Δρ. Γεωργίου Παπαδημητράκη
- Εισαγωγικά.
Το ποινικό δίκαιο είναι συνυφασμένο με την έννοια του εννόμου αγαθού, αντλώντας από την τελευταία την κοινωνική του νομιμοποίηση. Η διάστιξη μεταξύ κράτους και πολιτικής κοινωνίας[1] οδηγεί στη συγκρότηση ενός νομικού οικοδομήματος, το οποίο αντανακλά τις επιτευχθείσες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές ισορροπίες εντός της συλλογικής οντότητας. Ο ανωτέρω δε δικαιικός κλάδος επιχειρεί να διευθετήσει το συγκρουσιακό τμήμα της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ της εξουσίας και του πολίτη, αφού καθορίζει τα όρια δράσης του τελευταίου, περιορίζοντας τις ατομικές του ελευθερίες και τα θεμελιώδη δικαιώματά του.
Παρά του ότι έννοια του εννόμου αγαθού διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως θεωρητικό εργαλείο στην προσέγγιση του ποινικού φαινομένου, προσώρας δεν υφίσταται κάποια συμφωνία σχετικά με το περιεχόμενό της[2]. Σχηματικά , πάντως, σ’ αυτήν δύνανται να ενταχθούν βασικά δομικά στοιχεία- αξίες- αγαθά της κοινωνικής ζωής, τα οποία η πολιτεία προστατεύει μέσω του ποινικού μηχανισμού της, κρίνοντας ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την εύρυθμη συμβίωση των μελών της.[3] Ο τρόπος επιλογής των ανωτέρω αγαθών από την κρατική εξουσία αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Κατά το συναινετικό μοντέλο[4], οι ποινικές διατάξεις θεσμοθετούνται μέσα από ευρύτερες συμφωνίες, οι οποίες ερείδονται στην κοινή παραδοχή ότι τα επιλεγμένα αγαθά αντιστοιχούν σε ένα άξιο προστασίας συλλογικό συμφέρον. Αντίθετα , το συγκρουσιακό πρότυπο πρεσβεύει ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις αποτελούν τον καρπό μιας διαλεκτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των πολυάριθμων κοινωνικών συμφερόντων, ούσες ανάχωμα στην προσβολή των δικαιωμάτων των φορέων κάθε είδους εξουσίας[5]. Η έννοια του εννόμου αγαθού , όπως τελικά εκφράζεται μέσα από τις επιταγές του θετού δικαίου, ενέχει μια πλαστικότητα, αφού οι τελικές επιλογές του νομοθέτη εδράζονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Ταυτόχρονα, οι φιλελεύθερες κρατικές οντότητες καλούνται να επιλύσουν τα αναφυόμενα προβλήματα από την επικράτηση του μοντέλου διευρυμένης παραγωγής αγαθών, το οποίο αυξάνει τους κινδύνους για τα έννομα αγαθά.[6] Η « κοινωνία των κινδύνων»[7] επιχειρεί να εξεύρει τρόπους για να αντιμετωπίσει την ανασφάλεια, η οποία συνυφαίνεται με την νεωτερικότητα και την πρόοδο της επιστήμης.[8] Το ποινικό δίκαιο εμφανίζεται ως αρωγός στην ανωτέρω προσπάθεια, αφού το βάρος της προστασίας μετατίθεται από τη βλάβη στη διακινδύνευση των αγαθών και μάλιστα στις πιο προωθημένες μορφές της ( δυνητική και αφηρημένη )[9]. Η αναθεώρηση των βασικών δομικών χαρακτηριστικών του ουσιαστικού ποινικού δικαίου , το οποίο αντιμετωπίζεται ως μέσο αποτροπής των εστιών κοινωνικών κινδύνων αντανακλάται και στο χώρο της δικονομίας. Η ενίσχυση του ρόλου των διωκτικών αρχών, φερ΄ ειπείν μέσω των ειδικών ανακριτικών πράξεων, ανατρέπει τις ισορροπίες μεταξύ του αστυνομικού και ποινικοδικονομικού δικαίου, ενώ τα ατομικά δικαιώματα των θιγόμενων διαρκώς συρρικνώνονται. Η ώσμωση των προληπτικών και κατασταλτικών κατευθύνσεων αποτελεί μόνο μια από τις παραμέτρους που επιδρούν καθοριστικά στον νέο προσανατολισμό του ποινικού δικαίου. Η πολυπλοκότητα της κοινωνικής πραγματικότητας και η ενίσχυση του ρόλου της εκτελεστικής εξουσίας ( σε σχέση με τη νομοθετική ) οδηγεί στην ανάδειξη του « διοικητικού ποινικού δικαίου» , δηλαδή μιας σύμμειξης των δύο ανωτέρω κλάδων, με σκοπό την καλύτερη αντιμετώπιση των τρεχουσών προκλήσεων.
Παράλληλα με τις ανωτέρω εξελίξεις , αποκτά βαρύνουσα θέση στο νομικό σύστημα το γραφειοκρατικό δίκαιο, προερχόμενο από τους τεχνοκράτες και την απρόσωπη διοίκηση. Ο σύγχρονος τρόπος νομοθέτησης ( ο οποίος συναρμόζεται με το κυρίαρχο ιεραρχικό- γραφειοκρατικό μοντέλο διοίκησης του κράτους) εμφανίζεται προς τα έξω ως ορθολογικότερος σε σχέση με τον παραδοσιακό, στερείται όμως πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης.
Το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει το « πόθεν έσχες» αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις[10] όπου μια νομοθετική πρωτοβουλία περιλαμβάνει όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα χαρακτηριστικά. . Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στις ποινικές προεκτάσεις της σχετικής νομοθεσίας αλλά και στη νομολογιακή αντιμετώπιση ορισμένων ζητημάτων που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
2.Ιστορική Αναδρομή.
Κατ’ αρχάς η υποχρέωση υποβολής δήλωσης «πόθεν έσχες» στοχεύει στην αποκάλυψη όλων των πηγών εισοδήματος και των περιουσιακών στοιχείων των υπόχρεων οντοτήτων. Ως περιουσιακά στοιχεία νοούνται μεταξύ άλλων τα έσοδα που έχουν αποκτηθεί τα τρία τελευταία έτη καθώς και τα ακίνητα, μετοχές ελληνικών και ξένων εταιριών ,ομόλογα, μερίδια σε αμοιβαία κεφάλαια , καταθέσεις κλπ.. Η πρώτη απόπειρα του ημεδαπού νομοθέτη να εντάξει το πόθεν έσχες στο νομικό του οπλοστάσιο, για να αντιμετωπίσει τη διαφθορά έλαβε χώρα το έτος 1964 με τη ψήφιση του ν. 4351/1964 « Περί προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου της χώρας». Το κανονιστικό πλαίσιο χαρακτηρίζονταν από μια αποσπασματικότητα, αφού καταλάμβανε περιορισμένο αριθμό προσώπων , τα οποία υπηρετούσαν σε ανώτατες πολιτειακές θέσεις ή κινούνταν πέριξ αυτών, όπως ήταν ο Πρωθυπουργός, οι αρχηγοί και κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων , υπουργοί, οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων, οι διοικητικοί υπάλληλοι πρώτοι ή αντίστοιχου βαθμού, οι σύζυγοι και τα τέκνα τους. Ο ανωτέρω νόμος τέθηκε εκποδών με τον αντίστοιχο 1738/1987, ο οποίος όχι μόνο διατήρησε την υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης αλλά διεύρυνε τον αριθμό των υπόχρεων προσώπων. Οι δικαστές και οι εισαγγελικοί λειτουργοί συμπεριλήφθηκαν στον επίμαχο κατάλογο με το ν. 2496/1996, ενώ το ανωτέρω κανονιστικό πλαίσιο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το ν. 3213/2003. Παράλληλα, η ημεδαπή δικαιοταξία κύρωσε με το ν. 3666/2008 τη Σύμβαση του Ο.Η.Ε. κατά της διαφθοράς, σύμφωνα με την οποία (άρθρο 5) κάθε κρατική οντότητα οφείλει να αναπτύξει αποτελεσματικές πολιτικές κατά της εν λόγω παθογένειας, που προάγουν τη συμμετοχή της κοινωνίας και αντανακλούν τις αρχές της επικράτησης του δικαίου, της ορθής διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων και της δημόσιας περιουσίας.
Το τρέχον κανονιστικό πλαίσιο εδράζεται στο νόμο 5026/2023 « Υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης ( πόθεν έσχες) και οικονομικών συμφερόντων- Ρυθμίσεις για την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας- Λοιπές επείγουσες ρυθμίσεις» ( ΦΕΚ Α 45/28-2-2023), ο οποίος αντικατέστησε τον αντίστοιχο 3213/2003 (άρθρο 46) ,εκτός του άρθρου 8 ( απαγόρευση συμμετοχής σε εταιρία με έδρα την αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα και σε εταιρίες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς) και 9,10,11,12 κατά το μέρος που αφορούν στην εφαρμογή της άνω διάταξης. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση η επίμαχη νομοθετική πρωτοβουλία έχει ως βασικό στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας, παράλληλα δε την αναβάθμιση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των ελέγχων.
3.Υπόχρεα πρόσωπα.
Διατρέχοντας το κείμενο του νόμου είναι αναμφίλεκτο ότι η υποχρέωση υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες δεν περιορίζεται μόνο σε δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους αλλά καταλαμβάνει και πρόσωπα που σχετίζονται άμεσα με τον χρηματοπιστωτικό τομέα [11], τα ΜΜΕ[12], τον αθλητισμό[13] και τις δημόσιες συμβάσεις[14]. Η επέκταση του ελέγχου και σε οντότητες που δεν ασκούν δημόσια εξουσία[15] πολλαπλασιάζει τον αριθμό των υπόχρεων, καθιστώντας ακόμη πιο δυσχερή την ουσιαστική εφαρμογή των διατάξεων, παράλληλα δε καταδεικνύει την πρόθεση του νομοθέτη να απομακρυνθεί από το ιδεολόγημα «της προστασίας της τιμής του πολιτικού κόσμου» και να κινηθεί προς την κατεύθυνση της πάταξης της διαφθοράς ( στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα) και εμμέσως της διαφύλαξης των οικονομικών συμφερόντων του δημοσίου.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθούν τα κάτωθι : (α) Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου υπάλληλος του ΠΚ και του υπόχρεου σε δήλωση πόθεν έσχες δεν ταυτίζονται , δηλαδή η σχέση τους είναι επαλλάσσουσα (β) υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης είναι και οι σύζυγοι, οι εν διαστάσει σύζυγοι ή τα πρόσωπα με τα οποία οι υπόχρεοι έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης του άρθρου 1 του β. 4356/2015 και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η σχέση , πλέον του έτους. Η εν λόγω διάταξη επιχειρεί να ορθώσει εμπόδια σε κάθε επιχείρηση καταστρατήγησης του νόμου από τα πρόσωπα που διαθέτουν τις ανωτέρω αναφερθείσες ιδιότητες (γ) Στο άρθρο 16 του επίμαχου νόμου προβλέπεται ότι ο κατάλογος των υπόχρεων προσώπων δύναται να επεκταθεί μέσω ειδικών διατάξεων , οι οποίες περιλαμβάνονται σε έτερα κανονιστικά κείμενα. Η εν λόγω νομοθετική επιλογή πρώτον είναι αδόκιμη σε νομοτεχνικό επίπεδο, αφού δε συνάδει με την αναλυτική αποτύπωση των υπόχρεων προσώπων εντός του επίμαχου πλαισίου και δεύτερον δικαιοπολιτικά άστοχη, προάγοντας την ανασφάλεια δικαίου. Εάν ,μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι ο νόμος διαθέτει και ποινικές προεκτάσεις , η εν λόγω δομική αστοχία πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος ανυποψίαστων υπόχρεων αλλά και προβολής αυτοτελών ισχυρισμών όπως της πραγματικής ή νομικής πλάνης[16] (δ) τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον άνω κατάλογο δεν αντιμετωπίζονται δικονομικά ισότιμα, ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει κατωτέρω (ε) Ο επίμαχος κατάλογος των προσώπων ( όπως συνέβη και στο παρελθόν) δεν αποκλείεται να τύχει αναθεώρησης στο μέλλον. Κατά συνέπεια τίθεται το ερώτημα της ποινικής αντιμετώπισης του κατηγορούμενου, ο οποίος διέθετε την ιδιότητα του υπόχρεου προσώπου κατά την τέλεση της πράξης, όμως μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, την απώλεσε λόγω νομοθετικής μεταβολής. Σύμφωνα με την με ΑΠ 528/2019[17] « Επίσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής της δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως από μέρους του αναιρεσείοντος, δηλαδή στις 29-6-2009, αυτός είχε υποχρέωση να υποβάλει δήλωση περιουσιακής καταστάσεως ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και της Διοίκησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», η οποία κατέχει άδεια λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, σύμφωνα με τις μέχρι τότε ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 11 στ. α’ του Ν. 3310/2005 και ορθά δεν εφάρμοσε την μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 222 του Ν. 4281/2014, που προβλέπει πλέον, από της ισχύος της, ότι υποχρεούνται να υποβάλουν δήλωση περιουσιακής καταστάσεως μόνον τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των επιχειρήσεων ή εταιρειών που κατέχουν άδεια λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, αφού το αν υφίσταται ή όχι η ιδιότητα του ελεγχομένου για την περιουσιακή του κατάσταση και υπόχρεου σε υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, κρίνεται από το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 2 του Π.Κ. περί εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου, αν με μεταγενέστερη διάταξη νόμου περιοριστούν τα πρόσωπα που έχουν την ως άνω ιδιότητα του ελεγχόμενου και υπόχρεου σε δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, αφού η μη υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και η εν γνώσει υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως αποτελούν ιδιαίτερα εγκλήματα (delicta propria), στα οποία ο δράστης τους πρέπει να έχει την ιδιότητα του υπόχρεου σε υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και ελεγχόμενου για την περιουσιακή του κατάσταση, η οποία ιδιότητα πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο τελέσεως του ιδιαίτερου εγκλήματος και δεν ενδιαφέρει, αν η ιδιότητα αυτή έπαυσε να υπάρχει μετά την τέλεση του ιδιαίτερου εγκλήματος».
Εν προκειμένω η θέση του ανώτατου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και χρήζει αναθεώρησης. Πρώτον, η επίμαχη διάταξη ( με την οποία καθορίζονται τα υπόχρεα πρόσωπα) καθίσταται τμήμα της αντίστοιχης ποινικής ( συμπληρώνει το χωλό ποινικό), με αποτέλεσμα να αποτελούν ενιαίο σύνολο και κάθε μεταβολή της πρώτης να επιδρά και στο αξιόποινο. [18]
Δεύτερον, ακόμη και εάν δεν γίνει δεκτή η ανωτέρω θέση, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 ΠΚ ( για τις εξωποινικές διατάξεις)[19] θα πρέπει να ενταχθούν όλες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που κατατείνουν στην επαναξιολόγηση των ισχυόντων ρυθμίσεων, εφόσον υποκρύπτουν ένα είδος αποδοκιμασίας των τελευταίων[20] . Αντίθετα, όταν ο νομοθέτης στοχεύει στην απλή προσαρμογή της νομοθεσίας στις μεταβληθείσες συνθήκες, η τροποποίηση της διάταξης δεν επιδρά στο αξιόποινο των ήδη τελεσθέντων πράξεων[21] . Η συρρίκνωση του καταλόγου των προσώπων που υπόκεινται στις διατάξεις του πόθεν έσχες σηματοδοτεί μια ουσιαστική επαναξιολόγηση του πεδίου προστασίας των προσβαλλόμενων έννομων αγαθών . Η αφαίρεση ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων αντανακλά τις σύγχρονες κανονιστικές σταθμίσεις, οι οποίες προσδιορίζουν τα όρια ανοχής της έννομης τάξης απέναντι στην κινδυνώδη δράση των κοινωνών. Συνεπώς, οι εν λόγω μεταβολές δεν είναι αδιάφορες για το ποινικό δίκαιο, όπως διατείνεται η νομολογία του ΑΠ[22], η οποία ακολουθεί την αντίθετη κατεύθυνση.
4. Ποινική αντιμετώπιση της μη υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες.
Ο νομοθέτης , επιχειρώντας να εφαρμόσει και στην πράξη την αρχή της αναλογικότητας, έχει θεσμοθετήσει ένα σύστημα κυρώσεων, οι οποίες κλιμακώνονται ανάλογα με τη στάση του υπόχρεου. Ειδικότερα η μη εμπρόθεσμη υποβολή δήλωσης αντιμετωπίζεται αρχικά σε διοικητικό επίπεδο με την επιβολή διοικητικών προστίμων ( παραβόλων), στη συνέχεια κινούνται οι πειθαρχικές διαδικασίες και τέλος οι υποθέσεις εισάγονται στο μηχανισμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ( άρθρο 22). Η παρούσα μελέτη εστιάζει στο άρθρο 39 του επίμαχου νόμου σύμφωνα με το οποίο « 1. Υπόχρεος που παραλείπει να υποβάλει Δ.Π.Κ. εντός της προθεσμίας του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 22 ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή Δ.Π.Κ., τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. Αν ο υπόχρεος τελεί το αδίκημα με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακού στοιχείου αξίας ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες. Το ύψος καθεμίας από τις ημερήσιες μονάδες δεν μπορεί να είναι κατώτερο από δέκα (10) ευρώ ούτε ανώτερο από εκατό (100) ευρώ. 2. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 τιμωρείται με ποινή κάθειρξης έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, το ύψος καθεμίας από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερο από είκοσι (20) ευρώ ούτε ανώτερο από εκατό (100) ευρώ, αν η συνολική αξία της αποκρυπτόμενης περιουσίας του ιδίου και των λοιπών προσώπων, για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ανεξαρτήτως αν η απόκρυψη επιχειρείται με τη μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης. 3. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες 4. Τρίτος, ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή, εκτός αν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.»
5. Έννομο αγαθό.
Η ανεύρεση του προστατευόμενου έννομου αγαθού στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μια δύσκολη προς επίλυση εξίσωση, αφού υφίστανται σοβαρές θεωρητικές διχοστασίες και προβληματισμοί. Κατ΄ αρχάς στην εισηγητική έκθεση του προϊσχύσαντος κανονιστικού πλαισίου ( ν. 3213/2003) αποτυπώνεται η θέση ότι με τις επίμαχες διατάξεις επιχειρείται η ενίσχυση της διαφάνειας ( ως αυτοτελές έννομο αγαθό) και η ενδυνάμωση της δημοκρατίας, ενώ στην αιτιολογική έκθεση του ν. 5026/2023 επαναλαμβάνεται η ίδια θέση ( όσον αφορά τη διαφάνεια) , χωρίς όμως να παρατίθεται κάποια ειδικότερη ανάλυση. Από μια επισκόπηση της σχετικής διάταξης είναι προφανές ότι κολάζεται η διακύβευση ( συνιστά έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης) της αποτελεσματικής λειτουργίας του γραφειοκρατικού μηχανισμού, καθιστώντας την επίμαχη διαδικασία αυτοτελές έννομο αγαθό.[23] Η επιστράτευση του ποινικού δικαίου για την επίτευξη γραφειοκρατικών στοχεύσεων απάδει με το φιλελεύθερο πολίτευμα μας και παραβιάζει τις αρχές της ορθής νομοθέτησης, αφού η διαδικασία του πόθεν έσχες δε συνιστά αυτοσκοπό.
Το επίμαχο κανονιστικό πλαίσιο προσανατολίζεται στην αντιμετώπιση της διαφθοράς[24], αποθαρρύνοντας τα στελέχη της διοίκησης από τη διάπραξη υπηρεσιακών αδικημάτων και την απόκτηση παράνομων ωφελημάτων. Παράλληλα η δυνατότητα δήμευσης ( κύρια- αναπληρωματική κλπ) των προϊόντων του εγκλήματος προσφέρει στο Δημόσιο τα κατάλληλα μέσα, για να αποκαταστήσει την οικονομική του ζημία, ενώ εδραιώνεται στο συλλογικό υποσυνείδητο η πεποίθηση ότι η διαφθορά δεν αποδίδει τους προσδοκώμενους καρπούς. Κατά συνέπεια, ως διαφυλασσόμενο έννομο αγαθό εμφανίζεται η εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης ( καθαρότητα της δημόσιας υπηρεσίας και της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος) [25] και ενδεχομένως και η δημόσια περιουσία, η οποία απομειώνεται από τις έκνομες ενέργειες των δημόσιων φορέων εξουσίας. Τέλος, έχει υποστηριχθεί και η θέση ότι οι επίμαχες ενέργειες προσβάλλουν το έννομο αγαθό της δικαιοσύνης, αφού παρακωλύουν τις έρευνες των υποθέσεων διαφθοράς, εντασσόμενες στην κατηγορία των πράξεων αυτοϋπόθαλψης.[26]
Οι εν λόγω προσεγγίσεις παρουσιάζουν ορισμένες δομικές αδυναμίες. Εκκινώντας από την τελευταία θέση θα πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι το ύψος των ποινών είναι εξαιρετικά υψηλό υπερβαίνοντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, δεύτερον οι διατάξεις περί δήμευσης συνυφαίνονται με αδικήματα που παράγουν οικονομικό όφελος και όχι με το έννομο αγαθό της δικαιοσύνης και τρίτον ο κολασμός της αυτοϋπόθαλψης αποδοκιμάζεται κατ΄ αρχήν από το δικαιικό μας σύστημα ( με εξαίρεση τις περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων) , ενώ η σχετική πρόβλεψη έρχεται σε αντίθεση με τη λογική που υποκρύπτεται πίσω από το άρθρο 231 παρ. 2 του ΠΚ.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα προβαλλόμενα έννομα αγαθά δύναται ευσχήμως να προβληθεί πρώτον ο νόμος δεν περιλαμβάνει στον κατάλογο των υπόχρεων προσώπων μόνο δημοσίους υπαλλήλους ή κρατικούς λειτουργούς αλλά και ιδιώτες, αποδυναμώνοντας το επιχείρημα περί προστασίας της εύρυθμης λειτουργίας του διοικητικού μηχανισμού και δεύτερον η μη υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες δεν πλήττει άμεσα ή το πρώτον τα ανωτέρω αναφερθέντα αγαθά, αφού τελικά η βλάβη επέρχεται από μια έτερη αξιόποινη πράξη ( πχ δωροδοκία) , η οποία έχει προηγηθεί. Στην πραγματικότητα, ο δράστης επιχειρεί με την ανακριβή δήλωση να αποκρύψει την εγκληματική δραστηριότητά του. Οι ίδιες ακριβώς σκέψεις μπορούν να παρατεθούν για να αποδομηθεί ο ισχυρισμός περί προσβολής της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς ( πολιτικά πρόσωπα κλπ) [27] και στις αρχές του κράτους.
Όσον αφορά το ζήτημα της διαφθοράς, ο ποινικός κολασμός της άνω παρατυπίας δεν συνδέεται άμεσα με την αντιμετώπιση της εν λόγω παθογένειας, ούτε προάγει την « καθαρότητα της συμπεριφοράς» των υπόχρεων. Αντίθετα οι τελευταίοι εργαλειοποιούνται από τη γραφειοκρατική ιεραρχία και στοχοποιούνται αδίκως (ενδεχομένως και με παραβίαση της τεκμηρίου αθωότητας), αφού κάθε παράβαση του πόθεν ανάγεται σε επιχείρηση απόκρυψης παράνομων εσόδων. Τέλος , η θέση που πρεσβεύει ότι το έννομο αγαθό είναι η περιουσία του δημοσίου ( πχ οικονομική ζημία δημοσίου , απόκρυψη φορολογητέας ύλης) [28] χωλαίνει δογματικά, αφού η περιουσία δεν πλήττεται άμεσα από την μη υποβολή της δήλωσης του πόθεν έσχες, ενώ η απόκρυψη της φορολογητέας ύλης τιμωρείται ήδη με ειδικές διατάξεις ( φοροδιαφυγή κλπ). Η εν λόγω προσέγγιση οδηγεί στον διπλό κολασμό της ίδιας συμπεριφοράς.
Ακριβώς λόγω του ιδιόμορφου χαρακτήρα του «αδικήματος» ( μια προκαταβολικού τύπου μορφή διακινδύνευσης ενός μη ευκόλως προσδιορίσιμου εννόμου αγαθού- μια πρόδρομη προστασία από τον παράνομο πλουτισμό) ορθότερη μάλλον εμφανίζεται η άποψη που διατυπώθηκε από τη μειοψηφία στη με αριθμό 2649/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Στε σύμφωνα με την οποία « Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το κριτήριο, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια πράξη ή παράλειψη ως εγκληματική, είναι, πρωτίστως, η βαρεία προσβολή ή διακινδύνευση ορισμένων αγαθών και αξιών των συμβιούντων σε ορισμένη κοινωνία, τον σεβασμό και την προστασία των οποίων επιτάσσει η έννομη τάξη της κοινωνίας αυτής, η δε προβλεπόμενη ποινή παρίσταται ως εύλογη και δίκαιη αντίδρασή της στην εμφανιζόμενη ως ιδιαιτέρως αξιόμεμπτη προσβολή ή διακινδύνευση των εν λόγω αγαθών και αξιών. Στην προκειμένη περίπτωση, η υποχρέωση υποβολής δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 3213/2003 εκ μέρους των υπόχρεων προς τούτο προσώπων, αποβλέπει αφενός στην εξυπηρέτηση της αρχής της διαφάνειας, αφετέρου στην εξακρίβωση αν τα εν λόγω πρόσωπα έχουν διαπράξει εγκληματική πράξη σχετιζόμενη με την άσκηση των καθηκόντων τους, συνεπεία της οποίας επήλθε αύξηση της περιουσίας τους. Οι ανωτέρω σκοποί δημόσιου συμφέροντος θεραπεύονται με τη θέσπιση από τον νόμο ως ποινικών αδικημάτων των εν λόγω συμπεριφορών. Αντιθέτως, η θέσπιση ως ποινικού αδικήματος της παράλειψης υποβολής ή της μη ορθής υποβολής της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους των υπόχρεων προσώπων, εν όψει και της πολυπλοκότητας του τρόπου υποβολής αυτής, δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό δημόσιου συμφέροντος, ο οποίος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να αποτελεί το κριτήριο, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια πράξη ή παράλειψη ως αξιόποινη. Πράγματι, η αξιολόγηση αυτής καθαυτής της ως άνω συμπεριφοράς δικαιολογεί μεν την επιβολή διοικητικών και πειθαρχικών κυρώσεων, δεν δύναται όμως, κατ’ αντικειμενική εκτίμηση, να θεωρηθεί ως στρεφόμενη κατά εννόμων αγαθών του κοινωνικού συνόλου ή ως συνιστώσα βαρεία ηθικοκοινωνική προσβολή ή διακινδύνευση της έννομης τάξης, ώστε να χαρακτηρίζεται ως αξιόποινη».
6. Βασική Μορφή Αδικήματος
Ο ημεδαπός νομοθέτης, επιδιώκοντας την πλήρη συμμόρφωση των υπόχρεων με τις γραφειοκρατικές διατάξεις του επίμαχου νόμου, κατέφυγε στο ποινικό μηχανισμό για να αυξήσει την πίεση προς τους τελευταίους. Η εν λόγω στρατηγική θεσμοθετήθηκε ήδη από το έτος 1964 και ακολουθείται απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα. Το άρθρο 39 περιλαμβάνει ένα υπαλλακτικά μικτό αδίκημα ( όσον αφορά την υποβολή ανακριβούς και ελλιπούς δήλωσης)[29], του οποίου η πρώτη αξιόποινη συμπεριφορά είναι η παράλειψη υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από τα υπόχρεα πρόσωπα εντός της προθεσμίας που ορίζει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 22.
Εφόσον το αδίκημα δύναται να τελεσθεί μόνο από πρόσωπο που διαθέτει την ιδιότητα του υπόχρεου, πρόκειται για ένα γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, αφού η τελευταία θεμελιώνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της μη υποβολής, , ενώ συνιστά , επίσης, ένα γνήσιο έγκλημα παράλειψης[30] . Περαιτέρω, η εν λόγω άδικη ενέργεια ενέχει τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος συμπεριφοράς ( τυπικό) , εφόσον οι πράξεις του υπόχρεου στερούνται υλικού αντικειμένου, μη επιφέρουσες μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο και μη διακρινόμενες από την δραστηριότητα του παραβάτη.
Επίσης, το εξεταζόμενο αδίκημα ανήκει στην κατηγορία των στιγμιαίων, διότι μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νομοθέτη προθεσμίας, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος έχει πληρωθεί και η μεταγενέστερη στάση του δε δύναται να τυποποιήσει το αδίκημα εκ νέου ή να επιβαρύνει το άδικο της πράξης. Ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος ταυτίζεται με την πρώτη στιγμή μετά την πάροδο της τεθείσας στο νόμο προθεσμίας ( μετά την πάροδο ενός έτους από την προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 18). Κατά συνέπεια η μεταγενέστερη εκπλήρωση της υποχρέωσης από τον υπόχρεο δεν επιδρά στο αξιόποινο της πράξης,[31] χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η θετική στάση του κατηγορούμενου δεν λαμβάνεται υπόψη είτε για τον αποκλεισμό του δόλου είτε ως λόγος μείωσης της ποινής. [32] Το νέο νομοθετικό καθεστώς είναι ευνοϊκότερο σε σχέση με το προϊσχύσαν, αφού προβλέπονταν η δυνατότητα υποβολής ΔΠΚ και εκπροθέσμως για μέγιστο χρονικό διάστημα δύο μηνών ( άρθρο 6 παρ. 2 του ν 3213/2003), χωρίς ,όμως, τούτο να επιδρά στην ποινική μεταχείριση των ήδη τελεσθέντων πράξεων, τουλάχιστον με βάση την πάγια θέση της Νομολογίας.[33] Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτεί δόλου οποιουδήποτε βαθμού, συμπεριλαμβανομένου και του ενδεχόμενου.
Περαιτέρω, τα αδικήματα της ανακριβούς και ελλιπούς δήλωσης συνιστούν εγκλήματα ενέργειας, ενώ τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους προσιδιάζουν με τα αντίστοιχα της πρώτης περίπτωσης ( ιδιαίτερα, τυπικά, στιγμιαία) . Ως ελλιπής θεωρείται η δήλωση της οποίας το περιεχόμενο υπολείπεται των επιταγών του νόμου (πχ παράλειψη αναφοράς αξίας περιουσιακών στοιχείων, τρόπου κτήσης αυτών κλπ) και ως ανακριβής όταν δεν αποδίδεται με ακρίβεια η πραγματικότητα[34]. Αναφορικά με την υποκειμενική τους υπόσταση, αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, αφού ο νομοθέτης ακολούθησε τη γραμμή που χάραξε με το ν. 3489/2020, κάτι με το οποίο δε φαίνεται να συμφωνεί η νομολογία, ασπαζόμενη τη θέση περί ανάγκης στοιχειοθέτησης άμεσου δόλου ( α ή β βαθμού).[35] Όλες οι ανωτέρω ενέργειες τιμωρούνται σωρευτικά με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ( 1-5) και με χρηματική ποινή.
7. Διακεκριμένες παραλλαγές του εγκλήματος.
Η απλώς διακεκριμένη παραλλαγή του αδικήματος περιλαμβάνεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 39. Η εν λόγω ρύθμιση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία του βασικού αδικήματος, όμως μετατρέπεται σε υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, αφού ο δράστης ενεργεί με σκοπό ( δόλος α βαθμού) να αποκρύψει ( να παρεμποδίσει το αρμόδιο όργανο να λάβει γνώση της ακριβούς περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου)[36] περιουσιακό στοιχείο αξίας άνω των 30.000 ευρώ. Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, το κατώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής διπλασιάζεται και η χρηματική ποινή που δύναται να επιβληθεί κινείται μέσα στα όρια των 1000 έως 5000 ημερησίων μονάδων. Τέλος, στην ιδιαιτέρως διακεκριμένη περίπτωση, το αδίκημα αναβαθμίζεται σε κακούργημα ( 5- 10 έτη) , όταν το ύψος της αποκρυπτόμενης περιουσίας υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ ( εντός του ιδίου έτους)[37] . Είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι ο νόμος αναφέρεται γενικά στον υπαίτιο της πράξης της παρ. 1 , η οποία ,όμως, περιλαμβάνει δύο αδικήματα. Η ανωτέρω αστοχία προκαλεί ασάφεια σχετικά με τις προθέσεις του νομοθέτη. Εάν ληφθεί υπόψη το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς αλλά και η σταδιακή κλιμάκωση των ποινικών κυρώσεων, υποστηρίζεται ευσχήμως η θέση ότι η μόνο η πράξη του δευτέρου εδαφίου αναβιβάζεται ως κακούργημα , δηλαδή εκτός από το σκοπό απόκρυψης περιουσιακού στοιχείου άνω των 30.000 ευρώ ( όχι όμως απαραίτητα και του συνόλου της αποκρυπτόμενης περιουσίας), θα πρέπει τελικά η σκιώδης περιουσία να διαβαίνει το κατώφλι των 300.000 ευρώ. Η οριοθέτηση της άνω έννοιας διενεργείται από τον νομοθέτη ( άρθρο 39) και ειδικότερα περιλαμβάνει την περιουσία του ίδιου αλλά και των λοιπών προσώπων, για τα οποία αυτός οφείλει να υποβάλει δήλωση ( συζύγου, ανηλίκων τέκνων του κλπ).
8. Δήμευση.
Σύμφωνα με το άρθρο 33 του επίμαχου νόμου, τα περιουσιακά στοιχεία που δε δηλώθηκαν στην περίπτωση κάποιου από τα αδικήματα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 39 , δημεύονται με την καταδικαστική, απόφαση , εκτός αν ο υπαίτιος αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευσή τους. Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού. Αν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε δήμευση με την παρ. 1 , δεν υπάρχουν πλέον, δεν έχουν βρεθεί , δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν ή ανήκουν σε τρίτο σε βάρος του οποίου δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί δήμευση, δημεύονται περιουσιακά στοιχεία του υπαίτιου ίσης αξίας με αυτά κατά το χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως προσδιορίζονται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων , αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία για δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας των υποκειμένων σε δήμευση.
Όσον αφορά την ανωτέρω πρόβλεψη μπορούν να αποτυπωθούν τα κάτωθι : (α) Η σχετική διάταξη κινείται ομόρροπα με την αντίστοιχη του ΠΚ και την αποκλείει ως ειδικότερη (β) Η παρεπόμενη ποινή επιβάλλεται μόνο σε περίπτωση μη δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων ( πχ μη υποβολή δήλωσης) και όχι όταν η τελευταία είναι ανακριβής ( πχ όσον αφορά την αξία ή την προέλευσή των αντικειμένων) ή ελλιπής ( πχ. δεν αναγράφεται η προέλευση του περιουσιακού στοιχείου ή τα χαρακτηριστικά του. Εάν, αντίθετα, παραλείπεται το περιουσιακό στοιχείο, τότε ασφαλώς επιτρέπεται η δήμευση) , αφού τούτο θα οδηγούσε σε απαγορευμένη αναλογική εφαρμογή ποινικών διατάξεων που επαυξάνουν το αξιόποινο. (γ) Η θεσμοθέτηση της δήμευσης για την παραβίαση μιας ουσιαστικά γραφειοκρατικής παρατυπίας δε συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας ( η οποία ενδύεται συνταγματικής προστασίας), αφού δεν υφίσταται στην πραγματικότητα άξιο προστασίας προσβαλλόμενο έννομο αγαθό και σε κάθε περίπτωση η πράξη δεν ενέχει τόσο μεγάλη απαξία, ώστε να επιφέρει την απώλεια του περιουσιακού στοιχείου. Η παράβαση των διατάξεων του επίμαχου νόμου δε συνεπάγεται ότι τα δημευόμενα αντικείμενα προέρχονται ,πάντοτε, από παράνομες ενέργειες ( διαφθορά) ή ότι είναι προϊόντα ύποπτου πλουτισμού, κάτι που υπονοείται με βάση το αντεστραμμένο τεκμήριο απόδειξης που περιλαμβάνεται στο άρθρο. (δ) Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο η παρεπόμενη ποινή της δήμευσης επιβάλλεται υποχρεωτικά, εκτός εάν ο κατηγορούμενος αποδείξει τη νόμιμη προέλευση των περιουσιακών του στοιχείων. Η συγκεκριμένη ρύθμιση πάσχει σε δικαιοπολιτικό επίπεδο, αφού η εκδοθείσα δικαστική απόφαση αποφαίνεται μόνο για την τέλεση του τυπικού εγκλήματος και όχι για το εάν ο πλουτισμός είναι παράνομος. Εφόσον το τελευταίο ζήτημα δεν ήχθη ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, η εν λόγω νομοθετική επιλογή αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της ενοχής και υποχρεώνει τον θιγόμενο να αποδείξει την αθωότητά του για τις υποτιθέμενες (και μη προσδιορισμένες) πράξεις διαφθοράς, οι οποίες του αποδίδονται εμμέσως. Με άλλα λόγια το αντεστραμμένο τεκμήριο απόδειξης καταδεικνύει ότι η ποινή δεν επιβάλλεται λόγω της παραβίασης του νόμου περί πόθεν έσχες αλλά διότι ο πλουτισμός του καταδικασθέντος ήταν παράνομος, παρά του ότι το εν λόγω ζήτημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης. Συνεπώς η καταδικαστική απόφαση δε δύναται να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για την κατάγνωση της σχετικής ποινής ( δημιουργεί ένα απαράδεκτο πρόκριμα ενοχής για μια έτερη προηγηθείσα αξιόποινη πράξη, η οποία αποτέλεσε πηγή των εσόδων), αφήνοντας νομικά μετέωρη την επίμαχη δικονομική ρύθμιση, η οποία παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας.[38] (ε) Η επιβολή δήμευσης μόνο στα παράνομα έσοδα (σε περίπτωση σύμμειξης) συνάδει με την αρχή της νομιμότητας αλλά και της αναλογικότητας. (στ) Η θεσμοθέτηση της αναπληρωματικής δήμευσης ακολουθεί το πρότυπο που έχει χαράξει η Ε.Ε με τις Αποφάσεις Πλαίσιο 2001/500/ ΔΕΥ, 2005/212/ΔΕΥ αλλά και με την Οδηγία 2014/42/ΕΕ. Η εν λόγω ρύθμιση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον , αφού η δημευόμενη περιουσία δε συνυφαίνεται άμεσα με κάποια εγκληματική ενέργεια, ενώ θα ήταν άτοπο να αντιμετωπιστεί ως μέτρο ασφαλείας, αφού δεν προκύπτει το στοιχείο της επικινδυνότητας του αντικειμένου που αφαιρείται από την κυριότητα του δράστη. Η επίμαχη ποινική κύρωση εμφανίζει ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα , όπως την ταχεία εκτέλεσή της , αφού η δήμευση διεξάγεται άμεσα στα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται να λάβει χώρα η διαδικασία της διοικητικής αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ ο δράστης δεν αποφεύγει τελικά την απομείωση της περιουσίας του. Στην πραγματικότητα μπορεί να διαπιστωθεί μια ενδιαφέρουσα απόκλιση από το παραδοσιακό μοντέλο της δήμευσης , το οποίο επιβάλλει τη σύνδεση του αντικειμένου με κάποια συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά και αναδύεται η έννοια της « υπόλογης περιουσίας» και του « αφηρημένου προσδιορισμού της αξίας που έχει παραχθεί από το έγκλημα» ,η οποία δύναται τελικά να ενσωματωθεί σε οποιοδήποτε στοιχείο της περιουσίας του δράστη. Η παραπάνω κύρωση παρουσιάζει υβριδικό χαρακτήρα, δηλαδή ομοιάζει σε σημαντικό βαθμό με τη χρηματική, αφού διαθέτει γενικό και αφηρημένο περιεχόμενο ( ως προς τον προσδιορισμό του τελικού οικονομικού μεγέθους , το οποίο επιβαρύνει την περιουσία του δράστη, δηλαδή δεν είναι αντικειμενικοστραφής), όμως κατά το στάδιο της εκτέλεσης επιβάλλεται σε ειδικά περιουσιακά στοιχεία.
9. Αδίκημα Εξ ΄αμελείας- Δικαστική Άφεση της Ποινής.
Σύμφωνα με το άρθρο 26 του ΠΚ τα πλημμελήματα τιμωρούνται μόνο από δόλο εκτός εάν θεσπιστεί ειδική διάταξη που επεκτείνει την ποινική προστασία και σε πράξεις από αμέλεια. Εν προκειμένω ο νομοθέτης , περιέλαβε στον εξεταζόμενο νόμο την παράγραφο 3 του άρθρου 39, σύμφωνα με την οποία η τέλεση του αδικήματος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 από αμέλεια, τιμωρείται με χρηματική ποινή, ενώ το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις μπορεί να κρίνει τις πράξεις ατιμώρητες[39]. Η εξαίρεση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 είναι απολύτως εύλογη, αφού συνιστά έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, δηλαδή ο δράστης έχει σκοπό απόκρυψης της περιουσίας, κάτι που δε συνάδει με ένα αδίκημα αμέλειας. Όσον αφορά το ζήτημα της δικαστικής άφεσης της ποινής, εφόσον το δικαστήριο οδηγηθεί στη σχετική κρίση, εκδίδει απαλλακτική απόφαση, αφού σύμφωνα με το άρθρο 368 ΚΠΔ, η τελευταία αντιμετωπίζεται ως αθωωτική.
10. Ποινική ευθύνη τρίτου.
Στην τέταρτη παράγραφο του 39 θεσμοθετείται η « αυτουργοποίηση» των συμμετοχικών πράξεων , καθιδρύοντας ένα « ιδιώνυμο» ,σύμφωνα με τη νομολογία, αδίκημα.[40] Επί της ουσίας ο νομοθέτης υιοθετεί με πλάγιο τρόπο το σύστημα του ενιαίου αυτουργού, αφού ο δράστης ευθύνεται πρωτογενώς. Συνεπώς, η πλήρης απεξάρτηση της συμπεριφοράς του συνεργού από την αντίστοιχη του αυτουργού έχει αντίκτυπο πχ στο χρόνο έναρξης της παραγραφής αλλά και θέτει εκποδών το άρθρο 49 του ΠΚ. Η χρησιμότητας της διάταξης τίθεται εν αμφιβόλω- τουλάχιστον στις πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα – αφού υφίσταται σχετική ρήτρα επικουρικότητας, η οποία ουσιαστικά παραπέμπει στις γενικές διατάξεις του ΠΚ περί συμμετοχής[41].
11. Μονάδα Εννόμου Αγαθού.
Αφορμή δοθείσης από την με αριθμό 6/2018 Απόφαση του Εφετείου Αιγαίου[42] και την με αριθμό 340/2018 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά[43], θα πρέπει να τονιστεί ότι κατά την ορθότερη άποψη η μονάδα του εννόμου αγαθού ταυτίζεται με το ενιαύσιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο δράστης έχει την υποχρέωση να υποβάλλει τη δήλωση πόθεν έσχες. Σύμφωνα με τα δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος (α) η υποβολή της ΔΠΚ δεν εκτείνεται εσαεί αλλά συνδέεται (έμμεσα ή άμεσα) με τη διατήρηση της ιδιότητας του υπόχρεου (β) η υποχρέωση υποβολής δηλώσεων ανανεώνεται ετησίως και σε αυτήν καταγράφονται οι περιουσιακές μεταβολές που έλαβαν χώρα εντός του επίμαχου χρονικού διαστήματος (γ) η σύγκριση των ετήσιων δηλώσεων αποκαλύπτει τις ενδεχόμενες παρατυπίες του υπόχρεου κατά το εν λόγω διάστημα (δ) οι δηλώσεις παρέχουν την απαιτούμενη διαφάνεια στις οικονομικές συναλλαγές των υπόχρεων για το έτος που υποβάλλονται. Εφόσον, το ελεγχόμενο διάστημα ταυτίζεται με ετήσιες περιόδους, όλες οι ενέργειες του δράστη , οι οποίες κατατείνουν στην απόκρυψη της αληθινής του περιουσιακής κατάστασης μέσω της ενιαύσιας υποβαλλόμενης ΔΠΚ , προσβάλλουν την ίδια μονάδα εννόμου αγαθού, εφαρμοζόμενων των διατάξεων περί φαινομενικής συρροής αλλά και δεδικασμένου[44].
12. Δικονομικές Πτυχές.
Α. Η δήμευση ,ως παρεπόμενη ποινή, επιβάλλεται σε ένα όψιμο δικονομικό στάδιο, επιτρέποντας στους δράστες να αποκρύψουν στο ενδιάμεσο τα περιουσιακά τους στοιχεία. Για να αποτραπεί κάθε προσπάθεια καταστρατήγησης του νόμου και εκμετάλλευσης των δομικών ελλειμάτων του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, θεσμοθετήθηκε στο άρθρο 42 η δυνατότητα δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κατά την προδικασία ( ανάλογη ρύθμιση έχει ενταχθεί στον ΚΠΔ αλλά και στο νόμο για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες). Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης τα ανωτέρω μέτρα δικονομικού καταναγκασμού επιβάλλονται από το δικαστικό συμβούλιο, ενώ κατά την τακτική ανάκριση από τον ανακριτή με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα ( εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί κλπ περιέχουν περιουσιακά στοιχεία που δύνανται να υπαχθούν σε δήμευση κατά το άρθρο 33 του νόμου) . Οι διατάξεις και το βούλευμα του Συμβουλίου επέχουν θέση κατάσχεσης και εκδίδονται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου για να μην έχει τη δυνατότητα ο τελευταίος να ματαιώσει την εκτέλεση των αποφάσεων των οργάνων της δικαιοσύνης. Ο νομοθέτης, συμμορφούμενος με το άρθρο 20 του Συντάγματος και την ΕΣΔΑ, παρέχει το δικαίωμα στα θιγόμενα πρόσωπα ( κατηγορούμενος τρίτοι) να ζητήσουν την άρση του επιβληθέντος μέτρου, ενώ οι αποφάσεις μπορούν να ανακληθούν οποτεδήποτε εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία. Τέλος, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως όταν παρέλθουν τα χρονικά όρια που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 262 του ΚΠΔ, μια διάταξη που συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας και προστατεύει τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας του θιγόμενου προσώπου.
Β. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος είναι το Τριμελές Εφετείο[45], ενώ για τις σε βαθμό πλημμελήματος το Τριμελές Πλημ/κείο. Εάν κάποιος κατηγορούμενος ( πχ δήμαρχος) διαθέτει την ιδιότητα του προσώπου ιδιάζουσας δωσιδικίας, τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι ειδικές διατάξεις του ΚΠΔ.
Γ. Στο άρθρο 41 του επίμαχου νόμου θεσμοθετείται η διακριτή δικονομική μεταχείριση των προσώπων κατά την προδικασία. Ειδικότερα, η ποινική δίωξη για τα υπόχρεα πρόσωπα των άρθρων 4 , της περ. α του άρθρου 6 και της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 8 ασκείται ( με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ευθύνης Υπουργών) από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών και ενεργείται ανάκριση στο Εφετείο, ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέα και ορισμό Εφέτη Ανακριτή από την Ολομέλεια του Οικείου Εφετείου. Εάν η κατηγορία έχει χαρακτήρα πλημμελήματος , τότε της υποθέσεως επιλαμβάνεται το Συμβούλιο Πλημ/κων ( μέσω του σχετικού Εισαγγελέα). Σε αντίθετη περίπτωση ( κακουργηματική πράξη), αποφαίνεται το Συμβούλιο Εφετών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό[46]. Για τα υπόλοιπα πρόσωπα η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κων και εάν είναι πλημμέλημα τότε η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο ακροατήριο άλλως διενεργείται ανάκριση, η οποία περατώνεται με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων[47].
Δ. Σύμφωνα με την με ΑΠ 528/2019 [48], για το ορισμένο του κλητηρίου θεσπίσματος δεν απαιτείται η παράθεση της διάταξης με βάση την οποία ήταν από το νόμο ο κατηγορούμενος υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης, αφού « ……καθορίζεται και περιγράφεται, με επαρκή ακρίβεια και σαφήνεια, η αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς περιουσιακής δηλώσεως (πόθεν έσχες), για την οποία κλήθηκε να δικαστεί και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και αναφέρεται η ειδική ποινική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν. 3213/2003, όπως αυτή ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3849/2010, η οποία τυποποιεί το σχετικό έγκλημα της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης και ορίζει την προβλεπόμενη γι’ αυτό ποινή, ορίζοντας ότι ο ελεγχόμενος, που υποβάλλει, στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του ίδιου νόμου δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή, παρέχοντας έτσι στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τη δυνατότητα να λάβει ακριβή και πλήρη γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Δεν χρειαζόταν δε να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα και η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 11 στ, α’ του Ν. 3310/2005, η οποία προβλέπει την υποχρέωση των μελών του Δ.Σ. των επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης να υποβάλλουν κάθε χρόνο την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 3213/2003 δήλωση περιουσιακής κατάστασης, αφού η κατηγορία, για την οποία κλήθηκε να δικασθεί και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν ήταν ότι δεν υπέβαλε δήλωση περιουσιακής κατάστασης ενώ είχε υποχρέωση να υποβάλει, αλλά ότι υπέβαλε ως ελεγχόμενος εν γνώσει του ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης και, ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 11 στ, α’ του Ν. 3310/2005 δεν ήταν εκείνη που τυποποιούσε το έγκλημα που διέπραξε και που όριζε την ποινή, γι’ αυτό και δεν ενέπιπτε στην έννοια των διατάξεων που προβλέπει το άρθρο 321 του Κ.Ποιν.Δ. ότι πρέπει να περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα, επί ποινή ακυρότητας του τελευταίου…».
Η ανωτέρω προσέγγιση τίθεται εν αμφιβόλω, αφού στο επίμαχο άρθρο δεν περιλαμβάνονται γενικοί ορισμοί αλλά προσδιορίζονται τα πρόσωπα που υπέχουν ποινική ευθύνη, καθιστώντας το αδίκημα ως γνήσιο ιδιαίτερο. Η ιδιότητα του υπόχρεου συνυφαίνεται άμεσα με την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος [49], ενώ τα σχετικά άρθρα συμπληρώνουν την κύρια ποινική διάταξη, συνιστώντας ένα ενιαίο σύνολο. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι είναι διάσπαρτες στη νομοθεσία οι διατάξεις που προσδιορίζουν τα υπόχρεα πρόσωπα, είναι προφανές ότι η παράλειψη της επίμαχης διάταξης προκαλεί σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Επίσης , η εν λόγω θέση του ΑΠ στηλιτεύεται διότι προβαίνει σε διαχωρισμό των αδικημάτων, θεωρώντας εμμέσως ότι εάν η κατηγορία αφορούσε την μη υποβολή δήλωσης, τότε ενδεχομένως να απαιτούνταν η αναγραφή του σχετικού άρθρου , ενώ εφόσον ο κατηγορούμενος υπέβαλε έστω και ανακριβή δήλωση, δημιουργείται ένα « αμάχητο» τεκμήριο γνώσης της υποχρέωσής του να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του νόμου το οποίο επιτρέπει την ελλιπή σύνταξη του κλητηρίου θεσπίσματος. Ουσιαστικά υφίσταται μια σύμμειξη των δικανικών αξιολογήσεων για την ουσία της υπόθεσης με τις δικονομικές της πτυχές, αποδυναμώνοντας το δικαίωμα ακροάσεως του κατηγορούμενου και της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης. Το επιχείρημα ότι εφόσον αναγράφεται η ιδιότητα του κατηγορούμενου στην περιγραφή της πράξης , καλύπτεται η ακυρότητα της περ. 3 του άρθρου 321 του ΚΠΔ είναι νομικά έωλη, αφού ο νόμος δεν προβλέπει κάλυψη της εν λόγω ακυρότητας από την πλήρη περιγραφή της πράξης στο κατηγορητήριο. Κάθε λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος εξετάζεται ανεξάρτητα και επιφέρει αυτοτελώς τις συνέπειες του νόμου.
Ε. Η δυνατότητα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας από το Δημόσιο στις δίκες που αφορούν τις παραβάσεις του νόμου περί πόθεν έσχες αποτέλεσε ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν τον ΑΠ στην με αριθμό 175/2017[50] απόφαση του. Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον το προστατευόμενο έννομο αγαθό περιστρέφεται γύρω από την εμπιστοσύνη των πολιτών στην εύρυθμη λειτουργία και καθαρότητα των κρατικών υπηρεσιών, η εν λόγω ποινικά επιλήψιμη πράξη οδηγεί στην τρώση του κύρους του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αποτελεί φορέα και εγγυητή των εννόμων αγαθών. Τούτων ούτως δοθέντων , το ελληνικό δημόσιο έχει τη δυνατότητα να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας, εφόσον έχει υποστεί ηθική βλάβη. Η ανωτέρω προσέγγιση συνάδει με την κρατούσα άποψη περί του προστατευόμενου εννόμου αγαθού, ενώ η τυχόν αποδόμηση της τελευταίας θα επηρεάσει και το εξεταζόμενο στο παρόν τμήμα της μελέτης ζήτημα.
13. Επίλογος.
Ο νόμος περί πόθεν έσχες ,εκτός από την ιδιαίτερη πολυπλοκότητά του, πάσχει δογματικά , αφού ποινικοποιεί αμφιλεγόμενης απαξίας πράξεις και μάλιστα με βαρύτατες ποινές, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας. Η γραφειοκρατική προσπάθεια αντιμετώπισης της διαφθοράς δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, γι΄ αυτό και επιστρατεύεται το ποινικό δίκαιο για « καλύψει» τις διοικητικές αστοχίες. Μόνο η αναβάθμιση του κρατικού μηχανισμού μέσω της νέας τεχνολογίας και η ενδελεχής έρευνα του οικονομικού παρελθόντος των υπόχρεων δύνανται σε προληπτικό και κατασταλτικό επίπεδο να οδηγήσουν στον μετριασμό των κοινωνικών παθογενειών, όπως είναι ο χρηματισμός δημοσίων υπαλλήλων. Σε κάθε περίπτωση ,πάντως, έχει αποδειχθεί εκ των πραγμάτων ότι οι αυστηρές ποινές δεν αποτρέπουν την τέλεση των οικονομικών εγκλημάτων , ιδίως όταν οι πιθανότητες άσκησης ποινικής δίωξης είναι ελάχιστες . Ο νόμος 5026/2023 θέτει ως επιδίωξη τον έλεγχο ετησίως (κατ΄ ελάχιστον) του 7% των υποβαλλόμενων δηλώσεων, καταδεικνύοντας ότι απέχουμε πολύ από τις υπάρχουσες προσδοκίες. Ενδεχομένως , ο περιορισμός του καταλόγου των υπόχρεων και η κατάρτιση του ψηφιακού περιουσιολογίου να διευκολύνει τη διερευνητική διαδικασία του ελεγκτικού μηχανισμού και ίσως να οδηγήσει και στην κατάργηση του επίμαχου νόμου.
[1] Βλ., Carothers T.- Barndt W., Civil Society, Foreign Policy, no. 117, 1999, σελ.18–29. JSTOR και στην σελίδα https://doi.org/10.2307/1149558. Accessed 13 May 2023, Chandhoke N., Civil Society, στη σελίδα, https://doi.org/10.1080/09614520701469658 , Cohen J.- Arato A., Civil Society and Political Theory, 1992, σελ. 13, 29 passim, Edwards M. , Civil Society, 2009, σελ. 2 passim, Ehrenberg J, Civil Society, The Critical History of An Idea, 2017, σελ. 1 επ., Goodin R.(ed), The Oxford Handbook of Political Theory,2006, σελ. 363 επ., Hall J (ed), Civil Society, 1995, σελ. 8 επ. Kaviraj S.- Khilnani ( eds), Civil Society, History and Possibilities, 2001, σελ. 11 επ., Κopecky P.- Mudde C.- Rethinking Civil Society στησελίδα https://www.tandfonline.com/doi/pdf/10.1080/13510340312331293907, Seligman A., The idea of Civil Society, 1995, σελ. 2 επ., Sharma A.- Gupta A. ( eds), The Anthropology of the State, 2006, σελ. 72 επ., Tester K., Civil Society, 1994, σελ. 9 επ., https://www.britannica.com/topic/civil-society.
[2] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2006, σελ. 65 επ. Σπινέλλη, Το Έννομον Αγαθόν και η Σημασία του εις την Σύγχρονον Διδασκαλίαν του Ποινικού Δικαίου, ΠοινΧρ. 1971, σελ. 801, ιδίου το Έννομο Αγαθό της Τιμής και αι Αξιόποινοι Αυτού Προσβολαί, 1976, σελ. 26 επ., Σπυράκου, Η Εγκληματοπολιτική Σημασία της Έννοιας του Εννόμου Αγαθού, Κριτική Προσέγγιση στις Σύγχρονές Θεωρίες, 1991, σελ. 7, ιδίου, Η Κριτική Λειτουργία της Έννοιας του Εννόμου Αγαθού , 1996, σελ. 13 επ., Lauterwein, The Limits of Criminal Law, A ComparativeAnalysis of Approaches to Legal Theorizing , σελ. 6 , Roxin, Strafrecht, Allgemeiner Teil, Band I, 2006, σελ. 14 passim.
[3] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Ι, 2006, σελ. 16 επ., Βαρβιτσιώτη, Έννοια και Λειτουργικότητα του Εννόμου Αγαθού, ΝοΒ, σελ. 567 επ., Δημητράτου , Έννομο Αγαθό και διδασκαλία περί εγκλήματος στο ποινικό δίκαιο, 1998, σελ. 27 επ., Καριζώνη, Η Έννοια των Εννόμων Αγαθών και η Ποινική τους Τυποποίηση , Αρμ. 1979, σελ. 603 επ., Μανωλεδάκη, Η διαλεκτική Έννοια των Εννόμων Αγαθών 1973, σελ. 17 επ., ιδίου, Το Έννομο Αγαθό ως Βασική Έννοια του Ποινικού Δικαίου,1998, σελ. 3, ιδίου Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 1, ιδίου, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 2005, σελ. 1, Μπιτζιλέκη, Η Ηθική Νομιμοποίηση του Ποινικού Δικαίου, σε ΤΤ για τον Ν. Ανδρουλάκη, 2003, σελ. 411 επ., Σπυράκου, Η Έγκληματοπολιτική Σημασία της έννοιας του Εννόμου Αγαθού, Κριτική Προσέγγιση στις σύγχρονες θεωρίες, 1991, σελ. 51 επ., ιδίου Η Κριτική Λειτουργία της Έννοιας του Εννόμου Αγαθού, 1996, σελ. 123 επ., Συλικού, Η Υλικότητα των Εννόμων Αγαθών στο Ποινικό Δίκαιο, 1995, σελ. 12 επ.,Συμεωνίδου- Καστανίδου, Η έννοια του εννόμου αγαθού στο ποινικό δίκαιο, σε επιμ. Στράγγα κλπ, Αγαθό, Συμφέρον και Δίκαιο, Εισιγήσεις , ανακοινωνθείσες εις το Διεπιστημονικό Φροντιστήριο 2008/2009, 2012, σελ. 803 επ. , Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος, Ι, 2005, σελ 7 επ.
[4] Βλ. Χουλιάρα, Η Λειτουργία του Ποινικού Δικαίου υπό την έποψη της συγκρουσιακής θεωρίας για το έγκλημα, στον Στράγγα κλπ, Αγαθό Συμφέρον και Δίκαιο, Εισηγήσεις ανακοινωθείσες εις το Διεπιστημονικό Φροντιστήριο 2008/2009, 5ος τόμος, σελ. 849 επ.
[5] Βλ. Λαμπροπούλου, Κοινωνιολογία του Ποινικού Δικαίου και των Θεσμών της Ποινικής Δικαιοσύνης, 1999, σελ. 33 επ. Bernard, The Consensus- Conflict Debate. Form and Content in Social Theories. 1983, σελ. 1 επ., Bernard et al, Vold’s Theoretical Criminology, 2010, σελ. 246, Sheley, Conflict and Criminal Law, Criminology, , 1991, σελ. 21 επ.
[6] Βλ. Μαγκάκη, Το Πρόβλημα του Οικονομικού Ποινικού Δικαίου, Σύγχρονως Συμβολή εις την Θεωρίαν του Διοικητικού Ποινικού Δικαίου, ΠοινΧρ. 1985, σελ. 385 επ. , Παπανεοφύτου, Ποινικό Δίκαιο, Κράτος και Τεχνολογική Κίνδυνοι, 1997, σελ. 195 επ, ιδίου, Ποινικό Δίκαιο και Ποινικό Δόγμα υπό το Πρίσμα των Σύγχρονων Αξιώσεων Προστασίας από τους Κινδύνους της Τεχνολογικής Εξέλιξης, ΠοινΧρ. 1998, σελ. 849 επ., ιδίου Ποινική Ευθύνη Νομικών Προσώπων ή των Υπόλογων για τη Δράση τους Φυσικών Προσώπων, σε Τιμητικό Τόμο Μαγκάκη, 1999, σελ. 197 επ.
[7] Βλ. Γιαννίδη, Η χρησιμότητα και επάρκεια της Δογματικής του Ποινικού Δικαίου στο κατώφλι του 21ου αιώνα, ΠοινΧρ. 2002, σελ.580. Δημητράτου, Έννομο Αγαθό και Διδασκαλία Περί Εγκλήματος στο Ποινικό Δίκαιο, 1998, σελ. 289 επ., Σπυράκου, Η κριτική λειτουργία της έννοιας του εννόμου αγαθού , 1996, σελ. 83 επ. Beck , H κοινωνία της Διακινδύνευσης ( μετ. Οικονόμου), 2015, σελ. 1 επ., Neureiter, DieRisikogesellschaft von Ulrich Beck, 2014, σελ. 2 επ.
[8] Βλ. https://www.kathimerini.com.cy/gr/apopseis/arthrografia/panagiwtis-xristias/1-i-koinonia-toy-riskoy, https://thesafiablog.com/2020/05/27/societyofbeckdeleuze/, https://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=532&catid=61&Itemid=113, https://www.staatslexikon-online.de/Lexikon/Risikogesellschaft, https://www.nzz.ch/feuilleton/das-risiko-der-risikogesellschaft-ld.1030916?reduced=true.
[9] Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι, Ο κίνδυνος στο ποινικό δίκαιο: Μεταξύ προστασίας των εννόμων αγαθών και εγγυητικής λειτουργίας του ποινικού δικαίου σε Τιμητικό Τόμο Σπινέλλη, 2001, σελ. 469 επ., Παρασκευόπουλου, Η διάκριση κινδύνου και βλάβης στο σύγχρονο Ποινικό Δίκαιο, 2001, σελ. 481 επ. , Husak, Overcriminalization, 2008, σελ. 38 επ.
[10] Γενικά για το θέμα βλ. Ναζίρη, Η ποινική αντιμετώπιση της συμμετοχής κρατικών λειτουργών σε εξωχώριες ( offshore) εταιρείες, 2017.
[11] Άρθρο 9 « Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από: α) Τον Διοικητή, τους υποδιοικητές, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και από τους προέδρους, τους αντιπροέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους, τους διοικητές, τους υποδιοικητές, τα εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων και τους γενικούς διευθυντές πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοπιστωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,
β) τον Πρόεδρο και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της «Ελληνικά Χρηματιστήρια Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.» (Ε.Χ.Α.Ε.), τους κατέχοντες διευθυντική θέση στην εταιρεία αυτή, σύμφωνα με τον οργανισμό της ή με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, τον Πρόεδρο και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ελεγχόμενων από την Ε.Χ.Α.Ε. ανώνυμων εταιρειών και κάθε άλλου φορέα οργανωμένης χρηματιστηριακής αγοράς που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και τους κατέχοντες διευθυντική θέση στις ανωτέρω εταιρείες ή φορέα, σύμφωνα με τον κανονισμό της εταιρείας ή του φορέα ή σύμφωνα με απόφαση του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου.
[12] Άρθρο 10 «| 1. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από: α) Τους ιδιοκτήτες, τους βασικούς μετόχους, τους μετόχους, τους εταίρους, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους διαχειριστές, καθώς και τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που είναι φορείς:
αα) παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης που κατέχουν άδεια λειτουργίας ή που λειτουργούν νόμιμα μέχρι την ολοκλήρωση της αδειοδότησης που αφορά στη λειτουργία τους όπως προβλέπεται στον ν. 4339/2015 (Α’ 133),
αβ) παρόχων συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω δορυφόρου, καλωδίου ή συχνοτήτων που κατέχουν τις άδειες που προβλέπονται στον ν. 2644/1998 (Α’ 233),
αγ) εποπτευόμενων ραδιοφωνικών σταθμών από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ως νομίμως λειτουργούντων ή αδειούχων,
β) τους ιδιοκτήτες, τους εκδότες, τους μετόχους, τους εταίρους, τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους και τα εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους διαχειριστές, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές ειδήσεων και ενημέρωσης κάθε μορφής επιχειρήσεων ή εταιρειών, που εκμεταλλεύονται διαδικτυακά ενημερωτικά μέσα ή εκδίδουν ημερήσια ή περιοδικά έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας,
γ) τους δημοσιογράφους μέλη των οικείων ενώσεων συντακτών και όσους παρέχουν δημοσιογραφικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις έκδοσης εντύπων και σε ραδιοτηλεοπτικά ή διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης με σύμβαση εργασίας ή έργου.
[13] Άρθρο 13 « Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τον πρόεδρο και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των αθλητικών ομοσπονδιών και τα πρόσωπα που είναι μέλη διοίκησης αθλητικών ανωνύμων εταιρειών (Α.Α.Ε.) ή τμημάτων αμειβόμενων αθλητών (Τ.Α.Α.) ή τους έχει ανατεθεί η διαχείριση Τ.Α.Α. ή είναι μέτοχοι Α.Α.Ε. με συνολικό ποσοστό μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό (1%) του μετοχικού της κεφαλαίου. Αν το εν λόγω ποσοστό συμμετοχής ανήκει σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, η υποχρέωση υποβολής Δ.Π.Κ. βαρύνει τον πρόεδρο και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτών,
β) τους αξιολογημένους διαιτητές, τους βοηθούς διαιτητές και παρατηρητές διαιτησίας πρωταθλημάτων επαγγελματικού αθλητισμού και όσους μετέχουν στα αντίστοιχα όργανα ή τις επιτροπές διαιτησίας, καθώς και τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού.
[14] Άρθρο 14 « Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από:
α) Τους προέδρους, τα τακτικά μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών έργων, προμηθειών, μελετών και παροχής υπηρεσιών των κρατικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των ενόπλων δυνάμεων, των Ν.Π.Δ.Δ., των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού και των νομικών τους προσώπων, των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται, τακτικώς, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή τη διοίκηση των οποίων ορίζει, άμεσα ή έμμεσα, το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, των ανώνυμων εταιρειών του Δημοσίου της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4972/2022 (Α’ 181), και των δημόσιων οργανισμών, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, πλέον Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ανά διαγωνισμό, τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσίων Συμβάσεων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και τους προϊσταμένους των διευθύνσεων αυτής, τους κατέχοντες θέσεις προϊσταμένων οποιουδήποτε οργανωτικού επιπέδου οργανικών μονάδων προμηθειών στο Δημόσιο και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, στις ανώνυμες εταιρείες του Δημοσίου της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4972/2022 και τους δημόσιους οργανισμούς, τον Πρόεδρο και τα μέλη όλων των επιτροπών διαγωνισμών δημόσιων έργων των ανωτέρω φορέων, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη του έργου υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.,
β) το προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικών Επενδύσεων και Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, καθώς και τους προέδρους, τους διευθύνοντες συμβούλους ή τους διαχειριστές των εταιρειών του ιδιωτικού τομέα που μετέχουν σε τέτοιου είδους συμπράξεις,
γ) τους προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων και τμημάτων της Γενικής Γραμματείας Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και όσους ασκούν καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων και μελετών δημόσιων έργων σύμφωνα με το άρθρο 28 του π.δ. 609/1985 (Α’ 223) και το άρθρο 183 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), τους κατέχοντες αντίστοιχες θέσεις στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και στα Ν.Π.Ι.Δ., εφόσον κατά τον νόμο ή τον οργανισμό του οικείου υπουργείου ή του νομικού προσώπου έχουν αρμοδιότητες σχετικές με την ανάθεση δημόσιων έργων ή μελετών δημόσιων έργων ή ασκούν καθήκοντα επιβλεπόντων μηχανικών δημόσιων έργων ή μελετών,
δ) τους ιδιοκτήτες, τους εταίρους, τους βασικούς μετόχους, τα εκτελεστικά μέλη οργάνου διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη ελληνικών επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στην Ελλάδα και φέρουν οποιαδήποτε από τις ανωτέρω ιδιότητες σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει τα αναφερόμενα στην περ. α’ ποσά ανά περίπτωση, εξαιρουμένων των βασικών μετόχων και των μετόχων επιχειρήσεων που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις και είτε οι ίδιες είτε οι βασικοί μέτοχοι αυτών εμπίπτουν στις εξαιρέσεις από την υποχρέωση ονομαστικοποίησης της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3310/2005 (Α’ 30),
ε) τα μέλη και τους εισηγητές των γνωμοδοτικών επιτροπών, τα μέλη των οργάνων ελέγχου που είναι επιφορτισμένα με την εκταμίευση των ενισχύσεων, τα μέλη των οργάνων αξιολόγησης και εξέτασης των επενδυτικών σχεδίων, ελέγχου επενδύσεων και εκταμίευσης των παρεχόμενων ενισχύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων,
στ) τον πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Κοινωνίας της Πληροφορίας, τους διευθυντές και τους αναπληρωτές διευθυντές των Επιχειρησιακών Μονάδων, τα μέλη του Μητρώου Αξιολογητών Δράσεων Κρατικών Ενισχύσεων και άλλους εξωτερικούς συνεργάτες που έχουν συμμετάσχει σε αξιολογήσεις, γνωμοδοτικές επιτροπές και επιτροπές προσφυγών δράσεων κρατικών ενισχύσεων, τους προέδρους και τα μέλη επιτροπών αξιολόγησης προσφορών κάθε βαθμού, καθώς και επιτροπών προσφυγών έργων δημόσιου τομέα, τους προέδρους και τα μέλη των επιτροπών παρακολούθησης και παραλαβής έργων δημόσιου τομέα, τους υπεύθυνους έργων δημοσίου τομέα και δράσεων κρατικών ενισχύσεων, τους προϊσταμένους, τους αναπληρωτές προϊσταμένους και τους προϊσταμένους μονάδων όλων των ειδικών υπηρεσιών και των λοιπών φορέων που ασκούν καθήκοντα ή αρμοδιότητες διαχείρισης, εφαρμογής, συντονισμού και ελέγχου, στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων των Προγραμματικών Περιόδων 2007 2013, 2014 2020 και 2021 2027, καθώς και το προσωπικό που υπηρετεί σε Ειδικές Υπηρεσίες του Ε.Σ.Π.Α., στην κεντρική υπηρεσία της Μονάδας Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (Μ.Ο.Δ. Α.Ε.) και σε ενδιάμεσους φορείς, το οποίο απασχολείται σε δραστηριότητες που αφορούν στην αξιολόγηση πράξεων, τις επαληθεύσεις και τις πληρωμές,
ζ) τους προέδρους και τους γενικούς διευθυντές της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.), της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.), των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων εφόσον τα νομικά αυτά πρόσωπα είναι φορείς ανάθεσης και εκτέλεσης δημόσιων έργων ή ανάθεσης και εκπόνησης μελετών δημόσιων έργων. Η παρούσα περίπτωση ισχύει και για όσα πρόσωπα φέρουν τις ιδιότητες του πρώτου εδαφίου στους Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων, καθώς και για το προσωπικό των Οργανισμών αυτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
[15] Βλ. Χατζηκώστα, Οικονομικό Έγκλημα και Διαφθορά στο Δημόσιο Τομέα, 2014, σελ. 667 επ.
[16] Βλ. ΑΠ. 143/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΝαυπλ. 53/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[17] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=PYEVR52NIZLY0I5AA2LRL3RSBYN4O1&apof=528_2019&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6.
[18] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1985, σελ. 132 επ., Καϊάφα- Γκμπάντι σε Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 2005, σελ. 85 επ., Κονταξή, Ποινικός Κώδικας , Τόμοε Α, εκδ. Γ. σελ. 60, Μαγκάκη, Συστηματική Ερμηνεία του ΠΚ, 2005 , σελ. 52, Ναζίρη, Διαχρονικό Ποινικό Δίκαιο- Τα όρια εφαρμογής των διατάξεων του νέου ΠΚ και του νέου ΚΠΔ, 2020, σελ. 9 επ. Παρασκευόπουλου, Τα θεμέλια του Ποινικού Δικαίου, 2020 , σελ. 61,. ΕφΚρ. 3/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[19] Βλ. Μπέκα, Η Χρονική Επέκταση Ισχύος των Ουσιαστικών Ποινικών Νόμων – Ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 ΠΚ, 1992, σελ. 149 επ., Κατσαντώνη, Η αναδρομικότης του επιεικέστερου ποινικού νόμου εν περιπτώσει εξωποινικής νομοθετικής μεταβολής, ΠοινΧρ ΚΕ/1975, 801 επ
[20] Για τη θέση της νομολογίας βλ. ΑΠ 813/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2145/2004, ΠοινΛογ. 2004, σελ. 2636, ΣυμβΑΠ 549/1985, ΠοινΧρ. 1985, σελ. 818 επ, ΑΠ 190/1951 ΠοινΧρ. 1951, σελ. 349, ΤριμΕφΠατρ. 547/1992 Υπερ. 1993, σελ. 135.
[21]Βλ. Κατσαντώνη, ό.π., σελ. 812 επ., Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2020 , σελ. 120, Ζησιάδη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος , 1971, σελ. 72.
[22] Βλ. Χωραφά, Ποινικό Δίκαιο, Τόμος Α, 1978, σελ. 76 επ.
[23] Βλ. ΟλΣτΕ 2649/2017 ( γνώμη μειοψηφίας) , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ,
[24] ΟλΕλΣ. 3649/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
[25] Βλ. Κακαβούλη, Τα εγκλήματα της μη υποβολής και της υποβολής ανακριβούς δήλωσης πόθεν έσχες, σε ΤιμΤομ. Αργυρ. 2016, σελ. 1133 επ, Νταγγίνη, Η υποστήριξη της κατηγορίας από το ελληνικό δημόσιο, 2020, σελ. 119 επ., Πεπόνη, Η εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως πόθεν έσχες δεν συνιστά αξιόποινη πράξη, ΠοινΔικ. 2005, σελ. 305 επ., ΑΠ 175/2017 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ( προστατεύεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών στην εύρυθμη λειτουργία και καθαρότητα των κρατικών υπηρεσιών).
[26] Βλ. ΑΠ 1853/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[27] Βλ. ΑΠ 175/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠΔΠΧ 7/2011.
[28] ΟλΕΣ 3649/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
[29] Η παράλειψη και η υποβολή ανακριβούς δήλωσης δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους ή να σωρευθούν στο ίδιο υλικό αντικείμενο, δηλαδή στο πλαίσιο της υποχρέωσης υποβολής της ΔΚΠ του ίδιους ελεγχόμενου έτους, Βλ. ΝαυτΠερ. 340/2018, ΠοινΔικ. 2020, σελ. 1208 επ.
[30] Βλ. Κακαβούλη, Τα εγκλήματα της με υποβολής και της υποβολής ανακριβούς δήλωσης « πόθεν έσχες», σε ΤιμΤομΑργορόπουλου, 2016, σελ. 1135, ΑΠ 614/22005. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει ο δράστης να είχε τη δυνατότητα διενέργειας της πράξης που παραλήφθηκε. Σε αντίθετη περίπτωση (πχ λόγω ανωτέρας βίας) δε στοιχειοθετείται το αδίκημα.. Βλ. Αποστολάκη, Ειδικοί ποινικοί Νόμου, Δηλώσεις Περιουσιακής Κατάστασης, 2020, σελ. 44 επ.
[31] Βλ. όμως και Πεπόνη , ό.π., σελ 305 επ.
[32] Βλ. ΑΠ 1236/2014 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1638/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1749/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[33] Εφόσον γίνει δεκτή η άποψη ότι δεν αποκλείεται a priori η εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ κατά την τροποποίηση των εξωνομικών κανόνων , η μετάθεση του χρόνου της ποινικοποίησης της πράξης συνιστά μια μεταβολή που στοχεύει στην προσαρμογή της νομοθεσίας στις μεταβληθείσες πραγματικές συνθήκες, χωρίς να εμπεριέχει μια γενικότερη αποδοκιμασία του προηγούμενου κανονιστικού καθεστώτος, γι’ αυτό και δεν επιδρά στο διαχρονικό αξιόποινο των τελεσθέντων αδικημάτων.
[34] Πχ ανακρίβειες που αφορούν τα χαρακτηριστικά ή την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων Βλ. Αιτιολογική έκθεση ν 3849/2010.
[35] Βλ. ΑΠ 1750/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[36] Βλ. Διάταξη ΕισΕφΘ. 4/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[37] Βλ. ΣΕφΠατρ. 127/2008.
[38] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινή Χωρίς Έγκλημα, Δήμευση χωρίς Καταδίκη, ΠοινΧρ. 2017, σελ. 241 επ., Αποστολάκη, ό.π., δεύτερος τόμος, σελ. 26 επ., Συσυλιάνου, ΕΣΔΑ- Ερμηνεία Κατ’ άρθρο, 2017, σελ. 304 επ. Boucht, Civil Asset Forfeiture and the Presumption of Innocence στο Rui et al (eds), Non Conviction- Bases Confiscation Europe, 2015, σελ. 151 επ. ΕΣΔΑ, Philips v UK , στη σελίδα https://rm.coe.int/09000016806ebe19.
[39] Βλ. ΑΠ 1227/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1749/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 330/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 913/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΕΠατρ. 1/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ . Επίσης ΕφΑιγ. 133/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[40] Βλ. ΣυμβΕφΘεσ. 821/2016.
[41] Το αδίκημα απαιτεί δόλο (α ή β βαθμού), ενώ στη συνέργεια του ΠΚ, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος.
[42] Βλ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[43] ΠοινΔικ. 2020, σελ. 1208 επ.
[44] ΣυμβΕφΑθ. 152/2021, ΠοινΔικ. 2021, σελ. 715.
[45] Βλ. ΑΠ 87/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[46] Βλ. ΑΠ 1468/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[47] Βλ. ΑΠ 1529/2013,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[48] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=PYEVR52NIZLY0I5AA2LRL3RSBYN4O1&apof=528_2019&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6
[49] Βλ. ΠλημΑθ. 300/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[50] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=J58570DXHKRS2KSUNO0SBJ2X20XRKP&apof=175_2017&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6
Σχολιάστε