρέπει να τονιστεί ότι κατά την ορθότερη άποψη η μονάδα του εννόμου αγαθού ταυτίζεται με το ενιαύσιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δράστης έχει την υποχρέωση να υποβάλλει τη δήλωση πόθεν έσχες. Σύμφωνα με τα δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος (α) η υποβολή της ΔΠΚ δεν εκτείνεται εσαεί αλλά συνδέεται (έμμεσα ή άμεσα)  με τη διατήρηση της ιδιότητας του υπόχρεου (β) η υποχρέωση υποβολής δηλώσεων ανανεώνεται ετησίως και σε αυτήν καταγράφονται οι περιουσιακές μεταβολές που έλαβαν χώρα εντός του επίμαχου χρονικού διαστήματος  (γ) η σύγκριση των ετήσιων δηλώσεων αποκαλύπτει τις ενδεχόμενες παρατυπίες του υπόχρεου κατά το εν λόγω διάστημα  (δ) οι δηλώσεις παρέχουν την απαιτούμενη διαφάνεια στις οικονομικές συναλλαγές των υπόχρεων για το έτος που υποβάλλονται. Εφόσον, το ελεγχόμενο διάστημα ταυτίζεται με ετήσιες  περιόδους,   όλες οι ενέργειες του δράστη , οι οποίες κατατείνουν στην απόκρυψη της αληθινής του περιουσιακής κατάστασης μέσω της ενιαύσιας υποβαλλόμενης  ΔΠΚ , προσβάλλουν την ίδια μονάδα εννόμου αγαθού, εφαρμοζόμενων  των  διατάξεων περί φαινομενικής συρροής αλλά και δεδικασμένου[44].

12. Δικονομικές Πτυχές.

Α. Η δήμευση ,ως παρεπόμενη ποινή,  επιβάλλεται σε ένα όψιμο δικονομικό στάδιο, επιτρέποντας στους δράστες να αποκρύψουν στο ενδιάμεσο  τα περιουσιακά τους στοιχεία. Για να αποτραπεί κάθε προσπάθεια καταστρατήγησης του νόμου και εκμετάλλευσης των δομικών ελλειμάτων του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, θεσμοθετήθηκε στο άρθρο 42 η δυνατότητα δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κατά την προδικασία ( ανάλογη ρύθμιση έχει ενταχθεί στον ΚΠΔ  αλλά και στο νόμο για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες). Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης τα ανωτέρω μέτρα δικονομικού καταναγκασμού επιβάλλονται από το δικαστικό συμβούλιο, ενώ κατά την τακτική ανάκριση από τον ανακριτή με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα ( εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί κλπ περιέχουν περιουσιακά στοιχεία που δύνανται να υπαχθούν σε δήμευση κατά το άρθρο 33 του νόμου) . Οι διατάξεις και το βούλευμα του Συμβουλίου επέχουν θέση κατάσχεσης και εκδίδονται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου για να μην έχει τη δυνατότητα ο τελευταίος  να ματαιώσει την εκτέλεση των αποφάσεων των οργάνων της δικαιοσύνης.  Ο νομοθέτης, συμμορφούμενος με το άρθρο 20 του Συντάγματος και την ΕΣΔΑ, παρέχει το δικαίωμα στα θιγόμενα πρόσωπα ( κατηγορούμενος τρίτοι) να ζητήσουν την άρση του επιβληθέντος μέτρου, ενώ οι αποφάσεις μπορούν να ανακληθούν οποτεδήποτε εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία.  Τέλος, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως όταν παρέλθουν  τα χρονικά όρια που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 262 του ΚΠΔ, μια διάταξη που συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και προστατεύει τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας του θιγόμενου προσώπου.

Β. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος είναι το Τριμελές Εφετείο[45], ενώ για τις σε βαθμό πλημμελήματος το Τριμελές Πλημ/κείο. Εάν κάποιος κατηγορούμενος ( πχ δήμαρχος) διαθέτει την ιδιότητα του προσώπου ιδιάζουσας δωσιδικίας, τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι ειδικές διατάξεις του ΚΠΔ. 

Γ. Στο άρθρο 41 του επίμαχου νόμου θεσμοθετείται η διακριτή δικονομική μεταχείριση των προσώπων κατά την προδικασία. Ειδικότερα, η ποινική δίωξη για τα υπόχρεα πρόσωπα των άρθρων 4 , της περ. α του άρθρου 6 και της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 8 ασκείται ( με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ευθύνης Υπουργών) από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών και ενεργείται ανάκριση στο Εφετείο, ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέα και ορισμό Εφέτη Ανακριτή από την Ολομέλεια του Οικείου Εφετείου. Εάν η κατηγορία έχει χαρακτήρα πλημμελήματος , τότε της υποθέσεως επιλαμβάνεται το Συμβούλιο Πλημ/κων ( μέσω του σχετικού Εισαγγελέα). Σε αντίθετη περίπτωση ( κακουργηματική πράξη), αποφαίνεται το Συμβούλιο Εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό[46]. Για τα υπόλοιπα πρόσωπα η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κων και εάν είναι πλημμέλημα τότε η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο ακροατήριο άλλως διενεργείται ανάκριση, η οποία περατώνεται με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων[47].

Δ. Σύμφωνα με την με  ΑΠ 528/2019 [48], για το ορισμένο του κλητηρίου θεσπίσματος δεν απαιτείται η παράθεση της διάταξης με βάση την οποία ήταν από το νόμο ο κατηγορούμενος  υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης, αφού « ……καθορίζεται και περιγράφεται, με επαρκή ακρίβεια και σαφήνεια, η αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς περιουσιακής δηλώσεως (πόθεν έσχες), για την οποία κλήθηκε να δικαστεί και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και αναφέρεται η ειδική ποινική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 3213/2003, όπως αυτή ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3849/2010, η οποία τυποποιεί το σχετικό έγκλημα της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης και ορίζει την προβλεπόμενη γι’ αυτό ποινή, ορίζοντας ότι ο ελεγχόμενος, που υποβάλλει, στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του ίδιου νόμου δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή, παρέχοντας έτσι στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τη δυνατότητα να λάβει ακριβή και πλήρη γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Δεν χρειαζόταν δε να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα και η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 11 στ, α’ του Ν. 3310/2005, η οποία προβλέπει την υποχρέωση των μελών του Δ.Σ. των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης να υποβάλλουν κάθε χρόνο την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 3213/2003 δήλωση περιουσιακής κατάστασης, αφού η κατηγορία, για την οποία κλήθηκε να δικασθεί και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν ήταν ότι δεν υπέβαλε δήλωση περιουσιακής κατάστασης ενώ είχε υποχρέωση να υποβάλει, αλλά ότι υπέβαλε ως ελεγχόμενος εν γνώσει του ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης και, ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 11 στ, α’ του Ν. 3310/2005 δεν ήταν εκείνη που τυποποιούσε το έγκλημα που διέπραξε και που όριζε την ποινή, γι’ αυτό και δεν ενέπιπτε στην έννοια των διατάξεων που προβλέπει το άρθρο 321 του Κ.Ποιν.Δ. ότι πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, επί ποινή ακυρότητας του τελευταίου…». 

Η ανωτέρω προσέγγιση τίθεται εν αμφιβόλω, αφού στο επίμαχο άρθρο δεν περιλαμβάνονται γενικοί ορισμοί αλλά προσδιορίζονται τα πρόσωπα που υπέχουν ποινική ευθύνη, καθιστώντας το αδίκημα ως γνήσιο ιδιαίτερο. Η ιδιότητα του υπόχρεου συνυφαίνεται άμεσα με την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος [49], ενώ τα σχετικά άρθρα συμπληρώνουν  την κύρια ποινική διάταξη, συνιστώντας ένα ενιαίο σύνολο. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι είναι διάσπαρτες στη νομοθεσία οι διατάξεις που προσδιορίζουν τα υπόχρεα πρόσωπα, είναι προφανές ότι η παράλειψη της  επίμαχης διάταξης προκαλεί σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Επίσης , η εν λόγω  θέση του ΑΠ στηλιτεύεται διότι προβαίνει σε διαχωρισμό των αδικημάτων, θεωρώντας  εμμέσως ότι εάν η κατηγορία αφορούσε την μη υποβολή δήλωσης, τότε ενδεχομένως να απαιτούνταν η αναγραφή του σχετικού άρθρου  , ενώ εφόσον ο κατηγορούμενος υπέβαλε έστω και ανακριβή δήλωση, δημιουργείται ένα « αμάχητο» τεκμήριο γνώσης της υποχρέωσής του να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του νόμου το οποίο επιτρέπει την ελλιπή σύνταξη του κλητηρίου θεσπίσματος. Ουσιαστικά υφίσταται μια σύμμειξη  των δικανικών αξιολογήσεων για την ουσία της υπόθεσης με τις δικονομικές της πτυχές, αποδυναμώνοντας το δικαίωμα ακροάσεως του κατηγορούμενου και της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης. Το επιχείρημα ότι εφόσον αναγράφεται η ιδιότητα του κατηγορούμενου στην περιγραφή της πράξης , καλύπτεται η ακυρότητα της περ. 3 του άρθρου 321 του ΚΠΔ είναι νομικά έωλη, αφού ο νόμος δεν προβλέπει κάλυψη της εν λόγω ακυρότητας από την πλήρη περιγραφή της πράξης στο κατηγορητήριο. Κάθε λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος εξετάζεται ανεξάρτητα και επιφέρει αυτοτελώς τις συνέπειες του νόμου. 

Ε. Η δυνατότητα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας  από το Δημόσιο στις δίκες που αφορούν τις παραβάσεις του νόμου περί πόθεν έσχες αποτέλεσε ένα  από τα ζητήματα που απασχόλησαν τον ΑΠ στην με αριθμό 175/2017[50] απόφαση του. Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον το προστατευόμενο έννομο αγαθό περιστρέφεται γύρω από την εμπιστοσύνη των πολιτών στην εύρυθμη λειτουργία και καθαρότητα των κρατικών υπηρεσιών, η εν λόγω ποινικά επιλήψιμη πράξη οδηγεί στην τρώση του κύρους του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί φορέα και εγγυητή των εννόμων αγαθών. Τούτων ούτως δοθέντων , το ελληνικό δημόσιο έχει τη δυνατότητα να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας, εφόσον έχει υποστεί ηθική βλάβη.  Η ανωτέρω προσέγγιση  συνάδει με την κρατούσα άποψη περί του προστατευόμενου εννόμου αγαθού, ενώ η τυχόν αποδόμηση της τελευταίας θα επηρεάσει και το εξεταζόμενο στο παρόν τμήμα της μελέτης ζήτημα. 

13. Επίλογος.

Ο νόμος περί πόθεν έσχες ,εκτός από την ιδιαίτερη πολυπλοκότητά του, πάσχει δογματικά , αφού ποινικοποιεί αμφιλεγόμενης απαξίας πράξεις και μάλιστα με βαρύτατες ποινές, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας. Η γραφειοκρατική προσπάθεια αντιμετώπισης της διαφθοράς δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, γι΄  αυτό και επιστρατεύεται το ποινικό δίκαιο για « καλύψει» τις διοικητικές αστοχίες. Μόνο η αναβάθμιση του κρατικού μηχανισμού μέσω της νέας τεχνολογίας  και η ενδελεχής  έρευνα του οικονομικού παρελθόντος των υπόχρεων δύνανται σε προληπτικό και κατασταλτικό επίπεδο να οδηγήσουν στον μετριασμό των κοινωνικών παθογενειών, όπως είναι ο χρηματισμός δημοσίων υπαλλήλων. Σε κάθε περίπτωση ,πάντως, έχει αποδειχθεί εκ των πραγμάτων ότι οι αυστηρές ποινές δεν αποτρέπουν την τέλεση των οικονομικών εγκλημάτων , ιδίως όταν οι πιθανότητες άσκησης ποινικής δίωξης  είναι ελάχιστες . Ο νόμος 5026/2023 θέτει ως επιδίωξη  τον έλεγχο ετησίως (κατ΄ ελάχιστον) του 7% των υποβαλλόμενων δηλώσεων, καταδεικνύοντας ότι απέχουμε πολύ από τις υπάρχουσες προσδοκίες. Ενδεχομένως , ο περιορισμός του καταλόγου των υπόχρεων και η κατάρτιση του ψηφιακού περιουσιολογίου να διευκολύνει τη διερευνητική διαδικασία του ελεγκτικού μηχανισμού και ίσως να οδηγήσει και στην κατάργηση του επίμαχου νόμου.   


[1] Βλ., Carothers T.-  Barndt W., Civil Society, Foreign Policy, no. 117, 1999, σελ.18–29. JSTOR και στην σελίδα https://doi.org/10.2307/1149558. Accessed 13 May 2023, Chandhoke N., Civil Society, στη σελίδα,  https://doi.org/10.1080/09614520701469658 , Cohen J.- Arato A., Civil Society and Political Theory, 1992, σελ. 13, 29 passim,  Edwards M. , Civil Society, 2009, σελ. 2 passim, Ehrenberg J, Civil Society, The Critical History of An Idea, 2017, σελ. 1 επ.,  Goodin R.(ed), The Oxford Handbook of Political Theory,2006, σελ. 363 επ., Hall J (ed), Civil Society, 1995, σελ. 8 επ. Kaviraj S.- Khilnani ( eds), Civil Society, History and Possibilities, 2001, σελ. 11 επ., Κopecky P.- Mudde C.- Rethinking Civil Society στησελίδα https://www.tandfonline.com/doi/pdf/10.1080/13510340312331293907,  Seligman A., The idea of Civil Society, 1995, σελ. 2 επ., Sharma A.- Gupta A. ( eds), The Anthropology of the State, 2006, σελ. 72 επ., Tester K., Civil Society, 1994, σελ. 9 επ.,  https://www.britannica.com/topic/civil-society.

[2] Βλ.  Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2006, σελ. 65 επ. Σπινέλλη, Το Έννομον Αγαθόν και η Σημασία του εις την Σύγχρονον Διδασκαλίαν του Ποινικού Δικαίου, ΠοινΧρ. 1971, σελ. 801, ιδίου το Έννομο Αγαθό της Τιμής και αι Αξιόποινοι Αυτού Προσβολαί, 1976, σελ. 26 επ., Σπυράκου, Η Εγκληματοπολιτική Σημασία της Έννοιας του Εννόμου Αγαθού, Κριτική Προσέγγιση στις Σύγχρονές Θεωρίες, 1991, σελ. 7, ιδίου, Η Κριτική Λειτουργία της Έννοιας του Εννόμου Αγαθού , 1996, σελ. 13 επ., Lauterwein, The Limits of Criminal Law, A ComparativeAnalysis of Approaches to Legal Theorizing , σελ. 6 ,  Roxin, Strafrecht, Allgemeiner Teil, Band I, 2006, σελ. 14 passim. 

[3] Βλ.  Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Ι, 2006, σελ. 16 επ., Βαρβιτσιώτη, Έννοια και Λειτουργικότητα του Εννόμου Αγαθού, ΝοΒ, σελ. 567 επ., Δημητράτου , Έννομο Αγαθό και διδασκαλία περί εγκλήματος στο ποινικό δίκαιο, 1998, σελ. 27 επ.,    Καριζώνη, Η Έννοια των Εννόμων Αγαθών και η Ποινική τους Τυποποίηση , Αρμ. 1979, σελ. 603 επ.,  Μανωλεδάκη, Η διαλεκτική Έννοια των Εννόμων Αγαθών 1973, σελ. 17 επ.,  ιδίου, Το Έννομο Αγαθό ως Βασική Έννοια του Ποινικού Δικαίου,1998, σελ. 3, ιδίου Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 1, ιδίου, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 2005, σελ. 1, Μπιτζιλέκη, Η Ηθική Νομιμοποίηση του Ποινικού Δικαίου, σε ΤΤ για τον Ν. Ανδρουλάκη, 2003, σελ. 411 επ., Σπυράκου, Η Έγκληματοπολιτική Σημασία της έννοιας του Εννόμου Αγαθού, Κριτική Προσέγγιση στις σύγχρονες θεωρίες, 1991, σελ. 51 επ., ιδίου Η Κριτική Λειτουργία της Έννοιας του Εννόμου Αγαθού, 1996, σελ. 123 επ.,  Συλικού, Η Υλικότητα των Εννόμων Αγαθών στο Ποινικό Δίκαιο, 1995, σελ. 12 επ.,Συμεωνίδου- Καστανίδου, Η έννοια του εννόμου αγαθού στο ποινικό δίκαιο, σε επιμ. Στράγγα κλπ, Αγαθό, Συμφέρον και Δίκαιο, Εισιγήσεις , ανακοινωνθείσες εις το Διεπιστημονικό Φροντιστήριο 2008/2009, 2012,  σελ. 803 επ. , Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος, Ι, 2005, σελ 7 επ.  

[4] Βλ. Χουλιάρα, Η Λειτουργία του Ποινικού Δικαίου υπό την έποψη της συγκρουσιακής θεωρίας για το έγκλημα, στον Στράγγα κλπ, Αγαθό Συμφέρον και Δίκαιο, Εισηγήσεις ανακοινωθείσες εις το Διεπιστημονικό Φροντιστήριο 2008/2009, 5ος τόμος, σελ. 849 επ.  

[5] Βλ. Λαμπροπούλου, Κοινωνιολογία του Ποινικού Δικαίου και των Θεσμών της Ποινικής Δικαιοσύνης, 1999, σελ. 33 επ. Bernard, The Consensus- Conflict Debate. Form and Content in Social Theories. 1983, σελ. 1 επ., Bernard et al, Vold’s Theoretical Criminology, 2010, σελ. 246,  Sheley, Conflict and Criminal Law, Criminology, , 1991, σελ. 21 επ.

[6] Βλ. Μαγκάκη, Το Πρόβλημα του Οικονομικού Ποινικού Δικαίου, Σύγχρονως Συμβολή εις την Θεωρίαν του Διοικητικού Ποινικού Δικαίου, ΠοινΧρ. 1985, σελ. 385 επ. , Παπανεοφύτου, Ποινικό Δίκαιο, Κράτος και Τεχνολογική Κίνδυνοι, 1997, σελ. 195 επ, ιδίου, Ποινικό Δίκαιο και Ποινικό Δόγμα υπό το Πρίσμα των Σύγχρονων Αξιώσεων Προστασίας από τους Κινδύνους της Τεχνολογικής Εξέλιξης,  ΠοινΧρ. 1998, σελ. 849 επ., ιδίου Ποινική Ευθύνη Νομικών Προσώπων ή των Υπόλογων για τη Δράση τους Φυσικών Προσώπων,  σε Τιμητικό Τόμο  Μαγκάκη, 1999, σελ. 197 επ.

[7] Βλ. Γιαννίδη, Η χρησιμότητα και επάρκεια της Δογματικής του Ποινικού Δικαίου στο κατώφλι του 21ου αιώνα, ΠοινΧρ. 2002, σελ.580.  Δημητράτου, Έννομο Αγαθό και Διδασκαλία Περί Εγκλήματος στο Ποινικό Δίκαιο, 1998, σελ. 289 επ., Σπυράκου, Η κριτική λειτουργία της έννοιας του εννόμου αγαθού , 1996, σελ. 83 επ. Beck , H κοινωνία της Διακινδύνευσης ( μετ. Οικονόμου), 2015, σελ. 1 επ., Neureiter, DieRisikogesellschaft von Ulrich Beck, 2014, σελ. 2 επ.  

[8] Βλ. https://www.kathimerini.com.cy/gr/apopseis/arthrografia/panagiwtis-xristias/1-i-koinonia-toy-riskoyhttps://thesafiablog.com/2020/05/27/societyofbeckdeleuze/https://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=532&catid=61&Itemid=113https://www.staatslexikon-online.de/Lexikon/Risikogesellschaft, https://www.nzz.ch/feuilleton/das-risiko-der-risikogesellschaft-ld.1030916?reduced=true.

[9] Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι, Ο κίνδυνος στο ποινικό δίκαιο: Μεταξύ προστασίας των εννόμων αγαθών και εγγυητικής λειτουργίας του ποινικού δικαίου σε Τιμητικό Τόμο Σπινέλλη, 2001, σελ. 469 επ., Παρασκευόπουλου, Η διάκριση κινδύνου και βλάβης στο σύγχρονο Ποινικό Δίκαιο, 2001, σελ. 481 επ. , Husak, Overcriminalization, 2008,  σελ. 38 επ. 

[10] Γενικά για το θέμα βλ. Ναζίρη, Η ποινική αντιμετώπιση της συμμετοχής κρατικών λειτουργών σε εξωχώριες ( offshore) εταιρείες, 2017. 

[11] Άρθρο 9  « Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από: α) Τον Διοικητή, τους υποδιοικητές, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και από τους προέδρους, τους αντιπροέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους, τους διοικητές, τους υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων και τους γενικούς διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοπιστωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,
β) τον Πρόεδρο και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της «Ελληνικά Χρηματιστήρια Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.» (Ε.Χ.Α.Ε.), τους κατέχοντες διευθυντική θέση στην εταιρεία αυτή, σύμφωνα με τον οργανισμό της ή με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, τον Πρόεδρο και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ελεγχόμενων από την Ε.Χ.Α.Ε. ανώνυμων εταιρειών και κάθε άλλου φορέα οργανωμένης χρηματιστηριακής αγοράς που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και τους κατέχοντες διευθυντική θέση στις ανωτέρω εταιρείες ή φορέα, σύμφωνα με τον κανονισμό της εταιρείας ή του φορέα ή σύμφωνα με απόφαση του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου.  

[12] Άρθρο 10 «| 1. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από: α) Τους ιδιοκτήτες, τους βασικούς μετόχους, τους μετόχους, τους εταίρους, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους διαχειριστές, καθώς και τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που είναι φορείς: 
αα) παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης που κατέχουν άδεια λειτουργίας ή που λειτουργούν νόμιμα μέχρι την ολοκλήρωση της αδειοδότησης που αφορά στη λειτουργία τους όπως προβλέπεται στον ν. 4339/2015 (Α’ 133), 
αβ) παρόχων συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου, καλωδίου ή συχνοτήτων που κατέχουν τις άδειες που προβλέπονται στον ν. 2644/1998 (Α’ 233), 
αγ) εποπτευόμενων ραδιοφωνικών σταθμών από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ως νομίμως λειτουργούντων ή αδειούχων,
β) τους ιδιοκτήτες, τους εκδότες, τους μετόχους, τους εταίρους, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους διαχειριστές, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που εκμεταλλεύονται διαδικτυακά ενημερωτικά μέσα ή εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας,
γ) τους δημοσιογράφους μέλη των οικείων ενώσεων συντακτών και όσους παρέχουν δημοσιογραφικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις έκδοσης εντύπων και σε ραδιοτηλεοπτικά ή διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης με σύμβαση εργασίας ή έργου.

[13] Άρθρο 13 « Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τον πρόεδρο και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των αθλητικών ομοσπονδιών και τα πρόσωπα που είναι μέλη διοίκησης αθλητικών ανωνύμων εταιρειών (Α.Α.Ε.) ή τμημάτων αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) ή τους έχει ανατεθεί η διαχείριση Τ.Α.Α. ή είναι μέτοχοι Α.Α.Ε. με συνολικό ποσοστό μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό (1%) του μετοχικού της κεφαλαίου. Αν το εν λόγω ποσοστό συμμετοχής ανήκει σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, η υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ. βαρύνει τον πρόεδρο και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτών, 
β) τους αξιολογημένους διαιτητές, τους βοηθούς διαιτητές και παρατηρητές διαιτησίας πρωταθλημάτων επαγγελματικού αθλητισμού και όσους μετέχουν στα αντίστοιχα όργανα ή τις επιτροπές διαιτησίας, καθώς και τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού.

[14] Άρθρο 14 « Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους προέδρους, τα τακτικά μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών έργων, προμηθειών, μελετών και παροχής υπηρεσιών των κρατικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των ενόπλων δυνάμεων, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού και των νομικών τους προσώπων, των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, των ανώνυμων εταιρειών του Δημοσίου της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4972/2022 (Α’ 181), και των δημόσιων οργανισμών, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, πλέον Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ανά διαγωνισμό, τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσίων Συμβάσεων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και τους προϊσταμένους των διευθύνσεων αυτής, τους κατέχοντες θέσεις προϊσταμένων οποιουδήποτε οργανωτικού επιπέδου οργανικών μονάδων προμηθειών στο Δημόσιο και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στις ανώνυμες εταιρείες του Δημοσίου της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4972/2022 και τους δημόσιους οργανισμούς, τον Πρόεδρο και τα μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών δημόσιων έργων των ανωτέρω φορέων, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη του έργου υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.,
β) το προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικών Επενδύσεων και Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, καθώς και τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους ή τους διαχειριστές των εταιρειών του ιδιωτικού τομέα που μετέχουν σε τέτοιου είδους συμπράξεις,
γ) τους προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων και τμημάτων της Γενικής Γραμματείας Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και όσους ασκούν καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων και μελετών δημόσιων έργων σύμφωνα με το άρθρο 28 του π.δ. 609/1985 (Α’ 223) και το άρθρο 183 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), τους κατέχοντες αντίστοιχες θέσεις στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στα Ν.Π.Ι.Δ., εφόσον κατά τον νόμο ή τον οργανισμό του οικείου υπουργείου ή του νομικού προσώπου έχουν αρμοδιότητες σχετικές με την ανάθεση δημόσιων έργων ή μελετών δημόσιων έργων ή ασκούν καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων ή μελετών,
δ) τους ιδιοκτήτες, τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα εκτελεστικά μέλη οργάνου διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στην Ελλάδα και φέρουν οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει τα αναφερόμενα στην περ. α’ ποσά ανά περίπτωση, εξαιρουμένων των βασικών μετόχων και των μετόχων επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις και είτε οι ίδιες είτε οι βασικοί μέτοχοι αυτών εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3310/2005 (Α’ 30),
ε) τα μέλη και τους εισηγητές των γνωμοδοτικών επιτροπών, τα μέλη των οργάνων ελέγχου που είναι επιφορτισμένα με την εκταμίευση των ενισχύσεων, τα μέλη των οργάνων αξιολόγησης και εξέτασης των επενδυτικών σχεδίων, ελέγχου επενδύσεων και εκταμίευσης των παρεχόμενων ενισχύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων,
στ) τον πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κοινωνίας της Πληροφορίας, τους διευθυντές και τους αναπληρωτές διευθυντές των Επιχειρησιακών Μονάδων, τα μέλη του Μητρώου Αξιολογητών Δράσεων Κρατικών Ενισχύσεων και άλλους εξωτερικούς συνεργάτες που έχουν συμμετάσχει σε αξιολογήσεις, γνωμοδοτικές επιτροπές και επιτροπές προσφυγών δράσεων κρατικών ενισχύσεων, τους προέδρους και τα μέλη επιτροπών αξιολόγησης προσφορών κάθε βαθμού, καθώς και επιτροπών προσφυγών έργων δημόσιου τομέα, τους προέδρους και τα μέλη των επιτροπών παρακολούθησης και παραλαβής έργων δημόσιου τομέα, τους υπεύθυνους έργων δημοσίου τομέα και δράσεων κρατικών ενισχύσεων, τους προϊσταμένους, τους αναπληρωτές προϊσταμένους και τους προϊσταμένους μονάδων όλων των ειδικών υπηρεσιών και των λοιπών φορέων που ασκούν καθήκοντα ή αρμοδιότητες διαχείρισης, εφαρμογής, συντονισμού και ελέγχου, στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων των Προγραμματικών Περιόδων 2007 2013, 2014 2020 και 2021 2027, καθώς και το προσωπικό που υπηρετεί σε Ειδικές Υπηρεσίες του Ε.Σ.Π.Α., στην κεντρική υπηρεσία της Μονάδας Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (Μ.Ο.Δ. Α.Ε.) και σε ενδιάμεσους φορείς, το οποίο απασχολείται σε δραστηριότητες που αφορούν στην αξιολόγηση πράξεων, τις επαληθεύσεις και τις πληρωμές,
ζ) τους προέδρους και τους γενικούς διευθυντές της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.), της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.), των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα είναι φορείς ανάθεσης και εκτέλεσης δημόσιων έργων ή ανάθεσης και εκπόνησης μελετών δημόσιων έργων. Η παρούσα περίπτωση ισχύει και για όσα πρόσωπα φέρουν τις ιδιότητες του πρώτου εδαφίου στους Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων, καθώς και για το προσωπικό των Οργανισμών αυτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

[15] Βλ. Χατζηκώστα, Οικονομικό Έγκλημα και Διαφθορά στο Δημόσιο Τομέα, 2014, σελ. 667 επ.  

[16] Βλ. ΑΠ. 143/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΕφΝαυπλ. 53/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[17] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=PYEVR52NIZLY0I5AA2LRL3RSBYN4O1&apof=528_2019&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6.

[18] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1985,  σελ. 132 επ., Καϊάφα- Γκμπάντι σε Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 2005,  σελ. 85 επ., Κονταξή, Ποινικός Κώδικας , Τόμοε Α, εκδ. Γ. σελ. 60,  Μαγκάκη, Συστηματική Ερμηνεία του ΠΚ, 2005 , σελ. 52, Ναζίρη, Διαχρονικό Ποινικό Δίκαιο- Τα όρια εφαρμογής των διατάξεων του νέου ΠΚ και του νέου ΚΠΔ, 2020, σελ. 9 επ.  Παρασκευόπουλου, Τα θεμέλια του Ποινικού Δικαίου, 2020 , σελ. 61,. ΕφΚρ. 3/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[19] Βλ. Μπέκα, Η Χρονική Επέκταση Ισχύος των Ουσιαστικών Ποινικών Νόμων – Ερμηνεία των άρθρων 2 και  3 ΠΚ, 1992,  σελ.  149  επ.,  Κατσαντώνη, Η αναδρομικότης του επιεικέστερου ποινικού νόμου εν περιπτώσει εξωποινικής νομοθετικής μεταβολής, ΠοινΧρ ΚΕ/1975, 801 επ

[20]  Για τη θέση της νομολογίας βλ. ΑΠ 813/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2145/2004, ΠοινΛογ. 2004, σελ. 2636, ΣυμβΑΠ 549/1985, ΠοινΧρ. 1985, σελ. 818 επ, ΑΠ 190/1951 ΠοινΧρ. 1951, σελ. 349, ΤριμΕφΠατρ. 547/1992 Υπερ. 1993, σελ. 135.

[21]Βλ. Κατσαντώνη, ό.π., σελ. 812 επ.,  Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2020 , σελ. 120, Ζησιάδη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος , 1971, σελ. 72.

[22] Βλ. Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο, Τόμος Α, 1978, σελ. 76 επ. 

[23] Βλ.  ΟλΣτΕ  2649/2017 ( γνώμη μειοψηφίας) , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ,  

[24] ΟλΕλΣ. 3649/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ. 

[25] Βλ. Κακαβούλη, Τα εγκλήματα της μη υποβολής και της υποβολής ανακριβούς δήλωσης πόθεν έσχες, σε ΤιμΤομ. Αργυρ. 2016, σελ. 1133 επ, Νταγγίνη, Η υποστήριξη της κατηγορίας από το ελληνικό δημόσιο, 2020, σελ. 119 επ.,  Πεπόνη, Η εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως πόθεν έσχες δεν συνιστά αξιόποινη πράξη, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 305 επ., ΑΠ 175/2017 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ( προστατεύεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών στην εύρυθμη λειτουργία και καθαρότητα των κρατικών υπηρεσιών).

[26] Βλ. ΑΠ 1853/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[27] Βλ. ΑΠ 175/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠΔΠΧ 7/2011.

[28] ΟλΕΣ 3649/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[29] Η παράλειψη και η υποβολή ανακριβούς δήλωσης δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους ή να σωρευθούν στο ίδιο υλικό αντικείμενο, δηλαδή στο πλαίσιο της υποχρέωσης υποβολής της ΔΚΠ του ίδιους ελεγχόμενου έτους, Βλ. ΝαυτΠερ. 340/2018, ΠοινΔικ. 2020, σελ. 1208 επ.

[30] Βλ. Κακαβούλη, Τα εγκλήματα της με υποβολής και της υποβολής ανακριβούς δήλωσης « πόθεν έσχες», σε ΤιμΤομΑργορόπουλου, 2016, σελ. 1135, ΑΠ 614/22005. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει ο δράστης να είχε τη δυνατότητα διενέργειας της πράξης που παραλήφθηκε. Σε αντίθετη περίπτωση (πχ λόγω ανωτέρας βίας) δε στοιχειοθετείται το αδίκημα.. Βλ. Αποστολάκη, Ειδικοί ποινικοί Νόμου, Δηλώσεις Περιουσιακής Κατάστασης, 2020, σελ. 44 επ. 

[31] Βλ. όμως και Πεπόνη , ό.π., σελ 305 επ. 

[32] Βλ.  ΑΠ 1236/2014 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΑΠ 1638/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1749/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[33] Εφόσον γίνει δεκτή η άποψη ότι δεν αποκλείεται a priori η εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ κατά την τροποποίηση των εξωνομικών κανόνων , η  μετάθεση  του χρόνου της ποινικοποίησης της πράξης συνιστά μια μεταβολή  που στοχεύει στην προσαρμογή της νομοθεσίας στις μεταβληθείσες πραγματικές συνθήκες, χωρίς να εμπεριέχει μια γενικότερη αποδοκιμασία του προηγούμενου κανονιστικού καθεστώτος, γι’ αυτό και δεν  επιδρά στο διαχρονικό αξιόποινο των τελεσθέντων αδικημάτων. 

[34] Πχ ανακρίβειες  που αφορούν τα χαρακτηριστικά ή την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων  Βλ. Αιτιολογική  έκθεση ν 3849/2010.  

[35] Βλ. ΑΠ 1750/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[36] Βλ. Διάταξη ΕισΕφΘ. 4/2015,  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[37] Βλ. ΣΕφΠατρ. 127/2008. 

[38] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινή Χωρίς Έγκλημα, Δήμευση χωρίς Καταδίκη, ΠοινΧρ. 2017, σελ. 241 επ., Αποστολάκη, ό.π., δεύτερος τόμος, σελ. 26 επ.,  Συσυλιάνου, ΕΣΔΑ- Ερμηνεία Κατ’ άρθρο, 2017, σελ.  304 επ. Boucht, Civil Asset Forfeiture and the Presumption of Innocence στο  Rui et al (eds), Non Conviction- Bases Confiscation Europe, 2015, σελ. 151 επ. ΕΣΔΑ, Philips v UK , στη σελίδα https://rm.coe.int/09000016806ebe19.

[39] Βλ. ΑΠ 1227/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΑΠ 1749/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 913/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΕΠατρ. 1/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ . Επίσης ΕφΑιγ. 133/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[40] Βλ. ΣυμβΕφΘεσ. 821/2016. 

[41] Το αδίκημα απαιτεί δόλο (α ή β βαθμού), ενώ στη συνέργεια του ΠΚ, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος. 

[42] Βλ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[43] ΠοινΔικ. 2020, σελ. 1208 επ. 

[44] ΣυμβΕφΑθ. 152/2021, ΠοινΔικ. 2021, σελ. 715.

[45] Βλ. ΑΠ 87/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[46] Βλ. ΑΠ 1468/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[47] Βλ. ΑΠ 1529/2013,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[48] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=PYEVR52NIZLY0I5AA2LRL3RSBYN4O1&apof=528_2019&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6

[49] Βλ. ΠλημΑθ. 300/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[50] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=J58570DXHKRS2KSUNO0SBJ2X20XRKP&apof=175_2017&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6

                     Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟΥ

  1. Πρόλογος

Ο θεσμός της παραγραφής[1] συναντάται σχεδόν σε όλους τους κλάδους του δικαίου, συμβάλλοντας στην αποσυμφόρηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Στο πεδίο της ποινικής καταστολής, η αναπτυσσόμενη απόσταση μεταξύ του χρόνου τέλεσης ενός αδικήματος και της  ενεργοποίησης  του ποινικού μηχανισμού αμβλύνει την αξίωση της πολιτείας να κολάσει το δράστη μιας εγκληματικής ενέργειας. Η πλήρης αποδυνάμωση του ανωτέρω δικαιώματος πραγματώνεται μέσω του θεσμού της παραγραφής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η παραγραφή δεν αλλοιώνει τα δομικά στοιχεία του εγκλήματος, αλλά αντίθετα εξαλείφει το τελικό αξιόποινο, όπως περιγράφεται στο άρθρο 111 παρ. 1 του ΠΚ. Πέρα, όμως από την ουσιαστική της λειτουργία επιδρά καθοριστικά και στο δικονομικό πεδίο, αφού είτε εμποδίζει την κινητοποίηση του ποινικού μηχανισμού είτε επιφέρει την οριστική  παύση της ασκηθείσας ποινικής δίωξης, αποκλείοντας τα δικαιοδοτικά όργανα από κάθε περαιτέρω ενασχόλησή τους με την ουσία της υπόθεσης. Στο  ελληνικό δίκαιο θα πρέπει να διαχωριστεί η παραγραφή του αξιοποίνου από την παραγραφή των ποινών, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 114 επ. του ΠΚ, αφού  στη δεύτερη περίπτωση, δεν αποτρέπεται η επιβολή της ποινικής κύρωσης αλλά δεν εκτελείται η επιβληθείσα ποινή. Οι δύο διατάξεις ενεργοποιούνται, εφόσον διαπιστώνεται η παρέλευση του οριζόμενου από το νόμο χρονικού διαστήματος (διαφορετικό σε κάθε περίπτωση), ενώ μοιράζονται και τους δικαιολογητικούς λόγους που επέβαλαν την ένταξή τους στο σύγχρονο κανονιστικό πλαίσιο. Στην παρούσα μελέτη, θα επιχειρηθεί μια σύντομη προσέγγιση των εγειρόμενων προβλημάτων κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής των αδικημάτων, ενώ δε θα παραληφθεί μια θεωρητική ανάλυση για τη δικαιοπολιτική σκοπιμότητα θεσμοθέτησης της παραγραφής. 

  • Δικαιοπολιτική σκοπιμότητα του θεσμού της παραγραφής 

1.Ένας από τους βασικούς σκοπούς, που υπηρετούνται κατά το στάδιο επιβολής  των  ποινικών κυρώσεων, (όπως υποστηρίζουν οι απόλυτες και οι ενωτικές θεωρίες) είναι η ανταπόδοση, δηλαδή η αντιπροσβολή των εννόμων αγαθών του δράστη[2]. Μέσα στο ανωτέρω πλαίσιο, η καταγνωσθείσα ποινή από το δικαιοδοτικό όργανο οφείλει να αντανακλά το «κακό», που ο δράστης προξένησε στην κοινωνία. Η ανταποδοτική λειτουργία της ποινής διαθέτει φιλελεύθερο πρόσημο, αφού η ποινή οριοθετείται με βάση το βαθμό αδίκου και ενοχής του δράστη. Εν προκειμένω, ο πρώτος λόγος που επέβαλε τη θεσμοθέτηση της παραγραφής είναι το γεγονός ότι η χρονική απομάκρυνση από το έγκλημα, υποβαθμίζει αισθητά την ανάγκη εκδήλωσης αντίδρασης από την πλευρά της πολιτείας.[3]  Εξετάζοντας στο ζήτημα και από διαφορετική διάσταση[4], οι προβαλλόμενες από την ειδική πρόληψη φιλοδοξίες για τη βελτίωση της συμπεριφοράς των κοινωνών, δεν δύνανται να στηρίξουν τον κολασμό του δράστη, ειδικά όταν  ο τελευταίος  έχει επιδείξει  σύννομη συμπεριφορά μέχρι το χρονικό σημείο αποκάλυψης του εγκλήματος, αφού η αναμφίλεκτη μεταγενέστερη θετική στάση του απέναντι στα έννομα αγαθά στερεί από τη μεταγενέστερη επιβολή της κύρωσης κάθε πρακτικό αντίκρισμα.[5] Επίσης, και ο στόχος της  γενικής πρόληψης, απευθυνόμενος στο σύνολο των κοινωνών, αποδυναμώνεται,  αφού με την πάροδο του χρόνου, η αποτροπή από τη διάπραξη νέων εγκλημάτων αποτελεί μάλλον έναν ουτοπικό στόχο[6]. Τέλος, σε δικονομικό επίπεδο, η παραγραφή διατηρεί ισχυρά ερείσματα, αφού η ουσιαστική ορθότητα της δικαιοδοτικής κρίσης (η οποία συνδέεται με τη θεμελιώδη αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας), υποσκάπτεται από την αναξιοπιστία των εισφερόμενων στη διαδικασία αποδεικτικών στοιχείων[7], ενώ η επεξεργασία των υποθέσεων, υπό ασφυκτική πίεση, δύναται να οδηγήσει στην παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

Στο σημείο αυτό και πριν εξετάσουμε το ζήτημα της εύλογης διάρκειας της ποινικής δίκης σε σχέση με την παραγραφή, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο επίμαχος θεσμός δεν αποτελεί μια ελληνική καινοτομία. Στα περισσότερα κράτη του ηπειρωτικού δικαίου υφίστανται ανάλογες διατάξεις, με την επισήμανση, όμως, ότι λόγω της κοινωνικής πίεσης αυξάνονται τα χρονικά όρια της παραγραφής (λχ στη Γαλλία παρατηρείται ένας διπλασιασμός τους)[8] είτε στοιχειοθετούνται ορισμένα απαράγραπτα αδικήματα (πχ στη Γερμανία διακεκριμένη εκ προθέσεως ανθρωποκτονία[9]),  υιοθετώντας μάλλον το πρότυπο του αγγλοσαξονικού δικαίου[10]. Επίσης  σε διεθνές επίπεδο (το οποίο όμως αφορά και την ελληνική έννομη τάξη), η Διεθνής Σύμβαση για το Απαράγραπτο των Εγκλημάτων Πολέμου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας[11], η  Διεθνής Συνθήκη για την προστασία όλων των ατόμων ενάντια στη Βίαιη Εξαφάνιση[12],  το άρθρο 29 του Καταστατικού του ΔΠΔ[13] αντανακλούν τη θέση ότι η γενοκτονία, τα εγκλήματα πολέμου κλπ. είναι απαράγραπτα, ενώ το ΕΔΔΑ δέχεται περιορισμούς στο θεσμό της παραγραφής, όταν είναι αναγκαίο να τύχουν προστασίας υπέρτερα δικαιώματα, όπως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό το λόγο το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η χορήγηση αμνηστίας σε υπαλλήλους που κατηγορούνται για τέλεση βασανιστηρίων, αποτελεί μια αποδοκιμαστέα πράξη.[14]

3. Σχέση Παραγραφής και ΕΣΔΑ. 

Η σχέση της παραγραφής με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αλλά και με την έννοια της εύλογης διάρκειας της δίκης αποτελεί, πάντοτε, ένα φλέγον και επίκαιρο ζήτημα. Οι παραπάνω θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες κινούνται ομόρροπα, αφού οριοθετούν τα χρονικά πλαίσια, εκτός των οποίων, είναι ανεπίτρεπτη η ποινική τιμωρία του κατηγορούμενου. 

Μάλιστα στα αγγλοσαξονικά κράτη η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συναρθρώνεται άμεσα με τον υπερασπιστικό  ισχυρισμό της «καταχρηστικής άσκησης των δικονομικών δυνατοτήτων» της κατηγορούσας αρχής, η αποδοχή του οποίου εκτροχιάζει την ποινική διαδικασία, αναπτύσσοντας δικονομικό κώλυμα στην  περάτωση αυτής.[15]

Κατ’ αρχάς σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, η παραγραφή μετουσιώνεται σε δικαίωμα του κατηγορουμένου, το οποίο εξαλείφει τη δυναμική του ποινικού μηχανισμού των εννόμων τάξεων[16]. Επίσης, η σχετική πρόβλεψη εφάπτεται με την αρχή της δίκαιης δίκης, λόγω των ανακυπτόντων κινδύνων κατά το στάδιο αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού από το δικαιοδοτικό όργανο και της επιβάρυνσης της θέσης της υπεράσπισης,[17] ενώ  η κατοχύρωση ενός χρονικού πλαισίου για την ποινική τιμωρία του δράστη συνάδει με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, αφού η απηνής δίωξη του, τον καθιστά υποχείριο της κρατικής εξουσίας, η οποία υιοθετεί χωρίς όρια και άκριτα τη δεοντολογική προσέγγιση της ποινικής καταστολής.[18]  

Ο θεσμός της παραγραφής συμπλέκεται και με το τεκμήριο αθωότητας, αφού μέσω της παραγράφου 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της εξωτερικής του πτυχής, κατοχυρώνεται η ευεργετική αντιμετώπιση του φερόμενου ως δράστη, όταν η ποινική δίκη περατώνεται με την έκδοση οποιουδήποτε είδους απόφασης, εκτός της καταδικαστικής. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε[19] ότι το τεκμήριο αθωότητας βάλλεται  όταν μια δικανική κρίση μεταχειρίζεται τον κατηγορούμενο ως ένοχο, χωρίς τούτο να έχει αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο,[20] στερούμενος του δικαιώματος υπεράσπισης, όπως ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής. Χρήζει επισήμανσης το γεγονός ότι σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, ο χρόνος έναρξης του εύλογου εκκινεί από την επίσημη γνωστοποίηση της κατηγορίας στον αποδέκτη της, ενώ δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ο διαδραμών χρόνος ανάμεσα στη διάπραξη του εγκλήματος και την κίνηση της διαδικασίας.[21] Αντίθετα, στην παραγραφή το κύριο βάρος επιρρίπτεται στο χρόνο τέλεσης της πράξης, ο οποίος αναδεικνύει το κλειδί για την έναρξη των προθεσμιών. Τέλος, η παραβίαση της αρχής του εύλογου της διάρκειας της δίκης έχει καταστεί ελαφρυντικό, το οποίο περιλαμβάνεται στο άρθρο 84 του ΠΚ, η δε παραγραφή οδηγεί σε ευνοϊκότερο αποτέλεσμα, αφού παύει οριστικά η ποινική δίωξη του φερόμενου ως δράστη. 

4. Φύση παραγραφής. 

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του ΠΚ «έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο». Στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «έγκλημα» περιλαμβάνεται ως θεμελιώδες στοιχείο τοτιμωρητό της πράξης, δηλαδή η δυνατότητα επιβολής της κύρωσης που προβλέπει ο νόμος. Η απειλή της ποινής συνιστά το αποτέλεσμα της ποινικής αξιολόγησης της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και αποτελεί τον κανόνα. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης, ύστερα από τη στάθμιση διαφόρων παραγόντων, αίρει τον κολασμό από μια κατά τα άλλα παράνομη και νομικά κατακριτέα πράξη. Η ανωτέρω κανονιστική επιλογή εξοβελίζει το τέταρτο στοιχείο της έννοιας του εγκλήματος και οδηγεί σε ευνοϊκό για το δράστη αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, το άρθρο 111 παρ. 1 ΠΚ συναρθρώνει άμεσα την παραγραφή με την εξάλειψη του αξιοποίνου, αποδυναμώνοντας την αξίωση της πολιτείας για την επιβολή ποινής[22]. Συνεπώς, είναι προφανής η σύνδεση της παραγραφής με το  ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, και δη με το έγκλημα και τον κολασμό αυτού.[23] Παρά ταύτα είναι αναμφίλεκτη και η δικονομική διάσταση του θεσμού, αφού καθορίζει το αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας και αντικατοπτρίζει τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικονομικού δικαίου, όπως την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας.[24] Η εγκόλπωση της παραγραφής στο σύστημα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι κατά την εφαρμογή του νόμου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το άρθρο 2 του ΠΚ αλλά και το 7 του Συντάγματος. Ο μικτός χαρακτήρας της υιοθετείται και από το ΕΔΔΑ[25], το οποίο υποστηρίζει σθεναρά την ουσιαστική χροιά του θεσμού, υπάγοντας τις περιπτώσεις επιμήκυνσης του χρόνου αυτής σε δη παραγεγραμμένα εγκλήματα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται η επέκταση των προθεσμιών μέσω της άμεσης εφαρμογής του δικονομικού δικαίου, με την προϋπόθεση ότι δεν έχει ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινης της πράξης . [26]

5. Χρονικά όρια παραγραφής.  

Η διάρκεια της παραγραφής ορίζεται με βάση τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης (111 ΠΚ). Ειδικότερα, τα πλημμελήματα (στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι πράξεις των ανηλίκων) υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, ενώ τα κακουργήματα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, δηλαδή όσα τιμωρούνται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της εικοσαετούς παραγραφής και τα ήσσονος βαρύτητας στο αντίστοιχο της δεκαπενταετούς, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Ειδική προθεσμία  παραγραφής εισάγεται με το άρθρο 4 του ν. 265/1974 περί Ευθύνης του ΠτΔ (εσχάτη προδοσία 2 έτη) και όπως αναφέρθηκε ανωτέρω σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3948/2011 σε συνδυασμό με το νόμο 3003/2002                      (καταστατικό του ΔΠΔ) στην ελληνική και τη διεθνή έννομη τάξη θεσμοθετείται το απαράγραπτο των εγκλημάτων γενοκτονίας.  

Χρήζει μνείας το γεγονός ότι η ανωτέρω πρόβλεψη σχετικά με τη δυνατότητα παρέκκλισης από το βασικό κανόνα (επιφύλαξη υπέρ του νόμου) έχει αξιοποιηθεί στο παρελθόν από το νομοθέτη. Ενδεικτικά, μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση έχει τεθεί με το νόμο 3251/2002, ο οποίος είχε ορίσει ότι η παραγραφή του αδικήματος του άρθρου 187 του ΠΚ ήταν τριαντακονταετής. Επί του παρόντος, η νομοθετική επιλογή που εγείρει ιδιαίτερες επιφυλάξεις είναι η ρύθμιση του ζητήματος της παραγραφής στα αδικήματα που εντάσσονταν στον κύκλο του ν. 1608/1950, ο οποίος έχει καταργηθεί μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ. Η ύλη του ανωτέρω κανονιστικού πλαισίου έχει διοχετευτεί στις κατ’ ιδίαν διατάξεις του ειδικού μέρους του ΠΚ ως διακεκριμένες παραλλαγές των ήδη υπαρχόντων εγκλημάτων με μείωση πάντως του κατωφλίου σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς. Η αναπροσαρμογή του πλαισίου οδήγησε στη θέσπιση ειδικών ρυθμίσεων για την παραγραφή, η οποία ορίζεται ανεξαιρέτως εικοσαετής, παρά του ότι μετά την κατάργηση της ποινής της ισόβιας κάθειρξης και υπό φυσιολογικές συνθήκες, η εξάλειψη του αξιοποίνου θα επέρχονταν μετά την πάροδο δεκαπενταετίας. Η εν λόγω πρόβλεψη συνάδει και με το άρθρο 111 παρ. 2 του ΠΚ, όπου ρητά επιτρέπεται η παρέκκλιση από τον κανόνα της δεκαπενταετούς παραγραφής σε περίπτωση όπου η αξιόποινη πράξη κολάζεται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης.  

Σχηματικά μετά την εισαγωγή του νέου ΠΚ (και για τα επίμαχα αδικήματα): 

1. Τα περιουσιακά κλπ εγκλήματα που στρέφονται κατά νομικών προσώπων, μη ανηκόντων στο Δημόσιο Τομέα (stricto sensu), υπάγονται στις βασικές  διατάξεις του ΠΚ (που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη) και η παραγραφή τους είναι ανάλογη. 

2. Οι υποστηρικτικές πράξεις (πχ άρθρο 231πρ.ΠΚ), οι οποίες  όταν  διαπράττονταν σε σύνδεση με κάποιο από τα αδικήματα του ν. 1608/1950, τιμωρούνταν με την προβλεπόμενη ποινή ελαττωμένη κατά το μέτρο του 83 ΠΚ, έχουν αποκτήσει πλέον πλημμεληματικό χαρακτήρα με ενδεχόμενη εξαίρεση το άρθρο 394 ΠΚ, στις περιπτώσεις όπου τυγχάνει εφαρμογής ο νόμος 4777/2018 για τη νομιμοποίηση εσόδων. 

3. Για το ζήτημα της απάτης υπολογιστή, εφόσον αυτή τελέσθηκε πριν το νέο ΠΚ, η παραγραφή που εφαρμόζεται είναι του προϊσχύσαντος  ΠΚ (άρθρο 1 και 2 του ΠΚ και για την ποινική κύρωση και για την παραγραφή). 

4. Για τα υπόλοιπα αδικήματα που ανήκαν στην ύλη του νόμου 1608/1950 υφίσταται η ανωτέρω ειδική διάταξη.   

Κατά του ανωτέρω κανονιστικού πλαισίου προβλήθηκαν σοβαρές επιφυλάξεις. Ο πρώτος προβληματισμός που τέθηκε επί τάπητος αφορούσε τη συμβατότητα της διατήρησης  της ευρύτατης χρονικά παραγραφής με το άρθρο 2 του ΠΚ αλλά και με το άρθρο 111 παρ. 2 περ. β του προϊσχύσαντος ΠΚ. Επί του ανωτέρω προβληματισμού, δύναται να αντιταχθεί πρώτον ότι οι διατάξεις που καθορίζουν το χρόνο παραγραφής διακρίνονται από τις αντίστοιχες κυρωτικές, στερούμενες συνάρθρωσης[27], δεύτερον η κακουργηματική μορφή του ν.1608/1950 κολάζονταν πάντοτε και με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, δηλαδή ουδέποτε συνέπεσε η εφαρμογή των νέων ουσιαστικών διατάξεων του ΠΚ με το άρθρο 111 του προϊσχύσαντος ΠΚ για να διεκδικεί εφαρμογής η αρχή lex mitior[28] και τρίτον σε διεθνές επίπεδο[29]το άρθρο 15 παρ. 1 του ΔΣΑΠΔ και το 49 του ΧΘΔΕΕ αναφέρονται σε μεταγενέστερο της τέλεσης του εγκλήματος νόμου, περατώνοντας κάθε περαιτέρω συζήτηση. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί έμμεσης υποχρέωσης του νομοθέτη να επεκτείνει τις ευνοϊκές προβλέψεις σε όλες τις πτυχές του εγκλήματος αδιάκριτα, ορθώνεται ως εμπόδιο η πάγια θέση της νομολογίας του ΕΔΔΑ[30], το οποίο δέχεται την επιμήκυνση της παραγραφής στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον η αρχική προθεσμία της  δεν έχει συμπληρωθεί. Συνεπώς, εφόσον επιτρέπεται μια τέτοια ενέργεια, δεν μπορεί να απαγορευθεί η διατήρηση του προηγούμενου μη ευνοϊκού νομοθετικού καθεστώτος για τον κατηγορούμενο. 

Η ανωτέρω συζήτηση, πάντως, επεκτείνεται και στο ζήτημα της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, αφού η διατήρηση του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος στο πεδίο του αξιοποίνου ανατρέπει την ισορροπία με άλλες διατάξεις του ΠΚ (πχ ανθρωποκτονία με δόλο σε βρασμό ψυχικής ορμής), προκαλώντας δυσαρμονία κατά την ποινική μεταχείριση των επίμαχων πράξεων. Είναι προφανές ότι δικαιοπολιτικοί λόγοι (καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης) έδωσαν το έναυσμα για την τρέχουσα νομοθετική επιλογή, η οποία θα υποστεί πιθανότητα τη βάσανο της δικαστικής κρίσης και τον έλεγχο της νομιμότητάς της. Εάν δε λάβουμε υπόψη μας το ενδιαφέρον του ΑΠ[31] για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, το θέμα παραμένει ανοικτό. [32]

6. Η προθεσμία της παραγραφής σε περιπτώσεις συνέργειας ή  υποχρεωτικού από το νόμο λόγου μείωσης της ποινής σε σύγκριση με τη φυσική αυτουργία.

Οι προβληματισμοί που συναρθρώνονται σχετικά με τη διάρκεια της προθεσμίας της παραγραφής κατά την ποινική αξιολόγηση των συνεργικών πράξεων αποτελούν μια από τις συνισταμένες του εγειρόμενου  γενικότερου ζητήματος των υποχρεωτικών  για το δικαστήριο και αντικειμενικοστραφών λόγων μείωσης του κυρωτικού πλαισίου.  Τουναντίον στους αντίστοιχους  δυνητικούς ή στις περιπτώσεις όπου τον κύριο ρόλο διαδραματίζουν  οι υποκειμενικοί παράγοντες, ο νομοθέτης με το άρθρο 19 του ΠΚ έχει αποτυπώσει με ενάργεια τη βούλησή του. 

Από μια ανάγνωση του ΠΚ προκύπτει ότι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος  ευρίσκονται τα κακουργήματα αυξημένης απαξίας, τιμωρούμενα με ποινή ισόβιας κάθειρξης, αφού εν προκειμένω αναδύεται ένα συρρικνωμένο πλαίσιο ποινής (5-15 ετών), οδηγώντας στην ενδεχόμενη ενεργοποίηση της 15ετούς παραγραφής. Χρήζει μνείας το γεγονός ότι με τον προϊσχύσαντα ΠΚ, στις περιπτώσεις απλής συνέργειας και της απόπειρας ήταν δυνατή η επιβολή της ίδιας ποινής που προβλέπονταν για  το ολοκληρωμένο έγκλημα (άρθρα 42 παρ.2 και 47 του πΠΚ), ενώ σήμερα έχουν τεθεί εκποδών οι εν λόγω παρεκκλίσεις (άρθρο 42 και 47 ΠΚ). 

Η ΟλΑΠ με την με αριθμό 18/2001[33] απόφαση της είχε κρίνει με ισχυρή πλειοψηφία ότι η προθεσμία της παραγραφής στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις ανέρχεται σε εικοσαετία, αφού η φύση των επίμαχων ενεργειών δεν αλλοιώνεται από την κατά κανόνα επιβολή στον ένοχο μειωμένης ποινής. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη η απόπειρα και η συμμετοχή δεν συνιστούσαν ιδιαίτερο έγκλημα αλλά αποτελούσαν  μορφές εμφάνισης του βασικού εγκλήματος, προσλαμβάνοντας το χαρακτήρα τους από το ολοκληρωμένο έγκλημα. Επίσης, εφόσον υφίστατο η δυνατότητα επιβολής πλήρους ποινής, η σχετική παράμετρος θα έπρεπε  να ληφθεί υπόψη και κατά τη νομική αξιολόγηση των διατάξεων περί παραγραφής. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η  κυρίαρχη  νομολογιακή τάση επικαλούνταν  ως προσδιοριστικό μέγεθος το αρχικό            εκ του νόμου πλαίσιο ποινής και την αυτουργική ευθύνη (άρθρα 18 και 19 ΠΚ). 

Η ανωτέρω θέση είχε υποστεί κριτική και ως αντεπιχείρημα προβλήθηκε το γεγονός ότι το άρθρο 19 του ΠΚ επικεντρώνεται στην εμπειρική αποτύπωση του ποινικού φαινομένου (όπως καταγράφεται στη δικαστική απόφαση) και όχι σε αφηρημένο επίπεδο[34].  Εν προκειμένω το πλαίσιο της ποινής έχει καθορισθεί από το νόμο, χωρίς να αναδύεται η οποιαδήποτε δικαστική παρέμβαση. Άλλωστε το άρθρο 19 του ΠΚ επιχειρεί να θέσει εμπόδια στον προσδιορισμό της βαρύτητας των εγκληματικών πράξεων από οψιγενείς παράγοντες, πράγμα που δε συμβαίνει στις εν λόγω         υποθέσεις[35]. Τέλος, δε μεταβάλλεται ο χαρακτήρας του εγκλήματος, παραμένοντας  στην κακουργηματική ποινική ζώνη, συνάδοντας  απολύτως με τους σκοπούς θέσπισης του άρθρου 19 του ΠΚ.[36]  Οι ανωτέρω -ορθές- σκέψεις διατηρούν τη δυναμική  τους και με τον νέο ΠΚ, ενώ η κατάργηση της δυνατότητας  αύξησης της ποινής, ύστερα από την ουσιαστική αξιολόγηση της υπόθεσης από το δικαστικό όργανο (για την απόπειρα και την απλή συνέργεια) αποδυναμώνει έτι περαιτέρω το επιχείρημα που εστιάζει στο άρθρο 19  ΠΚ για την επίλυση του ανωτέρω προβλήματος. 

Η νομολογία επιστράτευσε και ένα δεύτερο επιχείρημα για να στηρίξει την εφαρμογή του αυστηρότερου πλαισίου και ειδικότερα την υποτιθέμενη έλλειψη της αυτοτελούς φύσης της συνέργειας ως ποινικής ενδιαφέρουσας συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια προβάλλεται η θέση ότι η συνέργεια συνιστά μια εξειδικευμένη μορφή εξωτερίκευσης του αυτουργικού εγκλήματος, υιοθετώντας τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά της, όπως τη βαρύτητα της[37]. Η ανωτέρω θέση τίθεται εν αμφιβόλω, αφού ο ποινικός κολασμός της συνέργειας θεσμοθετείται μέσω ειδικής διάταξης[38], ενώ η επίμαχη πράξη  διατηρεί την αυτονομία της σε σχέση με την αντίστοιχη του αυτουργού, διαθέτοντας μια αυτοτελή ποινική απαξία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η κρατούσα νομολογικά θέση παρερμηνεύει τη σαφή πρόβλεψη του νόμου σχετικά με τον τρόπο κολασμού των επίμαχων περιπτώσεων, συστέλλοντας το εννοιολογικό περιεχόμενο των διατάξεων και μάλιστα σε βάρος των κατηγορουμένων. Τέλος, η νομοθετική παραπομπή σε κάποια άλλη ποινική διάταξη για να επιτευχθεί ο ακριβέστερος προσδιορισμός του κυρωτικού κανόνα (χωλός ποινικός) αποτελεί ένα συχνό φαινόμενο κατά τη νομοτεχνική κατάστρωση των διατάξεων. Ουδέποτε, όμως, η ανωτέρω παράμετρος καθόρισε τον τρόπο αντιμετώπισης της παραγραφής. Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ορθότερη είναι η άποψη ότι στις περιπτώσεις υποχρεωτικής μείωσης της ποινής, μεταρρυθμίζεται αντίστοιχα και το χρονικό πλαίσιο της παραγραφής. 

7. Έναρξη χρόνου Παραγραφής

Η συνύφανση του χρονικού σημείου εκκίνησης της παραγραφής με το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος συνιστά μια διαχρονική επιλογή, αποτυπώνοντας το δικαιοπολιτικό υπόβαθρο του θεσμού. Ο αποκαθαρμένος ανταποδοτικός χαρακτήρας της ποινής μετουσιώνεται σε «πολιτειακή εκδίκηση» και απογυμνώνεται από την κοινωνική νομιμοποιητική της βάση, όταν διασπάται στη χρονική του διάσταση ο σύνδεσμος μεταξύ της κατάγνωσής της και της δράσης του φερόμενου ως δράστη. Διαχρονικά ο ίδιος ο ΠΚ καθορίζει ρητά το χρόνο εξωτερίκευσης του ποινικού φαινομένου. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ «Χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος». 

Η εν λόγω πρόβλεψη παρουσιάζει ορισμένες δομικές αδυναμίας κατά την ποινική αξιολόγηση των εξ αμελείας αδικημάτων. Εφόσον, όμως, η αντίθετη οπτική θα προκαλούσε δογματική αμηχανία (φερ’ ειπείν ποινικός κολασμός του κατηγορούμενου, ο οποίος στερείται του καταλογισμού κατά το χρόνο επέλευσης του αποτελέσματος) η διάταξη παρέμενε η ίδια και στο νέο ΠΚ. Μάλιστα στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ρητά[39] «Το άρθρο 17 ακολουθεί τη ρύθμιση της ισχύουσας διάταξης ότι χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η ρύθμιση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι στοιχείο όπως το τελικό άδικο ή ο καταλογισμός δεν μπορούν παρά να κρίνονται με σημείο αναφοράς το χρόνο της ενέργειας ή παράλειψης του υπαιτίου και όχι της επέλευσης του αποτελέσματος. Το πρόβλημα της παραγραφής μπορεί να αντιμετωπιστεί κάθε φορά με ειδική ρύθμιση, που θα περιορίζεται στο χώρο της παραγραφής, επιλογή που έχει υιοθετηθεί και από τον γερμανικό Ποινικό Κώδικα.»

Για την άρση των αδιεξόδων στο πεδίο των ανωτέρω αναφερθέντων εγκλημάτων, τυγχάνει αποδοχής και εφαρμογής η θεωρία της διευρυμένης συμπεριφοράς[40]. Σύμφωνα με αυτήν στα εξ αμελείας εγκλήματα αποτελέσματος η αξιόποινη συμπεριφορά αποτελείται από δύο διακριτές συνιστώσες και ειδικότερα α. την ενέργεια του δράστη και β. την αμέσως συνδεόμενη με αυτήν μη γνήσια παράλειψη άρσης της προηγούμενης επικίνδυνης ενέργειας, η οποία υποχρεώνει σε νομικό επίπεδο τον υπόχρεο να κινηθεί ανάλογα για να αποτρέψει το τελικό αποτέλεσμα. 

Πέρα, όμως, από την ανωτέρω θεωρία που τείνει να καταστεί «άγραφος κανόνας»[41] , συμβάλλοντας στην  ερμηνεία των διατάξεων σχετικά με την παραγραφή και ο ίδιος ο νομοθέτης έχει παρέμβει αυτοδύναμα, παρεκκλίνοντας από τη βασική ρύθμιση του ΠΚ σε ορισμένες  περιπτώσεις (βλ. άρθρο 112 ΠΚ). Για παράδειγμα στο άρθρο 137 Α          παρ. 8 του ΠΚ και στο 322 παρ. 6 του ΠΚ, η πολιτεία αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιτρέψει την ευνοϊκή μεταχείριση των δραστών, τελούντων αξιόποινων πράξεων βαρύνουσας απαξίας, εφόσον στο ενδιάμεσο διάστημα λόγω της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης, τους παρέχονταν μια ιδιότυπη ασυλία, λόγω της υποβάθμισης της ποιότητας του τρόπου λειτουργίας του μηχανισμού απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ουσιαστικά με την κατάλυση του πολιτεύματος, αναδύεται μια παρένθεση ανωμαλίας και παρανομίας, η οποία θα λάβει τέλος με την επαναφορά της ισχύος του Συντάγματος, γι’ αυτό το λόγο ο διαδραμών χρόνος μέχρι την αποκατάσταση της νομιμότητας δε δύναται να αξιοποιηθεί από το δράστη για να αποφύγει τις ποινικές του ευθύνες. Επίσης στο άρθρο 286 παρ. 3 του ΠΚ                                      (ν. 2331/1995)[42] αποτυπώνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από την αποτυχία του κρατικού μηχανισμού να προστατεύσει τους κοινωνούς από τις πολεοδομικές ατασθαλίες που βρίθουν στην ελληνική επικράτεια. 

Αφορμή δοθείσης από τα ανωτέρω θα πρέπει να τονιστεί ότι το ποινικό δίκαιο περιλαμβάνει και αδικήματα, τα οποία χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης. Όσον αφορά τα διαρκή εγκλήματα[43], η παραγραφή εκκινεί με την παύση της εγκληματικής ενέργειας ή τη διακοπή της παράνομης κατάστασης, αφού στο ενδιάμεσο διάστημα το αδίκημα εξωτερικεύεται στο φυσικό κόσμο και εξακολουθεί να προσβάλλει το προστατευόμενο έννομο αγαθό.[44] Στα εγκλήματα που διαθέτουν εξωτερικό όρο του αξιοποίνου υφίσταται σοβαρή διχοστασία. Υποστηρίζεται από την μια πλευρά ότι το σχετικό στοιχείο θα πρέπει να μην ληφθεί υπόψη όσον αφορά την έναρξη της παραγραφής[45], ενώ η ορθότερη θέση καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα, αξιοποιώντας το επιχείρημα ότι δε δύναται να ομιλούμε για παραγραφή πριν από τη στοιχειοθέτηση του αξιοποίνου, δηλαδή πριν την τυπική αποπεράτωση του εγκλήματος[46].  Επίσης,  στα εγκλήματα εκ του αποτελέσματος (άρθρο 29 ΠΚ), τα οποία συνιστούν σύνθετα εγκλήματα, η λογική υποδεικνύει ότι θα πρέπει να λάβουν χώρα όλες οι ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές (βασικό έγκλημα και δεύτερη συνιστώσα)   για να εκκινήσει η προθεσμία της παραγραφής για τη συνολική παραβατική συμπεριφορά.[47]

Τέλος, στα κατ’ εξακολούθηση εγκλήματα (της παραγράφου 2 του άρθρου 98                  του ΠΚ)[48] έχουν υποστηριχθεί δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Η πρώτη πρεσβεύει τον ενιαίο ex lege χαρακτήρα του[49], οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως διαρκές, ενώ η δεύτερη επικαλείται την αυτοτέλεια των πράξεων           (μάλλον ορθότερη), αφού στην πραγματικότητα η σύμπηξη των εγκλημάτων περιορίζεται στο πεδίο της ποινής.[50] Ο προβληματισμός επεκτείνεται ειδικά στην περίπτωση όπου το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα αναβαθμίζεται σε κακούργημα, αφού μεταβάλλεται και η διάρκεια της παραγραφής. Εν προκειμένω η αυξημένη απαξία της πράξης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το χρονικό σημείο που πραγματώνεται η μεταβολή προς τα χείρω της θέσης του κατηγορούμενου, μετατοπίζοντας το χρόνο της παραγραφής στο σημείο μετατροπής του αδικήματος σε κακούργημα, εκτός εάν η πράξη έχει ήδη υποπέσει αυτοτελώς σε παραγραφή.[51]

8. Συμμετοχή και έναρξη του χρόνου παραγραφής. 

Επεκτείνοντας την ανωτέρω θεματική, το επίκεντρο του προβληματισμού μεταφέρεται στις μορφές συμμετοχής που εξωτερικεύονται πριν την εκδήλωση της πράξης του φυσικού αυτουργού, δηλαδή την ηθική αυτουργία και τη συνέργεια (σε ορισμένες περιπτώσεις). Εν προκειμένω και σε θεωρητικό επίπεδο δεν αποκλείεται η δυνατότητα έναρξης της παραγραφής των επίμαχων αξιόποινων πράξεων πριν από το χρόνο τέλεσης της αυτουργικής συμπεριφοράς. Το ανωτέρω ζήτημα δεν αντιμετωπιζόταν ευθέως με τον προϊσχύσαντα ΠΚ. Παρά ταύτα είχε επικρατήσει η θέση περί εκκίνησης της παραγραφής από το χρονικό σημείο της αυτουργικής πράξης. Προς άρση κάθε διχοστασίας προστέθηκε στο νέο ΠΚ ειδική πρόβλεψη (άρθρο 112 ΠΚ), σύμφωνα με την οποία «Σε περίπτωση συμμετοχής η προθεσμία αρχίζει από το χρόνο τέλεσης της πράξης του φυσικού αυτουργού». Η αιτιολογία της συγκεκριμένης νομοθετικής επιλογής αποτυπώνεται στη σχετική έκθεση του νόμου, στην οποία αναφέρεται ότι εφόσον το άδικο της συμμετοχικής δράσης εξαρτάται από το αντίστοιχο του αυτουργού, τότε ορθότερο είναι να προσδιορίζει και το χρόνο έναρξης της παραγραφής. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος από την πλευρά του συμμέτοχου εξαρτάται από δύο παράγοντες, δηλαδή και από το χρονικό σημείο εξωτερίκευσης της δικής του πράξης ή παράλειψης αλλά και από το αντίστοιχο του αυτουργού. Στο ελληνικό ουσιαστικό ποινικό σύστημα έχει θεσμοθετηθεί το σύστημα της περιορισμένης εξάρτησης, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί εν προκειμένω. Γι’ αυτό το λόγο τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 17 του ΠΚ, στο οποίο συνυπολογίζεται και ο χρόνος τέλεσης της ηθικής αυτουργίας ή της συνέργειας αλλά και ο αντίστοιχος της αυτουργικής πράξης, αφού η αποτύπωση της συμπεριφοράς της στο φυσικό κόσμο (αρχικό – τελικό άδικο) αποτελεί προαπαιτούμενο για τον ποινικό κολασμού του συμμέτοχου. Άλλωστε πριν από την τέλεση της πράξης του φυσικού αυτουργού, δε στοιχειοθετείται το συμμετοχικό άδικο και δε δύναται να εκκινήσει η προθεσμίας της παραγραφής. 

Παρά ταύτα η ανωτέρω λύση καταρρέει σε οριακές περιπτώσεις φερ’ ειπείν όταν ο δράστης παρείχε την απλή συνδρομή του πριν την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ ο φυσικός αυτουργός τελεί διαρκές έγκλημα, αφού η παραγραφή επεκτείνεται μέχρι τη λήξη της παράνομης κατάστασης. Όταν το συμμετοχικό άδικο και η απαξία του ουσιαστικά υποβιβάζονται από την αυτουργική συμπεριφορά και η ποινική μεταχείριση  του συμμέτοχου επιβαρύνεται, χωρίς την πραγματική συμβολή του στη διάπραξη του εγκλήματος, τότε κλονίζεται η σταθερότητα του δικαιικού συστήματος και η νομιμότητα του κολασμού. Συνεπώς, στις εν λόγω  περιπτώσεις ο χρόνος  τέλεσης της πράξης του συμμέτοχου, οριοθετείται κατά το σημείο που λαμβάνουν χώρα οι πρώτες στιγμές εμφάνισης του αδικήματος στον εξωτερικό κόσμο, εκτός εάν ο συμμέτοχος προσφέρει τη συνδρομή του σε όλο το διάστημα που συνεχίζεται η παράνομη συμπεριφορά. Μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που κινείται ομόρροπα είναι η ΑΠ 1273/2001[52], η οποία αντιμετώπισε την απλή συνέργεια στην τέλεση του αδικήματος της αρπαγής ως οιονεί στιγμιαίο, δεχόμενη ότι η προσφορά της συνδρομής ήταν περιορισμένη και συνεπώς ο χρόνος τέλεσης της βασικής και της βοηθητικής πράξης δεν ταυτίζονται. Η ανωτέρω παραδοχή οδήγησε στην εφαρμογή της ευνοϊκότερης διαχρονικής διάταξης για τον φερόμενο ως δράστη και στην παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του αδικήματος.   

9. Αναστολή της παραγραφής 

Όπως και στο αστικό δίκαιο, η αναστολή της παραγραφής συνιστά, πάντοτε, μια παράμετρο, που χρήζει συνυπολογισμού από τους εφαρμοστές του δικαίου. Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, καθιστάμενου ανωφελούς του διαδραμόντος χρόνου είναι οι κάτωθι (άρθρο 113 ΠΚ): 

Α. Να υφίσταται αδυναμία έναρξης ή εξακολούθησης της ποινικής δίωξης. 

Β. Η ανωτέρω κατάσταση να πραγματώνεται λόγω ρητής  διάταξης νόμου (το κώλυμα θα πρέπει να διαθέτει δεσμευτικό για τα όργανα της πολιτείας χαρακτήρα). Εάν η σχετική διάταξη υπάγεται άμεσα στο ανωτέρω άρθρο, η αναστολή εκκινεί με την πλήρωση των προβλεπόμενων προαπαιτούμενων. Αντιθέτως, όταν απαιτείται η κήρυξη του κωλύματος από δικαιοδοτικό όργανο, το οποίο θα διαπιστώσει τη στοιχειοθέτηση  των τεθέντων  προϋποθέσεων, τότε η αναστολή εκκινεί από το χρόνο της διάγνωσης αυτών.  

Ορισμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες δύναται να υπαχθούν στο ανωτέρω καθεστώς (ενδεικτική αναφορά) είναι (α) το ακαταδίωκτο του Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Συντάγματος (β) το ακαταδίωκτο των βουλευτών κατ΄ άρθρο 62 του Συντάγματος (γ) άρθρο 32 και 33  του ν. 4745/2020               (και μάλιστα χωρίς χρονικούς περιορισμούς)[53]  (δ) 59 παρ. 1, 2, 3, 4 ΚΠΔ, 366 παρ. 2 του ΠΚ. (ε) Σύμφωνα με το  άρθρο 432 παρ.1 του ΚΠΔ αναστέλλεται υποχρεωτικά η διαδικασία στο ακροατήριο όταν αυτός που παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα είναι άγνωστης διαμονής και δεν παρουσιάζεται ή δεν έχει συλληφθεί μέσα σε ένα μήνα από την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Η αναστολή της διαδικασίας επέρχεται από την έκδοση της σχετικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών και την επίδοσή της κατ΄ άρθρο 157 ΚΠΔ, μέχρι να συλληφθεί. Και στην εν λόγω περίπτωση δεν υφίσταται χρονικό όριο  στην αναστολή της παραγραφής. 

Ο σημαντικότερος λόγος επιμήκυνσης της προθεσμίας παραγραφής σχετίζεται άμεσα με την επικείμενη εκδίκαση της υπόθεσης[54] και δύναται ευσχήμως να χαρακτηριστεί ως «αναστολή επιδικίας». Ο νόμος επιτάσσει το μη υπολογισμό του χρονικού διαστήματος για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (άρθρο 113παρ.1 εδ β ΠΚ). Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «κύρια διαδικασία»  επιχείρησε η νομολογία να ψηλαφίσει. Πλαγίως γίνεται δεκτό ότι η αναστολή εκκινεί από το χρονικό σημείο επίδοσης  στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης (άρθρο 320 επ. ΚΠΔ), εφόσον η                 υπόθεση, πλέον, εκκρεμεί στο ακροατήριο[55]. Εάν ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν εξαρκεί για την ανατροπή της. Απαιτείται και  η αποδοχή της, αφού  εν προκειμένω  επιστέφει η υπόθεση στην προδικασία, ενώ το επίμαχο χρονικό σημείο αποκρυσταλλώνεται κατά το χρόνο επίδοσης της νέας κλήτευσης στο φερόμενο ως δράστη μετά την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος[56]. Επίσης, η εγκυρότητα της κλήτευσης επιδρά καθοριστικά στην ενεργοποίηση της αναστολής επιδικίας[57]. Εφόσον η ακυρότητά της προβληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα[58], το δικαιοδοτικό όργανο, με την αποδοχή των προβαλλόμενων αντιρρήσεων, επιφέρει με την κρίση του την ανατροπή της αναστολής[59]. Ειδικά για το δεύτερο βαθμό, χρήζει επισήμανσης το γεγονός, ότι η προβολή της ακυρότητας (μέσω ειδικού λόγου έφεσης) και η αποδοχή της οδηγεί στον εξοβελισμό της αναστολής από το προσκήνιο, ενώ [60] αν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις αυτή εκκινεί από την κάλυψη της ακυρότητας (στις ερήμην πρωτοδίκως αποφάσεις).[61] Κινούμενες ομόρροπα η νομολογία[62] και η θεωρία[63] δέχονται ότι η επιτυχημένη άσκηση του ενδίκου βοηθήματος του άρθρου 43 ΚΠΔ συμπαρασύρει και την αναστολή επιδικίας μέχρι την ημέρα ακύρωσης, αφού έχει τρωθεί η εγκυρότητα της κλήτευσης. Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου, οι περιπτώσεις ανατροπής της αναστολής περιορίζονται, πλέον, σε περιπτώσεις μεταβολής δικαιοδοσίας, αφού η αποστολή της δικογραφίας στον Εισαγγελέα συνεπάγεται την ανεύρεση στοιχείων που κατατείνουν στη στοιχειοθέτηση κακουργήματος, του οποίου ο χρόνος παραγραφής διαστέλλεται εκ του νόμου και συνεπώς μόνο σε οριακές περιπτώσεις ο κατηγορούμενος δύναται να εκμεταλλευθεί την επιστροφή της υπόθεσης στην προδικασία (άρθρα 120 επ. ΚΠΔ)[64].

Η αναστολή της παραγραφής λήγει με την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης. Αυτή επέρχεται κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 546 του ΚΠΔ, όταν κατά της απόφασης δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το προβλεπόμενο από το νόμο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Ειδικότερα, όσον αφορά τις εκπρόθεσμες εφέσεις, η αναστολή περατώνεται μετά την παρέλευση της άπρακτης προθεσμίας άσκησής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απλά διαπιστώνει το απαράδεκτο[65], ενώ σε περίπτωση απουσίας του εκκαλούντος, η απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης οδηγεί και στον τερματισμό της αναστολής της παραγραφής[66]. Η αναστολή, συνήθως, είναι χρονικά περιορισμένη και σύμφωνα με το άρθρο 113 ΠΚ δε μπορεί να διαρκέσει περισσότερα από 5 έτη για τα κακουργήματα και 3 για την πλημμελήματα, μια διάταξη που συνάδει με την αρχή της δίκαιης δίκης και της εύλογης διάρκειας της δίκης. 

Εν κατακλείδι, δύο ακόμη ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις είναι απαραίτητο να αποτυπωθούν στο παρόν τμήμα της μελέτης. Πρώτον, αν για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση, η έλλειψή της δεν αναστέλλει την παραγραφή  και δεύτερον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 113 του ΠΚ, η  προθεσμία της παραγραφής των κακουργημάτων που στρέφονται κατά ανηλίκου αρχίζει από την ενηλικίωση του του θύματος. Η προθεσμία της παραγραφής των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 232Α, 324 και τον 19ο κεφάλαιο του Ειδικού μέρους του ΠΚ, όταν στρέφονται κατά ανηλίκου, αρχίζει ένα έτος μετά από την ενηλικίωση του θύματος, εφόσον πρόκειται για πλημμέλημα και 3 έτη μετά την ενηλικίωση, εφόσον πρόκειται για κακούργημα. 

10. Ειδικές παραγραφές 

Κατ’ επανάληψη στο πρόσφατο παρελθόν έχουν θεσπιστεί νομοθετικές προβλέψεις             (φερ’ ειπείν ν. 4689/2020), οι οποίες εξαλείφουν αναδρομικά το αξιόποινο αδικημάτων ήσσονος σημασίας, ενδυόμενες -ορισμένες φορές-  τη μορφή της παραγραφής υπό όρο, χωρίς όμως να αναμορφώνεται το γενικότερο κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τον ποινικό κολασμό των επίμαχων συμπεριφορών. Οι ανωτέρω επιταγές οδηγούν στο αρχείο τις επίμαχες υποθέσεις με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή την παύση της ποινικής δίωξης από το αρμόδιο δικαστήριο, όταν αυτές καταλήγουν στο ακροατήριο προς εκδίκαση. Η εν λόγω πρακτική ήγειρε από την αρχή σε θεωρητικό επίπεδο  ζητήματα συνταγματικότητας, ενόψει της προβλεπόμενης στον ανώτατο πολιτειακό χάρτη διάταξης ( αρ. 47) με την οποία απαγορεύεται η  παροχής αμνηστίας[67] με νόμο για κοινά εγκλήματα[68]. Επί του παρόντος, ο εν λόγω προβληματισμός διασκεδάζεται από τις αποφάσεις του ΑΠ (Ολ ΑΠ 672/1982, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 11/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,ΑΠ 852/2020,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)[69], οι οποίες έχουν κρίνει ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις διαθέτουν διακριτά χαρακτηριστικά  σε σχέση με τα αντίστοιχα του θεσμού της αμνηστίας, αντλώντας επιχειρήματα από την αποκλίνουσα μεταχείριση των υποθέσεων που υπάγονται στις ανωτέρω κατηγορίες αλλά και επικαλούμενες τη διάκριση των εξουσιών. 

11. Δικονομικές προεκτάσεις 

Η διάγνωση της παραγραφής δύναται να λάβει χώρα σε διάφορα δικονομικά στάδια. Εάν τούτη συντελεστεί, κατά το χρονικό σημείο μελέτης από τα αρμόδια όργανα της κατατεθείσας έγκλησης ή μήνυσης, θα ενεργοποιηθούν τα άρθρα 43[70] και 51 του ΚΠΔ. Εφόσον η υπόθεση ευρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης, ο τελευταίος δικαιούται κατ΄ άρθρο 247 ΚΠΔ και 307 ΚΠΔ να αρνηθεί να εκτελέσει την εισαγγελική παραγγελία για τη διενέργεια ή τη συμπλήρωση της κύριας ανάκρισης[71]. Μέσα στην ανωτέρω προβληματική εντάσσεται και η προκύπτουσα διχοστασία σχετικά με τη δυνατότητα του ανακριτή να απέχει από τη διενέργεια δικονομικών ενεργειών, όταν η επίκληση της παραγραφής συναρθρώνεται άμεσα με τη μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού, όπως αυτός διαλαμβάνεται στην Εισαγγελική παραγγελία. Εν προκειμένω, ορθότερη είναι η θέση που πρεσβεύει την υποχρεωτική συμμόρφωση του ανακριτή με την εισαγγελική παραγγελία, αφού άλλως ο δικαστικός λειτουργός νοσφίζεται τις εξουσίες της κατηγορούσας αρχές, επεμβαίνοντας στον προσδιορισμό της εφαρμοστέας διάταξης, ενώ τελικά το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού θα επιλυθεί από το αρμόδιο όργανο και ειδικότερα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών.[72]. Σε κάθε περίπτωση, εάν ανακύψει διαφωνία, η επίλυσή της μπορεί να ανατεθεί στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, ενώ δε θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας ότι το ανωτέρω όργανο είναι αρμόδιο να κρίνει το ζήτημα της παραγραφής, εφόσον τεθεί το ζήτημα μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και πριν η υπόθεση οδηγηθεί στο ακροατήριο. Η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξης[73] ελέγχεται σε κάθε δικονομικό στάδιο και το εκδιδόμενο βούλευμα κρίνει περί της οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης ( άρθρο 311 ΚΠΔ), επιτρεπόμενης της άσκησης έφεσης (479 ΚΠΔ) και αναίρεσης στα κακουργήματα (483 ΚΠΔ). Ειδικά, κατά την εφαρμογή του άρθρου 309 ΚΠΔ, εφόσον ανακύψει διαφωνία του Προέδρου Εφετών ή εάν ο Εισαγγελέας Εφετών φρονεί ότι το αδίκημα έχει υποπέσει σε παραγραφή, τότε ο τελευταίος διαβιβάσει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, προκειμένου η υπόθεση να εισαχθεί στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών για οριστική κρίση. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 5 του ανωτέρω άρθρου, εάν υφίστανται περισσότεροι του ενός κατηγορούμενοι, το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται σχετικά με την ποινική μεταχείριση των φερόμενων ως δραστών, με αποτέλεσμα να συντελείται διαχωρισμός της υπόθεσης. 

Εφόσον, το δικαστήριο επιληφθεί του ζητήματος (πρώτο και δεύτερο βαθμό) εκδίδεται απόφαση, η οποία κηρύσσει την παύση της ποινικής δίωξης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο δικαιοδοτικό όργανο β βαθμού εξετάζει αυτεπάγγελτα την επέλευση της παραγραφής, ακόμη και απόντος του κατηγορούμενου, μη απορρίπτοντας την έφεση ως ανυποστήρικτη.[74] Η εσφαλμένη δικονομική μεταχείριση της έφεσης στην συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε αναίρεσή της με βάση το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η του ΚΠΔ. Τέλος και ο ΑΠ λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή υπό την προϋπόθεση ότι θα κριθεί τουλάχιστον ένας λόγος αναίρεσης ως βάσιμος[75] (511 ΚΠΔ), μια ρύθμιση που επανεισήχθη με το άρθρο 13 παρ. 8 του ν. 4637/2019, μεταβάλλοντας επί τα χείρω τη θέση του κατηγορούμενου[76] σε ουσιαστικό επίπεδο[77] (κατά την άποψη του γράφοντος). Τέλος, μέσα τα πλαίσια του άρθρου 469 ΚΠΔ, δύναται να υποστηριχθεί ευσχήμως ότι η παραγραφή κατά κανόνα αποτελεί αντικειμενικό λόγο που μεταβάλλει τη δικονομική θέση των μη ασκούντων το ένδικο μέσο[78], με την παρατήρηση πάντως ότι ο χρόνος της παραγραφής μεταξύ των συγκατηγορούμενων δεν κινείται πάντοτε παράλληλα, αφού δεν αποκλείονται οι αποκλίσεις λόγω άκυρης κλήτευσης για παράδειγμα, η οποία  διαφοροποιεί  το  χρονικό σημείο έναρξης της αναστολής της παραγραφής. 

12. Επίλογος.

Η παραγραφή αποτελεί μια διαχρονική θεσμική επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, ο οποίος επιδιώκει να θωρακίσει την ποιότητα της απονομής της δικαιοσύνης και την προστασία των εννόμων αγαθών των κατηγορούμενων. Το τρέχον νομοθετικό πλαίσιο είναι επαρκές για την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των θυμάτων και των φερόμενων ως δραστών, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι αστοχίες και οι ελλείψεις του κρατικού μηχανισμού επιφέρουν σοβαρές καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, οδηγώντας σε δικονομικό τέλμα. Συνεπώς, κάθε επιτυχημένη προσπάθεια για την εξάλειψη των λειτουργικών αδυναμιών συναρμόζεται άμεσα με την αναβάθμιση των δομικών χαρακτηριστικών του δικαιικού συστήματος, απορριπτόμενης κάθε σκέψης κλιμάκωσης του χρόνου της παραγραφής. 

                                                            ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ 

                                                                        Δ.Ν


[1] Βλ. Γενικά για το θέμα, Αλεξιάδη, Αι δικονομικαί συνέπειαι της παραγραφής του αξιοποίνου, Αρμ. 1972, σελ. 717 επ., Ανδρουλάκη, Αμνηστία, κρυπτοαμνηστία , ειδική παραγραφή και αντεγκληματική παραγραφή, ΠοινΧρ. 1982, σελ. 577 επ.,  Βλάχου, Παραγραφή εγκλημάτων στο ποινικό δίκαιο- Δικαιολογητικός λόγος του θεσμού, , ΠειρΝ. 2021, σελ. 36,  Γιώτα, Τα διεθνή εγκλήματα και ο θεσμός της παραγραφής, Αρμ. 1967, 465, Ζησιάδου, Η ποινική παραγραφή , 1954, Καλλομόπουλου, Τα υπό το παλαιόν δίκαιον τελεσθέντα κακουργήματα  και η λόγω φυγοδικίας αναστολή παραγραφής του νέου δικαίου, ΠοινΧρ. 1964, σελ. 398, Κορφιάτη, Η έναρξις του χρόνου της παραγραφής ιδία επί ουσιαστικών εγκλημάτων , ΝοΒ 1964, 557, Μακρογιάννη, Η φύσις της εφέσεως και της παραγραφής στο ποινικόν δίκαιον, ΑρχΝ. 1977, σελ. 613. Μαργαρίτη, ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος της τοκογλυφίας, ΠοινΧρ. 1986, σελ. 630, Μπεκάρη, Συρροή, Παραγραφή και δεδικασμένο στο ποινικό φορολογικό αδίκημα, 2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  Μπεκιαρίδη, Η παραγραφή των αδικημάτων του άρθρου 4 παρ. 1 του Δ Ψηφίσματος 1975, Αρμ.1976, σελ. 89, Μυγιάκη, Η παραγραφή των εξ’ αμελείας εγκλημάτων, Αρμ. 1973, σελ. 490, Παπαναστασίου , Αμνηστία και ειδική παραγραφή, ΠοινΧρ. 1983, σελ. 433, Σιδέρη, Παραγραφή αξιώσεων από εργατικό ατύχημα, ΔΕΝ 2018, σελ.  1025 επ.  Τατάκα, Η παραγραφή προϋποθέτει την ύπαρξιν αξιοποίνου πράξεως, ΠοινΧρ. 1972, σελ. 566, Φραντζεσκάκη, Παραγραφή και αξιόποινον της πράξεως, ΕλΔ. 1969, σελ. 488.,Χριστοφορίδη, Παραγραφή και αμετάκλητο, ΠοινΧρ. 1991, σελ. 1069.

[2] Βλ. Γενικά για το θέμα  Hart, Punishment and Responsibility, 1968, Moore, Placing Blame, A  General Theory of the Criminal Law, 2010,Packer, The Limits of  Criminal Sanction,  1968,  Rawls, Two Concepts of Rules,  Phil. Rev. 3 ,1955, σελ., 64 επ.  , Sidhu, Moneyball Sentencing ,Boston College Law Review, Vol. 56, σελ. 671 επ., Kant, The Philosophy of Law,1887, Ezorsky, Philosophical Perspectives on Punishment, 1972, σελ. 102 επ., Gluek, Principles of a Rational Penal Code, Har.L.Rev. 1928, σελ. 453,, Allen, The Decline of the Rehabilitative Ideal , 1981, Hudson, Understanding Justice: An Introduction to Ideas , Perspectives  and Controversies in Modern Penal Theory, 2003,Καϊάφα-Γκμπάντι- Μπιτζιλέκη- Συμεωνίδου- Καστανίδου, Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, 2016,Μαργαρίτη- Παρασκευόπουλου- Νούσκαλη,Ποινολογία, 2016, Παπαδημητράκη, Βig data και αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας. Νέες προκλήσεις στο χώρο της ποινολογίας, ΠοινΔικ. 2019, σελ. 1045 επ. 

[3] Βλ. Αποστολίδη, Η παραγραφή των εγκλημάτων, 2022, σελ. 15 επ., Λαμπάκη, Η παραγραφή των εγκλημάτων στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, 2021, σελ. 135 επ. 

[4] Βλ. Bentham,  The  Rationale of  Punishment ,1830, σελ. 19 επ., ιδίου, Theory  of Legislation  1802, σελ. 322 επ. Γενικά για το θέμα της ποινής βλ. Δασκαλάκη, Η λειτουργία της ποινής υπό το φως των δεδομένων της εγκληματολογίας, 1974.

[5] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο , Γενικός Μέρος, ΙΙΙ τόμος, 2008, σελ. 90., Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 390 passim, Κουράκη, ΣυστημΕρμ. ΠΚ, 2005, σελ. 830  επ., Αποστολίδη, ό.π., σελ. 18 επ., Λαμπράκη, ό.π., σελ. 147 επ.  

[6] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο ,Γενικός Μέρος, ΙΙΙ τόμος, 2008,σελ. 90., Λαμπράκη, ό.π., σελ. 146, Αποστολίδη, ό.π., σελ. 20 επ. 

[7] Βλ. Μαγκάκη, Διάγραμμα Γενικού Μέρους, 1981, σελ. 365, Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 91. 

[8] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 23, https://www.service-public.fr/particuliers/vosdroits/F31982?lang=en

[9] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 23.

[10] Βλ. Κάκκαλη κλπ., Ποινικός Κώδικας, Πρώτος τόμος, 1995, σελ. 766, https://www.justice.gov/archives/jm/criminal-resource-manual-650-length-limitations-periodhttps://www.everycrsreport.com/reports/RL31253.htmlhttps://sgp.fas.org/crs/misc/RL31253.pdf

[11] Βλ. Λαμπάκη,ό.π, σελ. 10. 

[12] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 13. 

[13] Βλ. https://www.refworld.org/cgibin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=506ab5e82

[14] Βλ. ΕΔΔΑ, Mocanu κατά Ρουμανίας κ.α 17 Σεπτεμβρίου 2014,  , Savin κατά Ουκρανίας 16 Μαίου 2012, Paruret κατά Μολδαβίας 5 Ιανουαρίου 2020, Abdulsamet Yaman κατά Τουρκίας, 2 Νοεμβρίου 2004. 

[15] Γενικά για το θέμα. Βλ. Choo, Abuse of process and judicial Stays of Criminal Proceedings, 1993, σελ. 47 επ. , https://www.cps.gov.uk/legal-guidance/abuse-process, https://www.hse.gov.uk/enforce/enforcementguide/court/abuse-delay.htm

[16] Βλ. ΕΔΔΑ, Coeme κατά Βελγίου, 22 Ιουνίου 2000, Antia και Khupenia κατά Γεωργίας, 18 Ιουνίου 2020. 

[17] Βλ. ΕΔΔΑ,  Mocanu κατά Ρουμανίας κ.α 17 Σεπτεμβρίου 2014. 

[18] Βλ. ΕΔΔΑ,  Mocanu κατά Ρουμανίας κ.α 17 Σεπτεμβρίου 2014.

[19] Βλ. ΕΔΔΑ, Mineli κατά Ελβετίας, 25η Μαρτίου 1983.

[20] Βλ. ΕΔΔΑ, Lagardere κατά Γαλλίας, 12η Απριλίου 2012. 

[21] Βλ. ΕΔΔΑ, Χορομίδης κατά Ελλάδος, 27 Απριλίου 2006. 

[22] Βλ. Κωστάρα, Ποινικό Δίκαιο, 2019, σελ. 462, Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, 1984, σελ. 354, Μυλωνόπουλου, Γενικό Ποινικό Δίκαιο, 2020, σελ. 128.

[23] Βλ. Παρασκευόπουλου, Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου, Γενικός μέρος: Το έγκλημα , 2020, σελ. 2 

[24] Βλ. Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 67.

[25] Βλ. ΕΔΔΑ, K-W κατά Γερμανίας, 22 Μαρτίου 2001.

[26] Βλ. ΕΔΔΑ, Coeme κατά Βελγίου, 22 Ιουνίου 2000.

[27] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 93.

[28] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 95.

[29] Για την αρχή lex mitior βλ. Λίβου, Ζητήματα σχετικά με την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, ΠοινΧρ. 1993, σελ. 588 επ., Ναζίρη, Η ποινική αντιμετώπιση της συμμετοχής κρατικών λειτουργών σε εξωχώριες εταιρίες, 2017, σελ. 169 επ. 

[30] Βλ. ΕΔΔΑ 1845/08 Previti κατά Ιταλίας, αρ. πρ. 32492/1996, 32547/1996, αρ. πρωτ. 1828/2006.

[31] Βλ. ΟλΑΠ 2/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[32] Κατά την άποψη του γράφοντος η επίμαχη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού α. δε συνάδει με την αρχή της αναγκαιότητας.  Η επιμήκυνση της παραγραφής είναι επαχθέστερο μέτρο από το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, δηλαδή την εκκαθάριση των υποθέσεων εντός ευλόγου διαστήματος. Η επίτευξη του άνω στόχου εξαρτάται από την στελέχωση και ορθολογική οργάνωση του κρατικού μηχανισμού, ενώ ανάλογες ρυθμίσεις συντηρούν τη ραθυμία της διοίκησης αλλά και της δικαιοσύνης. β. έρχεται σε αντίθεση με την εν στενή εννοία αναλογικότητα, αφού τα δυσμενή απότοκα της ρύθμισης , δηλαδή η διατήρηση της κατάστασης ομηρείας για τους κοινωνούς, η καθυστέρηση στην  απονομής της δικαιοσύνης, η αδυναμία ανάπτυξης της οικονομικής και κοινωνικής  δράσης των πολιτών ( πχ επιβολή περιοριστικών όρων)  είναι περισσότερα από τα πλεονεκτήματα  που επιφέρει η ρύθμιση, δηλαδή η ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του δημοσίου. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφοροποίηση με τις υπόλοιπες κακουργηματικές ανάλογες ενέργειες κατά των ιδιωτών , όπως και το γεγονός ότι η παραγραφή εξομοιώνεται με την αντίστοιχη που εφαρμόζεται σε αδικήματα μεγαλύτερης απαξίας. Άλλωστε ο λόγος που καταργήθηκε ο ν. 1608/1950 ήταν ο εξορθολογισμός των ποινών, κάτι που παραβιάζεται εμφανώς στο πεδίο της παραγραφής. [33] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ «Επειδή κατά το άρ. 19 ΠΚ «αν μια πράξη που εκδικάστηκε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, κρίνεται με βάση τη βαρύτερη ποινή που καθορίζεται από το νόμο γι` αυτή την πράξη και όχι με βάση την τυχόν ελαφρότερη ποινή που επέβαλε ο δικαστής, λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων (άρ. 84) ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μείωσης της ποινής, σύμφωνα με το άρ. 83». Περαιτέρω, κατά το άρ. 111 παρ. 1, 2 ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή. Τα κακουργήματα παραγράφονται 1) μετά είκοσι έτη, αν ο νόμος προβλέπει γι` αυτά την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης, 2) μετά δεκαπέντε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξάλλου κατά το άρ. 299 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης. Ακόμη, κατά το άρ. 42 παρ. 1, 2 ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83). Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η κατά την προηγούμενη παράγραφο ελαττωμένη ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να του επιβάλει την ίδια ποινή με αυτή που ο νόμος προβλέπει για την ολοκληρωμένη πράξη εκτός από την ποινή του θανάτου. Τέλος, κατά το άρ. 47 παρ. 1, 2 ΠΚ, όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. Β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83 παρ. 2 ΠΚ), δηλαδή με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών. Η διάταξη της παρ. 2 του άρ. 42 εφαρμόζεται αναλόγως και εδώ. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο χαρακτήρας της πράξεως στις περιπτώσεις της απόπειρας και της απλής συνέργειας, δεν επηρεάζεται από την επιβολή στον ένοχο μειωμένης κατά το μέτρο του άρ. 83 ΠΚ ποινής, γιατί η εν απόπειρα πράξη, όπως και η πράξη του συμμέτοχου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα, αλλά μορφή εμφανίσεως του εγκλήματος και ως εκ τούτου προσλαμβάνει το χαρακτήρα του κακουργήματος ή πλημμελήματος, από την ποινή που απειλείται στο νόμο για το τετελεσμένο έγκλημα ή για την πράξη του αυτουργού, αντιστοίχως.Εξάλλου αυτό προκύπτει, πιο συγκεκριμένα, και από τις διατάξεις των άρ. 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ, που επιτρέπουν στο δικαστή, αν κρίνει ότι η ελαττωμένη, κατά το μέτρο του άρ. 83 ΠΚ, ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, να επιβάλλει σε αυτόν την προβλεπόμενη για την ολοκληρωμένη πράξη ή για την πράξη του αυτουργού αντιστοίχως ποινή. οι διατάξεις των άρ. 42 και 47 στις δύο πρώτες παραγράφους τους, καθορίζουν απλώς ένα πλαίσιο ποινής, που έχει ανώτατο όριο την ποινή της τετελεσμένης πράξεως ή του αυτουργού αντιστοίχως και κατώτατο την ποινή, όπως διαμορφώνεται από τις μειώσεις του άρ. 83 ΠΚ, το οποίο όμως δεν καθιερώνει και ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση του δράστη, όσον αφορά την παραγραφή του εγκλήματος που διέπραξε. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, το ποια ποινή επιβλήθηκε από το δικαστή στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσα στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο, είναι άνευ σημασίας για τον κατά το άρ. 19 ΠΚ χαρακτηρισμό του είδους του εγκλήματος και για την κατά το άρ. 111 ΠΚ παραγραφή του, ενώ η παραδοχή αντίθετης εκδοχής θα καθιστούσε τις διατάξεις των άρ. 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ ανεφάρμοστες.» Βλ. και  ΑΠ 1452/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[34] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 157. 

[35] Βλ. Σεβαστίδη- Πετουμένου, Η δυνατότητα περαιτέρω ( πέραν της πρώτης) μείωσης της ποινής και η επίδραση των λόγων μείωσης στο χρόνο παραγραφής των εγκλημάτων , ΠοινΔικ. 2003, σελ. 70 επ. 

[36] Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι, Προβληματικές της σύγχρονης νομολογίας του ΑΠ στο χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 1255 επ. 

[37] Βλ. ΟλΑΠ 18/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΑΠ 1452/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[38] Βλ. Μαργαρίτη- Μαργαρίτη, ΕρμΠΚ.  22 αρ.4. 

[39] Βλ. https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/k-poinkod-eis-NEO.pdf.

[40] Βλ. Ανδρουλάκη, Επί του προσδιορισμού της έννοιας του διαρκούς εγκλήματος, ΠοινΧρ. 1965, σελ. 336 επ., ιδίου Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Συρροή- Παραγραφή, 2008, σελ. 101, Βαθιώτη, Παρατηρήσεις στο ΒουλΣυμβΕφΑθ. 911/2002, ΠοινΧρ. 2002, σελ. 731. 

[41] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 385. 

[42] Βλ. ΑΠ 1059/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ. 36/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 603/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ. 19/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 911/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[43] Βλ. Μανωλεδάκη, Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 301. 

[44] Βλ. Ανδρουλάκη, Η διάρκεια της εσχάτης προδοσίας, ΠοινΧρ.1975, σελ. 513 επ, Βαθιώτη, Στοιχεία Ποινικού  Δικαίου, 2007, σελ. 87, Κατσαντώνη, Ποινικόν Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τομ.2, 1972, σελ. 176, ΑΠ 305/1965, ΠοινΧρ. 1965, σελ. 606, ΑΠ 530/1969, ΠοινΧρ. 1970, σελ. 123 , ΑΠ 538/1997, ΠοινΧρ. 1997, σελ. 217, ΑΠ 727/2007, ΠοινΧρ. 2007, σελ. 650.

[45] Βλ. Βαθιώτη, Στοιχεία Ποινικού Δικαίου, 2007, σελ. 56, Γάφου,  Ποινικόν Δίκαιον , Γενικό Μέρος, τευχ. 1 , 1973, σελ. 165, Μπέκα, Η προστασία της ζωής και της υγείας στον Ποινικό Κώδικα, 2004, σελ. 462 επ. 

[46] Βλ. Μαργαρίτη, Οι εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου, 1983, σελ. 96-97.

[47] Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Χρήση πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, το πρόβλημα τα παραγραφής , Υπερ. 1992, σελ. 415 , Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος 2010, σελ. 641, Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 102

[48] Για τα αδικήματα της πρώτης παραγράφου , δύναται να υποστηριχθεί ευσχήμως ότι υφίσταται ομοειδή πραγματική συρροή, πράγμα που σημαίνει ότι  κάθε πράξη  διατηρεί  την αυτοτέλεια της όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής. Βλ. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ 43, Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 1010, Μαργαρίτη, Το κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα , 1997, σελ. 24, ΑΠ 980/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΑΠ 1226/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,  ΑΠ 1150/2006,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1051/2000, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 257.

[49] Βλ. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 44, Φελουντζή, Το κατ΄εξακολούθηση έγκλημα. Μια προσπάθεια προσδιορισμού της έννοιας και της δικαιολογητικής βάσης του, ΠοινΧρ. 1999, σελ. 389 επ. 

[50] Βλ. Μαργαρίτη/ Νούσκαλη/Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 2016,σελ.476, Συμεωνίδης, Δικονομικές όψεις του κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια εγκλήματος, 2000, σελ. 41.  

[51] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 468, Χαραλαμπάκη, Η διακύμανση της νομολογίας στο ζήτημα των κατ΄ εξακολούθηση τελούμενων  εγκλημάτων με περιουσιακό αντικείμενο, ΠοινΛογ. 2006, σελ. 1149 επ., Ολ ΑΠ 5/2002, ΠοινΔικ. 2002, σελ. 836.

[52] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[53] Για το ζήτημα της παραγραφής των φορολογικών αδικημάτων που πραγματώθηκαν  πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4745/2020 βλ. ΑΠ 95/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[54] Βλ. ΑιτΕκθ.ΣΧΠΚ 1933.

[55] Βλ. ΟλΑΠ 2/1997, ΠοινΧρ. 1997, σελ. 1028,  ΑΠ 2367/2007, ΠοινΧρ. 2008, σελ. 822, ΑΠ 565/2002, ΠοινΧρ. 2003, σελ. 42.

[56] Βλ. ΑΠ 170/2017, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 297, ΑΠ 646/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΕφΑγ. 13/2018, ΠοινΔικ. 2018, σελ. 1023, ΣυμβΠλημΑθ. 448/2014, ΠοινΧρ. 2016, σελ. 302. 

[57] Βλ. Καλφέλη, Η εφαρμογή του άρθρου 502 παρ. 3 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το ζήτημα της αναστολής της παραγραφής του άρθρου 113 παρ. 1 εδ β ΠΚ, Αρμ. 1989, σελ. 290 επ. 

[58] Επιτρέπεται η προβολή της και για πρώτη φορά μετά την αναβολή της υπόθεσης κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ, Βλ. ΑΠ 682/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[59] Βλ. ΑΠ 1496/1990, ΠοινΧρ. 1991, σελ. 661, ΑΠ 1941/1999, ΠοινΧρ. 2000, σελ. 824,  ΣυμβΑΠ. 360/ 2001, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1089,  ΑΠ 68/2002, ΠοινΧρ. 2002, σελ. 825.

[60] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 565. 

[61] Βλ. ΑΠ 1701/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[62] Βλ.  ΑΠ 1450/2002, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 10, ΑΠ 1451/2002, Αρμ. 2003, σελ. 1661. 

[63] Βλ. Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος Ι, 2010, σελ. 643, Ζαχαριάδη, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1451/2002, Αρμ. 2003, σελ. 1662 επ., Μαργαρίτη, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 25/1997, Υπερ. 1998, σελ. 288 επ.

[64] Βλ. ΟλΑΠ 2/1997, ΝοΒ 1997, σελ. 833. 

[65] Βλ. Μαργαρίτη, Αμετάκλητη Απόφαση και παραγραφή της ποινής, σε Μαργαρίτη, Εμβάθυνση στην ποινική δικονομία, Ι, 2006, σελ. 819, ΑΠ ΟλΑΠ 3/1995, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[66] Βλ. Λαμπάκη, ό.π, σελ. 575. 

[67] Βλ. ΑΠ 692/2017 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΑΠ. 227/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 2165/2020, https://www.nomotelia.gr/photos/File/WWW.2165.20.htm.

[68] Βλ. ΑΠ 162/2001 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[69] Βλ. https://www.lawspot.gr/nomika-nea/peri-tis-syntagmatikotitas-ton-nomothetikon-diataxeon-gia-tin-eponomazomeni-eidiki.

[70] Βλ. ΔαερΛαρ. 27/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑνΕισΠειρ.90/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[71] Βλ. ΔΣτρΑθ. 6/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλΡόδου. 148/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,ΔΝαυΠειρ. 5/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 288/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.  

[72] Βλ. ΣυμβΠλημΑθ. 1335/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[73] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=8AJZTRSREP51HVOO69DGLU9ZKIVMJ4&apof=398_2020&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6

[74] Βλ. ΑΠ 188/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2033/2019 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 195/2012 , https://www.elinyae.gr/sites/default/files/2019-05/ap%20195-2012.1460985849671.pdf.

[75] Βλ. ΑΠ 645/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 67/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 808/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[76] Σύμφωνα με την με αριθμό ΑΠ 2064/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η διάταξη έχει καθαρά δικονομικό χαρακτήρα και εφαρμόζεται και τις εκκρεμείς υποθέσεις. 

[77]  Γενικά για το θέμα βλ. ΑΠ 1558/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1559/1990 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.  

[78] Βλ. ΑΠ 1996/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 542/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 537/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΝΟΜΟ 4624/2019

  1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων[1] αποτελεί μέλημα όχι μόνο του ¨Έλληνα αλλά και του Ευρωπαίου νομοθέτη, ο οποίος τα τελευταία 20 έτη έχει εκδώσει  διάφορες οδηγίες και κανονισμούς, έτσι ώστε να ρυθμίσει το θέμα συλλογικά και να εναρμονίσει τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών. Η τήρηση και η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την ύπαρξη κυρώσεων, οι οποίες μπορεί να έχουν και ποινική χροιά. Παρά του ότι το ΓΚΠΔ έγινε γνωστός κυρίως για τα αυξημένα διοικητικά του πρόστιμα, ο συμπληρωματικός νόμος 4624/2019, όπως και ο προηγούμενος νόμος  2472/1997,  περιέχουν και ποινικές διατάξεις, οι οποίες μάλιστα έχουν δημιουργήσει σοβαρούς νομικούς προβληματισμούς. Τούτο συμβαίνει διότι πολλές φορές  έρχονται σε σύγκρουση οι περίπλοκες διατάξεις του νόμου περί προσωπικών δεδομένων με άλλα έννομα αγαθά , όπως πχ το δικαίωμα της έννομης προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος. Στην συγκεκριμένη μελέτη θα θίξουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν την ποινική προστασία που παρέχει ο νόμος περί προσωπικών δεδομένων καθώς και στις διαφορές που εντοπίζονται στο νομοθετικό καθεστώς των νόμων 2472/1997 και  4624/2019. 

  • ΕΝΝΟΜΟ ΑΓΑΘΟ 

 Ένα βασικό θεωρητικό πρόβλημα που έχει τεθεί είναι το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τις επίμαχες διατάξεις, ένα ζήτημα που επιδρά και στην συρροή εγκλημάτων αλλά και στον τρόπο αντιμετώπισης της συγκατάθεσης  από την πλευρά του θύματος. 

Ο νόμος 2472/1997 αλλά και ο  4624/2019 [2] θέτουν ως βασικό στόχο την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών- δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων και της ιδιωτικής ζωής αυτών, πράγμα που σημαίνει ότι η συγκατάθεση του προσώπου δεν οδηγεί πάντοτε στην απαλλαγή του δράστη από τις ποινικές του ευθύνες, αφού ο φορέας του εννόμου αγαθού δεν έχει το δικαίωμα διάθεσής του σε απόλυτο βαθμό. Στην θεωρία  έχει υποστηριχθεί ότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται συνδέεται άμεσα με τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό του προσώπου, ως έκφανση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται από τον νόμο και το Σύνταγμα.[3]  Από την άλλη πλευρά η νομολογία παρουσιάζεται σήμερα διχασμένη όσον αφορά το επίμαχο θέμα. Το Ανώτατο Ακυρωτικό ( πολιτικό τμήμα) κινείται  κυρίως προς την κατεύθυνση του δικαιώματος πληροφοριακού αυτοκαθορισμού[4] (5Α Συντάγματος) και  της αυτοτελούς προστασίας του δικαιώματος ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ τα κατώτερα δικαστήρια (ποινικά και πολιτικά) καθώς  και τα διοικητικά υποστηρίζουν κυρίως την άποψη ότι το έννομο αγαθό  που προστατεύεται είναι η ιδιωτική σφαίρα και ζωή  του προσώπου. [5]

 Η δεύτερη αυτή άποψη έχει οδηγήσει την νομολογία στο συμπέρασμα  ότι η προστασία του νόμου αφορά μόνο «κρυφά αρχεία» , δηλαδή αυτά που δεν έχουν δημοσιευτεί, ενώ σε περιπτώσεις όπου πλέον έχει ήδη προσβληθεί η ιδιωτική ζωή με προηγούμενες ενέργειες, τότε δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του ν. 2472/1997 αλλά και του νεότερου 4624/2019 . Επίσης υποστηρίχθηκε  ότι ο νόμος δεν αφορά δεδομένα που δεν σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή του προσώπου.[6]

 Κατά την άποψή του γράφοντος το έννομο αγαθό που προστατεύεται κυρίως από το άρθρο 9Α του Συντάγματος και τους σχετικούς νόμους είναι ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός του προσώπου, δηλαδή το δικαίωμα του προσώπου να γνωρίζει, να αποφασίζει και να συμπροσδιορίζει πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατή η επεξεργασία των πληροφοριών που τον αφορούν.

Το συγκεκριμένο δικαίωμα, εκτός του ότι συμβάλλει στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου, ενισχύει τους δημοκρατικούς θεσμούς και τον πληροφοριακό μετασχηματισμό της πολιτείας[7]. Ως προς την τελευταία αυτή επισήμανση θα πρέπει να τονιστεί ότι η βελτίωση του τρόπου λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και η ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών  των προσώπων  συνδέεται πλέον άμεσα με την διεύρυνση των δυνατοτήτων συμμετοχής τους  στην ψηφιακή πραγματικότητα, ώστε από την μια πλευρά  να διασφαλιστεί η επικοινωνία  τους με τους υπόλοιπους πολίτες και  από την άλλη πλευρά  να προστατευτεί η δυνατότητα  λήψης πληροφοριών , γεγονός που οδηγεί νομοτελειακά στην αύξηση της διαφάνειας στον τρόπο λειτουργίας των φορέων  της εξουσίας και ελέγχου των ενεργειών των.  

Την παραπάνω άποψη ασπάζεται και η κυρίαρχη  θέση των γερμανικών δικαστηρίων[8], αφού υποστηρίζεται ότι το επίμαχο δικαίωμα αποτελεί εκδήλωση του γενικού δικαιώματος αυτοδιάθεσης του ατόμου. Στο σημείο αυτό είναι κρίσιμο να αναφερθεί  ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν προστατεύεται μόνο έναντι στην κρατικής εξουσίας αλλά και των ιδιωτών. 

Στην  συγκεκριμένη περίπτωση έχει εφαρμογή  η αρχή της  τριτενέργειας των ατομικών δικαιωμάτων, μια θέση που ενισχύεται και από το γεγονός ότι το άρθρο 9Α του Συντάγματος ομιλεί για την προστασία συλλογής δεδομένων , χωρίς να διακρίνει σε σχέση με το ποιος τα συλλέγει ή τα επεξεργάζεται ενώ η χρησιμοποίηση των προσωπικών δεδομένων μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη για την αυτονομία του προσώπου, όταν γίνεται ανέλεγκτα από τους ιδιώτες, για νόμιμους ή παράνομους σκοπούς σε σχέση με την συλλογή τους από την κρατική εξουσία. [9]

Με την νομοθετική κατοχύρωση του συνόλου της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα πληροφοριακού αυτοκαθορισμού κατοχυρώνεται ως μέσο αυτοπροστασίας του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ οι αντικειμενικές αρχές κατοχυρώνονται ως κανόνες αναγκαστικού δικαίου διαπερνώντας το υποκειμενικό στοιχείο του δικαιώματος. [10]

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός δεν είναι έννοια ταυτόσημη με την ιδιωτική σφαίρα, αφού η δεύτερη συνδέεται άμεσα με την έννοια του απορρήτου, δηλαδή με το  δικαίωμα  του προσώπου να διατηρεί ορισμένα γεγονότα, αντικείμενα ή πληροφορίες μη προσβάσιμα σε έναν ορισμένο κύκλο προσώπων , ενώ η πρώτη με το εάν θα τα προσωπικά του δεδομένα μπορούν να γίνουν αντικείμενο συλλογής και επεξεργασίας. Ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός μπορεί να αφορά δεδομένα που δεν επιθυμεί ο δικαιούχος  να γίνουν περαιτέρω γνωστά όμως μπορεί και να σχετίζεται απλά με τον τρόπο διαχείρισής τους στην δημόσια σφαίρα. Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι εφόσον δεχθούμε ως έννομο αγαθό τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό δεν τίθεται πλέον ζήτημα κρυφού ή μη αρχείου, αφού κρίσιμο στοιχείο είναι η χωρίς δικαίωμα χρήση και όχι ο τύπος του αρχείου, ενώ ακόμη και τα δημοσιευμένα αρχεία, εφόσον υπάρχει περαιτέρω επεξεργασία χωρίς νόμιμο λόγο, τότε μπορεί να στοιχειοθετήσει ποινικό αδίκημα. 

Επίσης είναι προφανές ότι τα εγκλήματα του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 συρρέουν αληθινά με αδικήματα που αφορούν τις παραβιάσεις απορρήτου, αφού προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά. 

Τέλος θα πρέπει να επισημανθεί ότι η συγκατάθεση του προσώπου δεν αρκεί πάντοτε για την απαλλαγή του υπαιτίου, αφού τα ατομικά δικαιώματα δεν αφορούν μόνο προσωπικά το φορέα τους αλλά και την πολιτεία, αφού η πλήρης προστασία τους  οδηγεί στην ανάπτυξη των δημοκρατικών και φιλελεύθερων αρχών στο δικαιικό και κοινωνικό σύστημα, ενώ από την άλλη δικαιώνει την ύπαρξη του Συντάγματος και των κρατικών οργάνων, τα οποία έχουν ως σκοπό την επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας και συνοχής. 

Έτσι, σύμφωνα και με το ελληνικό δίκαιο « δεν επιτρέπεται παραίτηση των πολιτών από τα ατομικά τους δικαιώματα, αφού δεν έχουν το δικαίωμα να τα διαθέτουν ελεύθερα.[11] Η αρχή του αναπαλλοτρίωτου των θεμελιωδών δικαιωμάτων προκύπτει από την προστατευτική λειτουργία τους, δηλαδή εάν επιτρεπόταν παραίτηση από αυτά τότε η διαπραγμάτευση μεταξύ της πολιτείας και του πολίτη θα έβαινε πάντοτε εναντίον του δεύτερου, ο οποίος ευρίσκεται σε ασθενέστερη θέση, δηλαδή σε βάρος της πλευράς χάριν της οποίας θεσπίστηκε το θεμελιώδες δικαίωμα» [12]

Συνεπώς ο νομοθέτης αξιολογεί και επιτρέπει τη διάθεσή τους από τον φορέα τους με τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί κάθε φορά. Στην περίπτωσή μας η νομοθετική εξουσία θεώρησε ότι η ειδική εκδήλωση της ελεύθερης διάθεσης του ατομικού έννομου αγαθού από τον φορέα του σε ατομικά προσδιορισμένη στιγμή επιτρέπεται μόνο εφόσον πρώτα συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις όπως η νομιμότητα συλλογής των στοιχείων και η αναλογικότητα. 

 Τα παραπάνω συνάδουν και με τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 510/2000 του παραπάνω οργάνου , σύμφωνα με την οποία « Η επεξεργασία όλων των ως άνω δεδομένων δεν είναι θεμιτή και όταν το υποκείμενο παρέχει προς τούτο ρητή συγκατάθεση του υποκειμένου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 7 παρ 2 του ν. 2472/1997, διότι η συγκατάθεση του υποκειμένου δεν επιτρέπει καθ’ εαυτή τη διεξαγωγή κάθε είδους επεξεργασίας όταν αυτή είναι αθέμιτη ή όταν αντίκειται στην αρχή του σκοπού και της αναγκαιότητας. Το περιεχόμενο και η άσκηση του δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού που εκδηλώνεται μεταξύ των άλλων με την παροχή συγκατάθεσης του υποκειμένου για την επεξεργασία των δεομένων που το αφορούν δεν προσδιορίζονται αφηρημένα αλλά στο πλαίσιο και σε άμεση συνάρτηση με τον σκοπό , τον οποίο εξυπηρετεί το αρχείο ή η επεξεργασία……».

  • ΝΟΜΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ « ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ» 

Οι ποινικές διατάξεις του ν. 4624/2019 ( όπως και του προηγούμενου) δεν έχουν αυτόνομο χαρακτήρα, αφού η προσβολή ή μη των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων ρυθμίζεται στις ειδικές ρυθμίσεις  που προβλέπονται στον νόμο και στον Κανονισμό[13]. Γι’ αυτό το λόγο στο άρθρο 38 αναφέρεται ότι αξιόποινη είναι η « χωρίς δικαίωμα» τέλεση κάποιων συγκεκριμένων ενεργειών πχ επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης. Σε θεωρητικό επίπεδο έχει αναπτυχθεί μια συζήτηση για τον νομικό χαρακτηρισμό της έννοιας « χωρίς δικαίωμα» δηλαδή εάν  ο όρος αυτός ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή αποτελεί λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με βάση τις αποφάσεις 510/2000 , 52/2003, 115/2001, 84/2002  έχει κρίνει ότι κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων είναι κατ’ αρχάς παράνομη , δηλαδή αρχικά άδικη , ενώ εάν συντρέχουν οι ειδικές διατάξεις του νόμου τότε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτής.

 Αντίθετα   τα ποινικά δικαστήρια δεν έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό επισταμένως, ενώ σαφές και κοινά αποδεκτό κριτήριο για τη διάκριση των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως και των ειδικών στοιχείων του αδίκου, όταν αυτά ευρίσκονται στην νομοτυπική μορφή του εγκλήματος  δεν υπάρχει. 

Κατά την άποψή του γράφοντος  η παραπάνω θέση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα μπορεί να προσφέρει σημαντική συνδρομή στην επίλυση του  ανωτέρω προβλήματος, αφού από την στιγμή που η προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί  συνταγματική επιταγή και το  τεκμήριο είναι πάντοτε υπέρ της « ελευθερίας» των πολιτών ( δηλαδή της μεγαλύτερης προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων),  κάθε επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων είναι κατ’ αρχάς μια πράξη που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και μόνο εφόσον υπάρχουν διαφορετικές νομοθετικές προβλέψεις αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί.

 Συνεπώς ο όρος χωρίς δικαίωμα είναι μάλλον εσφαλμένος ως προς την χρησιμοποίησή του, αφού εκ των προτέρων οι πράξεις που περιγράφονται στις ποινικές διατάξεις εμπεριέχουν μέσα τους την έννοια του αρχικού αδίκου , ενώ θα πρέπει να ερμηνευτεί σύμφωνα με τις παραπάνω αποφάσεις της Αρχής, δηλαδή  η επίκληση της νόμιμης χρήσης των προσωπικών δεδομένων αποτελεί λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης (τελικό άδικο)[14] και συνεπώς έχει την μορφή αυτοτελούς ισχυρισμού , στον οποίο σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα. 

  • ΕΝΝΟΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ 

Σύμφωνα με την προϊσχύσασα μορφή του άρθρου 2 εδ. ε ν.  2472/1997 ως αρχείο[15] προσωπικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αντιμετωπιζόταν το  σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούσαν ή μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνταν από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Ο ορισμός αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 3471/2006,  ώστε ως αρχείο να θεωρείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα , τα οποία ήταν προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, μια νομοθετική επιλογή που συμφωνούσε με την οδηγία 95/46, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο ήταν αυτό της διάρθρωσης.[16]

Το σημερινό νομοθετικό καθεστώς δε διαφοροποιείται ιδιαίτερα από το προηγούμενο,  αφού ως σύστημα αρχειοθέτησης  θεωρείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια είτε το σύνολο είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση, μια ρύθμιση που προσπαθεί να συμβαδίσει με τις εξελίξεις στον χώρο του cloud και των big data.  

Παρά την σχετική σαφήνεια του ορισμού, ο οποίος καλύπτει και την αυτοματοποιημένη αλλά και την μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία (στο μεγαλύτερο ποσοστό της)[17] , δημιουργήθηκαν σοβαρά ζητήματα όσον αφορά την ένταξη ή μη των δικαστικών αρχείων στην έννοια του νόμου, γεγονός που ασκεί επίδραση και στην ποινική ευθύνη του προσώπου, αφού η έννοια του συστήματος αρχειοθέτησης δεδομένων αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Έτσι πχ σε περίπτωση που τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν περιλαμβάνονταν σε αρχείο (ή σε σύστημα αρχειοθέτησης, όπως το ορίζει ο νόμος), δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω έγκλημα. [18]

 Έτσι υπό τον προγενέστερο ορισμό της έννοιας «αρχείο» , η Αρχή με την απόφαση 147/2001 έκρινε ότι η εκκρεμής ποινική δικογραφία καθώς και τα αρχεία του ανακριτικού φακέλου δεν συνιστούν αρχείο κατά την έννοια του ν. 2472/1997  και συνεπώς η Αρχή έκρινε αναρμόδιο τον εαυτό της να ερευνήσει πιθανές καταγγελίες που σχετίζονται με την ειδική αυτή περίπτωση, ένα σκεπτικό που μάλλον ήταν λανθασμένο,  αφού το διοικητικό όργανο  επιδίωκε να αποκλείσει την δική της αρμοδιότητα ελέγχου ( η οποία ανήκει στις δικαστικές αρχές) και λιγότερο να ανατρέψει την έννοια του αρχείου.

 Η παραπάνω απόφαση είχε εντάξει  και τις πολιτικές δικογραφίες στην ίδια κατηγορία, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και με την με αριθμό 49/2004 απόφαση της. Την ίδια θέση είχαν υποστηρίξει αρχικώς  και τα δικαστήρια[19], παρά του ότι ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι ήταν απαραίτητο το στοιχείο της διάρθρωσης του αρχείου (με βάση την οδηγία 95/46) οι εκκρεμείς δικογραφίες ευρίσκονται σε διαρθρωμένο  αρχείο  και μάλιστα με αύξοντα αριθμό ή με ονόματα κατηγορουμένων. Επίσης περίεργο ήταν και το γεγονός ότι η Αρχή έκρινε ότι μόλις η δικογραφία παύει να είναι εκκρεμής  ανήκει  αρχείο ενώ πιο πριν δεν έχει αυτήν την ιδιότητα ( τμήμα αρχείου). [20]

 Η παραπάνω  στάση των δικαστηρίων στην συνέχεια ανετράπη,[21]  αφού δεν λάμβανε  χώρα   διάκριση μεταξύ εκκρεμούς και περατωμένης διαδικασίας, γεγονός που είναι ορθό, αφού όπως προαναφέρθηκε  ο φάκελος της δικογραφίας ανήκει σε ένα διαρθρωμένο αρχείο του δικαστηρίου , του οποίου η πρόσβαση μπορεί να γίνει με συγκεκριμένα κριτήρια. Η βάση δεδομένων ΣΟΛΩΝ αποτελεί σήμερα είναι εργαλείο ανεύρεσης δικογραφιών και αποφάσεων που επιβεβαιώνει την παραπάνω άποψή.

Όσον αφορά το καθεστώς που δημιουργήθηκε μετά την ισχύ του κανονισμού 679/2016 / ΕΕ   θα πρέπει να σημειωθεί κατ’ αρχήν  ότι  υπάρχει διάκριση μεταξύ των αρχείων που αφορούν και σχετίζονται με το δικαιοδοτικό έργο , τα οποία υπόκεινται σε ειδικές ρυθμίσεις και σε αρχεία που έχουν καθαρά διοικητικό χαρακτήρα, όπου εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του κανονισμού και του νόμου.  Παρά ταύτα και οι δύο κατηγορίες εντάσσονται στην έννοια του συστήματος αρχειοθέτησης και συνεπώς θα μπορούσε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, να στοιχειοθετηθεί κάποιο αδίκημα που να σχετίζεται με εκκρεμείς φακέλους δικογραφιών είτε αυτές είναι πολιτικές είτε ποινικές. 

  • ΝΟΜΙΜΗ ΧΡΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Τα προσωπικά δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενώπιον ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων για την απόδειξη ισχυρισμών. Σύμφωνα με τον νέο Κανονισμό καταργήθηκε η άδεια της αρχής για την επεξεργασία των ειδικής κατηγορίας δεδομένων. Η επεξεργασία των δεδομένων ( συλλογή τους) με βάση το άρθρο 4 του Κανονισμού  είναι σύννομη για τα κοινά δεδομένα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ 1 περ ε και στ , ενώ για την ειδική κατηγορία προσωπικών δεδομένων έχει εφαρμογή το άρθρο 9 παρ. 2 περ. στ του Κανονισμού. Η τελική κρίση για το εάν η συλλογή των δεδομένων ήταν νόμιμη ανήκει στα δικαστήρια. 

Όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων κατά το πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας η ενέργεια αυτή θεωρείται απολύτως νόμιμη με βάση τις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 3 του Κανονισμού, εξαιρούνται τα δικαστήρια από κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας από τον έλεγχο της εποπτικής αρχής.

 Τέλος στο τελευταίο στάδιο, δηλαδή από την δημοσίευση της απόφασης και εφεξής έχουν αναπτυχθεί δύο θεωρίες. Η πρώτη με βάση το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος υποστηρίζει ότι η αρχή της δημοσιότητας της δίκης δεν περιορίζεται μόνο στην τυπική απαγγελία του διατακτικού των αποφάσεων αλλά θα πρέπει να επιτρέπεται η ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σ’ αυτές,  έτσι ώστε να μπορούν να ελέγξουν την αξιοπιστία του δικανικού συλλογισμού αλλά και το περιεχόμενό τους. Η δεύτερη (και κρατούσα) θεωρεί ότι η αρχή της δημοσιότητας πρέπει να ερμηνευτεί στενά και συνεπώς η απαγγελία της αποφάσεως καλύπτει την πρόβλεψη του συνταγματικού νομοθέτη. Η χορήγηση αντιγράφων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας αποτελεί μια πράξη που συνδέεται στενότερα με το δικαίωμα ψηφιακού αυτοκαθορισμού του προσώπου και συνεπώς σε περίπτωση σύγκρουσης του άρθρου 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 9 Α Συντάγματος προτεραιότητα δίνεται στο δεύτερο σταθμίζοντας τα έννομα αγαθά που θέλει να προστατεύσει ο ανώτατος πολιτειακός χάρτης της χώρας. [22]

Κατά την άποψή του γράφοντος, η ορθότερη θέση θα ήταν να επιτρέπεται μεν ελεύθερα πρόσβαση στο περιεχόμενο  μόνο  των αποφάσεων όσον αφορά τις ποινικές δίκες  και στις υπόλοιπες περιπτώσεις σε όλο το διαδικαστικό υλικό , έτσι ώστε να μπορεί ο διάδικος αλλά και ο κάθε πολίτης να κρίνει  το σύννομο της διαδικασίας  , όμως τούτο δεν θα σημαίνει ότι μπορεί να γίνεται λήψη και ακώλυτη χρήση του υλικού περαιτέρω, αφού θα πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για να λάβει χώρα περαιτέρω επεξεργασία. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η σύγκρουση των δύο συνταγματικών διατάξεων,  περιορίζεται  η προσβολή των ατομικών έννομων αγαθών και επιτυγχάνεται ο σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη όσον αφορά την δυνατότητα ελέγχου του τρόπου λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας. 

  • ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα που έχει προκύψει είναι το εάν οι διατάξεις περί προσωπικών δεδομένων έχουν εφαρμογή κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης , αφού σε περίπτωση που αποφανθούμε αποφατικά , τότε δεν μπορεί να τελεσθεί και ποινικό αδίκημα. 

Ήδη ο ΑΠ ( αλλά και κατώτερα δικαστήρια) με αποφάσεις τους έχουν κρίνει ότι οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 του ΚΠΔ ( δηλαδή η δυνατότητα προσκομιδής εγγράφων και υποβολής παρατηρήσεων επί του αποδεικτικού υλικού) υπερτερούν και κατισχύουν του ν. 2472/1997. [23] Η θέση αυτή της νομολογίας έχει υποστεί σφοδρή κριτική πρώτον διότι τα επικαλούμενα άρθρα έχουν διαφορετικό πεδίο εφαρμογής σε σχέση με τον νόμο περί προσωπικών δεδομένων και άρα ελλείπει το στοιχείο της ειδικότητας που θα δικαιολογούσε την εξαίρεση που προτείνει το δικαστήριο και δεύτερον δεν λαμβάνει υπόψη του α. το άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο « αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται στην ποινική διαδικασία», μια διάταξη η οποία εάν παραβιασθεί οδηγεί στην απόλυτη ακυρότητα  της διαδικασίας και μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στην παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ[24] β. το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος.

 Εφόσον το Σύνταγμα και ο νόμος ειδικά ρυθμίζουν το ζήτημα των παράνομων αποδεικτικών μέσων και ρητά αποδοκιμάζουν  την χρήση τους , η παραπάνω άποψη είναι νομικά έωλη και προβληματική. Πάντως στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί και ένα ακόμη ζήτημα (που δεν αφορά μόνο την περίπτωσή μας αλλά κάθε περίπτωση χρήσης παράνομου αποδεικτικού μέσου) είναι η ανεύρεση της βέλτιστης λύσης σε περίπτωση σύγκρουσης του νόμου περί προσωπικών δεδομένων με το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου.  

Όπως είναι διατυπωμένη η συνταγματική διάταξη δεν φαίνεται να υπάρχει διάκριση όσον αφορά την αξιολόγηση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων μεταξύ εκείνων που αποδεικνύουν πραγματικά περιστατικά σε βάρος του φερόμενου ως δράστη και σ’ αυτά που κινούνται προς την αντίρροπη κατεύθυνση.[25] Η κρατούσα άποψη[26]  στην θεωρία υποστηρίζει  ότι ο Συνταγματικός νομοθέτης έχει προχωρήσει σε μια στάθμιση των εννόμων αγαθών και δεν επιτρέπεται εξαίρεση από τον παραπάνω κανόνα. 

Από την άλλη πλευρά[27] υποστηρίζεται ότι ο Συνταγματικός νομοθέτης δεν επιθυμούσε την απόλυτη απαγόρευση της χρήσης των επίμαχων αποδεικτικών μέσων,  ενώ η αντίθεση θέση δεν λαμβάνει υπόψη της ότι δεν υπάρχουν εντός του Συντάγματος διατάξεις που υπερτερούν σε σχέση με άλλες. Σε περίπτωση σύγκρουσης Συνταγματικών διατάξεων ( πχ με το 20 Σ) ο δικαστής θα σταθμίσει in concreto αν θα επιβληθούν περιορισμοί στο δικαίωμα απόδειξης , δηλαδή θα εφαρμοστεί η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. 

Έτσι πχ εάν το παράνομο αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο που μπορεί να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος  για την απόδειξη της αθωότητας του, τότε η προστασία μέσω του δικαστηρίου και το ατομικό αγαθό της προσωπικής ελευθερίας είναι σημαντικότερο από την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Συνεπώς η χρήση του αποδεικτικού μέσου είναι νόμιμη, πράγμα που επιδρά και στην ποινική απαξία της πράξης, αφού αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης ή δίδεται η δυνατότητα   επίκλησης του ισχυρισμού  της κατάστασης  ανάγκης.

 Παρά την ακραία και απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης που έχει θέσει τόσο ο συνταγματικός όσο και αργότερα ο δικονομικός νομοθέτης, φαίνεται ότι τα δικαστήρια αρχίζουν και ξεπερνούν τον σκόπελο αυτό και τείνουν να εφαρμόζουν όλο και περισσότερο την αρχή της αναλογικότητας.

 Συγκεκριμένα, με την ΟλΑΠ 1/2017 (πολιτικό  Τμήμα)[28] κρίθηκε  ότι  το δικαστήριο έχει την δυνατότητα  να αξιολογήσει το εάν ένα παράνομο αποδεικτικό μέσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μια πολιτική δίκη με βάση την αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς οι περιορισμοί του άρθρου 19 του Συντάγματος μπορούν να καμφθούν. 

Αντίστοιχα, ο ΑΠ με μια ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του, την AΠ 991/2018[29], έκρινε ότι είναι νόμιμη η εξέταση πρώην συνηγόρου ως μάρτυρα κατηγορίας σε υπόθεση πρώην εντολέα του , αφού δέχθηκε ότι «Η δικαστική αξιολόγηση και στάθμιση για τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικής κατάστασης ανάγκης, που δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα, λόγω προσβολής της ανθρώπινης αξίας σε περίπτωση μη χρησιμοποίησης τους, πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, και την οποία οφείλει να σέβεται κάθε περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων είτε προβλέπεται απευθείας από το Σύνταγμα, είτε προβλέπεται από νόμο, υπέρ του οποίου υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη»  και έτσι αξιοποίησε τις καταθέσεις των μαρτύρων δεχόμενο ότι «Περαιτέρω , τα κατατιθέμενα από τον εν λόγω μάρτυρα, είναι σαφές ότι θα συνεκτιμηθούν και από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία , κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης , χωρίς να προκύπτει ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠΔ, αλλ’ ούτε και παράβαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν καταλύεται το θεμελιώδες δικαίωμα στην αυτοπροστασία του κατηγορουμένου , κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, ούτε τίθεται ζήτημα απαγορευμένης αυτοενοχοποίησής του, αφού προέχει το δημόσιο συμφέρον».

Επίσης το ζήτημα επανατέθηκε με την με αριθμό 14/2020 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του ΑΠ σύμφωνα με την οποία « …Όμως η δικονομική αξιοποίηση παράνομων αποδεικτικών μέσων θα κριθεί σε συνταγματικό επίπεδο, αφού τυπικός νόμος δεν μπορεί να κατισχύσει του Συντάγματος ( Α. Ζύγουρας, Αντ/λέας Αρείου Πάγου, Η δικονομική αξιοποίησης υπό των ιδιωτών των παρανόμων αποδεικτικών μέσων μετά την τελευταία νομοθετική μεταβολή ΠοινΧρ. 2008, 1013. Αυτό έγινε δεκτό από τον Άρειο Πάγο με την 1/2001 απόφαση της Ολομέλειας ( ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ_ , κατά τον οποίο επιβάλλεται η ad hοc στάθμιση των συγκρουόμενων ατομικών δικαιωμάτων με γνώμονα τη βέλτιστη δυνατή συνύπαρξή τους……..Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 2 , 19 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 εδ δ του Σ. προκύπτει ότι ο κανόνας της απαγόρευσης της χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ κάμπτεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όχι μόνο υπέρ αλλά και κατά του κατηγορουμένου…. Η χρήση των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν κατόπιν βασανιστηρίων αποκλείεται κατ’ απόλυτο τρόπο ως μέσο αναζήτησης της αλήθειας , αφού τα βασανιστήρια αναιρούν την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου. Η έλλογη αξιοποίηση όμως άλλων αποδεικτικών μέσων παρανόμως κτηθέντων όπως λχ με παραβίαση του ιδιωτικού απορρήτου κλπ είτε υπέρ είτε κατά του κατηγορουμένου, εξασφαλίζει την ισορροπία στο σύστημα προστασίας αξιών κατά την αποδεικτική διαδικασία σύμφωνα με την βαθύτερη λογική του δικαίου , η οποία στηρίζεται στη στάθμιση των εννόμων αγαθών και συμφερόντων και στη σύμμετρη κατ’ αναλογία διαφύλαξή τους……» .

  Η θέση της νομολογίας ( τουλάχιστον όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που είναι υπέρ του κατηγορουμένου)  είναι απολύτως ορθή , αφού η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτη και δεν  μπορεί να οδηγεί στην τρώση σημαντικών ατομικών δικαιωμάτων , όπως πχ  της προσωπικής ελευθερίας , ενώ τα δικαστήρια έχουν την δυνατότητα να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αποτελεσματικά κατά περίπτωση. Οι διάδικοι και οι συνήγοροι τους γνωρίζουν τον νόμο , τα προβλήματα στάθμισης με άλλες συνταγματικές διατάξεις και θα αναλάβουν και την ευθύνη, εάν η χρήση των προσωπικών δεδομένων είναι αδικαιολόγητη. Όμως η απόλυτη απαγόρευση οδηγεί σε μια αφόρητη κατάσταση που καταλήγει στην διακινδύνευση της ίδιας της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και την καταχρηστική προστασία του ατομικού δικαιώματος, πράγμα που δεν μπορεί να αποτελεί στόχο του Συνταγματικού Νομοθέτη. 

  • ΣΧΕΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ 

Όπως είναι γνωστό , ο Γενικός Κανονισμός έγινε γνωστός κυρίως για το ύψος των διοικητικών κυρώσεών του και συγκεκριμένα σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μπορούν να επιβληθούν πρόστιμα που μπορούν να ανέλθουν στα 20 εκατομμύρια ευρώ ή σε περίπτωση επιχειρήσεων στο 4% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους. Τούτο σημαίνει ότι σε περίπτωση που συντρέχει η διοικητική διαδικασία επιβολής κυρώσεων αλλά ταυτόχρονα και ποινική δίωξη μπορεί να τεθεί θέμα ουσιαστικού δεδικασμένου ( αποφυγή διπλής δίωξης για την ίδια πράξη). [30]

Συγκεκριμένα  σύμφωνα με το 7 πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [31]( αλλά και με βάση το άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) ορίζεται ότι « Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Ο κανόνας αυτός δημιουργεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα για τους πολίτες και έχει άμεση εφαρμογή στις εθνικές έννομες τάξεις.[32]

Για την ενεργοποίηση της προβλεπόμενης σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem)[33], απαιτείται κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) πρέπει να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κυρώσεων, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι «ποινικές» κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι, βάσει των αποκαλουμένων κριτηρίων Engel[34], κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως «ποινικές» και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων γι’ αυτές διοικητικών κυρώσεων, γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ιδίου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσία παραβατική συμπεριφορά.[35]

Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η ύπαρξη ποινικών κυρώσεων που κολάζονται και με πολύ αυστηρές διοικητικές ποινές μπορεί να δημιουργήσει ζητήματα εφαρμογής του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αλλά και του Θεμελιώδη Χάρτη[36] , αφού και οι διοικητικές κυρώσεις έχουν ουσιαστικό ποινικό χαρακτήρα και σε περίπτωση περατώσεως της διοικητικής διαδικασίας μπορεί να δημιουργήσουν δεδικασμένο που οδηγεί σε απαγόρευση περαιτέρω δίωξης του δράστη. 

  • ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ

Με βάση τα οντολογικά στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αυτά διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, δηλαδή σε εγκλήματα δόλου και αμέλειας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όλα τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 4624/2019 τιμωρούνται μόνο εφόσον στοιχειοθετηθεί ο δόλος του δράστη. Επίσης όσον αφορά το ζήτημα της επικάλυψης της αντικειμενικής υπόστασης από την υποκειμενική θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα εγκλήματα των πρώτων τριών παραγράφων έχουν κανονική υποκειμενική υπόσταση, δηλαδή εκτός από το στοιχείο της πλήρους καλύψεως , ο δόλος μπορεί να είναι κάθε βαθμού , δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος. Αντίθετα στην τέταρτη παράγραφο το αδίκημα είναι υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης , αφού έχουμε έγκλημα σκοπού , το οποίο τιμωρείται όσον αφορά το υποκειμενικό τμήμα που ξεπερνά την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος εφόσον ο δράστης ενεργεί με δόλο α βαθμού.  Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην πέμπτη παράγραφο του άρθρου 38 του παραπάνω νόμου , έχει θεσπιστεί ένα γνήσιο έγκλημα διακινδύνευσης , αφού σε περίπτωση που έχει προκληθεί κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ή για την εθνική ασφάλεια , η ποινή που επιβάλλεται είναι η  κάθειρξη και η χρηματική ποινή έως 300.000 ευρώ. 

  • ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΜΕΤΑΞΥ ν. 2472/1997 και ν. 4624/2019.

Η διάταξη του  άρθρου 38 του ν. 4624/2019 δημιουργεί σοβαρά ερμηνευτικά προβλήματα στην πρώτη παράγραφο, αφού όπως φαίνεται τουλάχιστον από τον τρόπο διατύπωσής της, στοιχειοθετούνται δύο αδικήματα , δηλαδή η επέμβαση στο σύστημα αρχειοθέτησης, η οποία οδηγεί στην γνώση των δεδομένων και η αντιγραφή κλπ δεδομένων , χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση  με τον Κανονισμό ( αφού συνδέει άμεσα την επεξεργασία κάθε είδους με το σύστημα αρχειοθέτησης) αλλά και με την προηγούμενη νομοθεσία και νομολογία, αφού όπως προείπαμε  κομβικό στοιχείο στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ήταν  η έννοια του αρχείου. Η συγκεκριμένη διατύπωση διευρύνει τα όρια προστασίας και αποκόπτει τα δεδομένα από το σύστημα αρχειοθέτησης, πράγμα που είναι αμφίβολο εάν αποτελούσε πρόθεση του νομοθέτη, ενώ δημιουργεί ζητήματα συρροής μεταξύ των δύο τρόπων τελέσεως του αδικήματος. Κατά την άποψή μας η διάταξη θα πρέπει να τροποποιηθεί και πάντως σε κάθε περίπτωση να ερμηνευτεί με βάση τις προηγούμενες θέσεις της θεωρίας και της νομολογίας, δηλαδή οι πράξεις επεξεργασίας να θεωρούνται παράνομες μόνο εάν συνδέονται με προηγούμενη  επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης.   

Όσον αφορά την συγκριτική διάσταση μεταξύ του παλαιού και νέου καθεστώτος, μια σημαντική διαφορά που εντοπίζεται είναι η κατάργηση του ποινικού αδικήματος της παράλειψης γνωστοποίησης της σύστασης και λειτουργίας αρχείου ή της μεταβολής των όρων και των προϋποθέσεων χορηγήσεως της άδειας αυτού καθώς και της διατήρησης αρχείου χωρίς άδεια , πράγμα που είναι φυσικό , αφού με τον Κανονισμό πλέον δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις. 

 Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το αδίκημα της διασύνδεσης αρχείων χωρίς την γνωστοποίηση  στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων καθώς και τα αδικήματα που αφορούν τον υπεύθυνο επεξεργασίας.  Τέλος καταργήθηκαν τα αδικήματα που τελούνταν από αμέλεια. 

Όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων θα πρέπει να επισημανθεί ότι στον ν. 2472/1997 αρκούσε για την τέλεση του αδικήματος η επέμβαση στο αρχείο , ενώ πλέον απαιτείται η επέμβαση να έχει οδηγήσει και την λήψη των πληροφοριών από το αρχείο. Επίσης στον νέο νόμο υπάρχει μια διαβάθμιση των αδικημάτων , αφού η κοινοποίηση , διαβίβαση κλπ. δεδομένων σε μη δικαιούμενα πρόσωπα αποτελεί διακεκριμένο έγκλημα και δεν ανήκει στο βασικό, όπως συνέβαινε  με τον ν. 2472/1997. Τέλος  τα πλαίσια ποινών για το βασικό αλλά και για τις διακεκριμένες  μορφές του  παραμένουν περίπου οι ίδια. 

  1. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η ποινική προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί κύριο μέλημα του νομοθέτη και στον ν. 2472/1997  αλλά και στον  αντίστοιχο 4624/2019. Η νέες νομοθετικές επιλογές στον τομέα αυτόν είναι κατ’ αρχάς σύμφωνες με τις γενικές κατευθύνσεις  του Κανονισμού, περιορίζουν (ορθά) το εύρος της ποινικής καταστολής , όμως παρουσιάζουν και νομοτεχνικές αστοχίες που θα πρέπει να διορθωθούν. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν με τον ν. 2472/1997 παραμένουν ακόμη σε εκκρεμότητα και θα αποτελέσουν αντικείμενο γόνιμου διαλόγου θεωρίας και νομολογίας, ενώ πλέον τα αυξημένα διοικητικά πρόστιμα που προβλέπονται στον Κανονισμό είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσουν ζητήματα με το 7ο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.  

                                                                  Γεώργιος Παπαδημητράκης 

                                                                  ΔΝ δικηγόρος 


[1] Βλ. Μεταξάκη, Η ποινική προστασία της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του ονόματος χρήστη, του κωδικού πρόσβασης και της διεύθυνσης ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου, ΠοινΧρ. 2014, σελ. 8. 

[2] Βλ. αιτιολογικές τους εκθέσεις. Για τον ν. 4624/2019 https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/ODHGIA.pdf

[3] Βλ. Νούσκαλη, Ποινική Προστασία Προσωπικών δεδομένων, 2007, σελ. 12. 

[4] Βλ. ΑΠ 1257/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1770/2005 ΔιΜΕΕ 2006, σελ. 247, ΕφΑθ 3833/1983 ΝοΒ 52. σελ 247, ΕφΑθ. 1293/2005 ΔιΜΕΕ 2005 σελ. 576.

[5] Βλ. ΣτΕ 3545/2002 ΝοΒ 2003 , σελ. 348, ΣτΕ 3212/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 984/2001 ΠοινΧρ. 2003, σελ. 56, ΣυμβΕφΑθ 3140/2004 ΠοινΧρ. 2004, σελ. 544, Αρχή Προστασίας Δεδομένων  Προσωπικού Χαρακτήρα,  510/2000,  52/2003. 

[6] Βλ. ΕφΠατρ. 837/2013 ΠοινΔικ. 2014, σελ. 375, ΠλημΑθ. 1001/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤρΕφΑθ. 175/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤρΕφΠατρ 837/2013 ΠοινΔικ 2014 σελ. 377, ΣυμβΠλημΣαμ 34/2001 ΠοινΔικ. 2002, σελ. 881. 

[7] Βλ. και άρθρο 5Α του Συντάγματος. 

[8]  Βλ. Ανθιμου , Το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού του ατόμου ως έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, ΚριτΕ, 2008,  σ. 135.

[9] Βλ. Μήτρου , στο Παπαντωνιάδου, Αποκρατικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και προστασία καταναλωτών, 2008, σελ. 153. 

[10] Βλ. Σωτηρόπουλου, Η συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων , 2006, σελ. 53 επ. 

[11] Βλ. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 408, 

[12] Βλ. Παπαδημητράκη, Η Εισαγγελική Αρχή στην Ελληνική και την Αγγλική Έννομη Τάξη, 2018, σελ. 101 επ.

[13] Βλ. Διάταξη ΕισΠρΑθ. 123/2014  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[14] Βλ. Νούσκαλη, ό.π., σελ 30. , Χριστοδούλου, Δίκαιο Προσωπικών Δεδομένων , 2013, σελ. 47, 

[15] Βλ. Ιγγλεζάκη, Επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ΠοινΔικ. 2013, σελ. 929 επ. 

[16] Βλ. Αλεξανδροπούλου, Προσωπικά Δεδομένα, 2016, σελ. 63 επ.  

[17] Βλ. Βρεττού, Η τροποποίηση της έννοιας του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τον ν. 3471/2006 και οι συνέπειές της στην εφαρμογή του ν. 2472/1997 στα δημοσιογραφικά αρχεία, ΔιΜΕΕ, 2011, σελ. 32 επ, Μήτρου Ο γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, 2017, σελ. 47.  

[18] Βλ. ΑΠ 1857/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1110/2013  ΠοινΧρ. 2014, σελ 42, ΑΠ 2053/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1370/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΤρΕφΑθ 175/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ  

[19] Βλ. ΜονΠρ.Βολ 350/2001, Αρμ. 2001, σελ 1247, ΣυμβΠλημΑθ. 2942/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔιατΕισΠλημΘεσ/νικης 494/2017 , ΠοινΔικ. 2019, σελ. 868 επ. 

[20] Βλ. Νούσκαλη, ό.π., σελ. 68.

[21] Βλ. ΔιατΕισΑθ 123/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΠλημΘεσ. 1247/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[22] Βλ. Αλαπάντα, Δικαστικά Αρχεία και Προσωπικά Δεδομένα κατά τον Κανονισμό ΕΕ 679/2016, ΔιΜΜΕ 2018 σελ. 185 , 16/2005 ΑΠΔΠΧ, 2/006, Γιανόππουλου, Η Ανωνυμοποίηση των βάσεων δεδομένων, ΔιΜΕΕ 2012, σελ. 21 επ. 

[23] Βλ. ΣυμβΑΠ 1945/2002 , ΠοινΔικ. 2003, σελ. 626, ΕφΑθ. 984/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔιατΕισ.Πειρ. 95/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ. 4378/2004 Αρχ Ν 2006, σελ. 430 επ. ΣυμβΕφΑθ. 1744/2005 ΠοινΔικ. 2006 σελ. 430, ΕφΘεσ. 733/2009 (σημ. Μήτρου), ΔΙΜΕΕ 2009 σελ..519. 

[24] Βλ. Δαλακούρα, Ηλεκτρονικό έγκλημα, 2018, σελ 34.

[25] Βλ. Στράγγα, Χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, 2003, σελ. 42 επ. 

[26] Βλ. Κοντιάδη, Ο νέος Συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 158 επ. 

[27] Βλ. Ορφανουδάκη , Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική έννομη τάξη, 2003, σελ. 163. ΟλΑΠ 1/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[28] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ 

[29] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[30] Παρά του ότι η αιτιολογική έκθεση αναφέρει ότι ελήφθη υπόψη το σχετικό ζήτημα , δεν αποκλείεται η διοικητική επιβολή κυρώσεων καθώς και η ποινική δίωξη στο ίδιο πρόσωπο, πχ όταν αυτό είναι υπεύθυνο επεξεργασίας.  

[31] Βλ. Τσόλκα, Το εσωτερικό δυαδικό σύστημα κυρώσεων υπό το πρίσμα των άρθρων 4 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 50 του ΧΘΔΕΕ- Οι πρόσφατες εξελίξεις της νομολογίας του ΕΔΔΑ, του ΔΕΕ και των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων, ΠοιΧρ. 2019, σελ. 575 επ. 

[32] Βλ. ΕΔΔΑ, 10.2.2009, Zolotukhin κατά Ρωσίαςμ ΔΕΕ 26.3.2013 C-617/10, DEE 20.3.2018 C-537/16. 

[33] Βλ. Μήτρου, ό.π, σελ. 178, Vervaele, Ne bis in Idem, Towards a Transnational Constitutional Principle in the E.U?, Utrecht Law Review, 2013 , σελ 211 επ.

[34] Βλ. Κων/νίδη, Δυαδικές κυρώσεις και « ne bis in idem”, ΠοινΧρ. 2019, σελ. 493 επ.  . 

[35] Βλ.  Κατσιρώδη, Ο Νέος Κανονισμός Προσωπικών Δεδομένων και η ποινική προστασία αυτών, ΔιΜΕΕ 2018 σελ. 175 επ. , αποφάσεις ΕΔΔΑ της 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος, της 9.6.2016, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος, της 15.11.2016, Α και Β κατά Νορβηγίας, βλ. ΣτΕ 7μελούς 680/2017, 167-169/2017, 1778/2017, 1992/2016, 1728/2018, 108/2017  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΔΑ Α και Β κατά Νορβηγίας, « Τα συμβαλλόμενα κράτη είναι κατ’ αρχάς αρμόδια να αποφασίσουν πως θα οργανώσουν το νομικό τους σύστημα, …..Η ρύθμιση όμως « έχει καθήκον να καθορίσει εάν το συγκεκριμένο εθνικό μέτρο, είναι προϊόν ενός ολοκληρωμένου συστήματος που διευκολύνει την αντιμετώπιση των διαφόρων πτυχών την αδικίας με προβλέψιμο και αναλογικό τρόπο σχηματίζοντας ένα συνεκτικό σύνολο έτσι ώστε το άτομο να μην υποβάλλεται έτσι σε αδικία..» Για την συμμόρφωση με το παραπάνω πρωτόκολλο θα πρέπει να υπάρχει « η πρόβλεψη σε κάποιο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, διαδικασίας μιας ταχύτητας… στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας» . Εάν δεν ακολουθηθεί η διαδικασία αυτή τότε « θα πρέπει οι δύο διαδικασίες να έχουν συνδυαστεί με τρόπο ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο» και να μην υπάρχουν επικαλύψεις. 

[36] Βλ. Τσόλκα, ό.π., σελ. 583. 

ΗΘΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΣΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

‘Ενας από τους πιο ταχεία αναπτυσσόμενους κλάδους της βιομηχανίας και της τεχνολογίας είναι η αυτόνομη αυτοκίνηση. Η δημιουργία και ανάπτυξη οχημάτων που θα κινούνται αυτόνομα χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση ( ή με ελάχιστη) θεωρείται ότι θα περιορίσει από την μια πλευρά τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα, τα οποία προκαλούν σημαντικό αριθμό ανθρώπινων απωλειών και σοβαρών τραυματισμών, ενώ από την άλλη θα βελτιώσει την κίνηση στις οδούς, με αποτέλεσμα να υπάρξει εξοικονόμηση πόρων που διατίθενται για την μετακίνηση των προσώπων και των εμπορευμάτων.
Η αυτόνομη αυτοκίνηση θέτει νέες προκλήσεις και στον τρόπο με τον οποίο τα αυτοκίνητα θα έρχονται σε διαδραστική επαφή με το περιβάλλον αλλά και θα λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις τους όσον αφορά την οδηγική τους συμπεριφορά. Ειδικά κατά το χρονικό διάστημα , όπου θα υπάρχει μεικτό είδος κυκλοφορίας, δηλαδή θα υπάρχουν οχήματα πλήρως αυτοματοποιημένα αλλά και συμβατικά, η περίπτωση δημιουργίας απρόβλεπτων καταστάσεων θα είναι ιδιαίτερα αυξημενη.
Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε με το ζήτημα του τρόπου λήψεως αποφάσεων κατά τη διάρκεια της αυτόνομης οδήγησης αλλά και με τις ηθικές και νομικές προεκτάσεις που έχουν οι διάφορες τεχνολογικές δυνατότητες, όσον αφορά την ρύθμιση της αυτοκίνησης . Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στις ορθότερες επιλογές για τον σχηματισμό των κανόνων που θα διέπουν την οδηγική συμπεριφορά των οχημάτων, ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο τους επιβάτες- οδηγούς αυτών αλλά όλους όσους συμμετέχουν την κυκλοφορία ( πεζούς κλπ), αφού η αύξηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης στην αυτόνομη αυτοκίνηση αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εμπορική αξιοποίηση της νέας αυτής τεχνολογίας. Η επιλογή του θέματος δεν είναι τυχαία, αφού ήδη στις ΗΠΑ έχουν προκληθεί τα πρώτα θανατηφόρα ατυχήματα , στα οποία έχουν εμπλακεί οχήματα με αυτόνομη αυτοκίνηση και συνεπώς έχουν δημιουργηθεί σημαντικά ζητήματα που άπτονται της χρήσης της νέας αυτής τεχνολογίας. Η εργασία αυτή στηρίζεται κατ’ αρχάς σε διεθνείς έρευνες που αφορούν τις εναλλακτικές μεθόδους λήψεως αποφάσεων των οχημάτων κατά την οδήγηση , σε μελέτες για τους τρόπους αύξησης της εμπιστοσύνης της αυτόνομης αυτοκίνησης αλλά και σε θεωρητικούς προβληματισμούς για τις ηθικές και νομικές επιπτώσεις των επιλογών μας.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΣΗΣ

Η έννοια της αυτόνομης αυτοκίνησης είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη και δεν έχει προσδιοριστεί πλήρως, αφού οι τεχνολογικές εξελίξεις διαμορφώνουν συνεχώς μια νέα πραγματικότητα. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι το δεύτερο συνθετικό , δηλαδή ο όρος “αυτοκίνηση” έχει διαπλαστεί ήδη από τον 19ο αιώνα, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα που εμφανίστηκαν τα πρώτα αυτοκίνητα και ουσιαστικά παραπέμπει στη δυνατότητα κίνησης χωρίς άλογα και στην μεγαλύτερη αυτονομία ( σε σχέση με το παρελθόν) που προσφέρουν οι κινητήρες εσωτερικής καύσης ( και πλέον και οι ηλεκτρικοί κινητήρες).
Παρά ταύτα θα πρέπει να σημειωθεί ότι νέες τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής δεν σήμαιναν στην πραγματικότητα και αύξηση της “αυτονομίας” και της ευελιξίας τουλάχιστον στον τομέα της λήψεως αποφάσεων, αφού τα μεταφορικά ζώα είχαν στοιχειώδεις δυνατότητες προσανατολισμού στον χώρο, κίνησης προς συγκεκριμένους προορισμούς καθώς και αποφυγής εμποδίων, ένα χαρακτηριστικό που έλλειπε μέχρι πρόσφατα από τα αυτοκίνητα.
Οσον αφορά το δεύτερο συνθετικό, εάν ληφθούν υπόψη οι θεωρίες του Κάντ για την έννοια της ελεύθερης βούλησης, τότε η αυτονομία συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής στο πεδίο της λήψεως αποφάσεων, εφόσον όμως αυτές ευρίσκονται μέσα στα πλαίσια του ηθικού νόμου. Στο πεδίο μάλιστα που μας αφορά , ο καθορισμός των κανόνων διεξάγεται από τον άνθρωπο, ο οποίος προγραμματίζει την συμπεριφορά του οχήματος. Κατά την απόψη μας ο ορισμός του Κάντ δεν μπορεί να τύχει επίκλησης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού τα οχήματα δεν αποτελούν “ ηθικά πρόσωπα” που μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις , αφού έτσι και αλλιώς το πλαίσιο λειτουργίας των οχημάτων θα προσδιορίζεται τουλάχιστον σε ένα σημαντικό μέρος ετερογενώς , δηλαδή από τον άνθρωπό και δεύτερον υπάρχει αμφισβήτηση τόσο όσον αφορά τα όρια και το περιεχόμενο του “ηθικού νόμου” αλλά και για την ισχύ του σε κοινωνίες που η ρύθμση των σχέσεων γίνεται κυρίως μέσα από τις διαδικασίες που έχουν ορισθεί μέσα στα κρατικά πλαίσια ( πχ Σύνταγμα, νόμοι κλπ).
Ορθότερο θα ήταν να προσδιορίσουμε την έννοια της αυτονομίας ως την δυνατότητα του οχήματος να λάβει αποφάσεις για τον τρόπο κίνησής του χωρίς την συνεχή παρεμβολή του ανθρώπινου παράγοντα και μέσα σε καθορισμένο εκ των προτέρων πλαίσιων. Συνεπώς ούτε και στην περίπτωση αυτή μπορούμε να ομιλούμε για “ απόλυτη αυτονομία” αλλά για σχετική και ρυθμισμένη από το σύστημα.
Η θέση μας αυτή συνάδει και με τις σημερινές εξελίξεις στον χώρο του IoT , όπου διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν διάφορα επίπεδα αυτόνομης αυτοκίνησης , τα οποία διαρκώς αναβαθμίζονται . Σήμερα έχουν ήδη διαμορφωθεί σε θεωρητικό επίπεδο τρόποι διαχείρισης της κυκλοφορίας, στους οποίους μπορούν να εμπλακούν άνθρωποι και αυτόνομα συστήματα. Ετσι πχ το αυτοκίνητο ( με τους τρόπους που θα αναλύσουμε κατωτέρω) μπορεί να αναλάβει ( εφόσον το επιθυμεί ο οδηγός) αποκλειστικά την οδήγηση σε εθνικές οδούς , ενώ πλέον ο οδηγός μετατρέπεται σε απλό επιβάτη, ο οποίος μπορεί να ασχοληθεί με κάθε είδους δραστηριότητα. Σε περίπτωση εξόδου από την εθνική οδό, το όχημα παραδίδει τον έλεγχο στον οδηγό, εφόσον αυτός έχει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ( δεν είναι μεθυσμένος κλπ) , ενώ σε αντίθετη περίπτωση το όχημα οδηγεί το όχημα σε ασφαλή τοποθεσία ( πχ parking ή λωρίδα κινδύνου), ώστε να αποτρέψει την εκδήλωση οποιουδήποτε ατυχήματος. Πιο προωθημένο σενάριο είναι η αυτόνομη αυτοκίνηση να μπορεί να επεκταθεί σε όλους τους δρόμους , εφόσον το επιθυμεί ο οδηγός ή να γίνει υποχρεωτική παντού η κίνηση χωρίς να υπάρχει δυνατότητα λήψεως ελέγχου από οποιοδήποτε φυσικόπρόσωπο. Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πιθανότητα το όχημα να αναλάβει να παρκάρει σε μακρινή τοποθεσία, αφού πρώτα οι επιβάτες αποβιβαστούν αλλά και το αντίθετο. Με αυτόν τον τρόπο οι επιβάτες κερδίζουν χρόνο αλλά και υπάρχει καλύτερη διαχείριση πόρων όσον αφορά τους χώρους παρκαρίσματος.
Οποιες και να είναι οι τελικές επιλογές όσον αφορά τους τρόπους αυτοκίνησης υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες που επιδρούν στον σχεδιασμό των συστημάτων, όπως το βάρος του οχήματος και των επιβαινόντων , το είδος του εδάφους, το είδος του οχήματος αλλά και η κοινωνική εμπιστοσύνη προς τους τιθέμενους κανόνες αυτοκίνησης , οι οποίοι επιδρούν άμεσα στην ασφάλεια των πεζών αλλά και των υπολοίπων οχημάτων είτε αυτά είναι αυτοκινούμενα είτε όχι.

ΤΡΟΠΟΙ ΛΗΨΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΑΠΟ ΟΧΗΜΑ

Η διαδραστική σχέση οχημάτων και περιβάλλοντος είναι κομβικό στοιχείο για την ορθή λήψη των τελικών αποφάσεων από το σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι το όχημα διαθέτει ειδικούς αισθητήρες , οι οποίοι παρέχουν ζωτικές πληροφορίες στο σύστημα διεύθυνσης του οχήματος ( είτε αυτό ευρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητο ή στο cloud) για να ενεργήσει με τον δέοντα τρόπο. Σήμερα υπάρχουν κυρίως 3 κατηγορίες αισθητηριακών συστημάτων ,δηλαδή κάμερες, ραντάρ και LIDAR ( Light Detection and Ranging ) , το οποίο βασίζεται στην τεχνολογία λέιζερ. Οι κάμερες παρέχουν εικόνες βίντεο , οι οποίες συνδράμουν τον οδηγό αλλά και τα ηλεκτρονικά συστήματα να προσδιορίσουν το περιβάλλον γύρω από το όχημα και μπορεί να προσφέρουν δυσδιάστατη ή τρεισδιάστατη εικόνα με δυναμικό εύρος άνω των 130 db και με ευαισθησία στο φως στο 1 mlx. O έλεγχος της εικόνας γίνεται συνήθως με κεντρική αρχιτεκτονική και υπάρχει και η δυνατότητα συμπίεσης δεδομένων. Στο μέλλον προβλέπεται να ακολουθηθεί διαφορετική αρχιτεκτονική , δηλαδή η επεξεργασία της εικόνας να διεξάγεται κυρίως μέσα στην κάμερα και το σήμα να στέλνεται στην σχετική οθόνη του χειριστή ή στο σύστημα ελέγχου του αυτοκινήτου.
Ενας σημαντικός παράγοντας για την μείωση των ατυχημάτων και την παροχή πληροφοριών είναι το σύστημα ADAS ( Advanced Assistance Systems) , το οποίο βασίζεται σε ρανταρ 24 ή 77 Ghz. Το συγκεκριμένο όργανο μπορεί να ελέγχει τυφλές γωνίες, να συνδράμει στην αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, να αποτρέψει συγκρούσεις , να προσφέρει υπηρεσίες park assist ή να προχωρήσει σε επείγουσα πέδηση.
Επίσης το σύστημα LIDAR χρησιμοποιείται κυρίως ως αποστασιόμετρο παντός καιρού και εισάγει δεδομένα σε σχέση με την θέση του αυτοκινήτου στον χώρο. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά την κατάσταση του οδηγού υπάρχουν ειδικοί αισθητήρες μέτρησης πχ καρδιακών ρυθμών, ταχύτητας κίνησης βλεφάρων, αλκοολόμετρο που καταδεικνύουν, εάν ο οδηγός είναι σε θέση να αναλάβει την οδήγηση του οχρήματος.
Η λήψη των παραπάνω δεδομένων δεν αρκεί, ώστε να επιτευχθεί η αυτόνομη αυτοκίνηση, αφού απαιτούνται τουλάχιστον 3 κύρια υποσυστήματα , δηλαδή αλγόριθμοι για την κατανόηση του χώρου, του περιβάλλοντος και της λήψεως αποφάσεων, client που περιλαμβάνει λειτουργικό σύστημα και hardware και φυσικά πλατφόρμα cloud, δηλαδή data storage , simulation , high- Definition Mapping και deep learning model Training. Οι αλγόριθμοι επιτρέπουν την εξαγωγή πληροφοριών από τους αισθητήρες για το περιβάλλον για να μπορούν να ληφθούν αποφάσεις από το όχημα. Το υποσύστημα client ενσωματώνει όλους τους αλγόριθμους, ώστε να λαμβάνονται οι ορθότερες αποφάσεις real time , ενώ του cloud παρέχει υπηρεσίες αποθήκευσης και υπολογισμού offline. Με την πλατφόρμα cloud μπορούμε να δοκιμάζουμε νέους αλγόριθμους , να ανανεώνουμε χάρτες και να λαμβάνουμε πληροφορίες πχ για την κίνηση άλλων οχημάτων ή για προβλήματα στους δρόμους. Εαν μάλιστα μπορεί να επιτευχθεί και online σύνδεση κατά την κίνηση του οχήματος, τότε οι δυνατότητες για real time λήψη πληροφοριών μέσω της IP του αυτοκινήτου πολλαπλασιάζονται.
Οσον αφορά το ζήτημα της λήψεως αποφάσεων θα πρέπει κατ’ αρχάς να τονιστεί ότι το στάδιο αυτό είναι ιδιαίτερα δυναμικό , αφού οι αλγοριθμικοί μηχανισμοί θα πρέπει να δημιουργούν σχέδιο οδήγησης σε αληθινό χρόνο , το οποίο θα είναι ασφαλές και για τους επιβαίνοντες αλλά και για τους υπόλοιπους που κινούνται στον χώρο ( άνθρωποι, οχήματα κλπ). Ο μηχανισμός λήψεως αποφάσεων θα πρέπει να δημιουργεί προβλέψεις για την μελλοντική κίνηση των υπολοίπων οχημάτων στον δρόμο , να ελέγχει εάν οι προβλέψεις επιβεβαιώνονται, να διορθώνει διαρκώς την πορεία με βάση τα δεδομένα του δρόμου , της κίνησης αλλά και των πληροφοριών που μπορεί να εισαχθούν από το cloud . Η κίνηση των οχημάτων μπορεί είτε να προγραμματίζεται με βάση αλγόριθμους που θα εξετάζουν πάντοτε την ανεύρεση της καλύτερης διαδρομής (συμπεριλαμβανομένου και του παράγοντα κόστους) είτε την επιλογής real time decision με βάση πιθανολογικούς αλγόριθμους . Τα συστήματα οδήγησης μπορεί να είναι κλειστά ( closed- loop control System) είτε ανοικτά με λήψη οδηγιών από το cloud ή το ITS , εφόσον τούτο είναι εφικτό λόγω των προβλημάτων που μπορεί να υπάρχουν στην σύνδεση με τις IPv6.
Οι δυνατότητες αυτόνομης αυτοκίνησης του οχήματος είναι μεν σημαντικές, όμως τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα , τίθονται πλαίσια για την λήψη των αποφάσεων από το όχημα, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχεται η δραστηριότητά τους και να μειώνονται οι κίνδυνοι από την χρήση τους. Το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο όχι μόνο για την βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων από την χρήση της αυτόνομης αυτοκίνησης αλλά είναι απαραίτητο, ώστε να μπορέσουν τα σχετικά οχήματα να αποκτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και να ενταχθούν ομαλά στην κυκλοφοριακή κίνηση.
Δύο είναι τα βασικά μοντέλα που μπορούν να προταθούν για τον καθορισμό των βασικών κανόνων αυτοκίνησης, δηλαδή από την μια πλευρά ο οδηγός του αυτοκινήτου να έχει την δυνατότητα να καθορίσει εκ των προτέρων τις βασικές παραμέτρους κίνησης του οχήματος ( πχ εάν θα λάβει χώρα επιθετική ή αμυντική οδήγηση, όρια ταχύτητας , βασικοί κανόνες εμπλοκής του οχήματος σε περίπτωση αναπόφευκτου ατυχήματος) ή οι κανόνες αυτοί θα τεθούν από τον κατασκευαστή (ή τον νομοθέτη).
Κατά την άποψή μας η πρώτη επιλογή είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη, αφού από την μια πλευρά είναι ευκολότερη η εφαρμογή μέσα στο σημερινό δικαιικό πλαίσιο και του αστικού δικαίου ( δικαίου αποζημιώσεων) και του ποινικού δικαίου λόγω της διατήρησης της προσωπικής ευθύνης του χρήστη του οχήματος, , όμως από την άλλη τούτο θα δημιουργούσε σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις, αφού πλέον οι βασικοί κανόνες της κίνησης των οχημάτων θα διαμορφώνονται με βάση τις προθέσεις του οδηγού- ιδιοκτήτη του οχήματος και δεν θα ήταν γνωστές στους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην κυκλοφορία . Αλλωστε η ρύθμιση του τρόπου κίνησης των οχημάτων γίνεται σήμερα με κανόνες του θέτει η πολιτεία ( ΚΟΚ), με σκοπό να αποφευχθούν τα ατυχήματα, πράγμα που θα πρέπει να γίνει και στην περίπτωση που μας απασχολεί.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι αλγόριθμοι αυτοκίνησης και η εξέλιξη της τεχνολογίας στον τομέα του ΙοΤ δεν αποκλείουν εκ των προτέρων την εμπλοκή των οχημάτων σε κάποια σύγκρουση. Αυτό είναι απολύτως λογικό αφού πρώτον κατά το αρχικό στάδιο κυκλοφορίας των οχημάτων θα υπάρχει ένα μακροχρόνιο μεταβατικό στάδιο στο οποίο θα συνυπάρχουν αυτοματοποιημένα και απλά οχήματα με αποτέλεσμα να αυξάνουν οι πιθανότητες δημιουργίας ατυχημάτων , δεύτερον πάντοτε θα υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες πχ κίνηση πεζών ή ποδηλάτων , οι οποίοι ακόμη και με τους καλύτερους αλγόριθμους πρόβλεψης δεν θα μπορούν να αντιμετωπιστούν τρίτον τα ηλεκτρονικά συστήματα πάσχουν από bugs ή αστοχίες υλικού με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εκπληρώσουν πάντοτε ορθά την αποστολή τους και τέταρτον πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος ασφάλειας στα συστήματα IoΤ , ανεξάρτητα με το εάν αυτά είναι πάντοτε συνδεδεμένα στο cloud. , αφού όπως προείπαμε ένα κρίσιμο υποσύστημα της αυτόνομης οδήγησης είναι η λήψη ενημερώσεων και πληροφοριών από το νέφος.
Ακριβώς και γι’ αυτό στις οριακές αυτές καταστάσεις θα πρέπει να έχουν τεθεί οι απαραίτητοι κανόνες από την πολιτεία , έτσι ώστε από την μια πλευρά να αποτελέσουν αυτοί αντικείμενο διαβούλευσης και συναίνεσης και από την άλλη να είναι γνωστοί εκ των προτέρων σε όλους, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις τους, ενώ κατά την άποψή μας η οριοθέτηση αυτή θα οδηγήσει και σε μια μεγάλη αναπροσαρμογή του ασφαλιστικού , ποινικού και αστικού δικαίου, ιδίως στο θέμα των αποζημιώσεων.

ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΝΟΝΩΝ

Κατ΄αρχάς πριν αναπτύξουμε το θεωρητικό πλαίσιο για την δημιουργία των κανόνων που θα εφαρμόζονται ιδίως κατά το στάδιο της αναπόφευκτης σύγκρουσης οχημάτων ( αφού στις υπόλοιπες περιπτώσεις οι αλγόριθμοι θα μπορούν με διάφορα μέτρα όπως πχ πέδηση ή μείωση της ταχύτητας να αποφύγουν το ατύχημα και άρα δεν θα τίθονται ζητήματα στα οποία θα εμπλέκεται το δίκαιο) να αναφερθούμε στον νόμο Strassenverkehrsgesetz ( StVG), ο οποίο έχει τεθεί σε εφαρμογή στην Γερμανία την 21η Ιουνίου 2017 και ρυθμίζει το ζήτημα της κυκλοφορίας των αυτοματοποιημένων αυτοκινήτων. Οι βασικές διατάξεις του νομοθετήματος είναι οι εξής :
Α. Δίνεται ορισμός των πλήρως αυτοματοποιημένων οχημάτων και σύμφωνα με αυτόν εκτός των άλλων το αυτοκίνητο θα πρέπει να έχει την δυνατότητα να συμμορφώνεται με τους κανόνες κυκλοφορίας , να αναγνωρίζει πότε ο οδηγός επιθυμεί να λάβει τον έλεγχο και να τον ενημερώνει εάν υπάρχει αρκετός χρόνος γι΄αυτό και να προσφέρεται η δυνατότητα σε κάθε στιγμή παράκαμψης του ηλεκτρονικού συστήματος οδήγησης. Στον νόμο δεν γίνεται αναφορά σε οχήματα χωρίς οδηγό και συνεπώς η ύπαρξή του τελευταίου –τουλάχιστον μέχρι την τροποποίηση του νόμου- είναι απαραίτητη,
Β. Η χρήση των αυτόματων συστημάτων επιτρέπεται μόνο μέσα στα όρια που έχουν τεθεί για την ενδεδειγμένη χρήση του οχήματος . Το όχημα οφείλει να ενημερώνει τον οδηγό, εάν η χρήση γίνεται έξω από τα όρια που έχει θέσει ο κατασκευαστής ( πχ απομάκρυνση οδηγού από το κάθισμα κατά την αυτόματη πλοήγηση).
Γ. Ο οδηγός μπορεί να μην έχει την προσοχή του στην κυκλοφορία, όπως οφείλει να είναι σε εγρήγορση σε περίπτωση που χρειαστεί να λάβει τον έλεγχο του αυτοκινήτου είτε ύστερα από προτροπή του οχήματος είτε όταν ο οδηγός κρίνει ότι θα πρέπει να παρέμβει.
Δ. Αύξηση του ασφαλιστικού ορίου για αποζημιώσεις από τραυματισμούς ή θάνατο.
Ε. Υποχρεωτική Εγκατάσταση « μαύρου κουτιού» στο όχημα , ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ύστερα από ατύχημα εάν οδηγούσε ο άνθρωπος ή υπήρχε αυτόματη οδήγηση ώστε να αποδοθούν οι ανάλογες ευθύνες.
Οι σχετικές διατάξεις αποτελούν το πρώτο βήμα για την δημιουργία ενός πλαισίου που θα ρυθμίζει την αυτόνομη αυτοκίνηση. Παρά ταύτα θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμος είναι ιδιαίτερα ασαφής όσον αφορά την έννοια του επαρκούς χρόνου που θα πρέπει να δώσει το σύστημα στον οδηγό ώστε να αναλάβει ο ίδιος την οδήγηση, ενώ περιορίζει την ευθύνη για την χρήση του οχήματος μόνο στον οδηγό και όχι στον κατασκευστή , ένα ζήτημα που είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο.
Οσον αφορά το ζήτημα των κανόνων που θα πρέπει να τεθούν, είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, τούτοι δεν θα πρέπει να είναι προιόν ιδιωτικής έμπνευσης αλλά αντίθετα αντικείμενο ιδιαίτερης επεξεργασίας από την πολιτεία και ευρύτερης συναίνεσης, αφού η ίδια με τα νομοθετήματά της εκφράζει βασικές κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις , ενώ διαπαιδαγωγεί με τις εκάστοτε επιλογές της.

ΗΘΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ

Τα βασικά προβλήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο μηχανισμός ελέγχου του αυτοκινήτου σε περίπτωση αναπόφευκτου ατυχήματος είναι κυρίως τέσσερα. Πρώτον σε περίπτωση ατυχήματος θα πρέπει το αυτοκίνητο να προκαλέσει υλικές ζημίες αντί τραυματισμού ; Δεύτερον σε περίπτωση αναπόφευκτου τραυματισμού ή θανάτου ( εκτός του οχήματος) ποιο άτομο θα επιλεγεί ως αντικείμενο σύγκρουσης και με ποια κριτήρια; Τρίτον , το όχημα θα πρέπει να επιλέξει τον θάνατο ενός προσώπου αντί περισσοτέρων ; Και τέταρτον το όχημα θα προτιμήσει να σώσει τον οδηγό του αυτοκινήτου ή το πρόσωπο που ευρίσκεται εκτός αυτού;
Τα τέσσερα αυτά ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν με βάση διάφορες φιλοσοφικές και ηθικές θεωρίες. Οι κρατούσες από την μια πλευρά είναι οι δεοντολογικές σύμφωνα με τις οποίες η ορθότητα της πράξης δεν μπορεί να κριθεί από το αποτέλεσμά και τις συνέπειες της αλλά με βάση αρχές ,οι οποίες έχουν σαν σκοπό να εξυψώσουν τον άνθρωπο ως το μόνο ηθικό και αυτόνομο ον . Από την άλλη πλευρά υπάρχουν οι ωφελιμιστικές θεωρίες , οι οποίες ενδιαφέρονται κυρίως για το αποτέλεσμα των ενεργειών και την λογική ιεράρχισή τους. Ετσι πχ όσον αφορά το τρίτο ερώτημα , οι ωφελιμιστικές θεωρίες θα προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η διάσωση περισσοτέρων προσώπων είναι προτιμητέα από την διάσωση του ενός , ενώ οι δεοντολογικές θεωρίες διαφωνούν με την δυνατότητα μέτρησης της αξίας των ανθρώπινων ζωών και προβάλουν την θέση ότι η τελική απόφαση θα πρέπει να ληφθεί από την τύχη , δηλαδή το πρόσωπο να μην παρέμβει στην αιτιώδη διαδικασία , διότι στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο θα έχει προκαλέσει τον θάνατο του θύματος ( η πράξη και η παράλειψη ενέργειας δεν έχουν την ίδια σημασία, αφού η θετική ενέργεια προκαλεί το αποτέλεσμα , ενώ η παράλειψη δεν έχει την ίδια ηθική σημασία, αφού το αποτέλεσμα προέρχεται από άλλον παράγοντα). Οι τελικές αποφάσεις που θα ληφθούν επί αυτών των ερωτημάτων δεν θα επιδράσουν μόνο το τρόπο λειτουργίας της αυτοκίνησης αλλά και ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη του ΙοΤ στον τομέα αυτό , αφού πχ η επιλογή θυσίας του οδηγού αντί του τρίτου μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή αγοράς οχημάτων με αυτοκίνηση με συνέπεια να μην προχωρήσουν οι αυτοκινητοβιομηχανίες σε επενδύσεις πάνω στον τομέα αυτό. Είναι προφανές από ανωτέρω ότι οι λύσεις που τελικά θα επιλεγούν θα πρέπει να κερδίσουν την κοινωνική αποδοχή έτσι , ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Με τα σημερινά δεδομένα η ευθύνη των οδηγών των αυτοκινήτων σε αστικό επίπεδο ( δηλαδή σε επίπεδο αποζημιώσεων ) αλλά και σε ποινικό στα περισσότερα κράτη συνδέεται άμεσα με το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή την αναγνώριση σφάλματος από τον χειριστή του οχήματος. Για άλλες κατηγορίες εμπλεκομένων στα ατυχήματα ( πχ ιδιοκτήτης του οχήματος που δεν είναι οδηγός) ακολουθείται το πρότυπο της αντικειμενικής ευθύνης στο δίκαιο της αποζημιώσεως, δηλαδή υπέχει υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών στο θύμα, χωρίς να απαιτείται να ευθύνεται για το ατύχημα.
Οι νέες εξελίξεις στον χώρο του IoT δημιουργούν νέα δεδομένα , αφού πλέον η κίνηση των οχημάτων δεν θα εξαρτάται από τον ανθρώπινο παράγοντα.Ετσι θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:
Α. Σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται στον κατασκευαστή του οχήματος ή στο ελαττωματικό λογισμικό αυτού ( οχήματος ή cloud) , τότε μπορούμε να διαγνώσουμε και ποινική και αστική ευθύνη των προσώπων ( νπ ή φπ) που ευθύνονται για το σφάλμα.
Β. Σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε παραβίαση ασφαλείας του λογισμικού ( οχήματος ή cloud) από τρίτο πρόσωπο , τότε εκτός από την ευθύνη του τρίτου προσώπου θα πρέπει να διερευνηθεί, εάν το σύστημα προστασίας του οχήματος από κακόβουλο λογισμικό ή από άλλους τρόπους παρέμβασης ήταν σύμφωνος με την στάθμη της επιστήμης και σε περίπτωση αμέλειας, η ευθύνη διαχέεται και στον υπεύθυνο για την προστασία του λογισμικού.
Γ. Σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε ανυπέρβλητα αίτια ή σε λόγους που δεν σχετίζονται με το όχημα ή τον οδηγό του, δεν μπορεί να υπάρξει ποινική ευθύνη, αφού έτσι και αλλιώς ελλείπει το στοιχείο της υποκειμενικής ευθύνης. Από την άλλη πλευρά με το σημερινό καθεστώς ούτε δικαίωμα αποζημίωσης μπορεί να υπάρχει για τον ίδιο λόγο ( έλλειψη στοιχείου υπαιτιότητας). Γι’ αυτό το λόγο και εφαρμόζοντας την θεωρία της διακινδύνευσης , θα πρέπει να δεχθούμε ότι από την στιγμή που ο χρήστης του οχήματος θέτει σε κυκλοφορία έναν παράγοντα που δημιουργεί κοινωνικό κίνδυνο, θα πρέπει στις εξαιρετικές περιπτώσεις που ο κίνδυνος υλοποιηθεί να αναλάβει και το κόστος της ζημίας, δηλαδή να θεσμοθετηθεί αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη- χρήστη του οχήματος. Ετσι και προς αποφυγή κοινωνικών προβλημάτων , όλα τα αυτοματοποιημένα οχήματα θα πρέπει να είναι ασφαλισμένα και φυσικά να μην υπάρχουν εξαιρέσεις στην ασφάλιση που να σχετίζονται με την θέση του θύματος.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΛΗΨΕΩΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΟΧΗΜΑ – ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ

Οι επιλογές στις οποίες θα πρέπει να προχωρήσει ένα αυτοματοποιημένο όχημα συνδέονται με πολλές παραμέτρους, όπως πχ η ανεύρεση της ταχύτερης ή της οικονομικότερης διαδρομής . Το μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργείται στις περιπτώσεις όπου το όχημα θα πρέπει να λάβει μια απόφαση που θα οδηγήσει στην τρώση εννόμων αγαθών των πολιτών όπως της περιουσίας ή της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής. Σε αυτό το επίπεδο δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη απάντηση ως προς την αντιμετώπιση του, διότι σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους οδηγούς συνήθως μέσα σε συντομότατα χρονικά διαστήματα και υπάρχουν στο νομικό οπλοστάσιο συγκεκριμένες λύσεις για κάθε πρόβλημα ( απαλλαγή οδηγού λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου της πράξης του με το ατύχημα ή απαλλαγή διότι δεν υπήρχε η δυνατότητα του οδηγού να πράξει αλλιώς ή δεν υπάρχει υπαιτιότητα στην πράξη του).
Αντίθετα όταν το πλαίσιο έχει ορισθεί εκ των προτέρων , οι τελικές επιλογές δεν έχουν το στοιχειο του τυχαίου ή δεν μπορούν να « συγχωρηθούν» λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων( σε επίπεδο φυσιολογίας) των οδηγών να αντιδράσουν. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι οι παραπάνω αναφερθείσες φιλοσοφικές και ηθικές θεωρίες είναι ανταγωνιστικές , διαθέτουν την δική τους λογική και φυσικά δεν διαθέτουν καθολικής αποδοχής. Η έλλειψη της πλήρους συναίνεσης όλων των μελών της κοινωνίας για τους τελικούς κανόνες οδηγεί αναγκαστικά την πολιτεία στο να εξεύρει λύσεις που τουλάχιστον θα είναι αποδεκτές απο την πλειοψηφία των πολιτών. Για να επιτευχθεί η όσο δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση θα πρέπει οι μελλοντικές νομοθετικές ρυθμίσεις να αποτελέσουν αντικείμενο δημοψηφίσματος , αφού σε μια δημοκρατική κοινωνία, θέματα που άπτονται βασικών ηθικών επιλογών, που θα επιδράσουν καθοριστικά στην καθημερινή ζωή των προσώπων, δεν μπορούν να ρυθμιστούν χωρίς την συμμετοχή αυτών . Οι λύσεις που έχουν προταθεί ( πχ θυσία του οδηγού του αυτοκινήτου ή του τρίτου προσώπου ) ενέχουν κόστος σε προσωπικά έννομα αγαθά και είναι απαραίτητη η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση και κοινωνική αποδοχή. Πάντως επειδή ομιλούμε για ενδεχόμενη τρώση προσωπικών έννομων αγαθών ( πχ του οδηγού) θα πρέπει πάντοτε η αυτόνομη αυτοκίνηση να δίδεται εναλλακτικά με την συμβατική , έτσι ώστε το κάθε πρόσωπο να μπορεί να κάνει τις δικές του επιλογές και να αναλάβει το κόστος αυτών. Οσον αφορά τους τρίτους η αυτόνομη αυτοκίνηση δεν μεταβάλλει το status τους , αφού και σήμερα υπάρχει διακινδύνευση των εννόμων αγαθών τους με την συμβατική οδήγηση και το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι η διαμόρφωση του νέου πλαισίου στο δίκαιο των αποζημιώσεων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στο πλαίσιο του ΙοΤ αναπτύσσεται διαρκώς η ιδέα της αυτόνομης αυτοκίνησης, με την οποία επιδιώκουμε την μείωση του κόστους των πόρων που δαπανώνται κατά την μετακίνηση, την μείωση των τροχαίων ατυχημάτων αλλά και την αύξηση της εμπειρίας των χρηστών αυτής. Η νέα τεχνολογία εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς , διαρκώς βελτιώνονται τα απαραίτητα υποστηστήματα για την επίτευξη του στόχου και ήδη άρχισαν να κυκλοφορούν τα πρώτα αυτόνομα αυτοκίνητα στις ΗΠΑ και στην Γερμανία. Ενα από τα προβλήματα που θα πρέπει να λυθεί είναι η δημιουργία κανόνων στον τρόπο λήψεως αποφάσεων από το όχημα ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης. Το έργο αυτό είναι δύσκολο , αφού άπτεται σοβαρών νομικών, ηθικών και φιλοσοφικών διλλημάτων και γι’ αυτό το λόγο οι λύσεις που θα επιλεγούν θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας και όπου είναι δυνατόν να δοθούν και εναλλακτικές επιλογές.

Ο Θεσμός των ενόρκων στο αγγλικό δίκαιο

έχει ενδιαφέρον

GEORGIOS PAPADIMITRAKIS's avatarΔρ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ και Συνεργάτες Δικηγορικό Γραφείο

Ο θεσμός του Ορκωτού Δικαστηρίουστο Αγγλικό Δίκαιο

Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες θεσμούς  του Αγγλικού Ποινικού Δικονομικού Δικαίου είναι το Ορκωτό Δικαστήριο ( CrownCourt) , το οποίο ασχολείται με την εκδίκαση των πολύ σοβαρών εγκλημάτων.  Τα αμιγή Ορκωτά Δικαστήρια  ( και για τις  αστικές και για τις  ποινικές υποθέσεις)   εμφανίστηκαν στην Αγγλία   περίπου τον  15ο αιώνα [1]και συνεχίζουν  μέχρι σήμερα αδιάλειπτα το έργο τους. Η ύπαρξη ενόρκων στο μηχανισμό  απονομής της ποινικής  δικαιοσύνης  κρίνεται  ως θεμελιώδους σημασίας γεγονός, αφού δίνεται  η δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν δυναμικά  σε μια από τις πιο σημαντικές  κρατικές  λειτουργίες[2]. Επίσης, το Ορκωτό Δικαστήριο θεωρείται ότι περιορίζει τη δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας και αποτρέπει τις καταδίκες αθώων  πολιτών για πολιτικές  ή για άλλου είδους  σκοπιμότητες. Τέλος, μέσω των ενόρκων, διαχέεται στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης  το περί δικαίου αίσθημα του λαού  , το οποίο μπορεί να κάνει πιο ευέλικτους τους τυπικούς κανόνες δικαίου, που έχουν ψηφισθεί από το Κοινοβούλιο[3]. Τα τελευταία χρόνια πάντως, άρχισε  μια βαθιά κριτική για τον τρόπο απονομής  της ποινικής δικαιοσύνης  από τους ενόρκους

Δείτε την αρχική δημοσίευση 5.394 επιπλέον λέξεις

ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΡΥΠΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Ενας σημαντικός αριθμός εγκλήματων που σχετίζονται με τον κυβερνοχώρο ή διαπράττονται μέσω πληροφοριακών συστημάτων έχουν οικονομική χροιά, δηλαδή τελούνται για να αποκομίσει ο δράστης ορισμένο περιουσιακό όφελος.  Το όφελος αυτό λόγω της έλλειψης- τις περισσότερες φορές-  άμεσης επαφής δράστη και θύματος διακινείται μέσω του τραπεζικού συστήματος είτε μέσω διάφορων επενδυτικών εργαλείων, τα οποία εξασφαλίζουν την γρήγορη και ασφαλή  πρόσβαση του δράστη στο “ κέρδος του”.  Η χρήση των σύγχρονων μεθόδων μεταφοράς χρημάτων ή άλλων αγαθών δεν είναι πάντοτε ανέφελη για τον δράστη , αφού υπάρχουν διάφοροι μέθοδοι με τις οποίες μπορεί να αποκαλυφθεί η ταυτότητά του αλλά και να κατασχεθεί το εγκληματικό προϊόν.  

Γι’ αυτό το λόγο και σε περιπτώσεις, όπου τα κέρδη από την εγκληματική δραστηριότητα είναι σημαντικά , οι δράστες προσπαθούν από την μια πλευρά  να καλύψουν τα ίχνη τους  και από την άλλη  να εμφανίσουν ως νόμιμα τα κέρδη τους , για να μπορούν να τα αξιοποιήσουν περαιτέρω. 

Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο σημαντικούς κινδύνους για την ακεραιότητα και την φήμη των τραπεζικών συστημάτων σε διεθνές επίπεδο[1]αλλά και ενισχύει την δύναμη των εγκληματικών ομάδων και τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίες αποκτούν σημαντικούς πόρους για να συνεχίσουν και να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους[2].

 Σήμερα έχει αναπτυχθεί σε διεθνές επίπεδο ένα βασικό νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού , ενώ στην Ελλάδα το ζήτημα ρυθμίζεται από τον ν. 3691/2008 , ο οποίος αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσης εργασίας υπό το πρίσμα, όμως της χρησιμοποίησης κρυπτονομισμάτων γιατην νομιμοποίηση  εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ 

Η αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στη διεθνή κοινότητα[3]και στην Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε ήδη από το 1988 με την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών που είχε υπογραφεί στην Βιέννη[4]και βασικός σκοπός ήταν η αντιμετώπιση των κερδών που προέρχονται κυρίως από αδικήματα που συνδέονται με την πώληση ναρκωτικών ουσιών και που διαχέονταν μέσω Off- shore κι άλλων ανώνυμων επενδυτικών  οχημάτων σε όλο το τραπεζικό σύστημα και ιδίως σε «φορολογικούς παραδείσους». 

 Με το νόμο 1990/1991 κυρώθηκε  η Σύμβαση αυτή και από την Ελλάδα και αποτελεί το πρώτο νομοθέτημα με το οποίο επιχειρήθηκε να τεθεί η βάση και να ορισθούν βασικές έννοιες που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 Στη συνέχεια το 2000 με τη δεύτερη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών που υπεγράφη στο Παλέρμο και από την Ελλάδα, έγινε εμφανής η συνάρτηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος με το οργανωμένο έγκλημα. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υπέγραψε το 1990 στο Στρασβούργο τη Σύμβαση για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, την οποία η Ελλάδα κύρωσε μετά από οκτώ έτη με το νόμο 2655/1998. 

Το κανονιστικό ευρωπαϊκό πλαίσιο διαμορφώθηκε με βάση την οδηγία 91/308/ΕΟΚ, την οδηγία 2001/97/ΕΚ, την οδηγία 2005/60/ΕΚ[5], που αφορούσαν την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τον κανονισμό ΕΚ 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ στην Ελλάδα τα σημαντικότερα νομοθετήματα για το ζήτημα αυτό ήταν ο νόμος 2331/1995 αλλά και ο νόμος 3691/2008, στον οποίο έχουν ενσωματωθεί όλες οι κοινοτικές νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του παραπάνω φαινομένου.  

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με το άρθρο 55 του ν. 3691/2008 καταργείται συνολικά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, το οποίο ρυθμίζεται πλέον σε νέα βάση , πράγμα που αποτρέπει την αναδρομική ισχύ διατάξεων που για  πρώτη φορά εισάγονται με τον νέο νόμο και δεν καλύπτονται από τον προηγούμενο, ενώ πάντοτε έχει εφαρμογή το άρθρο 2 του ΠΚ. 

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ 

Οπως προκύπτει από τον νόμο  3691/2008 η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν αφορά κάθε περίπτωση  εμφάνισης και αξιοποίησης  “ μαύρου χρήματος”  αλλά απαιτείται τα προς “ ξέπλυμα “ έσοδα  να προέρχονται από την τέλεση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων, τα οποία ονομάζονται βασικά.[6]

Στην συγκεκριμένη περίπτωση των εγκλημάτων που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό έγκλημα,  η ενεργοποίηση  του νόμου 3691/2008  λαμβάνει χώρα σε περιπτώσεις όπου το βασικό έγκλημα είναι η απάτη με υπολογιστή, άλλα αδικήματα ( πχ σωματοεμπορία) τα οποία μπορούν να τελούνται και μέσω πληροφοριακών συστημάτων , όπως και κάθε  αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητικής της ελευθερίας , της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος , δηλαδή σε περιπτώσεις όπως το άρθρο 370Β παρ. 2 ή  το άρθρο 370 Δ ΠΚ. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην 18η κατηγορία βασικών εγκλημάτων (στην προαναφεθείσα δηλαδή) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο ύψους του παραχθέντος “βρώμικου χρήματος”  (το οποίο ήταν 15.000 ευρώ στο νόμο 2331/1995) , πράγμα που δημιουργεί  ερμηνευτικές δυσχέρειες, αφού πλέον σ’ αυτήν φαίνεται ότι μπορούν να ενταχθούν όλα τα εγκλήματα , αρκεί να υπάρχει άμεσο ή έμμεσο περιουσιακό όφελος και ανεξαρτήτως ύψους. 

Η άποψη αυτή πάντως δεν είναι απροσμάχητη[7], αφού έχει υποστηριχθεί ότι το βασικό έγκλημα μπορεί να είναι αποκλειστικά μόνο αυτό που περιλαμβάνει το στοιχείο του οφέλους είτε ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης είτε ως περιεχόμενο ενός υπερχειλούς υποκειμενικού δόλου. 

Οι απαγορευμένες ενέργειες αναφέρονται στο άρθρο 2  του παραπάνω νόμου, όπου ορίζεται και η έννοια της νομιμοποίησης εσόδων. Ετσι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη,  η νομιμοποίηση εσόδων μπορεί να έχει το εξής περιεχόμενο: 

  1. Η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του. 
  2. Η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή στον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες. 
  3. Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες. 
  4. Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα. 
  5. Η σύσταση οργάνωσης ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων από τις πράξεις που αναφέρονται στα παραπάνω στοιχεία α ́ έως δ ́ και η συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση ή ομάδα.

Οι παραπάνω πράξεις μπορούν να τελεστούν είτε με την κλασική μορφή , όπως πχ με την εικονική αγορά ακινήτων, την χρησιμοποίηση των καζίνο κλπ , αλλά και με την χρήση των νέων τεχνολογιών. Ετσι για παράδειγμα η διαδικτυακή τραπεζική, τα ηλεκτρονικά μετρητά , ο ηλεκτρονικός χρυσός , οι προπληρωμένες κάρτες τηλεφώνου , τα ιδιόκτητα συστήματα ( πνευματικά δικαιώματα, ευρεσιτεχνίας) προσφέρουν νέους και πολλές φορές εύκολους τρόπους για την νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων. 

Η νομιμοποίηση αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζει κάποιο νόμιμο τίτλο για τα παράνομα έσοδα  ( με εξαίρεση την τέταρτη  περίπτωση  η οποία προστέθηκε για πρώτη φορά με τον νόμο  3691/2008, σύμφωνα με την οποία και η απλή μόνο κατάθεση σε τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται ο σκοπός της προσδώσεως νομιμοφάνειας θεωρείται ως αυτοτελή πράξη νομιμοποίησης[8]), πράγμα που μπορεί να γίνει είτε μέσω του τραπεζικού συστήματος  ή με την χρήση οποιουδήποτε άλλου επενδυτικού εργαλείου[9], ενώ κατά την άποψή μας  ο τίτλος που αποκτάται θα πρέπει να είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω, διότι σε αντίθετη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο της νομιμοποίησης , δηλαδή η δυνατότητα χρησιμοποίησης  του περιουσιακού στοιχείου από τον δράστη για την ανάπτυξη της εγκληματικής του δράσης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούμε ιδιαίτερα στον προβληματισμό που δημιουργεί η αξιοποίηση των bitcoins ή άλλων ηλεκτρονικών νομισμάτων για την απόκρυψη και μεταφορά χρηματικών ποσών. 

Το bitcoin βασίζεται στην τεχνολογία του blockchain και ουσιαστικά αποτελεί αμοιβή[10]για την χρήση των υπολογιστικών πόρων των χρηστών, οι οποίοι εξασφαλίζουν την ακεραιότητα και την αξιοπιστία της λειτουργίας του τελευταίου. Οι μονάδες του νομίσματος που ονομάζονται «Bitcoins» χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση και τη μετάδοση αξίας μεταξύ των συμμετεχόντων στο δίκτυο του bitcoin..

Οι χρήστες μπορούν να μεταφέρουν bitcoins μέσω του διαδικτύου για να πραγματοποιήσουν οποιεσδήποτε συναλλαγές μπορούν να γίνουν και με συμβατικά νομίσματα, όπως το να αγοράζουν και να πωλούν αγαθά, να στέλνουν χρήματα σε άτομα ή οργανώσεις, ή να επεκτείνουν πιστώσεις. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά νομίσματα, τα bitcoins είναι εντελώς εικονικά. Δεν υπάρχουν φυσικά κέρματα ή ακόμη και καθ’ εαυτό ψηφιακά νομίσματα.

 Ο νομικός χαρακτηρισμός του bitcoin έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού κατά την άποψή μας,  εάν το bitcoin δεν θεωρηθεί ως περιουσιακό στοιχείο , τότε η μετατροπή περιουσίας σε bitcoin ή και το αντίστροφο δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόποινη πράξη, αφού θα λείπει το στοιχείο της «νομιμοποιήσεως» αλλά και της « περιουσίας».

  Σύμφωνα με το ΔΕΚ ( απόφαση C-264/14) αλλά και την έκθεση της ΕΚΤ του 2012 εικονικά νομίσματα ορίζονται τα μη υποκείμενα σε ρύθμιση ηλεκτρονικά χρήματα, τα οποία εκδίδονται και ελέγχονται από τους εκδότες τους και γίνονται δεκτά από τα μέλη τους. Τα εν λόγω εικονικά νομίσματα ομοιάζουν προς τα λοιπά ανταλλασσόμενα νομίσματα,  όσον αφορά την χρήση τους στον πραγματικό κόσμο, όμως διαφέρουν από το ηλεκτρονικό χρήμα , αφού σε αντίθεση με αυτό τα χρηματικά ποσά δεν εκφράζονται σε κάποια συμβατική μονάδα ( πχ ευρώ) αλλά και σε μια εικονική μονάδα ( πχ bitcοin). Το ΔΕΚ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το bitcoin αποτελεί συμβατικό μέσο πληρωμής και συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα άϋλο περιουσιακό στοιχείο[11]. Η θέση αυτή δεν είναι απροσμάχητη αφού πχ  δικαστήριο στις ΗΠΑ ( Miami Case F14-2923) δέχθηκε  ότι το bitcoin δεν είναι χρήμα , αφού δεν εκδίδεται από οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα , δεν είναι ενσώματο περιουσιακό στοιχείο και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ξεπλήματος. Παρά ταύτα σε επίπεδο φορολογίας στις ΗΠΑ τα bitcoins αντιμετωπίζονται ως εισόδημα και μπορούν να φορολογηθούν.[12]

Κατά την άποψή μας τα bitcoins  δεν είναι νομίσματα , αφού δεν εκδίδονται και δεν γίνονται δεκτά από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών [13], όμως αποτελούν άϋλο περιουσιακό στοιχείο ( με την μορφή των ψηφιακών δεδομένων)[14], αφού σε οικονομικό επίπεδο αποτελούν αντικείμενα συναλλαγής , μπορούν να μετατραπούν σε χρήματα κρατών ( σε ιδιωτικό επίπεδο)  και να στηρίξουν την αγορά διαφόρων αγαθών.

 Η επίσημη αναγνώριση από τα κράτη του συγκεκριμένου κρυπτονομίσματος δεν έχει σημασία στο επίπεδο αυτό , αφού υπάρχουν οικονομικά αγαθά που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών και έχουν αξία, ενώ δεν σχετίζονται με κρατικές δομές ή είναι και παράνομα[15]( πχ παλαιότερα τα χρυσά νομίσματα κρούγκεραντ που δεν εκδίδονται μάλιστα από την κρατική τράπεζα της Νοτίου Αφρικής  αλλά από το χυτήριο χρυσού Rand Refinery, δεν αποτελούσαν αντικείμενο συναλλαγής την δεκαετία του 1980 , αφού απαγορευόταν η κατοχή τους  από την νομοθεσία των ΗΠΑ και λοιπών κρατών). 

Πάντως σε κάθε περίπτωση το ζήτημα των εικονικών νομισμάτων ή άλλων νέων επενδυτικών προϊόντων θα πρέπει να ρυθμιστεί και σε νομοθετικό επίπεδο , έτσι ώστε να υπάρξει ασφάλεια δικαίου, η οποία φυσικά είναι απαραίτητη ιδίως στην αντιμετώπιση του ποινικού φαινομένου.  

Οσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο θα πρέπει να τονιστεί ότι για τις πρώτες 3 περιπτώσεις απαιτείται ρητά ο δράστης να τελεί την πράξη εν γνώσει της προελεύσεως, δηλαδή απαιτείται δόλος α και β βαθμού, ενώ για τις υπόλοιπες περιπτώσεις αρκεί δόλος οποιουδήποτε βαθμού. Επίσης τα εγκλήματα στις περιπτώσεις α και δ είναι υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης , αφού απαιτείται ο δράστης να έχει ως στόχο την απόκρυψη ή την συγκάληψη της παράνομης προέλευσης της περιουσίας ή η παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του ή να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα ( περ. δ).

Το ζήτημα που τίθεται είναι εάν για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος  θα πρέπει ο δράστης να γνωρίζει ότι η περιουσία προέρχεται αόριστα από κάποια εγκληματική πράξη ή θα πρέπει να έχει γνώση της τέλεσης του συγκεκριμένου βασικού αδικήματος  ( τόπος , χρόνος , πράξη) που  δημούργησε το “μαύρο χρήμα”. Αν και ο νόμος δεν ορίζει ρητά , η νομολογία ήδη έχει κρίνει ότι απαιτείται η εξειδικευμένη , σαφής και αναλυτική γνώση της ταυτότητας της προηγούμενης εγκληματικής πράξεως.[16]Τούτο είναι ορθό και σε θεωρητικό επίπεδο αφού η προέλευση της νομιμοποιούμενης περιουσίας είναι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δηλαδή απαιτείται να γνωρίζει ο δράστης ότι η περιουσία προήρθε από αξιόποινη πράξη.

Τέλος θα πρέπει να αναφερθούμε σε ένα ζήτημα που έχει προβληματίσει τον νομοθέτη αλλά και τους θεωρητικούς του δικαίου ήδη από την δημιουργία του πρώτου  νομικού πλαισίου για την αντιμετώπιση του μαύρου χρήματος , δηλαδή κατά πόσο ο δράστης του ξεπλύματος μπορεί να είναι και ο δράστης του βασικού εγκλήματος.

  Ηδη από τον ν. 2331/1995 υποστηρίχθηκαν και οι δύο απόψεις με κρατούσα την θέση ότι τούτο δεν είναι δυνατόν. [17]Το ζήτημα λύθηκε οριστικά με ρητή πρόβλεψη στον ν. 3424/2005 σύμφωνα με την οποία η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις της νομιμοποιήσεως , ενώ  επιπλέον απαιτήθηκε η τέλεση από τον ίδιο ή άλλον  να εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. [18]

 Σήμερα με τον άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3691/2008 η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων ( αυτουργού και συμμετεχόντων) για τις πράξεις των στοιχείων α, β και γ της παραγράφου αυτής, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος.  Η διάταξη αυτή είναι προβληματική, αφού το βασικό και το έγκλημα της νομιμοποιήσεως είναι πάντοτε διαφορετικά εγκλήματα,  δηλαδή συρρέουν πραγματικά και όχι κατ’ ιδέα, συνεπώς η διατύπωση δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικό όσον αφορά την επίλυση του ζητήματος. .

Ο νομοθέτης μάλλον εννοεί ότι η συρροή είναι αληθινή και όχι φαινομενική,[19](οι πραπάνω διατάξεις ήρθαν να αντιμετωπίσουν την προηγούμενη κρατούσα θέση για τον αποκλεισμό βασικού εγκλήματος και τέλεσης αυτού της νομιμοποιήσεως, ενώ ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι οι πράξεις συρρέουν πραγματικά),  παρά του ότι σε θεωρητικό επίπεδο έχει προταθεί ότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι το ίδιο με αυτό του βασικού εγκλήματος και όχι η φήμη ή η ακεραιότητα του τραπεζικού συστήματος , πράγμα που συνεπάγεται την φαινομενική συρροή μεταξύ των δύο εγκλημάτων. [20]

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ 

Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 3691/2008 προβλέπονται οι εξής ποινικές κυρώσεις για τα φυσικά πρόσωπα που κατηγορούνται για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες: 

Α.   Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. 

Β.  Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α  τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ, αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα  της παθητικής δωροδοκίας, της ενεργητικής δωροδοκίας και της δωροδοκίας δικαστή, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης. 

Γ.  Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας. 

Δ.  Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται ο υπάλληλος του υπόχρεου νομικού προσώπου ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά ύποπτων συναλλαγών πρόσωπο παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις. 

Ε. Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι συγγενής εξ ΄αίματος ή εξ ΄αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και του β ́ βαθμού ή σύζυγος, θετός γονέας ή θετό τέκνο του υπαίτιου του βασικού αδικήματος. 

Στ. Αν η προβλεπόμενη ποινή για το βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση και τα προκύψαντα έσοδα δεν υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως δύο ετών. Αν ο υπαίτιος ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. 

Τέλος στα εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες , για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του ΠΚ., λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών –μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του έτους 2005 για την νομιμοποίηση , ανίχνευση , κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή  για αποφάσεις κρατών μελών της ΕΕ, αφού στην περίπτωση έκδοσης καταδικαστικών αποφάσεων για το ίδιο αδίκημα δημιουργείται κώλυμα λόγω της αρχής Ne bis in idem[21]και δεν μπορεί πλέον να κινηθεί ποινική δίωξη. 

ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΗ ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΕΥΣΗΣ 

Σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 3691/2008 προβλέπεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊον βασικού εγκλήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊον τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδκημάτων κατάσχονται  και εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς τους στον ιδιοκτήτη κατά το άρθρο 373 ΚΠΔ  δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση αυτή επιβάλλεται ακόμη και εάν τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν σε τρίτον , εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος  ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά τον χρόνο κτήσεως αυτών, ενώ οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. 

 Εαν δε η περιουσία ή το προϊόν δεν υπάρχει πλέον ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους της παρ. 1 περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος κατά τον χρόνο της καταδικαστικής απόφασης , όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο[22]. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας  ή του προϊόντος , αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία προς δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος.

Για το ζήτημα της δήμευσης θα πρέπει να τονιστούν τα εξής :

Α. Δήμευση επιτρέπεται όχι μόνο για την περιουσία που έχει παραχθεί από την νομιμοποίηση εσόδων αλλά και για τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν το προϊον βασικού εγκλήματος , ακόμη και εάν στην βασική διάταξη δεν υπάρχει ανάλογη πρόβλεψη, όταν το έγκλημα τιμωρείται μεμονωμένα. 

Β. Οσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα τέλεσης αυτών των αδικημάτων , θα πρέπει να αποδειχθεί  η λειτουργική σύνδεση της περιουσίας με την συγκεκριμένη άδικη πράξη , δηλαδή το περιουσιακό στοιχείο θα πρέπει να είναι ουσιαστικά το μέσο τελέσεως της εγκληματικής συμπεριφοράς που ολκληρώθηκε ήδη , άλλως το περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε από τον δράστη αποφασιστικά , ώστε να ενισχυθεί η δραστική αποτελεσματικότητά του στην πραγμάτωση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που διέπραξε. 

Γ. Το άρθρο 46 προβλέπει τη δυνατότητα δήμευσης των περιουσιακών στοιχείων που προορίζονταν προς τέλεση των συγκεκριμένων αδικημάτων αλλά και σε περίπτωση απόπειρας τους.Η πρώτη περίπτωση φαίνεται να καλύπτει τις προπαρασκευαστικές ενέργειες  και διευρύνει το μέγεθος της περιουσίας που μπορεί να δημευθεί. 

Δ. Δεν ρυθμίζεται νομοθετικά το ζήτημα της απόκτησης περιουσιακού στοιχείου με χρήματα και με νόμιμο τρόπο αλλά  και από παράνομη πράξη. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας [23]και να επιβληθεί η δήμευση μόνο στο τμήμα του περιουσιακού στοιχείου που προήλθε ο έκνομη δραστηριότητα.[24]

Ε. Υπάρχει η δυνατότητα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων τρίτων με την προϋπόθεση να τελούσε ο ίδιος εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν έχει ιδιαίτερη εφαρμογή, αφού εάν συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση μάλλον θα είναι  αυτουργός- συνεργός  του εγκλήματος , ενώ η χρησιμότητά της  περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου το τρίτο πρόσωπο αποκτά την σχετική του ιδιότητα  εξαιτίας της διαφορετικής δικονομικής ή ουσιαστικής εξέλιξης της δικής του υπόθεσης ( πχ παραγραφή ή χωρισμός δικογραφιών).  

Στ. Προβληματική είναι  και  η πρόβλεψη για τη δυνατότητα δέσμευσης περιουσίας τρίτου, ο οποίος έχει άμεση γνώση ,κατά τον χρόνο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων του, για την μελλοντική χρησιμοποίησή τους ως μέσων πραγμάτωσης από τον δράστη των αδικημάτων που περιγράφονται στο άρθρο 46, αφού δεν μπορεί να είναι επιτρεπτή η προγνωστική ( άμεση) αντίληψη του κυρίου των περιουσιακών στοιχείων για την μελλοντική χρήση τους  από  άλλον. Στην περίπτωση αυτή και εφόσον έχει παράσχει τα μέσα τότε είναι τουλάχιστον απλός συνεργός και όχι τρίτος. 

Ζ. Η δήμευση επιβάλλεται υποχρεωτικά και ανεξάρτητα από την ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης πχ σε περιπτώσεις θανάτου του κατηγορουμένου, απαράδεκτο ποινκής δίωξης κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές η δήμευση διατάσσεται από το δικαστικό συμβούλιο ή με απόφαση δικαστηρίου και η σχετική  κύρωση έχει μάλλον τον χαρακτήρα μέτρου ασφαλείας, του οποίου όμως η συνταγματικότητα αμφισβητείται , διότι πολλές  φορές λόγω του γεγονότος που δεν επιτρέπει την εκδοση απόφασης ( πχ θάνατος κατηγορουμένου) ελλείπει και  ο κίνδυνος για την δημόσια τάξη.  [25]

 ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ 

Σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 3691/2008 επιτρέπεται ως ειδική ανακριτική πράξη η απαγόρευση κίνησης κάθε είδους λογαριασμών , τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό , το άνοιγμα θυρίδων, θησαυροφυλακίων και η απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου. Τα παραπάνω ισχύουν και για τα βασικά αδικήματα αλλά και για την περιουσία που έχει αποκτηθεί από την νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική  δραστηριότητα.

 Από την λήψη της οικείας διάταξης του ανακριτή  , το πιστωτικό ίδρυμα κλπ αποκτά την ιδιότητα του μεσεγγυούχου και πλέον το περιουσιακό στοιχείο τίθεται εκτός συναλλαγής[26]και υπάρχει απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης ή διάθεσής του. Τούτο συμβαίνει για την διευκόλυνση του ανακριτικού έργου ( διατήρηση στοιχείων εγκλήματος)  αλλά και για να μπορεί να εφαρμοστεί η ειδική δήμευση του άρθρου 46 του ν. 3691/2008. [27]

Εαν μάλιστα απαιτούνται λόγω της φύσης του πράγματος ( πχ ακίνητα) και πρόσθετες ενέργειες ( πχ δημοσίευση στα κτηματολογικά βιβλία), η δέσμευση εκκινεί μόλις ολοκληρωθούν οι προϋποθέσεις του νόμου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαγορεύονται μόνο οι ενέργειες που απομειώνουν την δεσμευμένη περουσία και όχι οι αντίθετες πχ κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό , ο οποίος έχει δεσμευτεί.  

Ενα ζήτημα που μπορεί να προκύψει στην πράξη ( και για το ζήτημα της δήμευσης αλλά και της δέσμευσης) είναι ο τρόπος με τον οποίο η περιουσία του κατηγορουμένου σε πρώτο στάδιο θα αδρανοποιηθεί και εφόσον καταδικασθεί θα δημευθεί. Ετσι πχ σε περίπτωση όπου έχουμε περιουσία από κρυπτονομίσματα, η δυνατότητα αδρανοποίησης της είναι ιδιαίτερα δυσχερής , αφού  αυτά δεν κρατούνται σε επίσημα πιστωτικά ιδρύματα ή θησαυροφυλάκια. 

Στις περιπτώσεις αυτές η ανεύρεση των αποστολέων αλλά και των παραληπτών  είναι σχεδόν αδύνατη[28],αφού χρησιμοποιούνται ψευδώνυμα και ειδικοί κωδικοί, ενώ τα δύο μέρη  μπορεί να ευρίσκονται οπουδήποτε (το ζήτημα της μετατροπής σε εικονικά νομίσματα έχει και την διεθνή του διάσταση , αφού στην νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα  έχει εφαρμογή το άρθρο 6 και 9 του ΠΚ και όχι το 8 του ΠΚ, ενώ παράλληλα προβλέφθηκε στο άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3691/2008 ότι νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες υπάρχει και όταν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχεται η προς νομιμοποίηση περιουσία έλαβαν χώρα στο έδαφος άλλου κράτους, εφόσον αυτές θα ήταν βασικό αδίκημα εάν διαπράττονταν στην Ελλάδα και θεωρούνταν αξιόποινες με την νομοθεσία του κράτους αυτού)[29].  Οταν πχ  ένας αποστολέας στέλνει bitcοin σε κάποιον που ξεπλένει χρήματα δεν ανταλλάσσονται στοιχεία που να επιτρέπουν την ταυτοποίηση του χρήστη , ενώ σε περίπτωση αύξησης των προσπαθειών ελέγχου του χώρου από τις διωκτικές αρχές θα αυξηθεί η δυσπιστία των χρηστών προς τις κυβερνήσεις (γι’ αυτό άλλωστε δημιουργήθηκαν και τα νομίσματα αυτά) με αποτέλεσμα να  αυξηθούν τα μέτρα ασφαλείας και η ανωνυμία των χρηστών . [30]

Επίσης είναι προβληματικός ο έλεγχος των κινήσεων μέσων των « ανθρακωρύχων» , αφού και αυτοί είναι ανώνυμοι και δεν γνωρίζουν για την φύση των συναλλαγών που διεξάγονται μέσω της τεχνολογίας του blockchain. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την ομάδα ανάπτυξης του bitcoin, αφού πρώτον το παραπάνω εικονικό νόμισμα είναι ένα δίκτυο ανοικτού κώδικα με ενεργή κοινότητα, συνεπώς η δυνατότητα ελέγχου των συναλλαγών είναι σχεδόν αδύνατη και δεύτερον είναι δύσκολο να συσχετιστεί η ομάδα ανάπτυξης του bitcoin με τις επιμέρους συναλλαγές που μπορεί να προκύψουν στο δίκτυο. 

Η ομάδα ανάπτυξης λειτουργεί περισσότερο ως πρακτορείο προτύπων και όχι ως μια κεντρική αρχή που ελέγχει τη λειτουργία του δικτύου.

Κατά την άποψη των θεωρητικών, ο πιο εύκολος τρόπος ελέγχου της παράνομης δραστηριότητας συνδέεται με την νομοθετική ρύθμιση των συναλλαγματικών ισοτιμιών του bitcoin και των ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων , αφού πρώτον  εάν  τα κρυπτονομίσματα  αναγνωριστούν  ως νομίσματα  θα μπορούσε να ελέγχονται οι συναλλαγές  στα ανταλλακτήρια[31], ενώ δεύτερον  η εισαγωγή των ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων στο άρθρο 5 του . 3591/2008 θα καταστήσει τους ασχολούμενους με το συγκεκριμένο αντικείμενο υπόλογους  για τις εγκληματικές πράξεις που διαπράττονται στον συγκεκριμένο χώρο.[32]

ΕΠΙΤΡΟΠΗ του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 

Εκτός από τις δικαστικές αρχές ,η αντιμετώπιση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος έχει ανατεθεί  και  σε ειδική επιτροπή , η οποία εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Οι εξουσίες της επιτροπής είναι παρόμοιες με αυτές των Εισαγγελέων[33]και ουσιαστικά αποτελεί μια παραεισαγγελία , γι’ αυτόν τον λόγο μάλιστα η σχετική νομοθετική επιλογή έχει δεχθεί σφοδρή κριτική  [34].

Η επιτροπή έχει πρόσβαση σε κάθε απόρρητο δεδομένο, δεν δεσμεύεται από το φορολογικό απόρρητο , αξιολογεί τα στοιχεία του ΤΗΡΕΣΙΑ , δεν είναι υποχρεωμένη να ακούσει τον ερευνόμενο και να του δώσει πρόσβαση στα στοιχεία της δικογραφίας. 

 Επίσης η επιτροπή μπορεί να διενεργεί προανακριτική έρευνα και για το βασικό έγκλημα και γι’ αυτό της νομιμοποιήσεως , ενώ μπορεί να θέτει την υπόθεση στο αρχείο και να υφαρπάσει αρμοδιότητες της Εισαγγελικής Αρχής. Επίσης μπορεί να τελεί ανακριτικές πράξεις όπως κατ’ οίκον έρευνα με τήρηση βέβαια των εγγυήσεων του άρθρου 9 του Συντάγματος καθώς να επιβάλει ειδικά μέτρα , όπως το πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών[35], η απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κλπ. 

ΟΔΗΓΙΑ 2018/843 

Οι εξελίξεις στον χώρο της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα συνεχίζονται μέσα στα πλαίσια της ΕΕ, αφού ήδη από το 2016 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε σχέδιο για την αναμόρφωση της σχετική νομοθεσίας ιδίως όσον αφορά τα εικονικά νομίσματα, αναγνωρίζοντας ότι το μέχρι σήμερα πλαίσιο δεν είναι επαρκές. Αποτέλεσμα των παραπάνω προσπαθείων είναι η οδηγία 2018/843, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα κάτωθι: 

Α. Υπόλογα πρόσωπα για τον έλεγχο των ύποπτων δραστηριοτήτων θα είναι και οι πάροχοι που ασχολούνται με υπηρεσίες ανταλλαγής εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων καθώς και οι θεματοφύλακες ψηφιακών πορτοφολίων .

Β. Δίνεται ο ορισμός του εικονικού νομίσματος, σύμφωνα με τον οποίο είναι μια ψηφιακή αναπαράσταση αξίας που δεν εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή δημόσια αρχή ούτε έχει την εγγύησή τους, δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα και δεν διαθέτει το νομικό καθεστώς νομίσματος ή χρήματος, όμως γίνεται αποδεκτή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως μέσο συναλλαγής και μπορεί να μεταφέρεται, να αποθηκεύεται ή να διακινείται ηλεκτρονικά.

Γ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν,  ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που ενεργούν ως αγοραστές να δέχονται μόνον τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες που έχουν εκδοθεί σε τρίτες χώρες, όπου οι εν λόγω κάρτες πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρει η σχετική οδηγία, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην δέχονται στο έδαφός τους τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες.

Δ. Επιβάλλεται στις πλατφόρμες ανταλλαγής η υποχρέωση να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών τους, με αποτέλεσμα να περιορίζεται πλέον το βασικό πλεονέκτημα των κρυπτονομισμάτων, δηλαδή την ανωνυνμία. 

Ε. Τα κράτη μέλη οφείλουν να δημιουργήσουν μητρώο για τους παρόχους  υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ των εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων και για τους  παρόχους  υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών έχουν εγγραφεί σε μητρώο.

Στ. Θα δημιουργηθεί κεντρική βάση δεδομένων που θα περιλαμβάνει τους χρήστες των κρυπτονομισμάτων.[36]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Η νομιμοποίηση εσόδων αποτελεί σήμερα έναν από τουςβασικότερους πυλώνες για την ενίσχυση και την επέκταση των δραστηριοτήτων  των εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων. Το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα , τα άπειρα επενδυτικά προϊοντα αλλά και η νέα τεχνολογία διευκολύνει την προσπάθεια αυτή των δραστών των βασικών εγκλημάτων, παρά του ότι σε νομοθετικό επίπεδο υπάρχει ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο για την καταπολέμηση των φαινομένων αυτών στα κράτη της  ΕΕ αλλά και στις ΗΠΑ.

 Οσον αφορά τα εικονικά νομίσματα θα πρέπει να σημειωθεί ότι  εκτός των ζητημάτων που αφορούν την νομοθετική ρύθμισή τους (ένα θέμα που  ρυθμίζεται σε ικανοποιητικό βαθμό με την παραπάνω οδηγία) , δημιουργείται πρακτικό πρόβλημα και για την ανεύρεση των δραστών αλλά και για την δήμευση των παράνομων κερδών. Γι’ αυτό το λόγο είναι ανάγκη μιας συντονισμένης και παγκόσμιας προσπάθειας για την ρύθμιση και έλεγχο της τεχνολογίας blockchain και των κρυπτονομισμάτων  ή η απαγόρευση  χρησιμοποίησης  αυτών σε κάθε είδους  συναλλαγές,  έτσι ώστε να τεθούν από την ομάδα ανάπτυξης του blockchain ( εφόσον τούτο είναι δυνατόν) διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες για την αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η παραπάνω αναφερθείσα οδηγία που προσπαθεί να ελέγξει την διακίνηση των κρυπτονομισμάτων στα ανταλλακτήρια τους ή στους θεματοφύλακες των πορτοφολίων, χωρίς φυσικά να επιλύει ολοκληρωτικά το ζήτημα, αφού υπάρχουν και οι ιδιωτικές συναλλαγές αλλά και οι συναλλαγές εκτός του πλαισίου της Ε.Ε. 

                                                             Γεώργιος Παπαδημητράκης 


[1]Βλ. Αιτιολογική εκθεση ν. 2331/1995 , Εισηγητική έκθεση ν. 3691/2008  και κριτική  σε αυτές , Συμεωνίδου- Καστανίδου, Οργανωμένο Εγκλημα και Τρομοκρατία, 2005, σελ. 172 επ.,  Παύλου/Δημήτραινα, Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητητες, 2009, σελ. 6 επ. 

[2]Παύλου /Δημήτραινα, ό.π., σελ 3 επ. 

[3]Γενικά για το θέμα βλ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Η ποινική αντιμετώπιση του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος . Μεταξύ διεθνούς , Ευρωπαϊκης και Εθνικής Νομοθεσίας, ΠοινΧρ. 2007 σελ. 3 επ. 

[4]Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου,ό.π.,σελ 169 επ. 

[5]Βλ. Ζημιανίτη, Η Τρίτη Κοινοτική Οδηγία για το ξέπλυμα χρήματος:μια προκαταρκτική θεώρηση, ΕΕΠ Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος :Καθαρή ή ελεύθερη κοινωνία ; 2007 σελ 101 επ. 

[6]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 10 επ. 

[7]Βλ. Παύλου, Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Από τον ν. 2331/1995 στον ν. 3424/2005. Η εξέλιξη και γιγάντωση μιας δογματικής και κυρωτικής εκτροπής, ΠοινΧρ. 2006, σελ. 342 επ.  

[8]Βλ. ΑΠ 570/2006 ΠοινΧρ. 2007, 317 , Ανδρουλάκη, Η ποινική δογματική και απήχησή της στην πράξη, ΠοινΧρ. 2002, σελ. 289 επ. 

[9]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 13.

[10]Βλ. Μεταξάκη, Bitcoin, Κρυπτονόμισμα και κυβερνοέγκλημα, 2017, σελ. 63. 

[11]Βλ. Για τις ΗΠΑ βλ. Μυλωνόπουλο, Χωρεί έκδοση στις ΗΠΑ για νομιμοποίηση κρυπτονομισμάτων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 185, Texas District Court’s decision, SEC v Shavers, 2013 Fed.Sec.L.Rep) CCH)P 97, 596 ( E.D Tex Aug. 6, 2013), Jeffrey E. Alberts & Bertrand Fry Is B A Security/ BITCOIN. J. Sci &Tech.  

[12]Βλ. Larson, Implications of bitcoin Not Being Actual Currency, The Espinoza Case, ΑΒΑ TaxTimes, Vol. 36 με τις ειδικές παραπομπές στην νομοθεσία. 

[13]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ 38. Σύμφωνα με τον συγγραφέα τον bitcoinδεν είναι μεν νόμισμα αλλά εν ευρεία έννοια χρήμα αφού απολαμβάνει γενικής αποδοχής ως μέσο πληρωμών. Χρήμα είναι το σύνολο των οικονομικών αξιών που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν σε καθημερινή βάση για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και την αποπληρωμή δανείων.  Το χρήμα αποτελεί μέσο συναλλαγής ( γίνεται αποδεκτό ως μέσο πληρωμής) , μονάδα μέτρησης ( κατάδειξη τιμών και καταγραφή χρεών) και αποθήκευση αξιών . Κατά την άποψή μας είναι αμφισβητήσιμο ότι το bitcoin είναι χρήμα, αφού πρώτον σε ιστορικό επίπεδο η έννοια του χρήματος έχει συνδεθεί άμεσα με τα νομίσματα και την αναγνώρισή τους σε διεθνές κρατικό επίπεδο και  δεύτερον το bitcoin δεν γίνεται αποδεκτό σε μεγάλο μέρος των συναλλαγών ( ιδίως σε επίπεδο κρατικό) ως μέσο πληρωμής. Παρά ταύτα αποτελεί περιουσιασκό δεδομένο, αφού μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανταλλαγής με άλλα περιουσιακά στοιχεία αλλά και συναλλαγής έτσω σε περιορισμένο κύκλο προσώπων. 

[14]Βλ. Μεταξάκη, ό.π.,σελ. 131. 

[15]https://tamtam.news/lifestyle/skotini-istoria-enos-pragmatika-chrysou-nomismatos/

[16]Βλ. ΑΠ 372/2002 ΠοινΧρ. 2003, σελ 208 επ. Απ 402/2004 ΠοινΧρ. 2005, σελ. 134 επ. ΑΠ 1611/2007 ΠοινΧρ. 2008, σελ. 527 επ, ΑνΕισΠληνΑθ. 23/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ 

[17]Βλ. Δημήτραινα ,Νομιμοποίηση εσόδων . Θέσεις τις νομολογίας σε ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής του ν. 2331/1995 ΠοινΔικ.2004, σελ. 588 επ. , ιδίου, ο δράστης του εγκλήματος της νομιμοποήσης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ΕΕΠ , ό.π, σελ. 139 επ. ΑΠ 1057/2008 ΠοιΧρ. 2008, σελ. 788 επ. ΣυμβΕφΘρ. 37/2000 ΥΠερ. Σελ. 573 επ. , ΑΠ 372/2002 ΠοινΔικ. 2012, σελ. 1013 επ. 

[18]Για την ορθή ερμηνεία της διατάξεως βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ. 17. 

[19]Βλ. ΣυμβΕφΠατρ. 223/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 4222/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ. 23/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1185/2014, ΑΠ 1611/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΡεθυμ. 59/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[20]Βλ. Κουτσουπιά, Το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και η οριοθέτηση του αξιοποίνου κατά το ισχύον δίκαιο και de lege ferenda, ΝοΒ 2018, σελ. 192 επ, Δημήτραινας/Παύλου, ό.π., σελ. 24 επ. 

[21]Αρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε,  Βλ.Ολ ΑΠ 1/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 268/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[22]Βλ. ΠλημΑθ. 275/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[23]Βλ. Δαλακούρα, Αρχή της Αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, 1993, σελ. 42 επ., Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο ,2007, σελ. 43 .

[24]Βλ. Παύλου/ Δημήτραινα, ό.π., σελ 35 επ. 

[25]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ. 39. 

[26]Βλ. ΔΠρωΝαυπλ. 85/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΠΠΑθ. 3106/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[27]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 44.

[28]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ. 241 επ. 

[29]Βλ. Μαργαρίτη/Βασιλειάδη , Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας, Δωροδοκία και ν. 1608/50. Αυτοενοχοποίηση , διττό αξιόποινο και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 961 επ. 

[30]Βλ. Bryans- Danton, BitCoin and Money Laundering: Minig for the effective Solution, 2014. 

[31]Βλ. ΑΠ 2080/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ 

[32]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ 223. To ζήτημα αυτό ρυθμίζεται με την οδηγία 2018/843.  

[33]Βλ. ΣτΕ 4427/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[34]Βλ. Λίβου, Πολύ κακό για το τίποτα; Οι ανακριτικές αρμοδιότητες της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες, Ποιχρ. 2006, 380, Παύλου, Το πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών στην προδικασία για το έγκλημα της νομιμοποίησεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠΟινΧρ. 2005, σελ. 769 επ.,  Παπαδημητράκη, Η Εισαγγελική Αρχή στην Ελληνική και την Αγγλική Εννομη Τάξη, 2018, σελ 335. 

[35]Βλ. Γνωμ. ΝΣΚ 214/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 2438/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμΕφΘεσσαλονίκης 113/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[36]Βλ. Θεοδωράκη, Η χρήση κρυπτονομισμάτων για παράνομες δραστηριότητες και σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες στο https://theartofcrime.gr Τεύχος Νοεμβρίου 2018. 

Ο Θεσμός των ενόρκων στο αγγλικό δίκαιο

   Ο θεσμός του Ορκωτού Δικαστηρίου   στο Αγγλικό Δίκαιο 

Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες θεσμούς  του Αγγλικού Ποινικού Δικονομικού Δικαίου είναι το Ορκωτό Δικαστήριο ( CrownCourt) , το οποίο ασχολείται με την εκδίκαση των πολύ σοβαρών εγκλημάτων.  Τα αμιγή Ορκωτά Δικαστήρια  ( και για τις  αστικές και για τις  ποινικές υποθέσεις)   εμφανίστηκαν στην Αγγλία   περίπου τον  15ο αιώνα [1]και συνεχίζουν  μέχρι σήμερα αδιάλειπτα το έργο τους. Η ύπαρξη ενόρκων στο μηχανισμό  απονομής της ποινικής  δικαιοσύνης  κρίνεται  ως θεμελιώδους σημασίας γεγονός, αφού δίνεται  η δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν δυναμικά  σε μια από τις πιο σημαντικές  κρατικές  λειτουργίες[2]. Επίσης, το Ορκωτό Δικαστήριο θεωρείται ότι περιορίζει τη δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας και αποτρέπει τις καταδίκες αθώων  πολιτών για πολιτικές  ή για άλλου είδους  σκοπιμότητες. Τέλος, μέσω των ενόρκων, διαχέεται στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης  το περί δικαίου αίσθημα του λαού  , το οποίο μπορεί να κάνει πιο ευέλικτους τους τυπικούς κανόνες δικαίου, που έχουν ψηφισθεί από το Κοινοβούλιο[3]. Τα τελευταία χρόνια πάντως, άρχισε  μια βαθιά κριτική για τον τρόπο απονομής  της ποινικής δικαιοσύνης  από τους ενόρκους[4]. Μέχρι σήμερα,  ο Άγγλος νομοθέτης  πολλές φορές προσπάθησε για δικούς του  λόγους- κυρίως  οικονομικούς- να περιορίσει τα αδικήματα, τα οποία θα ανήκουν στην αρμοδιότητα του  Ορκωτού Δικαστηρίου , πράγμα που συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις από την κοινωνία. Στην παρούσα εργασία θα γίνει μια απόπειρα παρουσίασης  του τρόπου λειτουργίας του Ορκωτού Δικαστηρίου στην Αγγλία  και των προβληματισμών ,που έχουν σχέση με την συμμετοχή απλών πολιτών στο  μηχανισμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. 

Α. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ  ΟΡΚΩΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.

Σύμφωνα με το Αγγλικό Δικονομικό Δίκαιο , το CrownCourt έχει θεωρητικά  εκτεταμένη αρμοδιότητα , αφού εκδικάζει  τα  σοβαρότερα  αδικήματα. Ειδικότερα :

Α. Ασχολείται με τα IndictableOffences, δηλαδή τα εγκλήματα εκείνα  που μπορούν να δικαστούν μόνο αν έχει διατυπωθεί ένα συγκεκριμένο κατηγορητήριο ( indictment) . Στην κατηγορία αυτών των αδικημάτων ανήκουν διάφορα  κακουργήματα,  όπως   η  ανθρωποκτονία  από πρόθεση  , ο βιασμός , η πρόκληση τραυματισμού από πρόθεση , η  εκβίαση  κ.λ.π 

Β. Ασχολείται με τα TriableeitherwayOffences[5], δηλαδή εγκλήματα μέσης βαρύτητας , όπως η κλοπή και  η κλεπταποδοχή, εφόσον συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα,  με  βάση την κείμενη νομοθεσία, αναγνωρίζεται  κατ’  αρχήν  στον κατηγορούμενο για την παραπάνω   ομάδα εγκλημάτων  το δικαίωμα να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από  το Ορκωτό Δικαστήριο ή από το MagistratesCourt( Ειρηνοδικείο). Έτσι,  πριν από  την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, λαμβάνει χώρα μια διαδικασία ( modeoftrial)  ενώπιον των Ειρηνοδικών[6],  με την οποία καθορίζεται το αρμόδιο δικαστήριο. Αφού μελετήσουν το φάκελο της υπόθεσης οι Ειρηνοδίκες, εκφέρουν την άποψή τους και αναφέρουν στον κατηγορούμενο, ποιο δικαστήριο θεωρούν εκείνοι  ότι είναι καταλληλότερο , για να ασχοληθεί με την υπόθεση[7].  Σε περίπτωση, που  οι δικαστές  πιστεύουν  ότι η υπόθεση  πρέπει να εκδικαστεί από το Ειρηνοδικείο, τότε οφείλουν  να ρωτήσουν τον κατηγορούμενο  αν συναινεί με την επιλογή τους αυτή ή  εάν επιθυμεί να διερευνηθεί η υπόθεσή του  από δικαστήριο ενόρκων. Αντίθετα, σε περίπτωση  που οι δικαστές   κρίνουν ότι η υπόθεση  είναι απαραίτητο  να εκδικαστεί από το Ορκωτό Δικαστήριο, ανακοινώνεται στον κατηγορούμενο η σχετική απόφαση, χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα να αντιταχθεί στην επιλογή  του δικαιοδοτικού τούτου οργάνου[8].       

Β. ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΕΝΟΡΚΩΝ .

Ο νόμος, που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις  τις οποίες κάποιος πρέπει να πληροί  για να επιλεγεί ως ένορκος, είναι ο JuriesActτου 1974, ο οποίος τροποποιήθηκε  σε κάποια σημεία του με τονCriminalJusticeActτου 1988. Με το σημερινό καθεστώς, κάθε πολίτης , ο οποίος είναι από 18 έως 70 ετών , είναι εγγεγραμμένος στους  εκλογικούς καταλόγους και διαμένει στην χώρα μόνιμα  την τελευταία πενταετία, μπορεί να επιλεγεί ως ένορκος[9].  

Όμως,  όπως και στο Ελληνικό Δίκαιο, ο παραπάνω νόμος προβλέπει ότι μερικά πρόσωπα για κάποιο συγκεκριμένο λόγο δεν μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντα του ενόρκου ή έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την εξαίρεσή τους.  Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να είναι ένορκοι  οι δικαστές , οι δικηγόροι, οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι αστυνομικοί , οι  κληρικοί και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι ( τα παραπάνω πρόσωπα έχουν κώλυμα)[10]. Αντίθετα, ανίκανοι να επιλεγούν ως ένορκοι  είναι κυρίως  όσοι πολίτες έχουν καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη ή  σε φυλάκιση άνω  των τριών  μηνών  για κάποιο αδίκημα ( και δεν έχει ανασταλεί η  εκτέλεση της ποινής τους ) κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών[11].  Ο έλεγχος για την ύπαρξη κωλυμάτων ή ανικανοτητών των προσώπων  που μπορεί να επιλεγούν ως ένορκοι  γίνεται από την αστυνομία , η οποία,  εάν εντοπίσει μια τέτοια περίπτωση, ειδοποιεί την Εισαγγελία.[12] Επίσης, υπάρχουν και μερικά πρόσωπα  τα οποία έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να εξαιρεθούν από τα καθήκοντα του ενόρκου , όπως οι βουλευτές, οι γιατροί ,  οι στρατιωτικοί και όσοι είναι άνω των 65 ετών[13].  Τέλος, κάθε υποψήφιος ένορκος μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να  απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, εφόσον υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος.

Γ. ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΕΝΟΡΚΩΝ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΟΘΕΣΗ 

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει την ευθύνη για την καλή λειτουργία του συστήματος της επιλογής των ενόρκων στο Ορκωτό Δικαστήριο. Η αρχική επιλογή των προσώπων, που μπορεί να επιλεγούν ως ένορκοι, γίνεται τυχαία από τα άτομα , που  βρίσκονται εγγεγραμμένα στους εκλογικούς καταλόγους. Μετά την αρχική επιλογή , στέλνεται  στους υποψήφιους ενόρκους   ειδικό σημείωμα , το οποίο αναφέρει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο όπου πρέπει να εμφανιστούν.  Ύστερα, ακολουθεί νέα κλήρωση  από την οποία επιλέγονται περίπου 20 υποψήφιοι ένορκοι  για κάθε υπόθεση, με την  οποία θα ασχοληθεί  το Ορκωτό Δικαστήριο.  Την ημέρα της  εκδίκασης της υπόθεσης, εμφανίζονται στο δικαστήριο οι προεπιλεγέντες ένορκοι και μετά από νέα κλήρωση επιλέγονται 12 από αυτούς.  

Δ. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΕΝΟΡΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ.

Το δικαίωμα εξαίρεσης ενόρκων μπορεί να ασκηθεί και από την πλευρά της υπεράσπισης   αλλά και από την κατηγορούσα αρχή με τις εξής διαφοροποιήσεις.

1. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο κατηγορούμενος παραδοσιακά  είχε  το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση οποιουδήποτε ενόρκου , χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την απόφασή του[14]. Στις αρχές  της δεκαετίας του 1980 άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες διαφωνίες, όσον αφορά την διατήρηση  αυτού του δικαιώματος. Το επιχείρημα, που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι οι δικηγόροι των κατηγορουμένων έκαναν κατάχρηση τούτης της δικονομικής   δυνατότητας , ώστε να δημιουργούν σώματα ενόρκων , τα οποία θα ήταν πιο ευνοϊκά  προς τις θέσεις και απόψεις  του κατηγορουμένου. Το 1986 η  επιτροπή Roskill, με μεγάλη πλειοψηφία, πρότεινε να καταργηθεί το δικαίωμα εξαίρεσης των ενόρκων χωρίς αιτιολογία. Από την άλλη πλευρά, η ίδια    αποδέχθηκε τη διατήρηση  της  σχετικής δυνατότητας σε περίπτωση  που  ο κατηγορούμενος αποδείκνυε  ότι κάποιος  ένορκος δεν είναι αμερόληπτος και επομένως  δεν είναι κατάλληλος  να ασκήσει τα καθήκοντά του . Η κυβέρνηση δέχτηκε απολύτως τις προτάσεις της επιτροπής  και με το νόμο CriminalJusticeActτου 1988 κατήργησε το δικαίωμα εξαίρεσης των  ενόρκων  χωρίς αιτιολογία και διατήρησε την αιτιολογημένη εξαίρεση. 

 Τέλος, στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής  :. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, το Αγγλικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει  κατ’  αρχήν το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να θέσει ερωτήσεις προς τους ενόρκους ,ώστε  να αποδείξει ότι ο υποψήφιος ένορκος είναι ακατάλληλος να ασκήσει τα καθήκοντά του, λόγω των προκαταλήψεων που έχει [15]. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός  ότι είναι πολύ δύσκολο για τον κατηγορούμενο  να βρει  στοιχεία που να αποδεικνύουν τη μεροληψία των ενόρκων , οδηγεί στο συμπέρασμα ότι  το δικαίωμα αιτιολογημένης εξαίρεσης των ενόρκων είναι πολύ δύσκολο να ασκηθεί στην πράξη.    

2. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ. 

Το δικαίωμα εξαίρεσης ενόρκων από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής είναι πιο διευρυμένο από αυτό του κατηγορουμένου. Έτσι, σύμφωνα με το νόμο , η Εισαγγελία έχει τη δυνατότητα να απομακρύνει οποιονδήποτε υποψήφιο ένορκο επιθυμεί, χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την απόφασή της[16]. Στην πραγματικότητα, βέβαια,  η κατηγορούσα αρχή σπάνια ασκεί το παραπάνω δικαίωμά της.

 Βασικές αρχές, τις οποίες ακολουθεί,  είναι ότι : 

  1.  Η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι απαραίτητο  να γίνεται μόνο  σε εξαιρετικές περιπτώσεις και δε θα πρέπει να έχει ως σκοπό  τον επηρεασμό  της σύνθεσης του σώματος των ενόρκων ή την  απόκτηση  τακτικών πλεονεκτημάτων.  
  2. Θα πρέπει να τηρείται όσο το δυνατόν η αρχή της τυχαίας επιλογής των ενόρκων.

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία έχει ακόμη μια δυνατότητα  , η οποία συνδέεται λειτουργικά με το δικαίωμα  της εξαίρεσης των ενόρκων.  Συγκεκριμένα, τούτη  μπορεί να προχωρήσει σε έρευνα του παρελθόντος των υποψήφιων  ενόρκων ,όχι μόνο όσον αφορά στις ποινικές τους καταδίκες αλλά και σε άλλα στοιχεία της προσωπικότητάς τους, όπως   οι πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αυτό γίνεται  για να μπορέσει η κατηγορούσα αρχή να ανακαλύψει ποιοι  υποψήφιοι  ένορκοι δε θα ήταν  κατάλληλοι για να ασχοληθούν με την εκδίκαση συγκεκριμένων υποθέσεων , όπως αυτές  που αφορούν  τρομοκρατικές ενέργειες. Πάντως, η πρακτική αυτή της Εισαγγελίας δεν επιδοκιμάζεται από τους Άγγλους θεωρητικούς του δικαίου, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω.    

Ε. ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ  ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ. 

Θα πρέπει να τονιστεί ότι το Αγγλικό σύστημα έχει επιλέξει την ύπαρξη Αμιγώς  Ορκωτού Δικαστηρίου. Οι ένορκοι  ασχολούνται   με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποφασίζουν για την αθωότητα ή την ενοχή του κατηγορουμένου.  Ο πρόεδρος του δικαστηρίου  είναι επαγγελματίας  δικαστής , ο οποίος -θεωρητικά τουλάχιστον- είναι υπεύθυνος   μόνο για την επίλυση των  νομικών θεμάτων  και για  την ορθή και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης  ενώπιον των ενόρκων. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο ρόλος του είναι πολύ μεγαλύτερος, αφού:

 Α. Διευθύνει τη διεξαγωγή της δίκης στο ακροατήριο και μπορεί να παρεμβαίνει κατά την αποδεικτική διαδικασία , ερωτώντας τους μάρτυρες για διάφορα πραγματικά περιστατικά  , τα οποία, κατά την άποψή του, είναι κρίσιμα για τη σωστή εκτίμηση της υπόθεσης που δικάζεται.   

Β. Αποφασίζει για όλα τα νομικά θέματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης , ιδίως όσον αφορά στη νομιμότητα ή μη της χρήσης κάποιου αποδεικτικού μέσου.

 Γ.  Μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας,  ο  δικαστής έχει το δικαίωμα να λάβει τον λόγο , να  απευθυνθεί  στους ενόρκους και να  τους κάνει μια περίληψη των όσων έλαβαν χώρα στην αίθουσα. Συχνά, ο δικαστής σχολιάζει τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και εκφράζεται εμμέσως για την ουσία της υπόθεσης, πράγμα που πολλές φορές επηρεάζει τους ενόρκους.

Δ. Επίσης, ο δικαστής έχει το δικαίωμα να διατάξει τους ενόρκους να αθωώσουν τον κατηγορούμενο[17]. Αυτό μπορεί να γίνει, εφόσον ο ίδιος πιστεύει ότι τα στοιχεία  που έχει παρουσιάσει η κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αδύναμα , ώστε η καταδίκη του κατηγορουμένου δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί [18]. Τούτη η δυνατότητα του δικαστή έρχεται σε αντίθεση με όσα έχουν προαναφερθεί , δηλαδή  ότι οι ένορκοι ασχολούνται με την ουσία της υπόθεσης, ενώ ο δικαστής με τα νομικά θέματα. Παρόλα  αυτά, η παρέμβαση του δικαστή θεωρείται  από τους θεωρητικούς στην Αγγλία  ότι είναι θεμιτή , αφού  έχει ως σκοπό να προστατέψει τον κατηγορούμενο αλλά και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης από λανθασμένες κρίσεις. 

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ρόλος των ενόρκων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι παθητικός. Οι ερωτήσεις προς τους μάρτυρες απευθύνονται από τους δικηγόρους   και τον δικαστή. Οι ένορκοι θεωρητικά έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν και αυτοί ερωτήσεις , όμως δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος για να ασκήσουν αυτό τους το δικαίωμα. Γενικά, πάντως, δεν ενθαρρύνεται η επικοινωνία μεταξύ ενόρκων και μαρτύρων.  Τέλος,  οι ένορκοι έχουν την δυνατότητα υποβολής ερωτημάτων προς το δικαστή κατά τη διάρκεια της διάσκεψης  , όμως ο δικαστής θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στις απαντήσεις που θα δώσει , ώστε να μην δημιουργούνται νέα θέματα προς συζήτηση  , τα οποία δεν είχαν απασχολήσει το δικαστήριο και τους άλλους παράγοντες της δίκης  κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.  

Στ. ΤΡΟΠΟΣ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΟΡΚΟΥΣ.

Στις χώρες του Αγγλοσαξονικού Δικαίου δεν υπάρχει ενιαία αντιμετώπιση του θέματος  όσον  αφορά στον τρόπο λήψης των  αποφάσεων  από τους ενόρκους. Στις ΗΠΑ, η ετυμηγορία  των ενόρκων  πρέπει να είναι ομόφωνη ,ενώ αντίθετα στη Σκωτία   αρκεί η απλή πλειοψηφία ( 8 ένορκοι στους 15) , για να ληφθεί η τελική απόφαση   για την υπόθεση   .[19]Στην Αγγλία έχει επιλεγεί μια ενδιάμεση λύση, δηλαδή κατ’ αρχήν  οι ένορκοι θα πρέπει να αποφασίζουν ομόφωνα, αλλά ,εάν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί , αρκεί η πλειοψηφία 10 ενόρκων στους 12, για να εκδοθεί η  απόφασή τους   .  Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ούτε αυτή  ,τότε η δίκη διακόπτεται    χωρίς να υπάρξει τελική  κρίση   για την υπόθεση , οι ένορκοι αποχωρούν και δίνεται η δυνατότητα στην πλευρά της κατηγορούσας αρχής να ζητήσει ξανά τη διεξαγωγή νέας δίκης.  Η απόφαση των ενόρκων είναι υποχρεωτικά αναιτιολόγητη και απαγορεύεται να δημοσιευτεί από τα ΜΜΕ,  η συζήτηση των ενόρκων  κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων. [20]

Η. ΕΝΟΡΚΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ 

Μια  από τις μεγάλες ιδιομορφίες του Αγγλικού Δικαίου είναι η δυνατότητα των  δικαστών   να αγνοήσουν την κείμενη νομοθεσία και να εφαρμόσουν δικούς τους κανόνες για την επίλυση μιας συγκεκριμένης  διαφοράς. Αυτό μπορεί να γίνει   όταν οι ίδιοι  κρίνουν ότι, αν  εφαρμοστούν οι νόμοι  στην επίδικη υπόθεση, τότε  το αποτέλεσμα της δίκης θα είναι κοινωνικά και ηθικά «άδικο» . Το « Δίκαιο της Επιείκειας»  εφαρμόζεται στην Αγγλία από τον 12οαιώνα  με μεγάλη επιτυχία και θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά  στοιχεία του  νομικού πολιτισμού της χώρας  .[21]  Σύμφωνα με την Αγγλική νομική παράδοση και οι ένορκοι έχουν  δικαίωμα να εφαρμόσουν το δίκαιο της επιείκειας   κατά την άσκηση των καθηκόντων τους[22].  Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στην οποία  οι ένορκοι άσκησαν το παραπάνω δικαίωμά τους   είναι  η υπόθεση ClivePontingτο 1985. Ο κατηγορούμενος ήταν δημόσιος υπάλληλος και κατηγορήθηκε ότι έδωσε σε Βουλευτές του Κοινοβουλίου  απόρρητα έγγραφα  παραβιάζοντας τη  σχετική νομοθεσία. Ο ίδιος ομολόγησε στο δικαστήριο ότι πράγματι έπραξε  όλα  όσα τον κατηγορούσαν, αλλά  ανέφερε ότι προχώρησε σε αυτή την ενέργεια, επειδή θεώρησε ότι έπρεπε οι Άγγλοι  να μάθουν την αλήθεια. Το καθήκον του, ως ενεργός πολίτης ,είπε,  ότι ήταν ισχυρότερο από την υποχρέωση που είχε αναλάβει να μην ανακοινώνει το περιεχόμενο των εγγράφων  στα οποία είχε πρόσβαση.  Αν και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την τέλεση του αδικήματος από τον Ponting, οι ένορκοι τον αθώωσαν , γιατί μάλλον  θεώρησαν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Pointingείχε καλές προθέσεις και ήθελε να προστατεύσει τα συμφέροντα των πολιτών. 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 

1. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του Αγγλικού Δικονομικού Συστήματος είναι η δυνατότητα του κατηγορουμένου να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από το Ορκωτό Δικαστήριο ή από το Ειρηνοδικείο, του οποίου η σύνθεση αποτελείται από μόνιμους δικαστές.  Από έρευνες που έχουν διεξαχθεί τα τελευταία έτη, έχει αποδεχθεί ότι στα 4/5 των υποθέσεων  ως αρμόδιο δικαστήριο επιλέγεται  το Ειρηνοδικείο[23]. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να  μας προκαλέσει έκπληξη, όμως θα πρέπει να διευκρινιστεί  ότι  σχεδόν όλοι, όσοι  έχουν επιλέξει το Ειρηνοδικείο, σκοπεύουν να ομολογήσουν την ενοχή τους στο ακροατήριο, λαμβάνοντας φυσικά ως αντάλλαγμα μια επιεικέστερη μεταχείριση από την πλευρά του δικαστή σε σχέση με την ποινή , που θα τους επιβληθεί. 

 Πάντως, οι λόγοι που οδηγούν τους κατηγορουμένους να επιλέξουν το Ορκωτό Δικαστήριο είναι οι εξής : 

            Η πρώτη βασική αιτία είναι η πίστη των κατηγορουμένων αλλά και των δικηγόρων  τους ότι το Ορκωτό Δικαστήριο είναι καλύτερο  από τα Ειρηνοδικεία, αφού η διαδικασία ενώπιον του  είναι δικαιότερη και  δίνονται περισσότερες ευκαιρίες στον κατηγορούμενο να αναπτύξει τα επιχειρήματά του. [24]  Επίσης, είναι αποδεδειγμένο ότι ο κατηγορούμενος έχει περισσότερες πιθανότητες να αθωωθεί από το Ορκωτό Δικαστήριο παρά από το Ειρηνοδικείο[25]. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο , εάν επιλέξει το Ορκωτό Δικαστήριο, αφού, σε περίπτωση καταδίκης του, η ποινή που θα του επιβληθεί  είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που θα μπορούσε  να επιβάλλει το Ειρηνοδικείο. 

 Ο δεύτερος λόγος ,που οδηγεί τους  κατηγορουμένους   να επιλέξουν  το Ορκωτό Δικαστήριο, είναι η απόκτηση  τακτικών πλεονεκτημάτων  απέναντι στην κατηγορούσα αρχή. Οι μεγαλύτερες πιθανότητες αθώωσης των  κατηγορουμένων  από το Ορκωτό Δικαστήριο  οδηγούν συχνά την Εισαγγελία   σε ένα συμβιβασμό με αυτούς . Συγκεκριμένα,  ο κατηγορούμενος    δηλώνει ένοχος στο ακροατήριο, αλλά από την άλλη πλευρά λαμβάνει  ως  αντάλλαγμα είτε την παύση της ποινικής δίωξης για κάποιες  από τις πράξεις  για τις οποίες κατηγορείται  είτε τη συναίνεση της Εισαγγελίας  για την  επιβολή μικρότερης ποινής για τα αδικήματα  για τα οποία  θα καταδικασθεί .  Ο ελιγμός τούτος  είναι τόσο συνηθισμένος στην πράξη, ώστε στα 2/3 των υποθέσεων του Ορκωτού Δικαστηρίου, στις οποίες  αρχικά ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι είναι αθώος, υπάρχει αλλαγή στάσης από την πλευρά της υπεράσπισης και τελικά ο ύποπτος  δηλώνει ότι είναι ένοχος, χωρίς να διεξάγεται δίκη στο ακροατήριο.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιλογή του Ορκωτού Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο και το δικηγόρο του  δεν έχει πάντα  ως σημείο αναφοράς την καλύτερη ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης  που υποτίθεται ότι παρέχεται από το είδος αυτού του δικαστηρίου. Η επιλογή  του Ορκωτού Δικαστηρίου πολύ συχνά αποτελεί μια τακτική κίνηση  της υπεράσπισης , με σκοπό την επίτευξη κάποιου συμβιβασμού με την πλευρά της Εισαγγελίας. 

2. Ένα από τα βασικά υποτιθέμενα πλεονεκτήματα του συστήματος των ορκωτών δικαστηρίων είναι ότι οι ένορκοι αποτελούν  αντιπροσωπευτικό δείγμα  όλου  του πληθυσμού της χώρας και ότι μέσα από αυτούς γίνονται γνωστές στο δικαστήριο οι ιδέες , οι αντιλήψεις  και το περί δικαίου αίσθημα του  λαού.  Επίσης, εκπληρώνεται η βασική υποχρέωση , η οποία προκύπτει από την MagnaCharta[26],  ότι  δηλαδή κάθε πολίτης πρέπει να δικάζεται από τους όμοιούς του, δηλαδή άλλους πολίτες . Το ζήτημα ,που φυσικά  τίθεται ,είναι εάν  και στην πράξη οι ένορκοι επιλέγονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται το  προαναφερθέν πλεονέκτημα.  

 Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ,όπως και στο ελληνικό δίκαιο, υπάρχουν ομάδες ανθρώπων , οι οποίες  δεν έχουν την δυνατότητα να επιλεγούν ως ένορκοι ή μπορεί να ζητήσουν την  απαλλαγή τους . Εάν μελετήσει κανείς όλες  τις προαναφερθείσες κατηγορίες ( γιατροί, στρατιωτικοί, πολίτες άνω των 65 ετών) μπορεί  να διαπιστώσει ότι ένα ποσοστό πάνω από  το 20 % του πληθυσμού δεν μπορεί  να συμμετάσχει στη  διαδικασία επιλογής ενόρκων , πράγμα που έχει αντίκτυπο στην αντιπροσωπευτικότητα των σωμάτων των λαϊκών δικαστών [27]. Βέβαια, είναι σημαντικό να τονιστεί  ότι τα πράγματα  σήμερα είναι πολύ καλύτερα απ’ ότι  ήταν πριν το 1972, αφού μέχρι τότε, για να επιλεγεί κάποιος ως ένορκος,  έπρεπε να έχει ακίνητη περιουσία. Τούτο φυσικά είχε ως  αποτέλεσμα να επιλέγονται ως ένορκοι κυρίως μέλη της μεσαίας και ανώτερης αστικής τάξης.[28] 

Στην Αγγλία έχουν γίνει δύο μεγάλες έρευνες ,που αφορούν στη σύνθεση των δικαστηρίων. Από αυτές έχουν προκύψει δύο βασικά στοιχεία. Πρώτον,  οι γυναίκες και οι εθνικές μειονότητες υποεκπροσωπούνται στα σώματα των ενόρκων[29]. Δεύτερον, πάρα πολλοί  υποψήφιοι  ένορκοι, επικαλούμενοι διάφορους λόγους, προσπαθούν να αποφύγουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους. Όλα αυτά αλλοιώνουν τη σύνθεση των σωμάτων των ενόρκων , τα οποία πλέον δεν πρέπει να θεωρούνται  απολύτως αντιπροσωπευτικά. 

 Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι μειονότητες στην Αγγλία συχνά  διαμαρτύρονται για το σύστημα επιλογής των ενόρκων  που υπάρχει σήμερα  ,αφού  τις περισσότερες φορές  τα μέλη τους δικάζονται από λαϊκούς δικαστές , οι οποίοι ανήκουν όλοι σε διαφορετική εθνική ή θρησκευτική  ομάδα, από αυτή των κατηγορουμένων  . Αξιοσημείωτο είναι, επίσης,  ότι ,σύμφωνα με την πάγια νομολογία των δικαστηρίων , ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο να επιλεγούν κάποιοι ένορκοι από τη μειονότητα, στην οποία ανήκει, αφού τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της τυχαίας επιλογής των ενόρκων. [30]

Όλα τα παραπάνω  δεν σημαίνουν  απαραίτητα  ότι   οι ένορκοι   έχουν   προκαταλήψεις  εναντίον των κατηγορουμένων  που ανήκουν σε μειονότητες . Όμως , εάν όλοι οι λαϊκοί δικαστές  προέρχονται από διαφορετικό πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον από  αυτό του υποτιθέμενου δράστη , τότε  ο ίδιος θα νοιώθει ότι δικάζεται από ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν τις ιδέες του,  τα κίνητρά του και την κοσμοθεωρία του, πράγμα που οδηγεί κάποιες φορές σε αμφισβήτηση της ορθότητας της τελικής ετυμηγορίας του δικαστηρίου  

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Αγγλικό Σύστημα στον τομέα αυτό  έχει σημαντικά προβλήματα , τα οποία οφείλει να επιλύσει, ώστε να μην δημιουργούνται υποψίες για την αμεροληψία των σωμάτων των ενόρκων.   

3. Η δυνατότητα εξαίρεσης των ενόρκων έχει προκαλέσει πολύ μεγάλες συζητήσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, ως ένα βαθμό, θα μπορούσε να διασκεδάσει τις παραπάνω ανησυχίες του κατηγορουμένου περί μη αμερόληπτου σώματος ενόρκων, αφού θα μπορεί και αυτός να συμμετέχει στον τρόπο σύνθεσης του ορκωτού δικαστηρίου . Όπως έχει σήμερα η κατάσταση, θα πρέπει να αναφέρουμε τα εξής:

α. Το δικαίωμα  αιτιολογημένης εξαίρεσης ενόρκων από την πλευρά του κατηγορουμένου είναι στην πράξη σχεδόν αδύνατον να ασκηθεί. Και αυτό συμβαίνει  γιατί  ο κατηγορούμενος κατ‘ αρχήν   δεν μπορεί να υποβάλλει ερωτήσεις στους ενόρκους, για να μπορέσει να διαπιστώσει  εάν πράγματι έχουν προκαταλήψεις ή όχι εναντίον του. Το δικαίωμα ερωτήσεων  προς τους ενόρκους ενεργοποιείται μόνο  αφού  πρώτα η υπεράσπιση αναφέρει  συγκεκριμένα πραγματικά   περιστατικά , που  μπορούν να οδηγήσουν  στο συμπέρασμα ότι ο ένορκος δεν είναι κατάλληλος, για να ασκήσει τα καθήκοντά του . Μετά , μέσω των ερωτήσεων,  μπορεί να δοθεί  η δυνατότητα στην υπεράσπιση  να αποδείξει και  την ουσιαστική βασιμότητα  των ισχυρισμών της . Φυσικά ,για να γίνει αυτό, θα πρέπει μόνη της η υπεράσπιση να μελετήσει το παρελθόν των υποψήφιων ενόρκων ,  πράγμα πολύ δύσκολο, αφού το μόνο που γνωρίζει για τους ενόρκους είναι το όνομα  και η διεύθυνσή τους και συνήθως  δεν μπορεί να διαθέσει τα χρήματα, για να προβεί σε τέτοιου είδους έρευνες.  

Αντίθετα, η Εισαγγελία μπορεί πιο εύκολα να μελετήσει το παρελθόν  των υποψήφιων ενόρκων , αφού είναι κρατική υπηρεσία και μπορεί να χρησιμοποιήσει και  τα  εμπιστευτικά  αρχεία άλλων υπηρεσιών αλλά και την αστυνομία, για να πετύχει το σκοπό της . Μάλιστα, η έρευνά της  αυτή μπορεί να μείνει μυστική, αφού η κατηγορούσα αρχή έχει το δικαίωμα αναιτιολόγητης εξαίρεσης των ενόρκων. Τούτο σημαίνει ότι δεν χρειάζεται  η Εισαγγελία να αναφέρει για ποιο  λόγο η ίδια θεωρεί ότι ο υποψήφιος ένορκος είναι ακατάλληλος για να ασκήσει τα καθήκοντά του, πράγμα που θα αποκάλυπτε ότι έγινε έρευνα του παρελθόντος  του ενόρκου .

 Η παραπάνω αναφερθείσα δυνατότητα της Εισαγγελίας  έχει προκαλέσει πολλές διαμαρτυρίες στους κόλπους της νομικής επιστήμης, αφού παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων , εφόσον  η Εισαγγελία και ο κατηγορούμενος δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες σε πραγματικό επίπεδο , για να στηρίξουν μια επιτυχημένη αίτηση  για αιτιολογημένη εξαίρεση ενόρκου . 

β. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος στην Αγγλία   από το 1988 δεν έχει το δικαίωμα αναιτιολόγητης εξαίρεσης των ενόρκων, για να μην μπορεί να    δημιουργεί  σώματα   ενόρκων , που θα ήταν  φιλικά διακείμενα προς αυτόν.  Είναι αξιοσημείωτο  όμως ότι από έρευνες που  έχουν γίνει  δεν έχει αποδειχθεί ότι η άσκηση  του δικαιώματος αυτού είχε ως αποτέλεσμα την  αύξηση  και των ποσοστών αθωωτικών αποφάσεων.[31] Αντίθετα, η ύπαρξη της δυνατότητας αυτής αυξάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. 

Από την άλλη πλευρά, η κατηγορούσα αρχή διατηρεί το παραπάνω δικαίωμα , αν και το  ασκεί  μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η διαφορετική μεταχείριση των δύο πλευρών έρχεται σε αντίθεση με την ισότητα των όπλων του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, αφού άλλωστε δε  πρέπει να ξεχνάμε και  ότι η κατηγορούσα αρχή στο Αγγλικό Δίκαιο είναι διάδικος  και έχει   τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και η υπεράσπιση.  Επίσης, τούτη η νομοθετική ρύθμιση  δείχνει και τις ανασφάλειες της Αγγλικής Κοινωνίας, η οποία, αφού έχει στραφεί σε συντηρητικότερες θέσεις ,  επικροτεί τον περιορισμό των δικαιωμάτων των πολιτών, με αντάλλαγμα την υποτιθέμενη αύξηση της ασφάλειας και της ευταξίας μέσα στη χώρα.

4. Ο ρόλος των ενόρκων, κατά τη διάρκεια της δίκης, δημιουργεί πολλούς προβληματισμούς στους θεωρητικούς αλλά και σε όσους ασχολούνται στην πράξη με την απονομή της δικαιοσύνης.  Το πρώτο ζήτημα ,που είναι άξιο σχολιασμού, είναι η σχέση μεταξύ των ενόρκων και του προεδρεύοντος δικαστή. Αν και είναι – τουλάχιστον θεσμικά-  κατοχυρωμένο ότι η απόφαση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου λαμβάνεται αποκλειστικά από τους ενόρκους , η στάση του δικαστή ,κατά τη διάρκεια της δίκης, επηρεάζει πολλές φορές και την τελική ετυμηγορία. Ο δικαστής, κατά τη διαδικασία  στο ακροατήριο, έχει το δικαίωμα να υποβάλλει ερωτήσεις προς τους μάρτυρες και τον κατηγορούμενο, πράγμα που πολλές φορές αποκαλύπτει τη θέση του  όσον αφορά στην ουσία της υπόθεσης. Επίσης, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, έχει τη δυνατότητα να σχολιάσει τα αποδεικτικά μέσα και να κάνει μια περίληψη των όσων έλαβαν χώρα μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η άποψή του δικαστή ,που εκφράζεται εμμέσως μέσα από την άσκηση των δικονομικών αυτών δυνατοτήτων του , μπορεί να επηρεάσει τους ενόρκους. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ένορκοι είναι απλοί πολίτες, χωρίς νομική παιδεία, οι οποίοι ίσως συμμετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης για πρώτη και τελευταία φορά . Η απειρία τους, ο φόβος μήπως δε λάβουν τη σωστή απόφαση και το κύρος του δικαστή είναι πολύ πιθανόν να τους οδηγήσει  να στραφούν προς τον προεδρεύοντα ,   να προσπαθήσουν να καταλάβουν την άποψη του για τη συγκεκριμένη υπόθεση και να ακολουθήσουν  την γραμμή που αυτός έμμεσα θα έχει χαράξει. Το ίδιο, φυσικά, πρόβλημα δεν υπάρχει μόνο στο  Αγγλικό Δίκαιο. Και στα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, όπως στην Ελλάδα, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο του επηρεασμού των ενόρκων από τους δικαστές. 

  Ένα άλλο ζήτημα ,που έχει πολύ ενδιαφέρον,  είναι η δυνατότητα του δικαστή να διατάξει τους ενόρκους να αθωώσουν τον κατηγορούμενο.  Η άσκηση της εξουσίας  αυτής από τον προεδρεύοντα δικαστή  δημιουργεί , κατά την άποψή μου,  πολλά προβλήματα,  αφού στην ουσία καταργεί το σύστημα του Ορκωτού Δικαστηρίου , καθώς  οι ένορκοι πλέον  αντιμετωπίζονται ως διακοσμητικό στοιχείο .   Η κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης ανήκει στους ενόρκους και όχι στον δικαστή, πράγμα το οποίο καταστρατηγείται με αυτήν τη ρύθμιση του νόμου . Επίσης,  το κριτήριο που εφαρμόζουν  τα δικαστήρια στο συγκεκριμένο ζήτημα , δηλαδή η μη ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ορθή καταδίκη του κατηγορούμενου,  είναι παντελώς αόριστο και υποκειμενικό. 

5. Ο τρόπος λήψης απόφασης από τους ενόρκους έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.  Μέχρι το 1967, η απόφαση των ενόρκων  έπρεπε να είναι ομόφωνη , ενώ σήμερα  αρκεί η πλειοψηφία 10-2. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικαστής κατ ΄αρχήν  ζητά από τους ενόρκους να αποφασίσουν ομόφωνα. Σε περίπτωση  που αυτό δεν είναι δυνατόν, οι ένορκοι επιστρέφουν στην αίθουσα του δικαστηρίου και πλέον ο δικαστής τους ζητά να αποφασίσουν τουλάχιστον κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση, φυσικά, που δεν μπορεί να ληφθεί  απόφαση ούτε κατά πλειοψηφία , η δίκη σταματά χωρίς να εκδοθεί τελική ετυμηγορία και δίνεται η δυνατότητα στην Εισαγγελία να ξεκινήσει πάλι νέα δίωξη. 

Η  αλλαγή της νομοθεσίας το 1967 έχει δύο βασικές αιτιολογίες. Πρώτον, για να μην υπάρχει  πια η δυνατότητα σε έναν ή δύο ενόρκους , οι οποίοι έχουν  διαφορετικές  απόψεις από τις κρατούσες στην Αγγλική κοινωνία,   να εμποδίσουν την τελική απόφαση του δικαστηρίου και δεύτερον, για  να μην μπορεί να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος , δωροδοκώντας  ή απειλώντας κάποιους από τους ενόρκους.

Όσον αφορά στο πρώτο επιχείρημα θα πρέπει να αναφέρουμε τα εξής: 

Τα βασικά πλεονεκτήματα  του CrownCourt  υποτίθεται ότι  είναι η δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία  και  ότι μέσω των ενόρκων διαχέεται στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το περί δικαίου αίσθημα του λαού.  Συνεπώς, οι ένορκοι αντιπροσωπεύουν τις τάσεις  της κοινωνίας μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου . Η άρνηση του νομοθέτη να δεχθεί όλες τις απόψεις των πολιτών  με ισότιμο  τρόπο , χρησιμοποιώντας το  επιχείρημα ότι  μερικές  από αυτές   είναι « ακραίες»    και άρα αποδοκιμαστέες ,  είναι βαθιά αντιδημοκρατική  και έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνική πραγματικότητα. Όλοι οι πολίτες  έχουν   το δικαίωμα να  εκφράσουν τις απόψεις τους   μέσα στην Αγγλική κοινωνία και στους θεσμούς της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Η υιοθέτηση της άποψης αυτής οδηγεί ουσιαστικά  στη δημιουργία σωμάτων ενόρκων , τα οποία θα   αναπαράγουν  το κυρίαρχο κοινωνικό μοντέλο, πράγμα που τελικά θα επιβεβαιώσει την άποψη  που είχε διατυπώσει  στο παρελθόν   ο LordDevlin,  ότι  δηλαδή οι ένορκοι εκφράζουν  μόνο τις θέσεις συγκεκριμένων κοινωνικών  τάξεων της Αγγλίας .[32]

Όσον αφορά στο δεύτερο επιχείρημα , δηλαδή την πιθανότητα δωροδοκίας ή απειλής των ενόρκων  , έχουν υπάρξει πολλές αντιρρήσεις από τους θεωρητικούς, αφού  η Εισαγγελία έχει αρκετές  δικονομικές δυνατότητες , που μπορεί να αποτρέψουν τον διορισμό  κάποιου ενόρκου, ο οποίος μπορεί να δωροδοκηθεί. Το δικαίωμα εξαίρεσης των ενόρκων σε συνδυασμό με την έρευνα του παρελθόντος του ενόρκου ( η οποία γίνεται συχνά στην πράξη )  αποτελεί  ένα  σημαντικό μηχανισμό προστασίας.  Όσον αφορά στην πιθανότητα απειλής κάποιου ενόρκου , το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, με διάφορα μέτρα που μπορεί να λάβει,  να τον προστατεύσει ικανοποιητικά και συνεπώς δεν  καθίσταται απαραίτητη  η συγκεκριμένη ρύθμιση.

Η επιλογή του Άγγλου Νομοθέτη  πάνω στο θέμα του τρόπου λήψης της απόφασης  , κατά την άποψή μου, δεν είναι  ορθή ,όχι γιατί ο τρόπος επίλυσης του ζητήματος είναι λανθασμένος,  αλλά  γιατί  οι λόγοι  που οδήγησαν στην συγκεκριμένη ρύθμιση  δεν ήταν αυτοί που έπρεπε . Η αυξημένη πλειοψηφία έχει επιλεγεί, όχι γιατί διευκολύνει την περάτωση της δίκης με την έκδοση μιας τελικής απόφασης,    αλλά γιατί έτσι υποτίθεται ότι οι ετυμηγορίες  των δικαστηρίων θα είναι  περισσότερο προβλέψιμες και θα ακολουθούν την κυρίαρχη τάση. Η δική  μου θέση ξεκινά από το γεγονός  ότι σε περίπτωση που δε σχηματιστεί η απαραίτητη πλειοψηφία είτε για την αθώωση είτε για την καταδίκη  του κατηγορουμένου , η διαδικασία σταματά και ο κατηγορούμενος μπορεί να ξαναδικαστεί από άλλο δικαστήριο. Τούτη η ρύθμιση προκαλεί  καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης και   είναι δαπανηρή και άδικη για τον κατηγορούμενο, ο οποίος συνεχώς μπορεί να οδηγείται σε δίκες , που δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα. Ορθότερη λύση ,πιστεύω,  είναι η λήψη απόφασης με απλή πλειοψηφία ,όπως στη Σκωτία, όπου  αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. 

6. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα του συστήματος του Ορκωτού Δικαστηρίου  είναι η έλλειψη αιτιολογίας των αποφάσεών του  . Από τη μια πλευρά, η ρύθμιση αυτή είναι κατανοητή  , αφού οι ένορκοι είναι πολίτες που δεν έχουν νομική παιδεία και είναι πολύ δύσκολο  να μπορέσουν να καταγράψουν τις σκέψεις τους  σε ένα ολοκληρωμένο κείμενο.  Από την άλλη πλευρά, με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα, κανείς δεν γνωρίζει εάν οι ένορκοι ερμήνευσαν σωστά το νόμο, εάν κατάλαβαν τις οδηγίες του δικαστή, εάν εφάρμοσαν σωστά το βάρος της απόδειξης και γενικότερα εάν έγινε ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτή η ασάφεια,  πως δηλαδή  οι ένορκοι έλαβαν την απόφασή  τους, δημιουργεί μεγάλους προβληματισμούς .

 Η κατάσταση επιτείνεται  από την έλλειψη   δυνατότητας διόρθωσης των αποφάσεων σε δεύτερο βαθμό , εφόσον   τα ένδικα μέσα είναι εντελώς περιθωριακά  στην Αγγλική Ποινική Δικονομία και σπάνια γίνονται δεκτά. Επίσης, σήμερα η ρύθμιση του νόμου έρχεται σε αντίθεση με τη θέση  του Δικαστηρίου  των Δικαιωμάτων των Ανθρώπου  , σύμφωνα με την  οποία  οι αποφάσεις των δικαστηρίων θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες, αφού τούτο επιτάσσεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.[33]  Όλα τα παραπάνω  έχουν οδηγήσει τον Άγγλο Νομοθέτη  σε μια μεγάλη συζήτηση για το πώς θα εφαρμοστεί η αρχή της αιτιολογίας των αποφάσεων και στο Ορκωτό Δικαστήριο. 

7. Η δυνατότητα εφαρμογής του δίκαιου της επιείκειας από τους ενόρκους έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Οι περισσότεροι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι  αυτή αποτελεί μια έκφανση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, αφού οι  πολίτες μπορεί  να μην εφαρμόσουν κάποιον άδικο νόμο και έτσι να προστατεύσουν τον κατηγορούμενο.   Όμως, από την άλλη πλευρά,   η ύπαρξη τούτου του  δικαιώματος   έχει προκαλέσει και  την κριτική κάποιων νομικών στην Αγγλία  , οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η μη εφαρμογή του γραπτού δικαίου από τους ενόρκους  μπορεί να αποβεί και σε βάρος του κατηγορουμένου και έτσι να καταδικασθεί κάποιος για ανύπαρκτο έγκλημα. Μάλιστα, κάποιος από αυτούς χαρακτηρίζει το σώμα των ενόρκων  ως έναν αντιδημοκρατικό, παράλογο και επικίνδυνο νομοθέτη , του οποίου οι εκκεντρικές και μυστικές αποφάσεις έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της νομιμότητας[34].  Εξάλλου , σύμφωνα με την άποψή αυτή, η κατάσταση επιτείνεται  και από την  έλλειψη αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων και συνεπώς οι ένορκοι μπορούν να αυθαιρετούν, χωρίς να μπορούν να ελεγχθούν από κανέναν .  Πάντως,   παρ’ όλες τις αντιρρήσεις  που έχουν αναφερθεί παραπάνω , μέχρι σήμερα   τα σώματα των ενόρκων ασκούν το παραπάνω δικαίωμά τους, χωρίς να συναντούν ιδιαίτερα προβλήματα από τους δικαστές και τους άλλους παράγοντες της δίκης, ίσως γιατί σπάνια καταφεύγουν στη λύση αυτή.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Ο Θεσμός του Ορκωτού Δικαστηρίου, αντίθετα απ’  ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ηπειρωτικής Ευρώπης ,  κυριαρχεί ακόμη ιδεολογικά στη συνείδηση του Αγγλικού Λαού  και μέχρι σήμερα δεν έχει αμφισβητηθεί η χρησιμότητά του. Τα τελευταία 20 έτη γίνονται μεγάλες συζητήσεις για την αναμόρφωση του όλου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης από το Ορκωτό Δικαστήριο, αφού έχουν διαπιστωθεί και κάποιες δυσλειτουργίες. Ήδη, συζητείται η υιοθέτηση του Αμερικάνικου Μοντέλου, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από το CrownCourt( Ορκωτό Δικαστήριο)  με πλήρη σύνθεση , δηλαδή με ενόρκους,  ή μόνο από το δικαστή. Επίσης, υπάρχει πρόταση για μη συμμετοχή των ενόρκων σε δίκες  που αφορούν  σε σοβαρά οικονομικά εγκλήματα και λογιστικές απάτες.  Ακόμη, άλλοι υποστηρίζουν ότι τα σώματα των ενόρκων θα πρέπει υποχρεωτικά να έχουν κάποια μέλη από τις μειονότητες, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για την αμεροληψία τους.  Αυτό  που έχει, πάντως, σημασία  είναι  ότι το σύστημα του Ορκωτού Δικαστηρίου θα παραμείνει σε πλήρη λειτουργία και τα επόμενα έτη στην Αγγλία, σε αντίθεση  με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου οι ένορκοι αντιμετωπίζονται με δυσπιστία  και γίνονται προσπάθειες για περιορισμό του ρόλου τους. 

                                                                        Γεώργιος Παπαδημητράκης 

                                                                        Δικηγόρος Θεσσαλονίκης 


[1]Βλ.Baker, An Introduction to English Legal History, 2002, σελ71 επ. 

[2]Πάντως  οι ένορκοι , όταν εμφανίστηκαν  στο προσκήνιο τον 12ο αιώνα , είχαν ακριβώς τα αντίθετα καθήκοντα, από ό,τι έχουν σήμερα. Δηλαδή, αποτελούσαν ένα σώμα πολιτών ,το οποίο βοηθούσε    τους Ειρηνοδίκες και τους Ιατροδικαστές  στην προσπάθειά τους για την ανεύρεση  του δράστη των  εγκλημάτων  και μάλιστα κατέθεταν ως μάρτυρες στο δικαστήριο .Βλ.   Pollock –  Maitland, The History of English Law,  1898, σελ624-625 ,  Devlin, The Criminal Prosecution in England, 1960, σελ3 επ.  

[3]Βλ.Doran, Trial by Jury στοMcConville – Wilson, The Handbook of The Criminal Justice Process, 2002, σελ380 επ. 

[4]Βλ. Darbyshire , Criminal Law Review 1991 Crim LR 740.

[5]Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία εγκλημάτων τα summaryoffences, τα οποία είναι τα ελαφρότερα αδικήματα και εκδικάζονται πάντα από τους Ειρηνοδίκες .  

[6]Οι Magistrates(Ειρηνοδίκες) είναι δικαστικοί λειτουργοί . Ασχολούνται  κυρίως με την εκδίκαση υποθέσεων , οι οποίες έχουν μικρή ή μεσαία ποινική απαξία. Υπάρχουν δύο κατηγορίες Ειρηνοδικών. Η πρώτη περιλαμβάνει τους λαϊκούς Ειρηνοδίκες ( LayMagistrates) , οι οποίοι δεν έχουν νομική παιδεία και έχουν ως βοηθούς, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έναν γραμματέα , που έχει ειδικές νομικές γνώσεις  . Στην δεύτερη ανήκουν οι StipendiaryMagistrates( αλλιώς DistrictJudges),  οι οποίοι είναι επαγγελματίες δικαστές, συνήθως πρώην δικηγόροι. Βλ. Darbyshire , Magistrates στο  McConville – Wilson, The Handbook of the Criminal Justice Process, ο.π,  σελ. 285 επ,   Garner , A Handbook of Criminal Law Terms ,  2000, σελ 390, 420,   Slapper – Kelly, The English Legal System  2003 , σελ 320 επ.

[7]Κριτήρια για τους δικαστές είναι ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος, ,η ηλικία του, η ψυχική του κατάσταση  κ.λ.π.

[8]Βλ. Καλφέλη,  Η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, 2000, σελ 98 επ. 

[9]Σύμφωνα με το προηγούμενο νόμο , για να μπορεί κάποιος να επιλεγεί ως ένορκος ,θα έπρεπε να έχει ακίνητη περιουσία στην χώρα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα στο  να επιλέγονται ως ένορκοι κυρίως μέλη της μεσαίας και ανώτερης τάξης . Βλ. Report of the Morris Department Committee on Jury Service,1965,Cmnd 2627, παρ. 38-42.

[10]Βλ. το άρθρο 380 Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ρυθμίζει παρόμοια ζητήματα.

[11]Βλ   Zander , Cases and Materials on the English Legal System, 1999,  σελ402 επ,  Slapper- Kelly, ο.π, σελ468 επ,  Sprack, Emmins on Criminal Procedure, 1997 , σελ252 επ,  Padfield , Text and Materials on the Criminal Justice Process, 2000, σελ358 επ.

[12]Βλ. R V Mason 1980, 3 A11 ER 777, Annex to the Attorney- General Guidelines on Jury Checks, Recommendations of the Association of Chief Police Officers 1988, 3 A11 ER 1086. 

[13]Βλ.  Padfiled, ο.π , σελ 359.

[14]Πάντως είχε και το δικαίωμα  της αιτιολογημένης  εξαίρεσης των ενόρκων.

[15]Αυτό μπορεί να γίνει  μόνο εάν  πρώτα η υπεράσπιση αναφέρει  συγκεκριμένα πραγματικά   περιστατικά , που  μπορούν να οδηγήσουν  στο συμπέρασμα ότι ο ένορκος δεν είναι κατάλληλος, για να ασκήσει τα καθήκοντά του . Μετά , μέσω των ερωτήσεων,  δίνεται η δυνατότητα στην υπεράσπιση  να αποδείξει και  την ουσιαστική  βασιμότητα των ισχυρισμών της   . Όμως, επειδή η υπεράσπιση γνωρίζει μόνο το όνομα και τη διεύθυνση των υποψηφίων ενόρκων και επειδή δεν έχει πάντα μεγάλη οικονομική δυνατότητα ,  συνήθως δεν μπορεί να ερευνήσει  το παρελθόν των ενόρκων, πράγμα που θα της επέτρεπε  να αντλήσει από αυτό στοιχεία, που θα αποδείκνυαν την ακαταλληλότητα τους. 

[16]Φυσικά και έχει και το δικαίωμα  αιτιολογημένης εξαίρεσης ενόρκων. 

[17]Ο δικαστής πάντως δεν έχει το δικαίωμα κατ’ αρχήν  να διατάξει τους ενόρκους να καταδικάσουν τον κατηγορούμενο . Για το ζήτημα αυτό και τις εξαιρέσεις του παραπάνω κανόνα βλ.  Μ. Zander, ο.π,σελ447,  Devlin, Trial by Jury, 1966 σελ84,  Leer 1982 CrimLR,  310, R v Clemo 1973, RTR , 176, DPP v Stonehouse 1978, AC 55, Gent 1990 1 A11 ER, 364, Hill and Hall 1988 Cr App Rep,  1989 Crim LR, 136.

[18] Βλ.  Zander, ο.π, σελ446 , R v Mansfield 1977 65 Cr App Rep 276, Pattenden, The Submission of No Case- Some Recent Developments ,1982 Crim LR , 558,   Wolchover , Stopping the trial in Suspect Cases, New Land Journal 1982, 527.  

[19]Βλ.   Gane – Stoddart, Criminal Procedure  in Scotland , 2002, σελ409. 

[20]Βλ. Contempt of the Court Act 1981,  Jaconelli, Some Thoughts on Jury Secrecy, Legal Studies, March 1990 , σελ91 επ.

[21]Βλ. Baker, ο.π, σελ97 επ.

[22] Βλ.  Devlin, The Conscience of the Jury, 1991, 107 LQR 398.

[23]Βλ.  Ashworth, The criminal Process, An Evaluative Study,  1995, σελ229 επ.

[24]Βλ. Hedderman– Moxon, MagistratesCourt, σελ 20. 

[25]Βλ.  Vennard, The Outcome of Contested Trials, Managing Criminal Justice , 1985, σελ131 επ. 

[26]Ο νόμος αυτός  ισχύει από το 1215 μχ  και αποτελεί  την βάση των  πολιτικών και προσωπικών  δικαιωμάτων των Άγγλων πολιτών ( σημ. Στην Αγγλία δεν υπάρχει επίσημο γραπτό Σύνταγμα). Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι υπάρχουν και απόψεις που αμφισβητούν ότι η Μεγάλη Χάρτα έδωσε  το δικαίωμα στους  πολίτες  να δικάζονται μόνο  από άλλους πολίτες. Βλ.  Darbyshire, The Lamp that shows that freedom lives- is it worth the candle? ,1991,CrimLR 740. 

[27]Βλ. Zander, ο.π, σελ  416.

[28]Βλ.  Devlin, Trial by jury, σελ20. 

[29]Βλ.  Zander, ο.π,  σελ416 επ.

[30]Βλ. R v Ford 1989, QB 868.

[31]Βλ. JVennard –  Riley, The use of Preremptory Challenge and Stand By of Jurors and Their Relationship to trial outcome , 1988 CrimLR 731.

[32]Βλ.  Devlin, Trial by Jury, 1956,σελ20. 

[33]Βλ. MurrayvUK,1996, 22 EHRR,29, CondronvUK, 2000, 30 EHRR1. Ήδη ο Άγγλος  νομοθέτης επέβαλε την αιτιολόγηση των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου. 

[34] Βλ.  Darbyshire, ο.π , σελ 740 επ. 

BIG DATA ΚΑΙ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ- ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Σήμερα σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου αναπτύσσονται αλγοριθμικά εργαλεία για την επεξεργασία δεδομένων που αφορούν τις αναλύσεις κινδύνων. Μέσα στα πλαίσια αυτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έρευνες που επιδιώκουν να εντοπίσουν άτομα που έχουν ποινική εμπλοκή  και είναι πιθανόν στο μέλλον να τελέσουν ξανά νέα αδικήματα. Μέχρι πρόσφατα οι μελέτες αυτές ενδιέφεραν κυρίως τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και πρόσωπα που ασχολούνταν με την επιτήρηση των προσώπων που ευρίσκονταν σε καθεστώς απόλυσης υπό όρο έτσι ώστε να μπορούν να εκτελούν αποτελεσματικότερα τα καθήκοντά τους. Σήμερα οι έρευνες αυτές αποτελούν διαγνωστικό εργαλείο και των δικαστών σε πολλά στάδια της ποινικής διαδικασίας, όπως κατά τον έλεγχο των προϋποθέσεων για την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού ή κατά την επιμέτρηση των ποινών. Η χρήση των μελετών αυτών είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη , αφού δημιουργούνται ζητήματα  όχι μόνο για την αξιοπιστία αυτών αλλά και για τα κριτήρια με βάση τα οποία οι αλγόριθμοι καταλήγουν στις τελικές τους προτάσεις. Στα πλάσια της παρούσης εργασίας θα αναφερθούμε από την μια πλευρά στον τρόπο λειτουργίας και στην δομή των συγκεκριμένων αλγοριθμικών μελετών , στην κριτική που έχει ασκηθεί σε αυτές μέσα στα πλαίσια του ομοσπονδιακού δικαιικού συστήματος στις ΗΠΑ , στην σημερινή νομική προσέγγιση του ζητήματος από τα δικαστήρια των ΗΠΑ αλλά και ορισμένες σκέψεις μας για την δυνατότητα εφαρμογής των συγκεκριμένων μελέτων στην ελληνική έννομη τάξη. 

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ- ΕΝΤΑΞΗ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Οι περισσότερες έννομες τάξεις του ηπειρωτικού και αγγλοσαξονικού δικαίου έχουν δημιουργήσει ένα κοινό πλαίσιο για την σημασία του ποινικού φαινομένου αλλά και για τους λόγους επιβολής των  ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης του συγκεκριμένου είδους κανόνων.  Ετσι, σύμφωνα με τα κρατούντα, υπάρχουν δύο βασικοί πόλοι που δικαιολογούν την τιμωρία του δράστη. Από την μια πλευρά έχει αναπτυχθεί  η δεοντολογικη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο καταδικασθείς θα πρέπει να υποβάλλεται σε ποινική μεταχείριση ως ανταπόδοση για την πράξη την οποία τέλεσε . Ετσι σύμφωνα με τον Εμ. Κάντ « η τιμωρία θα πρέπει να επιβάλλεται μόνο και μόνο επειδή το πρόσωπο που υφίσταται την κύρωση έχει τελέσει ποινικό αδίκημα». Με βάση την άποψή αυτή το ζήτημα της τιμωρίας του δράστη αφορά μόνο το παρελθόν και συγκεκριμένα την απαξία της τελεσθείσας πράξης, χωρίς να μας ενδιαφέρει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, ενώ η κύρωση επιβάλλεται διότι ο καταδικασθείς οφείλει να «πληρώσει» στην κοινωνία ένα « χρέος» για το όφελος που έλαβε ή το βάρος που  επέβαλε σε κάποιον τρίτο από την παράνομη συμπεριφορά του , ενώ μετά την εκτέλεση της ποινής αποκαθίσταται η ισορροπία που έχει διαταραχθεί στην κοινωνία από το αδίκημα που έχει τελεστεί. Από την άλλη πλευρά υποστηρίζονται οι ωφελιμιστικές θεωρίες , οι οποίες επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν την ποινή,  ώστε να επιτεχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα,  όπως η βελτίωση της συμπεριφοράς του δράστη  . Ο σκοπός της ποινής για τις θεωρίες αυτές έχει κυρίως εργαλειακή σημασία, δηλαδή θα πρέπει η κύρωση να οδηγήσει σε συγκεκριμένα  οφέλη για το κοινωνικό σύνολο ( αλλιώς δεν έχει λόγο αυτή να επιβληθεί) . Τούτο σημαίνει ότι κάθε συζήτηση για την επιμέτρηση της ποινής δεν θα πρέπει να συνδέεται με το παρελθόν αλλά αντίθετα με το μέλλον και με το τι αυτή θα προσφέρει στην κυρίαρχη κοινωνική  ομάδα που θα επιβάλλει τις κυρώσεις.

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο  η ποινή θα πρέπει να οδηγεί στη μείωση των εγκληματικών ενεργειών και αυτός ο στόχος  συνδέεται όχι μόνο με τον συγκεκριμένο δράστη ( ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι το προσωπικό του κόστος   από τις παράνομες ενέργειες  είναι επαχθές , πράγμα που θα τον αποτρέψει στο μέλλον  να  τις επαναλάβει )  αλλά  και με τους  υπόλοιπους πολίτες, οι οποίοι μπορούν να παραδειγματιστούν από την τιμωρία του δράστη ( γενική και ειδική πρόληψη).  Επίσης σε περίπτωση στέρησης της προσωπικής ελευθερίας του καταδικασθέντα , η κοινωνία ωφελείται από την απομόνωσή του, αφού περιορίζονται οι δυνατότητές του να τελέσει νέο αδίκημα.  Τέλος η θεωρία της αναμόρφωσης του δράστη πρεσβεύει ότι η ποινή θα πρέπει να δίδει την δυνατότητα στον παραβάτη να εξελίξει την προσωπικότητά του και να μεταβάλει σε ουσιαστικό επίπεδο την στάση του απέναντι στα έννομα αγαθά.

 Η μεταβολή αυτή οδηγεί στη δημιουργία έντονου κοινωνικού οφέλους , αφού περιορίζεται ο κίνδυνος επανάληψης άλλων εγκληματικών ενεργειών. Η βελτίωση της συμπριφοράς  του δράστη μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες (  πχ μετάνοια ή τύψεις), ενώ σημαντική είναι και η παροχή συνδρομής από τις κρατικές δομές ( στο επίπεδο της ψυχικής υγείας ή της παροχής εκπαίδευσης), ώστε να μειωθούν στο ελάχιστο οι κοινωνικοί παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν τον δράστη στην επανάληψη και άλλων παραβατικών ενεργειών.  

Οι δύο  παραπάνω θεωρητικές προσεγγίσεις για τον σκοπό της ποινής ( δεοντολογική- ωφελιμιστική)  έρχονται πολλές φορές σε σύγκρουση και είναι  δύσκολο για τον εφαρμοστή του δικαίου να προχωρήσει σε συγκερασμό αυτών, αφού πχ  για την πρώτη  η επιβολή της ποινής σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτική , ενώ στην δεύτερη εξαρτάται από την ύπαρξη κοινωνικού ωφέλους . Γι΄αυτό το λόγο έχουν αναπτυχθεί και υβριδικές απόψεις ( ενωτικές θεωρίες) σύμφωνα με τις οποίες η βαρύτητα της πράξης και τα υπόλοιπα δεοντολογικά στοιχεία δημιουργούν τα ακραία όρια μέσα στα οποία θα πρέπει ο δικαστής να κινηθεί,   έτσι ώστε η τελική ποινή που θα επιβληθεί να είναι « δίκαιη» για τον καταδικασθέντα , ενώ για το τελικό της ύψος μπορούν να ληφθούν υπόψη και οι παραπάνω αναφερθέντες κοινωνικοί στόχοι. 

Σε νομοθετικό επίπεδο και στην Ελληνική έννομη τάξη αλλά και στις ΗΠΑ δεν υπάρχει  κάποια αποκλειστικά κρατούσα  θεωρία για τους στόχους που θα πρέπει να υπηρετεί η επιμέτρηση της ποινής και  γι΄αυτό όλα τα παραπάνω κριτήρια μπορούν νόμιμα να αποτελέσουν δικαιολογητική βάση για την τελική απόφαση του δικαιοδοτικού οργάνου . Ετσι πχ στο άρθρο 79 του  ελληνικού ΠΚ  κατά την επιλογή της τελικής κύρωσης λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητητα της πράξης αλλά και η προσωπικότητά του δράστη , όπως η διαγωγή του μετά την τέλεση της πράξης και η μετάνοια που τυχόν επέδειξε. Ιστορικά πάντως τουλάχιστον στις ΗΠΑ οι παραπάνω θεωρίες εναλλάσονται ως κύριοι  δικαιολογητικοί λόγοι επιβολής της ποινής χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αποκλείονται και οι υπόλοιπες από τις τελικές εκτιμήσεις των δικαστηρίων. 

Ετσι πχ στις αρχές του αμερικανικού δικαίου, η ποινή είχε κυρίως σκοπό να επιτύχει την γενική και ειδική πρόληψη , ενώ το στοιχείο της ανταπόδοσης υπήρχε στα σοβαρά κακουργήματα , όπως στην  ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Τον 19ο    και 20ο  αιώνα η επανένταξη του δράστη στο κοινωνικό σύνολο αποτέλεσε  το βασικό νεωτερικό στοιχείο στην ποινική νομοθεσία , αφού με την πρόοοδο της Ιατρικής και της Ψυχολογίας , οι δράστες αντιμετωπίζονταν ως « ασθενείς» , οι οποίοι μπορούσαν να θεραπευτούν.  Ο στόχος της « βελτίωσης»  του δράστη άρχισε να δέχεται σοβαρά πλήγματα, αφού οι δικαστές , αντιμετωπίζοντας τους καταδικασθέντες ως « ασθενείς» επέβαλαν από την μια πλευρά « άδικες ποινές»  σε διάρκεια ( μεγαλύτερες ), εφόσον τούτο εξυπηρετούσε την «ίαση» τους,  ενώ υπήρχε σοβαρή ανισότητα στο ζήτημα των ποινών σε πράξεις ίδιας βαρύτητας, αφού κάθε δικαστής αποφάσιζε για το μέγεθός τους χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς,  πράγμα που δημιουργούσε και συνταγματικής φύσεως ζητήματα.

 Η έλλειψη σταθερού πλαισίου ποινών και η μεγάλη διακριτική ευχέρεια των δικαστηρίων οδήγησε το 1984 στην ψήφιση του Sentencing Reform Act , σύμφωνα με τον οποίο δύο βασικά κριτήρια που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από τα ποινικά δικαστήρια είναι η βαρύτητα της συμπεριφοράς του δράστη και το ποινικό του παρελθόν, τα οποία αποτελούν το σημείο εκκίνησης για την αξιολόγηση από το δικαιοδοτικό όργανο. Ο SRA προσδιορίζει ότι η ποινική τιμωρία θα πρέπει να ικανοποιεί τέσσερις στόχους, δηλαδή η τελική ποινή θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την βαρύτητα του εγκλήματος, να προωθεί τον σεβασμό προς τον νόμο και να επιβάλει ποινή δίκαιη σε σχέση με το αδίκημα ( ανταποδοτική θεωρία), να οδηγεί σε ικανοποιητική αποτροπή τέλεσης νέων αδικημάτων , να προστατεύει το κοινωνικό σύνολο από περαιτέρω παράνομες ενέργειες του δράστη και να προσφέρει στον καταδικασθέντα την απαραίτηση μόρφωση , υγειονομική περίθαλψη κλπ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ολοι οι παραπάνω στόχοι έχουν την ίδια ιεραρχική θέση και ουσιαστικά οι δικαστές οφείλουν να επιβάλουν μια ποινή που να είναι αρκετή αλλά όχι μεγαλύτερη από όσο πρέπει  για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι. 

Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι όλα τα παραπάνω κριτήρια μπορούν να  χρησιμοποιήσουν το ποινικό παρελθόν του δράστη για να εξαγάγουν συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να κινηθεί ο ποινικός δικαστής κατά την επιμέτρηση των ποινών. Ετσι πχ η προηγούμενη  συμπεριφορά του δράστη δείχνει την ένταση του υποκειμενικού στοιχείου κατά την διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος αλλά και την γενικότερη στάση του απέναντι στα έννομα αγαθά.  Επίσης  το ποινικό παρελθόν μπορεί να  χρησιμοποιηθεί πχ  για να προβλεφθεί η μελλοντική συμπεριφορά του , για το εάν είναι επικίνδυνος και θα πρέπει να φυλακισθεί αλλά και το εάν και πως μπορεί να επιτευχθεί η ειδική πρόληψη.  

Μέσα στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μελλοντικής συμπεριφοράς του δράστη με βάση δεδομένα του παρόντος, όπως το ποινικό παρελθόν του ή οι οικονομικοί του πόροι ή οι δεξιότητες του , το φύλο κλπ θα πρέπει πλέον να ληφθούν υπόψη και οι τεχνολογικές εξελίξεις . 

Ο τεράστιος αριθμός κρατουμένων iδίως στις ΗΠΑ , ο οποίος δημιουργεί σοβαρό οικονομικό βάρος στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και η ανάγκη για καλύτερη διαχείριση του όγκου των καταδικασθέντων πολιτών  οδηγεί στην υιοθέτηση νέων πολιτικών . Οι σημερινοί στόχοι έχουν στόχο την μείωση του κόστους και της σπατάλης των πόρων, την απεξάρτηση από την ποινή της φυλάκισης, την δημιουργία εναλλακτικών προγραμμάτων επανένταξης , μείωσης του κινδύνου τέλεσης νέων αδικημάτων αλλά και της αύξησης της ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου. Η επίτευξη όλων αυτών των στόχων βασίζεται στην εκμετάλλευση μοντέλων ανάλυσης ρίσκου,  τα οποία τελικά καταλήγουν σε συμπεράσματα για το  εάν ο καταδικασθείς αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία και θα πρέπει να φυλακισθεί. Η συγκέντρωση και επεξεργασία ενός τόσο μεγάλου όγκου δεδομένων , η ανάλυση εμπειρικών μελετών για την εγκληματικότητα που βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα και η κατάρτιση μοντέλων ανάλυσης ρίσκου πλέον είναι δυνατή, αφού έχει αναπτυχθεί η τεχνολογία των big data αλλά και οι  δυνατότητες των υπολογιστών. 

ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ BIG DATA ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ 

Τα Big Data ορίζονται ως οι τεράστιες ποσότητες δομημένων, ημιδομημένων και αδόμητων δεδομένων με βασικά χαρακτηριστικά τους τον  μεγάλο όγκο τους , την αυξημένη ποικιλομορφία τους και την τεράστια ταχύτητα με την οποία δημιουργούνται. Τα δεδομένα αυτά είναι πολύ μεγάλα και πολύπλοκα για να μπορεί να γίνει αποδοτική εκμετάλλευσή τους από την απλή τεχνολογία βάσεων δεδομένων , η οποία εφαρμόζεται στους περισσότερους οργανισμούς. Η επεξεργασία σε μεγάλη κλίμακα δεδομένων δεν είναι ένα νέο φαινόμενο , αφού ήδη εφαρμόζεται σε επιστήμες όπως η μετεωρολογία , ενώ συχνά για την επεξεργασία απαιτούνταν η χρήση υπερυπολογιστών. 

Η αύξηση της υπολογιστικής δύναμης οδηγεί στην ευκολότερη διαχείριση των δεδομενών και στην  αξιοποίηση των big data.  Οι σημερινές προκλήσεις αφορούν τον τρόπο αποθήκευσης , πρόσβασης αλλά κυρίως επεξεργασίας των big data , αφού μέσα από τον τεράστιο όγκο τους επιδιώκουμε να δημιουργηθούν  λειτουργικά μοντέλα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε όλα τα επιστημονικά πεδία με την μικρότερη υπολογιστική δύναμη αλλά και η εξαγωγή δεδομένων ( data mining) από τα ήδη υπάρχοντα. 

Οπως είναι φυσικό τα big data έχουν εισαχθεί στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης , αφού χρησιμοποιούνται για την δημιουργία αναλυτικών εργαλείων για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας των δραστών μέσω της αλγοριθμικής σκέψης . Η πρόβλεψη για την μελλοντική συμπεριφορά του δράστη , όπως προείπαμε, είναι ένα ιδιαίτερο σημαντικό μέγεθος, αφού μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τις αποφάσεις του δικαστηρίου στο ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής αλλά και την εφαρμογή μεταγενέστερων θεσμικών εργαλείων , όπως την απόλυση υπό όρους αλλά και τα προγράμματα επανένταξης των καταδικασθέντων. 

Οι σημερινές αναλύσεις ρίσκου έχουν εισαχθεί στην δικαιοσύνη από άλλους κλάδους της κοινωνικής ζωής ( υπολογισμός ασφαλιστικών κινδύνων, πρόβλεψη υγείας ασθενών κλπ) και θεωρείται ένα σημαντικό εργαλείο που μπορεί να συνδράμει το έργο του δικαστή.

  Οι αναλύσεις αυτές βασίζονται σε προηγούμενες έρευνες ειδικά στον πληθυσμό που έχει εμπλοκή με τον ποινικό μηχανισμό ( φυλακισθέντες, αποφυλακισθέντες κλπ) ,  διεξάγονται  με την συμπλήρωση πχ ερωτηματολογίων  (τα οποία συλλέγουν δημογραφικά στοιχεία, δεδομένα για το οικογενειακό περιβάλλον και ποινικό παρελθόν) και από τις οποίες προκύπτουν  οι βασικοί παράγοντες ρίσκου , δηλαδή τα χαρακτηριστικά  τα οποία αυξάνουν ή μειώνουν  την πιθανότητα  ο δράστης να οδηγηθεί σε υποτροπή.  Αυτά χωρίζονται σε σταθερές , δηλαδή σε στοιχεία που δεν μπορούν να αλλάξουν ( πχ προηγούμενη αντικοινωνική συμπεριφορά) αλλά και σε δυναμικές μεταβλητές ( πχ χρήση ναρκωτικών, ανεργία κλπ). Με τα σημερινά δεδομένα  οκτώ είναι οι κύριοι  παράγοντες που επιδρούν στο ζήτημα της επανατέλεσης νέων αδικημάτων από τον δράστη , δηλαδή η αντικοινωνική συμπεριφορά, η αντικοινωνική στάση απέναντι στα έννομα αγαθά, ο συγχρωτισμός με άτομα που έχουν ποινικό παρελθόν , το ποινικό μητρώο, η χρήση ουσιών , οικογενειακά χαρακτηριστικά ( πχ μονογονεική οικογένεια) , εκπαίδευση και εργασία καθώς και η έλλειψη ασχολιών με θετικό κοινωνικό πρόσημο.  

Τα παραπάνω στοιχεία  , ύστερα από ανάλυση ( για την οποία χρησιμοπούνται διάφοροι μέθοδοι πχ για την COMPAS  χρησιμοποιείται η στατιστική μέθοδος της Γραμμικής Παλινδρόμησης)  , δημιουργούν πίνακες και καμπύλες ρίσκου, αφού η εξαφάνιση ορισμένων παραγόντων ( χρήση ναρκωτικών) ή η εμφάνιση άλλων ( πχ δημιουργία οικογένειας) ή η απλή μεταβολή ( πχ ηλικίας)αναπροσαρμόζουν  και τις σχετικές πιθανότητες επικινδυνότητας του δράστη. Η μεταβολή αυτή μπορεί να είναι δραστική ή και σταδιακή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένα από τα κριτήρια αυτά συνδέονται στην πράξη ( έμμεσα) με συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων πχ ο τόπος κατοικίας αποτελεί και μια ένδειξη για το χρώμα ή την φυλή του καταδικασθένος, ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα κατωτέρω.  Ο τρόπος ανάλυσης που χρησιμοποιείται από κάθε μέθοδο αλλά και τα αποτελέσματα της είναι συνήθως απόρρητος, αφού οι αναλύσεις ρίσκου έχουν αναπτυχθεί σε προγράμματα υπολογιστών που αποτελούν εμπορικό απόρρητο και ιδιοκτησία των κατασκευαστών τους.

 Στη συνέχεια λαμβάνει χώρα η συλλογή των δεδομένων από το άτομο που έχει εμπλακεί στην ποινική διαδικασία είτε μέσω των δημόσιων αρχείων ( πχ ποινικό μητρώο, εκθέσεις επιμελητών κλπ) είτε από συνεντεύξεις και συμπλήρωση ερωτηματολογίου από τον δράστη. Σε πολλές περιπτώσεις , εφόσον η σχετική ανάλυση θα χρησιμοποιηθεί για το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής, η συλλογή των στοιχείων διεξάγεται μόνο μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης και πριν την επιβολή της ποινής. Τα συγκεντρωθέντα στοιχεία αναλύονται και εκδίδεται το τελικό συμπέρασμα , το οποίο χρησιμοποιείται ανάλογα είτε από το δικαιοδοτικό όργανο είτε από τους επιμελητές κλπ. Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι τουλάχιστον μέχρι σήμερα οι μελέτες αυτές έχουν καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύουν τον δικαστή κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής, όμως όπως είναι φυσικό επιδρούν στις τελικές αποφάσεις τους , αφού μάλιστα έχουν ενδυθεί και τον μανδύα του  επιστημονικού  άρτια « εργαλείου» , αφού η ανάλυση του ρίσκου βασίζεται σε πληθώρα δεδομένων , των οποίων έχει γίνει επεξεργασία από υπολογιστές, οι οποίοι  προχωρούν σε αντικειμενικές  εκτιμήσεις.

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ – ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ  ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ 

Σήμερα , όπως έχουμε προαναφέρει , οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας χρησιμοποιούνται σχεδόν σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ με διαφορετικό η κάθε μια περιεχόμενο και αποτελεί ένα από τα πιο σύγχρονα εργαλεία στον χώρο της ποινολογίας. Σε νομολογιακό επίπεδο η πιο σημαντικηή απόφση είναι του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Wisconsin  στην υπόθεση Loomis , η οποία ασχολείται κυρίως με συνταγματικής φύσεως ζητήματα. Στην υπόθεση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Loomis για την τέλεση πέντε εγκλημάτων σε ένα περιστατικό που αφορούσε επίθεση με πυροβολισμούς από διερχόμενο όχημα. Τελικά ο κατηγορούμενος δήλωσε ένοχος για αδικήματα μέσης βαρύτητας  ( μη συμμόρφωση σε σήμα της τροχαίας και οδήγηση οχήματος χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη) και το δικαστήριο κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής του επέβαλε ποινή 6 ετών φυλακίσεως και 5 ετών ελεγχόμενης ελευθερίας μετά την έκτιση της πρώτης . Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ελάβε υπόψη  για την τελική απόφαση του  μελέτη επικινδυνότητας  του  δράστη , η οποία συντάχθηκε με την μέθοδο COMPAS και η οποία αξιολόγησε τον καταδικασθέντα ως άτομο με αυξημένες πιθανότητες υποτροπής.  

Ο καταδικασθείς ,ασκώντας ένδικα μέσα, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η απόφαση του  πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι ακυρωτέα, αφού παραβιάστηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη  όσο και  αυτό  της επιβολής εξατομικευμένης ποινής, αφού δεν του επετράπη να ελέγξει την αρτιότητα του λογισμικού COMPAS  και για την επιβολή της ποινής του  ελήφθη ως σημαντικός παράγοντας το φύλο του κατά παράβαση του Συντάγματος. Το ζήτημα έφθασε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας , όπου κατά πλειοψηφία απέρριψε τις αιτιάσεις του κατηγορουμένου.

Συγκεκριμένα το δικαστήριο , κατ΄αρχάς , έκρινε ότι οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας αλλά και οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν μπορούν να αφήσουν ανεπηρέαστη την ποινική δικαιοσύνη, η οποία θα πρέπει να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. 

Οσον αφορά το πρόγραμμα COMPAS το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου και η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων της εταιρίας που ανέπτυξε το λογισμικό αποτελεί νόμιμο λόγο για την μη πρόσβαση του κατηγορουμένου στον αλγόριθμο με τον οποίο αξιολογήθηκε η προσωππικότητά του. Σύμφωνα με την δικαστική απόφαση  αρκεί για την νομιμότητα χρήσης του προγράμματος το γεγονός ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν παρασχέθηκαν από τον κατηγορούμενο ή από δημόσια έγγραφα και το ότι ο καταδικασθείς είχε την δυνατότητα να ελέγξει και να αμφισβητήσει την εγκυρότητα αυτών. Επίσης η απόφαση έκρινε ότι η ένσταση περί προσβολής των δικονομικών του δικαιωμάτων μπορεί να ευδοκιμήσει στην περίπτωση που το τελικό αποτέλεσμα της απόφασης του δικαστή βασίστηκε καθοριστικά ή εξ’ ολοκλήρου στην μελέτη επικινδυνότητας και όχι εάν αποτέλεσε μόνο ένα από τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν. 

Οσον αφορά την αιτίαση του κατηγορουμένου για το ζήτημα της λήψεως υπόψιν του φύλου στην τελική επιμέτρηση της ποινής, το δικστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κοινωνική διάσταση του φύλου του αποτέλεσε  ένα βασικό στοιχείο κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής. 

Παρά ταύτα το δικαστήριο θεώρησε ότι η παράμετρος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική , αφού έκρινε ότι ο διαχωρισμός είναι αναγκαίος , αφού η αντίθετη αντιμετώπιση οδηγεί σε εσφαλμένα επιστημονικά αποτελέσματα και τέλος παρασχέθηκαν κατευθυυντήριες γραμμές για τον τρόπο χρησιμοποίησης των μελετών, όπως πχ  η αναγκαιότητα χρήσης του προγράμματος με ιδιαίτερη προσοχή από τους ποινικούς δικαστές ( χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω η έννοια της προσοχής)  και η υποχρεωτική αναφορά στην έκθεση των περιορισμών της μεθολογίας που χρησιμοποιείται. 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ 

Οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας , παρά την «αξιοπιστία» που προβάλλουν  προς τα έξω , δέχονται στις ΗΠΑ  κριτική για την έλλειψη διαφάνειας του αλγόριθμου παραγωγής των αποτελεσμάτων , για τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων αλλά και για τα δεδομένα που επιλέγονται προς αξιοποίηση. 

Ο πρώτος προβληματισμός αναφέρεται ιδίως στην έλλειψη δυνατότητας από τον κατηγορούμενο αλλά και από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο έρευνας του αλγοριθμικού κώδικα πολλών προγραμμάτων που αναλύουν την επικινδυνότητα των προσώπων που εμπλέκονται στην ποινική δικαιοσύνη. Οι κώδικες αυτοί είναι ενσωματωμένοι σε προγράμματα υπολογιστών ( τα οποία χρησιμοποιούνται σε ομοσπονδιακό ή πολιτειακό επίπεδο ) και αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία συγκεκριμένων εταιριών που ασχολούνται με το ζήτημα αυτό. Συνεπώς λόγω του εμπορικού απορρήτου  ( σύμφωνα τουλάχιστον με την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ουαισκόνσιγκ) ,δεν επιτρέπεται η ανάλυση του αλγόριθμου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί εάν ο αλγόριθμος είναι ορθός και εάν παράγει τα αποτελέσματα που πρέπει. 

Το ζήτημα αυτό συμπλέκεται με την εφαρμογή του Νόμου Περί Ελευθερίας των Πληροφοριών του 1966 ( Freedom of Information Act)  , ο οποίος έχει ως βασικό σκοπό να ενισχύσει την διαφάνεια στον τομέα της λήψεως αποφάσεων από διοικητικά όργανα. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό επιτρέπεται η πρόσβαση των πολιτών στα κυβερνητικά αρχεία και η λήψη αντιγράφων από οποιαδήποτε υπηρεσία , εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση.  Η πρόσβαση δεν περιορίζεται μόνο σε έγγραφα αλλά και  σε οτιδήποτε μπορεί να αναπαραχθεί, ευρίσκεται στην κατοχή της υπηρεσίας και δεν έχει σημασία η μορφή στην οποία ευρίσκεται το αρχείο . Η αίτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει το είδος της πληροφορίας που ζητείται και η υπηρεσία θα πρέπει να απαντήσει εντός 20 εργάσιμων ημερών. Φυσικά υπάρχουν περιορισμοί του παραπάνω δικαιώματος των πολιτών , ένας από τους οποίους είναι και η ύπαρξη εμπορικών απορρήτων.  Ως εμπορικό μυστικό θεωρείται κάθε φόρμουλα , σχέδιο ή συνδυασμός πληροφοριών , οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην εργασία κάποιου και του δίδει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές , οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση σε αυτό. Παρά τις παραπάνω εξαιρέσεις , ο νόμος δημιουργεί τεκμήριο υπέρ της αποκάλυψης των πληροφοριών. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι εξαιρέσεις αυτές δεν έχουν υποχρεωτική φύση και πάντοτε θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Μάλιστα έχει υποστηριχθεί ότι η ευρεία πρόσβαση στα αρχεία των υπηρεσιών από τους πολίτες είναι σημαντικότερη από την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων που δεν ασκούν δημόσια εξουσία , ενώ επιτρέπεται να ληφθούν κάποια μέτρα για να εξισορροπηθούν  τα αντίθετα συμφέροντα.  Η κυβέρνηση Ομπάμα μάλιστα εξέδωσε και εγκύκλιο σύμφωνα με την οποία το τεκμήριο είναι υπέρ της χορήγησης των πληροφοριών στους πολίτες που τις αιτούνται ,ενώ τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και γενικότερα τα πρόσωπα που δεν ασκούν δημόσια εξουσία θα απωλέσουν κάποια προστασία των δικαιωμάτων τους,  όσον αφορά το απόρρητο, όταν συνάπτουν συμφωνίες με δημόσιες υπηρεσίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν δημόσιες λειτουργίες. Παρά τις ανωτέρω επισημάνσεις τα δικαστήρια ακολουθούν εντελώς διαφορετική γραμμή , δημιουργώντας σοβαρά προσκόμματα στην δυνατότητα αξιολόγησης των προγραμμάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών. 

O δεύτερος προβληματισμός σχετίζεται με τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων ( η παρατήρησή μας αυτή είναι γενική και αναφέρεται σε ολόκληρο των κλάδο των big data) , αφού ο αλγόριθμος ουσιαστικά έχει σαν βασικό σκοπό την εξόρυξη δεδομένων (data mining). Η εξόρυξη δεδομένων δημιουργεί πολλές φορές απαράδεκτες διακρίσεις και στην συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος ειδικές ομάδες προσώπων να τεθούν στο περιθώριο και να αντιμετωπιστούν δυσμενέστερα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά εργαλεία, η εξόρυξη δεδομένων έχει σαν σκοπό να εντοπίσει στατιστικές σχέσεις μέσα από τον όγκο των δεδομένων, δηλαδή να ανακαλύψει χρήσιμα μοντέλα  και  κανονικότητες , οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για μεταγενέστερες αποφάσεις. Τα μοντέλα αυτά χρησιμοποιούνται για να αυτοματοποιηθεί η διαδικασία κατηγοριοποίησης των οντοτήτων ή των ενεργειών που ενδιαφέρουν, να υπολογιστεί η αξία των μεταβλητών που δεν έχουν παρατηρηθεί ή να προβλεφθεί ένα μελλοντικό αποτέλεσμα. 

Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται πχ για την ανακάλυψη ψεύτικων συναλλαγών, για τον υπολογισμό ασφαλίστρων κλπ.  Η διαδικασία αυτή συνδέεται με την έννοια της « μηχανικής μάθησης» , αφού ο αλγόριθμος « μαθαίνει» ποιες από τις βασικές ιδιότητες ή ενέργειες μπορούν να χρησιμεύσουν  ως ενδεχόμενες μεταβλητές για τις ιδιότητες ή το αποτέλεσμα των αντικειμένων που εξετάζονται. 

Στην συγκεκριμένη περίπτωση στο επίκεντρο μας ευρίσκονται δύο έννοιες , δηλαδή οι μεταβλητές – στόχος και η κλάσεις. Το αποτέλεσμα που μας ενδιαφέρει από την εξόρυξη δεδομένων είναι οι μεταβλητές στόχος, ενώ οι κλάσεις διαχωρίζουν όλες τις δυνατές αξίες των μεταβλητών- στόχων σε κατηγορίες. Πολλές φορές ο ορθός προσδιορισμός των προδιαγραφών  των μεταβλητών- στόχων δεν είναι προφανής και θα πρέπει το ίδιο το υπολογιστικό σύστημα να τον δημιουργήσει. 

Στο πρώτο στάδιο το πρόγραμμα θα πρέπει να κατανοήσει τους στόχους και τις προϋποθέσεις του όλου σχεδίου από επαγγελματική πλευρά και να μετατρέψει την γνώση σε ένα πρόβλημα προσδιορισμού που μπορεί να λυθεί από την εξόρυξη. Πολλές φορές μέσα στην διαδικασία αυτή η εξόρυξη μπορεί χωρίς πρόθεση να  αναλύσει το πρόβλημα με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε να δημιουργεί συστηματικά μειονεκτήματα για κάποια συγκεκριμένη ομάδα που πρέπει να προστατευτεί. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο προσδιορισμός των μεταβλητών- στόχων οδηγεί στην δημιουργία νέων κλάσεων, ενώ πολλές φορές ο προσδιορισμός αυτών, όπως πχ φερεγγυότητα , καλός ή κακός υπάλληλος δεν είναι εύκολη  ,ενώ ορισμένες φορές τα τελικά αποτελέσματα βασίζονται σε προηγούμενες αξιολογήσεις , οι οποίες δεν είναι πάντοτε ορθές. 

Επίσης ο προσδιορισμός των μεταβλητών-στόχων και των κλάσεων θα καθορίζει το αποτέλεσμα της εξόρυξης. Παρά του ότι η κριτική αφορά και την εσφαλμένη επιλογή κλάσεων,  σημαντικός κίνδυνος δημιουργείται για την δημιουργία διακρίσεων  από την εσφαλμένη ονομασία των κλάσεων αλλά και τον επιγενόμενο χαρακτηρισμό των παραδειγμάτων , τα οποία χρησιμοποιούνται για την εξόρυξη. 

Ο προβληματισμός εντείνεται  από το γεγονός ότι κατά την διαδικασία εξόρυξης δεδομένων χρησιμοποιούνται διάφορα δεδομένα , τα οποία ουσιαστικά εκπαιδεύουν  το μοντέλο ανάλυσης,  ώστε να συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο. Ο χαρακτήρας των συγκεκριμένων «εκπαιδευτικών δεδομένων» επιδρούν καταλυτικά στα αποτελέσματα της εξόρυξης, αφού εάν τα εκπαιδευτικά δεδομένα δεν είναι αμερόληπτα , τότε το πρόγραμμα δημιουργεί ανάλογα μοντέλα ανάλυσης. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα πρώτον ότι εάν η εξόρυξη χρησιμοποιεί περιπτώσεις ή δεδομένα τα οποία δεν είναι αμερόληπτα ως έγκυρα για να «μάθει»  από αυτά , τότε το πρόβλημα θα αναπαραχθεί και στην συνέχεια και δεύτερον ότι η εξόρυξη δεδομένων δημιουργεί συμπεράσματα από μεροληπτικό δείγμα του πληθυσμού, τότε κάθε απόφαση που στηρίζεται στα παραπάνω συμπεράσματα θα οδηγεί συστηματικά σε μειονεκτική  θέση όσους υπό ή υπέρεκπροσωπούνται στο δείγμα. 

Τέλος ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που παρουσιάζεται αφορά τις έμμεσες διακρίσεις που μπορεί να προκληθούν κατά την επεξεργασία των δεδομένων και την εξόρυξή τους. Εχει παρατηρηθεί ότι σε πολλές περιτπώσεις τα τελικά συμπεράσματα της εξόρυξης δεδομένων προκαλούν δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ειδικών ομάδων πληθυσμού, παρά του ότι δεν φαίνεται κατ’ αρχάς να εισάγονται στη διαδικασία επεξεργασίας τέτοιου είδους στοιχεία. Τούτο είναι πολύ πιθανόν σε περιπτώσεις , όπου τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται να σχετίζονται πραγματικά με την λήψη ορθών και λογικών αποφάσεων, όμως παράλληλα αυτά να συνδέονται περισσότερο με συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Ετσι πχ η χρησιμοποίηση δεδομένων που αφορούν την εκπαίδευση ή τον τόπο διαμονής ή το εισόδημα μπορούν να δημιουργήσουν ανισότητες σε βάρος των πιο ευαίσθητων ομάδων του πληθυσμού, οι οποίες μπορεί να διαιωνιστούν μέσα στις αλγοριθμικές μελέτες και να ανακυκλώνουν ουσιαστικά τις δυσμενείς προβλέψεις για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.Τα πρόσωπα που λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις για τον τρόπο δημιουργίας και επεξεργασίας των big data δεν σημαίνει ότι πάντοτε επιδιώκουν την πρόκληση τέτοιων ανισοτήτων επειδή έχουν προκαταλήψεις σε βάρος συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού .Αντίθετα οι προτεραιότητες τους μπορεί να σχετίζονται με την προστασία του κοινωνικού συνόλου ή άλλων ευγενών στόχων αλλά παρά ταύτα να αναπαράγουν τις ανισότητες που προυπάρχουν στην κοινωνία. Το ανεπιθύμητο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλεθει ακόμη και εάν αφαιρεθούν συγκεκριμένα κριτήρια από τον τρόπο επεξεργασίας και η συγκέντρωση των δεδομένων γίνει με τον πιο αμερόληπτο τρόπο, αφού το πρόβλημα δημιουργείται σε περιπτώσεις όπου κάποια συγκεκριμενα δεδομένα ή κριτήρια δεδομένων συνδέονται ιδιαίτερα με ορισμένες ομάδες , πράγμα που σημαίνει ότι η σημαντική στατιστική συσχέτιση αυτών με τις ομάδες επιδρά καθοριστικά στο αποτέλεσμα της εξόρυξης δεδομένων. 

Τέλος στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αποκλείεται η χρήση των νέων τεχνολογιών να οδηγήσει και σε  ηθελημένες διακρίσεις σε βάρος ομάδων του πληθυσμού από τους δημιουργούς αλλά και τους τελικούς χρήστες των προγραμματων ανάλυσης κινδύνου εκμεταλλευόμενοι τις παραπάνω δομικές αδυναμίες των υπολογιστικών συστημάτων και κρύβοντας επιμελώς τον τρόπο δημιουργίας των αλγόριθμων και των αναλυτικών μοντέλων επικαλούμενοι το εμπορικό ή άλλου είδους απόρρητο. Επίσης το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει από την μεροληπτική συλλογή και εισαγωγή δεδομένων ώστε η εξόρυξη να οδηγηθεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα ή να χρησιμοποιήσουν ιστορικό δεδομένων που είναι ήδη μεροληπτικό.  Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι οι αλγοριθμικές μελέτες ανάλυσης ρίσκου ( και επικινδυνότητας) είναι ένα εργαλείο που δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς για την αξιοπιστία του και γι΄αυτό το λόγο θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα ελέγχου όλου του συστήματος που παράγει δεδομένα προς τα δικαστήρια. 

ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ- ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΣ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ  ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΡΑΣΤΗ

Μετά από τις παραπάνω γενικές  παρατηρήσεις μας για τον τρόπο επεξεργασίας των big data αλλά και για το ζήτημα της διάφανειας των αλγόριθμων, θα αναφερθούμε σε συγκεκριμένες αιτιάσεις που προβάλλονται σήμερα ιδιαίτερα στις ΗΠΑ για την νομιμότητα χρήσης των επίμαχων μελετών, ιδίως όσον αφορά την παραβίαση συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων. Η αναφορά μας θα είναι σύντομη, αφού σε καμία περίπτωση το ζήτημα δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα στα όρια μιας μελέτης.

Α. Η πρώτη προβαλλόμενη ένσταση σχετίζεται με την ιστορική και συνταγματική απαγόρευση έκδοσης νομοθετικών πράξεων με τις οποίες κάποιο πρόσωπο θεωρούνταν ότι είναι ένοχο για ορισμένη πράξη και του επιβάλλονταν ποινή ( bills of attainder). To συγκεκριμένο μέτρο χρησιμοποιήθηκε από τους Αγγλους κατά την αποικιοκρατική περίοδο της Αμερικής έτσι ώστε να απομακρύνονται από το προσκήνιο ανεπιθύμητα για το καθεστώς πολιτικά κυρίως πρόσωπα.  Μετά την δημιουργία των ΗΠΑ , στο άρθρο 1 του Συντάγματος προβλέφθηκε ειδική απαγόρευση για την έκδοση των συγκεκριμένων πράξεων, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εφαρμόζει την διάταξη όσο το δυνατόν πιο διασταλτικά γίνεται και δεν περιορίζεται μόνο στο ιστορικό περιεχόμενο αυτής.H ύπαρξη της απαγόρευσης συνδέεται άμεσα με την διάκριση των εξουσιών και την αποτροπή της νομοθετικής ή της εκτελεστικής εξουσίας από την επιβολή ποινικών κυρώσεων στους πολίτες,  χωρίς της διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης. 

Στην συγκεκριμένη περίπτωση , οι μελέτες επικινδυνότητας μπορεί μεν να μην έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των νομοθετικών πράξεων επιβολής ποινών, όμως ομοιάζουν σε πολλά σημεία.

 Κατ’ αρχάς η σύνταξη των μελετών αυτών στις περισσότερες των περιπώσεων επιβάλλεται από τον νόμο , χωρίς να υπάρχει διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Χαρακτηριστικά στην Πενσυλβάνια σύμφωνα με το άρθρο 42 ( όπως τροποποιήθηκε) του Κώδικα Νόμου ( για την διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων) επιβλήθηκε η ανάπτυξη ενός εργαλείου, το οποίο θα έχει ως σκοπό την αξιολόγηση της επικινδυνότητας των δραστών στα πλαίσια της επιμετρησης της ποινής. Το εργαλείο αυτό σχεδιάστηκε από μια νομοθετική επιτροπή , στην οποία συμμετείχαν μέλη της βουλής των αντιπροσώπων και της Γερουσίας, ενώ σκοπός της επιτροπής είναι η αύξηση της νομοθετικής παρέμβασης στα ζητήματα της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι ο σχεδιασμός των περισσότερων μελετών αλλά και ο τρόπος χρήσης τους ρυθμίζονται μέσω των νομοθετικών οργάνων, ενώ η παρέμβαση του δικαστικού κλάδου είναι μηδαμινή. 

Δεύτερον μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι προβλέψεις ρίσκου επιβάλλουν τιμωρία χωρίς την διεξαγωγή δίκης. Ανεξάρητα από το γεγονός του εάν οι μελέτες έχουν υποχρεωτικό ή μη χαρακτήρα, η νομοθετική επιλογή του ότι συγκεκριμένα πρόσωπα θα πρέπει να υποστούν βαρύτερη ποινή μπορεί να επηρεάσει καταλυτικά τις τελικές αποφάσεις στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής. Επίσης ο χαρακτηρισμός του « επικίνδυνου για την Δημόσια Τάξη» εκτείνεται και πέρα στου ποινικού δικονομικού δικαίου , αφού τα μοντέλα επικινδυνότητας περνούν το μήνυμα ότι το κράτος μπορεί να θεωρεί συγκεκριμένες ομάδες πολιτών ( πχ ρομά ) επικίνδυνες . Την ίδια ακριβώς λειτουργία είχαν  και οι απαγορευμένες νομοθετικές πράξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω , αφού εκτός των άλλων συνεπειών  (απαγόρευση άσκηση εργασίας , υποχρέωση παραμονής σε συγκεκριμένη τόπο κλπ) έπλητταν  την φήμη και την υπόληψη των πολιτών χαρακτηρίζοντάς τους ως άτομα που προκαλούν κοινωνική αστάθεια, πράγμα που οδηγούσε πολλές φορές σε « κοινωνικό θάνατο» τους.  

Τέλος οι στατιστικοί δείκτες επικινδυνότητας επιτρέπουν στην νομοθετική εξουσία να «ξεχωρίσει» και να στοχεύσει τους « κοινωνικούς εχθρούς της» , οι οποίοι συνήθως είναι και οι πολιτικά μη δημοφιλής. Με την επιλογή των κατάλληλων κριτηρίων στις συγκεκριμένες μελέτες μπορούν να στιγματιστούν ομάδων ατόμων, οι οποίες μάλιστα συχνά χρειάζονται και την μεγαλύτερη προστασία. Ετσι πχ στα μοντέλα υπάρχουν παράγοντες στατικοί, από τους οποίους το πρόσωπο δεν μπορεί να μεταβάλλει ή να αλλάξει, όπως η χρήση ναρκωτικών, το μορφωτικό επίπεδο, ο τόπος που μεγάλωσε κλπ. Επίσης δεδομένα όπως το οικογενειακό ποινικό παρελθόν μπορούν να στιγματίσουν ολόκληρες γενεές προσώπων , τα οποία δεν θα μπορούν να ξεφύγουν από τις πράξεις των συγγενών τους. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυξάνεται ο κίνδυνος στο μέλλον το ζήτημα της επιβολής της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να εξαρτάται κυρίως  από γενικούς  κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες και όχι από την βαρύτητα της πράξης ή τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου. 

Συνεπώς οι συγκεκριμένες μελέτες μπορεί να έχουν αντισυνταγματικό χαρακτήρα , αφού μπορεί να εξομοιωθούν με νομοθετική επιβολή ποινών. 

Β. Μια δεύτερη συνταγματική ένσταση συνδέεται άμεσα με την παραβίαση της συνταγματικής πρόβλεψης για δίκαιη δίκη ( Due process Clause) . Σύμφωνα με την άποψη του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, τα δικαιοδοτικά όργανα  θα πρέπει να διαμορφώνουν τα πλαίσια των ποινών με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υποθέσεως και λαμβάνοντας υπόψη κάθε είδους πληροφορίες για τον δράστη. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστή υπόκεινται σε περιορισμούς , όπως αυτόν της due process clause, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να αμφισβητήσει και να δώσει εξηγήσεις για όλα τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται σε βάρος του και φυσικά ότι ο δικαστής θα πρέπει να είναι αμερόληπτος. Μάλιστα τα κατώτερα δικαστήρια έχουν επεκτείνει την προστασία, αφού απαγορεύουν την χρήση παραγόντων και στοιχείων που δημιουργούν αδικαιολόγητες διακρίσεις.  

 Στην  περίπτωση που μας ενδιαφέρει το Ανώτατο  δικαστήριο του Wisconsin  στην υπόθεση Loomis  έκρινε ότι το πρόγραμμα CΟMPAS ( με το οποίο αξιολογείται η επικινδυνότητα του δράστη) μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση στα δεδομένα αλλά και σε ποιες μεταβλητές χρησιμοποιήθηκαν, ενώ μπορούσε να αντιτάξει τους ισχυρισμούς του για την ακρίβεια των στοιχείων κατά την διαδικασία επιβολής της  ποινής του . Το πρόβλημα ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να  ελέγξει το πως η αξιολόγηση του κινδύνου  χρησιμοποίησε  τις μεταβλητές και πόσο βάρυνε κάθε μια από αυτές στο τελικό αποτέλεσμα  , ενώ το δικαστήριο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με βάση ακριβείς ππληροφορίες , δηλαδή σύμφωνα με την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Wisconsin αρκεί η αξιολόγηση του ρίσκου να είναι στατιστικά ακριβής.

 Η θέση αυτή του δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα προβληματική, αφού δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να αντιταχθεί στον τρόπο υπολογισμού του κινδύνου , δηλαδή να αποδείξει ότι το πρόγραμμα είναι εσφαλμένο ( τα σφάλματα μπορεί να αφορούν είτε στον κώδικα του προγράμματος είτε στον σχεδιασμό του) , δηλαδή δεν μπορεί να αποδείξει ότι η αξιολόγηση έχει μηδενική αξία και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, δηλαδή ουσιαστικά παραβιάζεται η αρχή της δίκαιης δίκης και δεύτερον σε πρακτικό επίπεδο η στατιστική ακρίβεια δεν αποτελεί ορθό μέτρο για οποιοδήποοτε δικαστήριο, αφού σύμφωνα με τις έρευνες αλλά και τις προδιαγαφές της βιομηχανίες , οι πιθανότητες να κατηγοροποιηθεί ορθά ο κατηγορούμενος ανέρχονται μόνο στο 70% , δηλαδή για να το θέσουμε αλλιώς υπάρχει κίνδυνος στο 30% των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος εσφαλμένα να ενταχθεί σε βαρύτερη ομάδα κινδύνου σε σχέση με την πραγματικότητα. Εαν ληφθεί υπόψη το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και της ευμενέστερης μεταχείρισής του, η χρησιμοποίηση ενός εργαλείου που πολλές φορές αξιολογεί εσφαλμένα στους καταδικασθέντες, δημιουργεί έντονο προβληματισμό.  Γι’ αυτό και καταλήγουμε πάλι στο ότι παρά την άναγκη προστασίας των εμπορικών απορρήτων των εταιριών παραγωγής λογισμικού , το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την δυνατότητα ελέγχου του προγράμματος υπολογισμού ρίσκου από κάθε ενδιαφερόμενο αλλά και από την ίδια την πολιτεία. 

Γ. Η τελευταία ένσταση που προβάλλεται αφορά τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τις μελέτες επικινδυνότητας και συγκεκριμένα ότι η χρήση μεταβλητών όπως η φυλή ή το φύλο δημιουργούν ζητήματα αντισυνταγματικότητας , αφού παραβιάζουν την αρχή της ίσης προστασίας των πολιτών. Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή , η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο τους πολίτες που ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση  για λόγους που άπτονται της φυλής, του τόπου καταγωγής , της θρησκείας ή του φύλου , θα πρέπει πρώτα το δικαστήριο να δεχθεί ότι συντρέχει αναγκαίος λόγος για την διάκριση αυτή και να ζητήσει από την κυβέρνηση να αποδείξει ότι τα μέτρα που χρησιμοποίησε ήταν τα απολύτως απαραίτητα για να επιτευχθεί ο αναγκαίος αυτός σκοπός.  Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κρίνει μια σειρά από λόγους που επιτρέπουν την δυσμενή διάκριση των πολιτών , όπως η επίτευξη  εκπαιδευτικής ανάπτυξης σε όλες τις κοινωνικές ομάδες , η διόρθωση προηγούμενης ρατσιστικής συμπεριφοράς ή εάν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας. 

Η νομολογία των δικαστηρίων έχει ήδη αναγνωρίσει ότι ορισμένοι παράγοντες, όπως οι προαναφερόμενοι ( φυλή ή φύλο) , δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ είναι ασαφές , εάν οι μελέτες επικινδυνότητας έχουν συμπεριλάβει τέτοιου  είδους δεδομένα στις αξιολογήσεις τους. Επίσης πιο περίπλοκο είναι το ζήτημα σε περιπτώσεις α. όπου μέσω « αντικειμενικών κριτηρίων» πχ όπως ο τόπος διαμονής εισάγονται έμμεσα στην αξιολόγηση  στοιχεία που αφορούν την φυλή , το θρήσκευμα κλπ των καταδικασθέντων, αφού συγκεκριμένες μεταβλητές ( εισόδημα, μορφωτικό επίπεδο, τόπος εργασίας κλπ)  των ερευνών  συνδέονται σε πραγματικό επίπεδο με ειδικές ομάδες του πληθυσμού β.  όπου υπάρχει κανονιστική επεξεργασία των δεδομένων με βάση χαρακτηριστικές ομάδες ανθρώπων έτσι ώστε να γίνονται πιο αμερόληπτες.

 Σε θεωρητικό επίπεδο  υπάρχει  μια μεγάλη συζήτηση για το εάν οι σημερινές μέθοδοι προσδιορισμού του ρίσκου βασίζονται σε δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν νόμιμα , αφού πολλοί υποστηρίζουν ότι οι μελέτες αυτές ουσιαστικά δημιουργούν απαράδεκτες διακρίσεις μεταξύ των πολιτών με βάση ευαίσθητα στοιχεια , όπως η φυλή ( σε μια κοινωνία μάλιστα που αντιμετωπίζει ρατσιστικά προβλήματα) , χωρίς πάντως να λείπουν και οι αντίθετες απόψεις. 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ 

Μέχρι σήμερα ανάλογες μέθοδοι αξιολόγησης της μελλοντικής επικινδυνότητας των δραστών δεν αναγνωρίζονται από τον έλληνα  νομοθέτη και τα δικαστήρια, όμως με την ανάπτυξη της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς της  κοινωνικής δράσης , μπορεί στο μέλλον να εμφανιστούν και την εγχώρια έννομη τάξη. Κατά την άποψή μας οι συγκεκριμένες μελέτες είναι ιδιαίτερα προβληματικές και έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα αλλά και τις βασικές αρχές του ποινικού δικαίου. Συνοπτικά θα αναφέρουμε τα κάτωθι: 

Α. Οι μελέτες αυτές έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 2 και του 5 Συντάγματος, τα οποία προστατεύουν την αξία του ανθρώπου, αφού πρώτον  η ποινή που επιβάλλεται στον καταδικασθέντα δεν σχετίζεται με την πράξη του και την συμπεριφορά του αλλά με την συμμετοχή  του σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και δεύτερον ο καταδικασθείς τιμωρείται παραπάνω για συντρέχοντες παράγοντες στους οποίους δεν ασκεί ο ίδιος έλεγχο. 

Επί των παραπάνω έχουμε να εκθέσουμε τα εξής :

Ο προβληματισμός μας εδράζεται στο γεγονός ότι η ποινική τιμωρία του δράστη στο ελληνικό δίκαιο συνδέεται αναπόσπαστα με την προσωπική ευθύνη του κατηγορουμένου και τις ενσυνείδητες επιλογές του. Στον ΠΚ ( άρθρο 1 και 14) αλλά και στο άρθρο 7 του Συντάγματος , το πρόσωπο τιμωρείται για μια άδικη πράξη που τελεί και η οποία είναι καταλογιστή στον δράστη. 

Η αρχή της ηθικής ευθύνης του προσώπου προέρχεται από τα άρθρα 2 και 5 του Συντάγματος, τα οποία προστατεύουν την προσωπικότητα του ατόμου , το οποίο έχει αξία λόγω της ιδιότητάς του αυτής και συνεπώς πρέπει να γίνονται σεβαστές οι επιλογές της ζωής του ( για τις οποίες και βέβαια τελικά κρίνεται) . Η αρχή της ηθικής ευθύνης σημαίνει ότι κάποιος τιμωρείται για τις πράξεις του και την συμπεριφορά του και όχι διότι είναι μέλος μιας ομάδας ( η οποία μάλιστα καθορίζεται από έξω και με κριτήρια πολιτικά και κοινωνικά).

 Η προσωπική « ευθύνη» στην περίπτωση που μας απασχολεί διασπάται, αφού το τελικό αποτέλεσμα των ερευνών εξαρτάται από τις πιθανότητες υποτροπής όχι του ιδίου αλλά της ομάδας στην οποία με βάση την έρευνα ανήκει. Στην πραγματικότητα οι αλγοριθμικές μελέτες αντιμετωπίζουν τα πρόσωπα ως εργαλείο, αφού ενδιαφέρονται για τους μέσους όρους των ομάφων στις οποίες ανήκουν ( με ένα μάλιστα αυθαίρετο κριτήριο) και όχι με το εάν το συγκεκριμένα άτομα έχουν πιθανότητες υποτροπής. Ο υποβιβασμός των προσώπων σε εργαλεία και αντικείμενα είναι δεδομένη , ενώ ο κίνδυνος εκδήλωσης ρατσιτσικών τάσεων μεγάλος , αφού με τις μελέτες αυτές ενισχύεται η αντίληψη ότι τα μέλη κάθε ομάδας ( φυλετικής κλπ) , ανεξάρτητως από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους, έχουν κοινή συμπεριφορά και προοπτικές και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι στις αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας όλοι οι παράγοντες που εισάγονται ως δεδομένα  για την κατασκευή του προφίλ του κατηγορουμένου θεωρούνται αυτομάτως ως σχετικά για τον προσδιορισμό της ποινής, πράγμα που είναι ιδιαίτερα προβληματικό αφού μπορεί να συντρέχουν συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι μόνο μερικοί παράγοντες θα πρέπει  να ληφθούν υπόψη. Η υποχρεωτική ομαδοποίηση όλων των προσώπων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης οδηγεί σε μια υποβίβαση του προσώπου και την απορρόφηση της μοναδικής του προσωπικότητας από το σύνολο, πράγμα που δεν είναι αποδεκτό συνταγματικά.  Τέλος η εισαγωγή δεδομένων που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής του κατηγορουμένου μπορεί να οδηγήσει κάποιον να τιμωρηθεί αυστηρότερα μόνο και μόνο για τις « αντικοινωνικές του » ιδέες , πράγμα που δεν είναι αντίθετο με τις βασικές αρχές του ποινικού δικαίου. 

Επίσης οι ανωτέρω προβληματισμοί αφορούν και το δεύτερο σκέλος των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω , αφού ο καταδικασθείς  τιμωρείται με μεγαλύτερη ποινή  για συντρέχοντες παράγοντες ( πχ ποινκό παρελθόν γονέων, τόπος διαμονής κατά την παιδική ηλικία, οικογενειακή κατάσταση)  στους οποίους δεν ασκεί ο ίδιος έλεγχο, δηλαδή του επιβάλλεται ποινή για πραγματικά περιστατικά για τα οποία ο ίδιος δεν έχει προσωπική ευθύνη, πράγμα που είναι αντισυνταγματικό όπως προαναφέραμε. 

Β. Οι αλγοριθμικές μελέτες παραβιάζουν και την αρχή της ισότητας ( αρ. 4 του Συντάγματος)  , όπως αυτή ερμηνεύεται από τα δικαστήρια, αφού η ίση μεταχείριση των προσώπων επιβάλλεται όταν συντρέχουν και ίδιες συνθήκες. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η επιλογή ποινών με βάση τους μέσους όρους διαφόρων κοινωνικών ομάδων δεν επιτρέπει την λήψη υπόψη των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών κάθε περίπτωσης και κάθε κατηγορουμένου και οδηγεί σε μια ισοπέδωση των πολιτών και σε μια ενιαία μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες με βάση τυπικά μεταξύ τους κριτήρια. 

Συμπληρωματικά με το άρθρο 4 του Σύντάγματος λειτουργεί και το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την ίδια αρχή και απαγορεύει τις διακρίσεις,  ορίζοντας ότι «η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας,  γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως». 

Από την νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι πρώτοντα πρόσωπα που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις πρέπει να τυγχάνουν όμοιας μεταχείρισης και να μην υφίστανται δυσμενέστερη μεταχείριση λόγω κάποιου ιδιαίτερου «προστατευόμενου» χαρακτηριστικού το οποίο διαθέτουν  και  δεύτερον ότι τα πρόσωπα που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης στον βαθμό που αυτό απαιτείται προκειμένου να τους επιτρέπεται η αξιοποίηση συγκεκριμένων ευκαιριών σε ισότιμη βάση με άλλα πρόσωπα. Τέλος το ΔΕΕ αναφέρει ότι συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία».   Είναι προφανές από τις ανωτέρω εκτιμήσεις μας, ότι οι μελέτες επικινδυνότητας ( οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο στέρησης της προσωπικής ελευθερίας των πολιτών)  δημιουργούν άμεσες ( ίση μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων)  και έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, οικονομικής κατάστασης κλπ, οι οποίες δεν μπορούν να δικαιολογηθούν  και συνεπώς έρχονται σε αντίθεση και με τις ευρωπαϊκες αρχές. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας αποτελούν σήμερα ένα νέο εργαλείο για την πρόβλεψη της υποτροπής των δραστών και χρησιμοποιείται σε πολλά δικαιικά συστήματα. Παρά την έξωθεν επιστημονική τους επάρκεια, έχει αποδειχθεί ότι υπάρχουν προβλήματα και στον τρόπο κατάστρωσής τους αλλά και στην δυνατότητα ελέγχου της αξιοπιστίας τους. Επίσης είναι εμφανή η δυνατότητα δημιουργίας άμεσων και έμμεσων διακρίσεων στους πολίτες και στην ποινική τους μεταχείριση. Γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να γίνει μια σοβαρή συζήτηση για τον τρόπο βελτίωσής τους και ελέγχου της αξιοπιστίας τους, ενώ θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στους κατηγορουμένους να αμφισβητούν την μεθολογία και τα συμπεράσματά τους. Τα δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής να ενεργούν με βάση την συνείδησή τους και το σύνολο των στοιχείων  που διαθέτουν και να μην αντιμετωπίζουν τα συμπεράσματα των συγκεκριμένων  μελετών ως θέσφατο. Οι αλγοριθμικές μελέτες κατασκευάζονται από ανθρώπους και όπου υπάρχει ο ανθρώπινος παράγοντας, εμφιλοχωρεί και η πιθανότητα λάθους. 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ- Δ.Ν 

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑