- Πρόλογος
Ο θεσμός της παραγραφής[1] συναντάται σχεδόν σε όλους τους κλάδους του δικαίου, συμβάλλοντας στην αποσυμφόρηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Στο πεδίο της ποινικής καταστολής, η αναπτυσσόμενη απόσταση μεταξύ του χρόνου τέλεσης ενός αδικήματος και της ενεργοποίησης του ποινικού μηχανισμού αμβλύνει την αξίωση της πολιτείας να κολάσει το δράστη μιας εγκληματικής ενέργειας. Η πλήρης αποδυνάμωση του ανωτέρω δικαιώματος πραγματώνεται μέσω του θεσμού της παραγραφής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η παραγραφή δεν αλλοιώνει τα δομικά στοιχεία του εγκλήματος, αλλά αντίθετα εξαλείφει το τελικό αξιόποινο, όπως περιγράφεται στο άρθρο 111 παρ. 1 του ΠΚ. Πέρα, όμως από την ουσιαστική της λειτουργία επιδρά καθοριστικά και στο δικονομικό πεδίο, αφού είτε εμποδίζει την κινητοποίηση του ποινικού μηχανισμού είτε επιφέρει την οριστική παύση της ασκηθείσας ποινικής δίωξης, αποκλείοντας τα δικαιοδοτικά όργανα από κάθε περαιτέρω ενασχόλησή τους με την ουσία της υπόθεσης. Στο ελληνικό δίκαιο θα πρέπει να διαχωριστεί η παραγραφή του αξιοποίνου από την παραγραφή των ποινών, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 114 επ. του ΠΚ, αφού στη δεύτερη περίπτωση, δεν αποτρέπεται η επιβολή της ποινικής κύρωσης αλλά δεν εκτελείται η επιβληθείσα ποινή. Οι δύο διατάξεις ενεργοποιούνται, εφόσον διαπιστώνεται η παρέλευση του οριζόμενου από το νόμο χρονικού διαστήματος (διαφορετικό σε κάθε περίπτωση), ενώ μοιράζονται και τους δικαιολογητικούς λόγους που επέβαλαν την ένταξή τους στο σύγχρονο κανονιστικό πλαίσιο. Στην παρούσα μελέτη, θα επιχειρηθεί μια σύντομη προσέγγιση των εγειρόμενων προβλημάτων κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής των αδικημάτων, ενώ δε θα παραληφθεί μια θεωρητική ανάλυση για τη δικαιοπολιτική σκοπιμότητα θεσμοθέτησης της παραγραφής.
- Δικαιοπολιτική σκοπιμότητα του θεσμού της παραγραφής
1.Ένας από τους βασικούς σκοπούς, που υπηρετούνται κατά το στάδιο επιβολής των ποινικών κυρώσεων, (όπως υποστηρίζουν οι απόλυτες και οι ενωτικές θεωρίες) είναι η ανταπόδοση, δηλαδή η αντιπροσβολή των εννόμων αγαθών του δράστη[2]. Μέσα στο ανωτέρω πλαίσιο, η καταγνωσθείσα ποινή από το δικαιοδοτικό όργανο οφείλει να αντανακλά το «κακό», που ο δράστης προξένησε στην κοινωνία. Η ανταποδοτική λειτουργία της ποινής διαθέτει φιλελεύθερο πρόσημο, αφού η ποινή οριοθετείται με βάση το βαθμό αδίκου και ενοχής του δράστη. Εν προκειμένω, ο πρώτος λόγος που επέβαλε τη θεσμοθέτηση της παραγραφής είναι το γεγονός ότι η χρονική απομάκρυνση από το έγκλημα, υποβαθμίζει αισθητά την ανάγκη εκδήλωσης αντίδρασης από την πλευρά της πολιτείας.[3] Εξετάζοντας στο ζήτημα και από διαφορετική διάσταση[4], οι προβαλλόμενες από την ειδική πρόληψη φιλοδοξίες για τη βελτίωση της συμπεριφοράς των κοινωνών, δεν δύνανται να στηρίξουν τον κολασμό του δράστη, ειδικά όταν ο τελευταίος έχει επιδείξει σύννομη συμπεριφορά μέχρι το χρονικό σημείο αποκάλυψης του εγκλήματος, αφού η αναμφίλεκτη μεταγενέστερη θετική στάση του απέναντι στα έννομα αγαθά στερεί από τη μεταγενέστερη επιβολή της κύρωσης κάθε πρακτικό αντίκρισμα.[5] Επίσης, και ο στόχος της γενικής πρόληψης, απευθυνόμενος στο σύνολο των κοινωνών, αποδυναμώνεται, αφού με την πάροδο του χρόνου, η αποτροπή από τη διάπραξη νέων εγκλημάτων αποτελεί μάλλον έναν ουτοπικό στόχο[6]. Τέλος, σε δικονομικό επίπεδο, η παραγραφή διατηρεί ισχυρά ερείσματα, αφού η ουσιαστική ορθότητα της δικαιοδοτικής κρίσης (η οποία συνδέεται με τη θεμελιώδη αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας), υποσκάπτεται από την αναξιοπιστία των εισφερόμενων στη διαδικασία αποδεικτικών στοιχείων[7], ενώ η επεξεργασία των υποθέσεων, υπό ασφυκτική πίεση, δύναται να οδηγήσει στην παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Στο σημείο αυτό και πριν εξετάσουμε το ζήτημα της εύλογης διάρκειας της ποινικής δίκης σε σχέση με την παραγραφή, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο επίμαχος θεσμός δεν αποτελεί μια ελληνική καινοτομία. Στα περισσότερα κράτη του ηπειρωτικού δικαίου υφίστανται ανάλογες διατάξεις, με την επισήμανση, όμως, ότι λόγω της κοινωνικής πίεσης αυξάνονται τα χρονικά όρια της παραγραφής (λχ στη Γαλλία παρατηρείται ένας διπλασιασμός τους)[8] είτε στοιχειοθετούνται ορισμένα απαράγραπτα αδικήματα (πχ στη Γερμανία διακεκριμένη εκ προθέσεως ανθρωποκτονία[9]), υιοθετώντας μάλλον το πρότυπο του αγγλοσαξονικού δικαίου[10]. Επίσης σε διεθνές επίπεδο (το οποίο όμως αφορά και την ελληνική έννομη τάξη), η Διεθνής Σύμβαση για το Απαράγραπτο των Εγκλημάτων Πολέμου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας[11], η Διεθνής Συνθήκη για την προστασία όλων των ατόμων ενάντια στη Βίαιη Εξαφάνιση[12], το άρθρο 29 του Καταστατικού του ΔΠΔ[13] αντανακλούν τη θέση ότι η γενοκτονία, τα εγκλήματα πολέμου κλπ. είναι απαράγραπτα, ενώ το ΕΔΔΑ δέχεται περιορισμούς στο θεσμό της παραγραφής, όταν είναι αναγκαίο να τύχουν προστασίας υπέρτερα δικαιώματα, όπως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό το λόγο το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η χορήγηση αμνηστίας σε υπαλλήλους που κατηγορούνται για τέλεση βασανιστηρίων, αποτελεί μια αποδοκιμαστέα πράξη.[14]
3. Σχέση Παραγραφής και ΕΣΔΑ.
Η σχέση της παραγραφής με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αλλά και με την έννοια της εύλογης διάρκειας της δίκης αποτελεί, πάντοτε, ένα φλέγον και επίκαιρο ζήτημα. Οι παραπάνω θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες κινούνται ομόρροπα, αφού οριοθετούν τα χρονικά πλαίσια, εκτός των οποίων, είναι ανεπίτρεπτη η ποινική τιμωρία του κατηγορούμενου.
Μάλιστα στα αγγλοσαξονικά κράτη η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συναρθρώνεται άμεσα με τον υπερασπιστικό ισχυρισμό της «καταχρηστικής άσκησης των δικονομικών δυνατοτήτων» της κατηγορούσας αρχής, η αποδοχή του οποίου εκτροχιάζει την ποινική διαδικασία, αναπτύσσοντας δικονομικό κώλυμα στην περάτωση αυτής.[15]
Κατ’ αρχάς σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, η παραγραφή μετουσιώνεται σε δικαίωμα του κατηγορουμένου, το οποίο εξαλείφει τη δυναμική του ποινικού μηχανισμού των εννόμων τάξεων[16]. Επίσης, η σχετική πρόβλεψη εφάπτεται με την αρχή της δίκαιης δίκης, λόγω των ανακυπτόντων κινδύνων κατά το στάδιο αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού από το δικαιοδοτικό όργανο και της επιβάρυνσης της θέσης της υπεράσπισης,[17] ενώ η κατοχύρωση ενός χρονικού πλαισίου για την ποινική τιμωρία του δράστη συνάδει με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, αφού η απηνής δίωξη του, τον καθιστά υποχείριο της κρατικής εξουσίας, η οποία υιοθετεί χωρίς όρια και άκριτα τη δεοντολογική προσέγγιση της ποινικής καταστολής.[18]
Ο θεσμός της παραγραφής συμπλέκεται και με το τεκμήριο αθωότητας, αφού μέσω της παραγράφου 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της εξωτερικής του πτυχής, κατοχυρώνεται η ευεργετική αντιμετώπιση του φερόμενου ως δράστη, όταν η ποινική δίκη περατώνεται με την έκδοση οποιουδήποτε είδους απόφασης, εκτός της καταδικαστικής. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε[19] ότι το τεκμήριο αθωότητας βάλλεται όταν μια δικανική κρίση μεταχειρίζεται τον κατηγορούμενο ως ένοχο, χωρίς τούτο να έχει αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο,[20] στερούμενος του δικαιώματος υπεράσπισης, όπως ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής. Χρήζει επισήμανσης το γεγονός ότι σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, ο χρόνος έναρξης του εύλογου εκκινεί από την επίσημη γνωστοποίηση της κατηγορίας στον αποδέκτη της, ενώ δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ο διαδραμών χρόνος ανάμεσα στη διάπραξη του εγκλήματος και την κίνηση της διαδικασίας.[21] Αντίθετα, στην παραγραφή το κύριο βάρος επιρρίπτεται στο χρόνο τέλεσης της πράξης, ο οποίος αναδεικνύει το κλειδί για την έναρξη των προθεσμιών. Τέλος, η παραβίαση της αρχής του εύλογου της διάρκειας της δίκης έχει καταστεί ελαφρυντικό, το οποίο περιλαμβάνεται στο άρθρο 84 του ΠΚ, η δε παραγραφή οδηγεί σε ευνοϊκότερο αποτέλεσμα, αφού παύει οριστικά η ποινική δίωξη του φερόμενου ως δράστη.
4. Φύση παραγραφής.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 του ΠΚ «έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο». Στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «έγκλημα» περιλαμβάνεται ως θεμελιώδες στοιχείο τοτιμωρητό της πράξης, δηλαδή η δυνατότητα επιβολής της κύρωσης που προβλέπει ο νόμος. Η απειλή της ποινής συνιστά το αποτέλεσμα της ποινικής αξιολόγησης της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και αποτελεί τον κανόνα. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης, ύστερα από τη στάθμιση διαφόρων παραγόντων, αίρει τον κολασμό από μια κατά τα άλλα παράνομη και νομικά κατακριτέα πράξη. Η ανωτέρω κανονιστική επιλογή εξοβελίζει το τέταρτο στοιχείο της έννοιας του εγκλήματος και οδηγεί σε ευνοϊκό για το δράστη αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, το άρθρο 111 παρ. 1 ΠΚ συναρθρώνει άμεσα την παραγραφή με την εξάλειψη του αξιοποίνου, αποδυναμώνοντας την αξίωση της πολιτείας για την επιβολή ποινής[22]. Συνεπώς, είναι προφανής η σύνδεση της παραγραφής με το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, και δη με το έγκλημα και τον κολασμό αυτού.[23] Παρά ταύτα είναι αναμφίλεκτη και η δικονομική διάσταση του θεσμού, αφού καθορίζει το αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας και αντικατοπτρίζει τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικονομικού δικαίου, όπως την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας.[24] Η εγκόλπωση της παραγραφής στο σύστημα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι κατά την εφαρμογή του νόμου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το άρθρο 2 του ΠΚ αλλά και το 7 του Συντάγματος. Ο μικτός χαρακτήρας της υιοθετείται και από το ΕΔΔΑ[25], το οποίο υποστηρίζει σθεναρά την ουσιαστική χροιά του θεσμού, υπάγοντας τις περιπτώσεις επιμήκυνσης του χρόνου αυτής σε δη παραγεγραμμένα εγκλήματα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται η επέκταση των προθεσμιών μέσω της άμεσης εφαρμογής του δικονομικού δικαίου, με την προϋπόθεση ότι δεν έχει ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινης της πράξης . [26]
5. Χρονικά όρια παραγραφής.
Η διάρκεια της παραγραφής ορίζεται με βάση τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης (111 ΠΚ). Ειδικότερα, τα πλημμελήματα (στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι πράξεις των ανηλίκων) υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, ενώ τα κακουργήματα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, δηλαδή όσα τιμωρούνται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της εικοσαετούς παραγραφής και τα ήσσονος βαρύτητας στο αντίστοιχο της δεκαπενταετούς, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Ειδική προθεσμία παραγραφής εισάγεται με το άρθρο 4 του ν. 265/1974 περί Ευθύνης του ΠτΔ (εσχάτη προδοσία 2 έτη) και όπως αναφέρθηκε ανωτέρω σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3948/2011 σε συνδυασμό με το νόμο 3003/2002 (καταστατικό του ΔΠΔ) στην ελληνική και τη διεθνή έννομη τάξη θεσμοθετείται το απαράγραπτο των εγκλημάτων γενοκτονίας.
Χρήζει μνείας το γεγονός ότι η ανωτέρω πρόβλεψη σχετικά με τη δυνατότητα παρέκκλισης από το βασικό κανόνα (επιφύλαξη υπέρ του νόμου) έχει αξιοποιηθεί στο παρελθόν από το νομοθέτη. Ενδεικτικά, μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση έχει τεθεί με το νόμο 3251/2002, ο οποίος είχε ορίσει ότι η παραγραφή του αδικήματος του άρθρου 187 του ΠΚ ήταν τριαντακονταετής. Επί του παρόντος, η νομοθετική επιλογή που εγείρει ιδιαίτερες επιφυλάξεις είναι η ρύθμιση του ζητήματος της παραγραφής στα αδικήματα που εντάσσονταν στον κύκλο του ν. 1608/1950, ο οποίος έχει καταργηθεί μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ. Η ύλη του ανωτέρω κανονιστικού πλαισίου έχει διοχετευτεί στις κατ’ ιδίαν διατάξεις του ειδικού μέρους του ΠΚ ως διακεκριμένες παραλλαγές των ήδη υπαρχόντων εγκλημάτων με μείωση πάντως του κατωφλίου σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς. Η αναπροσαρμογή του πλαισίου οδήγησε στη θέσπιση ειδικών ρυθμίσεων για την παραγραφή, η οποία ορίζεται ανεξαιρέτως εικοσαετής, παρά του ότι μετά την κατάργηση της ποινής της ισόβιας κάθειρξης και υπό φυσιολογικές συνθήκες, η εξάλειψη του αξιοποίνου θα επέρχονταν μετά την πάροδο δεκαπενταετίας. Η εν λόγω πρόβλεψη συνάδει και με το άρθρο 111 παρ. 2 του ΠΚ, όπου ρητά επιτρέπεται η παρέκκλιση από τον κανόνα της δεκαπενταετούς παραγραφής σε περίπτωση όπου η αξιόποινη πράξη κολάζεται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης.
Σχηματικά μετά την εισαγωγή του νέου ΠΚ (και για τα επίμαχα αδικήματα):
1. Τα περιουσιακά κλπ εγκλήματα που στρέφονται κατά νομικών προσώπων, μη ανηκόντων στο Δημόσιο Τομέα (stricto sensu), υπάγονται στις βασικές διατάξεις του ΠΚ (που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη) και η παραγραφή τους είναι ανάλογη.
2. Οι υποστηρικτικές πράξεις (πχ άρθρο 231πρ.ΠΚ), οι οποίες όταν διαπράττονταν σε σύνδεση με κάποιο από τα αδικήματα του ν. 1608/1950, τιμωρούνταν με την προβλεπόμενη ποινή ελαττωμένη κατά το μέτρο του 83 ΠΚ, έχουν αποκτήσει πλέον πλημμεληματικό χαρακτήρα με ενδεχόμενη εξαίρεση το άρθρο 394 ΠΚ, στις περιπτώσεις όπου τυγχάνει εφαρμογής ο νόμος 4777/2018 για τη νομιμοποίηση εσόδων.
3. Για το ζήτημα της απάτης υπολογιστή, εφόσον αυτή τελέσθηκε πριν το νέο ΠΚ, η παραγραφή που εφαρμόζεται είναι του προϊσχύσαντος ΠΚ (άρθρο 1 και 2 του ΠΚ και για την ποινική κύρωση και για την παραγραφή).
4. Για τα υπόλοιπα αδικήματα που ανήκαν στην ύλη του νόμου 1608/1950 υφίσταται η ανωτέρω ειδική διάταξη.
Κατά του ανωτέρω κανονιστικού πλαισίου προβλήθηκαν σοβαρές επιφυλάξεις. Ο πρώτος προβληματισμός που τέθηκε επί τάπητος αφορούσε τη συμβατότητα της διατήρησης της ευρύτατης χρονικά παραγραφής με το άρθρο 2 του ΠΚ αλλά και με το άρθρο 111 παρ. 2 περ. β του προϊσχύσαντος ΠΚ. Επί του ανωτέρω προβληματισμού, δύναται να αντιταχθεί πρώτον ότι οι διατάξεις που καθορίζουν το χρόνο παραγραφής διακρίνονται από τις αντίστοιχες κυρωτικές, στερούμενες συνάρθρωσης[27], δεύτερον η κακουργηματική μορφή του ν.1608/1950 κολάζονταν πάντοτε και με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, δηλαδή ουδέποτε συνέπεσε η εφαρμογή των νέων ουσιαστικών διατάξεων του ΠΚ με το άρθρο 111 του προϊσχύσαντος ΠΚ για να διεκδικεί εφαρμογής η αρχή lex mitior[28] και τρίτον σε διεθνές επίπεδο[29]το άρθρο 15 παρ. 1 του ΔΣΑΠΔ και το 49 του ΧΘΔΕΕ αναφέρονται σε μεταγενέστερο της τέλεσης του εγκλήματος νόμου, περατώνοντας κάθε περαιτέρω συζήτηση. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί έμμεσης υποχρέωσης του νομοθέτη να επεκτείνει τις ευνοϊκές προβλέψεις σε όλες τις πτυχές του εγκλήματος αδιάκριτα, ορθώνεται ως εμπόδιο η πάγια θέση της νομολογίας του ΕΔΔΑ[30], το οποίο δέχεται την επιμήκυνση της παραγραφής στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον η αρχική προθεσμία της δεν έχει συμπληρωθεί. Συνεπώς, εφόσον επιτρέπεται μια τέτοια ενέργεια, δεν μπορεί να απαγορευθεί η διατήρηση του προηγούμενου μη ευνοϊκού νομοθετικού καθεστώτος για τον κατηγορούμενο.
Η ανωτέρω συζήτηση, πάντως, επεκτείνεται και στο ζήτημα της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, αφού η διατήρηση του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος στο πεδίο του αξιοποίνου ανατρέπει την ισορροπία με άλλες διατάξεις του ΠΚ (πχ ανθρωποκτονία με δόλο σε βρασμό ψυχικής ορμής), προκαλώντας δυσαρμονία κατά την ποινική μεταχείριση των επίμαχων πράξεων. Είναι προφανές ότι δικαιοπολιτικοί λόγοι (καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης) έδωσαν το έναυσμα για την τρέχουσα νομοθετική επιλογή, η οποία θα υποστεί πιθανότητα τη βάσανο της δικαστικής κρίσης και τον έλεγχο της νομιμότητάς της. Εάν δε λάβουμε υπόψη μας το ενδιαφέρον του ΑΠ[31] για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, το θέμα παραμένει ανοικτό. [32]
6. Η προθεσμία της παραγραφής σε περιπτώσεις συνέργειας ή υποχρεωτικού από το νόμο λόγου μείωσης της ποινής σε σύγκριση με τη φυσική αυτουργία.
Οι προβληματισμοί που συναρθρώνονται σχετικά με τη διάρκεια της προθεσμίας της παραγραφής κατά την ποινική αξιολόγηση των συνεργικών πράξεων αποτελούν μια από τις συνισταμένες του εγειρόμενου γενικότερου ζητήματος των υποχρεωτικών για το δικαστήριο και αντικειμενικοστραφών λόγων μείωσης του κυρωτικού πλαισίου. Τουναντίον στους αντίστοιχους δυνητικούς ή στις περιπτώσεις όπου τον κύριο ρόλο διαδραματίζουν οι υποκειμενικοί παράγοντες, ο νομοθέτης με το άρθρο 19 του ΠΚ έχει αποτυπώσει με ενάργεια τη βούλησή του.
Από μια ανάγνωση του ΠΚ προκύπτει ότι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ευρίσκονται τα κακουργήματα αυξημένης απαξίας, τιμωρούμενα με ποινή ισόβιας κάθειρξης, αφού εν προκειμένω αναδύεται ένα συρρικνωμένο πλαίσιο ποινής (5-15 ετών), οδηγώντας στην ενδεχόμενη ενεργοποίηση της 15ετούς παραγραφής. Χρήζει μνείας το γεγονός ότι με τον προϊσχύσαντα ΠΚ, στις περιπτώσεις απλής συνέργειας και της απόπειρας ήταν δυνατή η επιβολή της ίδιας ποινής που προβλέπονταν για το ολοκληρωμένο έγκλημα (άρθρα 42 παρ.2 και 47 του πΠΚ), ενώ σήμερα έχουν τεθεί εκποδών οι εν λόγω παρεκκλίσεις (άρθρο 42 και 47 ΠΚ).
Η ΟλΑΠ με την με αριθμό 18/2001[33] απόφαση της είχε κρίνει με ισχυρή πλειοψηφία ότι η προθεσμία της παραγραφής στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις ανέρχεται σε εικοσαετία, αφού η φύση των επίμαχων ενεργειών δεν αλλοιώνεται από την κατά κανόνα επιβολή στον ένοχο μειωμένης ποινής. Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη η απόπειρα και η συμμετοχή δεν συνιστούσαν ιδιαίτερο έγκλημα αλλά αποτελούσαν μορφές εμφάνισης του βασικού εγκλήματος, προσλαμβάνοντας το χαρακτήρα τους από το ολοκληρωμένο έγκλημα. Επίσης, εφόσον υφίστατο η δυνατότητα επιβολής πλήρους ποινής, η σχετική παράμετρος θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και κατά τη νομική αξιολόγηση των διατάξεων περί παραγραφής. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κυρίαρχη νομολογιακή τάση επικαλούνταν ως προσδιοριστικό μέγεθος το αρχικό εκ του νόμου πλαίσιο ποινής και την αυτουργική ευθύνη (άρθρα 18 και 19 ΠΚ).
Η ανωτέρω θέση είχε υποστεί κριτική και ως αντεπιχείρημα προβλήθηκε το γεγονός ότι το άρθρο 19 του ΠΚ επικεντρώνεται στην εμπειρική αποτύπωση του ποινικού φαινομένου (όπως καταγράφεται στη δικαστική απόφαση) και όχι σε αφηρημένο επίπεδο[34]. Εν προκειμένω το πλαίσιο της ποινής έχει καθορισθεί από το νόμο, χωρίς να αναδύεται η οποιαδήποτε δικαστική παρέμβαση. Άλλωστε το άρθρο 19 του ΠΚ επιχειρεί να θέσει εμπόδια στον προσδιορισμό της βαρύτητας των εγκληματικών πράξεων από οψιγενείς παράγοντες, πράγμα που δε συμβαίνει στις εν λόγω υποθέσεις[35]. Τέλος, δε μεταβάλλεται ο χαρακτήρας του εγκλήματος, παραμένοντας στην κακουργηματική ποινική ζώνη, συνάδοντας απολύτως με τους σκοπούς θέσπισης του άρθρου 19 του ΠΚ.[36] Οι ανωτέρω -ορθές- σκέψεις διατηρούν τη δυναμική τους και με τον νέο ΠΚ, ενώ η κατάργηση της δυνατότητας αύξησης της ποινής, ύστερα από την ουσιαστική αξιολόγηση της υπόθεσης από το δικαστικό όργανο (για την απόπειρα και την απλή συνέργεια) αποδυναμώνει έτι περαιτέρω το επιχείρημα που εστιάζει στο άρθρο 19 ΠΚ για την επίλυση του ανωτέρω προβλήματος.
Η νομολογία επιστράτευσε και ένα δεύτερο επιχείρημα για να στηρίξει την εφαρμογή του αυστηρότερου πλαισίου και ειδικότερα την υποτιθέμενη έλλειψη της αυτοτελούς φύσης της συνέργειας ως ποινικής ενδιαφέρουσας συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια προβάλλεται η θέση ότι η συνέργεια συνιστά μια εξειδικευμένη μορφή εξωτερίκευσης του αυτουργικού εγκλήματος, υιοθετώντας τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά της, όπως τη βαρύτητα της[37]. Η ανωτέρω θέση τίθεται εν αμφιβόλω, αφού ο ποινικός κολασμός της συνέργειας θεσμοθετείται μέσω ειδικής διάταξης[38], ενώ η επίμαχη πράξη διατηρεί την αυτονομία της σε σχέση με την αντίστοιχη του αυτουργού, διαθέτοντας μια αυτοτελή ποινική απαξία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η κρατούσα νομολογικά θέση παρερμηνεύει τη σαφή πρόβλεψη του νόμου σχετικά με τον τρόπο κολασμού των επίμαχων περιπτώσεων, συστέλλοντας το εννοιολογικό περιεχόμενο των διατάξεων και μάλιστα σε βάρος των κατηγορουμένων. Τέλος, η νομοθετική παραπομπή σε κάποια άλλη ποινική διάταξη για να επιτευχθεί ο ακριβέστερος προσδιορισμός του κυρωτικού κανόνα (χωλός ποινικός) αποτελεί ένα συχνό φαινόμενο κατά τη νομοτεχνική κατάστρωση των διατάξεων. Ουδέποτε, όμως, η ανωτέρω παράμετρος καθόρισε τον τρόπο αντιμετώπισης της παραγραφής. Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ορθότερη είναι η άποψη ότι στις περιπτώσεις υποχρεωτικής μείωσης της ποινής, μεταρρυθμίζεται αντίστοιχα και το χρονικό πλαίσιο της παραγραφής.
7. Έναρξη χρόνου Παραγραφής
Η συνύφανση του χρονικού σημείου εκκίνησης της παραγραφής με το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος συνιστά μια διαχρονική επιλογή, αποτυπώνοντας το δικαιοπολιτικό υπόβαθρο του θεσμού. Ο αποκαθαρμένος ανταποδοτικός χαρακτήρας της ποινής μετουσιώνεται σε «πολιτειακή εκδίκηση» και απογυμνώνεται από την κοινωνική νομιμοποιητική της βάση, όταν διασπάται στη χρονική του διάσταση ο σύνδεσμος μεταξύ της κατάγνωσής της και της δράσης του φερόμενου ως δράστη. Διαχρονικά ο ίδιος ο ΠΚ καθορίζει ρητά το χρόνο εξωτερίκευσης του ποινικού φαινομένου. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ «Χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος».
Η εν λόγω πρόβλεψη παρουσιάζει ορισμένες δομικές αδυναμίας κατά την ποινική αξιολόγηση των εξ αμελείας αδικημάτων. Εφόσον, όμως, η αντίθετη οπτική θα προκαλούσε δογματική αμηχανία (φερ’ ειπείν ποινικός κολασμός του κατηγορούμενου, ο οποίος στερείται του καταλογισμού κατά το χρόνο επέλευσης του αποτελέσματος) η διάταξη παρέμενε η ίδια και στο νέο ΠΚ. Μάλιστα στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ρητά[39] «Το άρθρο 17 ακολουθεί τη ρύθμιση της ισχύουσας διάταξης ότι χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η ρύθμιση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι στοιχείο όπως το τελικό άδικο ή ο καταλογισμός δεν μπορούν παρά να κρίνονται με σημείο αναφοράς το χρόνο της ενέργειας ή παράλειψης του υπαιτίου και όχι της επέλευσης του αποτελέσματος. Το πρόβλημα της παραγραφής μπορεί να αντιμετωπιστεί κάθε φορά με ειδική ρύθμιση, που θα περιορίζεται στο χώρο της παραγραφής, επιλογή που έχει υιοθετηθεί και από τον γερμανικό Ποινικό Κώδικα.»
Για την άρση των αδιεξόδων στο πεδίο των ανωτέρω αναφερθέντων εγκλημάτων, τυγχάνει αποδοχής και εφαρμογής η θεωρία της διευρυμένης συμπεριφοράς[40]. Σύμφωνα με αυτήν στα εξ αμελείας εγκλήματα αποτελέσματος η αξιόποινη συμπεριφορά αποτελείται από δύο διακριτές συνιστώσες και ειδικότερα α. την ενέργεια του δράστη και β. την αμέσως συνδεόμενη με αυτήν μη γνήσια παράλειψη άρσης της προηγούμενης επικίνδυνης ενέργειας, η οποία υποχρεώνει σε νομικό επίπεδο τον υπόχρεο να κινηθεί ανάλογα για να αποτρέψει το τελικό αποτέλεσμα.
Πέρα, όμως, από την ανωτέρω θεωρία που τείνει να καταστεί «άγραφος κανόνας»[41] , συμβάλλοντας στην ερμηνεία των διατάξεων σχετικά με την παραγραφή και ο ίδιος ο νομοθέτης έχει παρέμβει αυτοδύναμα, παρεκκλίνοντας από τη βασική ρύθμιση του ΠΚ σε ορισμένες περιπτώσεις (βλ. άρθρο 112 ΠΚ). Για παράδειγμα στο άρθρο 137 Α παρ. 8 του ΠΚ και στο 322 παρ. 6 του ΠΚ, η πολιτεία αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιτρέψει την ευνοϊκή μεταχείριση των δραστών, τελούντων αξιόποινων πράξεων βαρύνουσας απαξίας, εφόσον στο ενδιάμεσο διάστημα λόγω της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης, τους παρέχονταν μια ιδιότυπη ασυλία, λόγω της υποβάθμισης της ποιότητας του τρόπου λειτουργίας του μηχανισμού απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ουσιαστικά με την κατάλυση του πολιτεύματος, αναδύεται μια παρένθεση ανωμαλίας και παρανομίας, η οποία θα λάβει τέλος με την επαναφορά της ισχύος του Συντάγματος, γι’ αυτό το λόγο ο διαδραμών χρόνος μέχρι την αποκατάσταση της νομιμότητας δε δύναται να αξιοποιηθεί από το δράστη για να αποφύγει τις ποινικές του ευθύνες. Επίσης στο άρθρο 286 παρ. 3 του ΠΚ (ν. 2331/1995)[42] αποτυπώνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από την αποτυχία του κρατικού μηχανισμού να προστατεύσει τους κοινωνούς από τις πολεοδομικές ατασθαλίες που βρίθουν στην ελληνική επικράτεια.
Αφορμή δοθείσης από τα ανωτέρω θα πρέπει να τονιστεί ότι το ποινικό δίκαιο περιλαμβάνει και αδικήματα, τα οποία χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης. Όσον αφορά τα διαρκή εγκλήματα[43], η παραγραφή εκκινεί με την παύση της εγκληματικής ενέργειας ή τη διακοπή της παράνομης κατάστασης, αφού στο ενδιάμεσο διάστημα το αδίκημα εξωτερικεύεται στο φυσικό κόσμο και εξακολουθεί να προσβάλλει το προστατευόμενο έννομο αγαθό.[44] Στα εγκλήματα που διαθέτουν εξωτερικό όρο του αξιοποίνου υφίσταται σοβαρή διχοστασία. Υποστηρίζεται από την μια πλευρά ότι το σχετικό στοιχείο θα πρέπει να μην ληφθεί υπόψη όσον αφορά την έναρξη της παραγραφής[45], ενώ η ορθότερη θέση καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα, αξιοποιώντας το επιχείρημα ότι δε δύναται να ομιλούμε για παραγραφή πριν από τη στοιχειοθέτηση του αξιοποίνου, δηλαδή πριν την τυπική αποπεράτωση του εγκλήματος[46]. Επίσης, στα εγκλήματα εκ του αποτελέσματος (άρθρο 29 ΠΚ), τα οποία συνιστούν σύνθετα εγκλήματα, η λογική υποδεικνύει ότι θα πρέπει να λάβουν χώρα όλες οι ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές (βασικό έγκλημα και δεύτερη συνιστώσα) για να εκκινήσει η προθεσμία της παραγραφής για τη συνολική παραβατική συμπεριφορά.[47]
Τέλος, στα κατ’ εξακολούθηση εγκλήματα (της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του ΠΚ)[48] έχουν υποστηριχθεί δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Η πρώτη πρεσβεύει τον ενιαίο ex lege χαρακτήρα του[49], οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως διαρκές, ενώ η δεύτερη επικαλείται την αυτοτέλεια των πράξεων (μάλλον ορθότερη), αφού στην πραγματικότητα η σύμπηξη των εγκλημάτων περιορίζεται στο πεδίο της ποινής.[50] Ο προβληματισμός επεκτείνεται ειδικά στην περίπτωση όπου το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα αναβαθμίζεται σε κακούργημα, αφού μεταβάλλεται και η διάρκεια της παραγραφής. Εν προκειμένω η αυξημένη απαξία της πράξης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το χρονικό σημείο που πραγματώνεται η μεταβολή προς τα χείρω της θέσης του κατηγορούμενου, μετατοπίζοντας το χρόνο της παραγραφής στο σημείο μετατροπής του αδικήματος σε κακούργημα, εκτός εάν η πράξη έχει ήδη υποπέσει αυτοτελώς σε παραγραφή.[51]
8. Συμμετοχή και έναρξη του χρόνου παραγραφής.
Επεκτείνοντας την ανωτέρω θεματική, το επίκεντρο του προβληματισμού μεταφέρεται στις μορφές συμμετοχής που εξωτερικεύονται πριν την εκδήλωση της πράξης του φυσικού αυτουργού, δηλαδή την ηθική αυτουργία και τη συνέργεια (σε ορισμένες περιπτώσεις). Εν προκειμένω και σε θεωρητικό επίπεδο δεν αποκλείεται η δυνατότητα έναρξης της παραγραφής των επίμαχων αξιόποινων πράξεων πριν από το χρόνο τέλεσης της αυτουργικής συμπεριφοράς. Το ανωτέρω ζήτημα δεν αντιμετωπιζόταν ευθέως με τον προϊσχύσαντα ΠΚ. Παρά ταύτα είχε επικρατήσει η θέση περί εκκίνησης της παραγραφής από το χρονικό σημείο της αυτουργικής πράξης. Προς άρση κάθε διχοστασίας προστέθηκε στο νέο ΠΚ ειδική πρόβλεψη (άρθρο 112 ΠΚ), σύμφωνα με την οποία «Σε περίπτωση συμμετοχής η προθεσμία αρχίζει από το χρόνο τέλεσης της πράξης του φυσικού αυτουργού». Η αιτιολογία της συγκεκριμένης νομοθετικής επιλογής αποτυπώνεται στη σχετική έκθεση του νόμου, στην οποία αναφέρεται ότι εφόσον το άδικο της συμμετοχικής δράσης εξαρτάται από το αντίστοιχο του αυτουργού, τότε ορθότερο είναι να προσδιορίζει και το χρόνο έναρξης της παραγραφής.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος από την πλευρά του συμμέτοχου εξαρτάται από δύο παράγοντες, δηλαδή και από το χρονικό σημείο εξωτερίκευσης της δικής του πράξης ή παράλειψης αλλά και από το αντίστοιχο του αυτουργού. Στο ελληνικό ουσιαστικό ποινικό σύστημα έχει θεσμοθετηθεί το σύστημα της περιορισμένης εξάρτησης, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί εν προκειμένω. Γι’ αυτό το λόγο τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 17 του ΠΚ, στο οποίο συνυπολογίζεται και ο χρόνος τέλεσης της ηθικής αυτουργίας ή της συνέργειας αλλά και ο αντίστοιχος της αυτουργικής πράξης, αφού η αποτύπωση της συμπεριφοράς της στο φυσικό κόσμο (αρχικό – τελικό άδικο) αποτελεί προαπαιτούμενο για τον ποινικό κολασμού του συμμέτοχου. Άλλωστε πριν από την τέλεση της πράξης του φυσικού αυτουργού, δε στοιχειοθετείται το συμμετοχικό άδικο και δε δύναται να εκκινήσει η προθεσμίας της παραγραφής.
Παρά ταύτα η ανωτέρω λύση καταρρέει σε οριακές περιπτώσεις φερ’ ειπείν όταν ο δράστης παρείχε την απλή συνδρομή του πριν την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ ο φυσικός αυτουργός τελεί διαρκές έγκλημα, αφού η παραγραφή επεκτείνεται μέχρι τη λήξη της παράνομης κατάστασης. Όταν το συμμετοχικό άδικο και η απαξία του ουσιαστικά υποβιβάζονται από την αυτουργική συμπεριφορά και η ποινική μεταχείριση του συμμέτοχου επιβαρύνεται, χωρίς την πραγματική συμβολή του στη διάπραξη του εγκλήματος, τότε κλονίζεται η σταθερότητα του δικαιικού συστήματος και η νομιμότητα του κολασμού. Συνεπώς, στις εν λόγω περιπτώσεις ο χρόνος τέλεσης της πράξης του συμμέτοχου, οριοθετείται κατά το σημείο που λαμβάνουν χώρα οι πρώτες στιγμές εμφάνισης του αδικήματος στον εξωτερικό κόσμο, εκτός εάν ο συμμέτοχος προσφέρει τη συνδρομή του σε όλο το διάστημα που συνεχίζεται η παράνομη συμπεριφορά. Μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που κινείται ομόρροπα είναι η ΑΠ 1273/2001[52], η οποία αντιμετώπισε την απλή συνέργεια στην τέλεση του αδικήματος της αρπαγής ως οιονεί στιγμιαίο, δεχόμενη ότι η προσφορά της συνδρομής ήταν περιορισμένη και συνεπώς ο χρόνος τέλεσης της βασικής και της βοηθητικής πράξης δεν ταυτίζονται. Η ανωτέρω παραδοχή οδήγησε στην εφαρμογή της ευνοϊκότερης διαχρονικής διάταξης για τον φερόμενο ως δράστη και στην παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του αδικήματος.
9. Αναστολή της παραγραφής
Όπως και στο αστικό δίκαιο, η αναστολή της παραγραφής συνιστά, πάντοτε, μια παράμετρο, που χρήζει συνυπολογισμού από τους εφαρμοστές του δικαίου. Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, καθιστάμενου ανωφελούς του διαδραμόντος χρόνου είναι οι κάτωθι (άρθρο 113 ΠΚ):
Α. Να υφίσταται αδυναμία έναρξης ή εξακολούθησης της ποινικής δίωξης.
Β. Η ανωτέρω κατάσταση να πραγματώνεται λόγω ρητής διάταξης νόμου (το κώλυμα θα πρέπει να διαθέτει δεσμευτικό για τα όργανα της πολιτείας χαρακτήρα). Εάν η σχετική διάταξη υπάγεται άμεσα στο ανωτέρω άρθρο, η αναστολή εκκινεί με την πλήρωση των προβλεπόμενων προαπαιτούμενων. Αντιθέτως, όταν απαιτείται η κήρυξη του κωλύματος από δικαιοδοτικό όργανο, το οποίο θα διαπιστώσει τη στοιχειοθέτηση των τεθέντων προϋποθέσεων, τότε η αναστολή εκκινεί από το χρόνο της διάγνωσης αυτών.
Ορισμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες δύναται να υπαχθούν στο ανωτέρω καθεστώς (ενδεικτική αναφορά) είναι (α) το ακαταδίωκτο του Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Συντάγματος (β) το ακαταδίωκτο των βουλευτών κατ΄ άρθρο 62 του Συντάγματος (γ) άρθρο 32 και 33 του ν. 4745/2020 (και μάλιστα χωρίς χρονικούς περιορισμούς)[53] (δ) 59 παρ. 1, 2, 3, 4 ΚΠΔ, 366 παρ. 2 του ΠΚ. (ε) Σύμφωνα με το άρθρο 432 παρ.1 του ΚΠΔ αναστέλλεται υποχρεωτικά η διαδικασία στο ακροατήριο όταν αυτός που παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα είναι άγνωστης διαμονής και δεν παρουσιάζεται ή δεν έχει συλληφθεί μέσα σε ένα μήνα από την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Η αναστολή της διαδικασίας επέρχεται από την έκδοση της σχετικής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών και την επίδοσή της κατ΄ άρθρο 157 ΚΠΔ, μέχρι να συλληφθεί. Και στην εν λόγω περίπτωση δεν υφίσταται χρονικό όριο στην αναστολή της παραγραφής.
Ο σημαντικότερος λόγος επιμήκυνσης της προθεσμίας παραγραφής σχετίζεται άμεσα με την επικείμενη εκδίκαση της υπόθεσης[54] και δύναται ευσχήμως να χαρακτηριστεί ως «αναστολή επιδικίας». Ο νόμος επιτάσσει το μη υπολογισμό του χρονικού διαστήματος για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (άρθρο 113παρ.1 εδ β ΠΚ). Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «κύρια διαδικασία» επιχείρησε η νομολογία να ψηλαφίσει. Πλαγίως γίνεται δεκτό ότι η αναστολή εκκινεί από το χρονικό σημείο επίδοσης στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης (άρθρο 320 επ. ΚΠΔ), εφόσον η υπόθεση, πλέον, εκκρεμεί στο ακροατήριο[55]. Εάν ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν εξαρκεί για την ανατροπή της. Απαιτείται και η αποδοχή της, αφού εν προκειμένω επιστέφει η υπόθεση στην προδικασία, ενώ το επίμαχο χρονικό σημείο αποκρυσταλλώνεται κατά το χρόνο επίδοσης της νέας κλήτευσης στο φερόμενο ως δράστη μετά την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος[56]. Επίσης, η εγκυρότητα της κλήτευσης επιδρά καθοριστικά στην ενεργοποίηση της αναστολής επιδικίας[57]. Εφόσον η ακυρότητά της προβληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα[58], το δικαιοδοτικό όργανο, με την αποδοχή των προβαλλόμενων αντιρρήσεων, επιφέρει με την κρίση του την ανατροπή της αναστολής[59]. Ειδικά για το δεύτερο βαθμό, χρήζει επισήμανσης το γεγονός, ότι η προβολή της ακυρότητας (μέσω ειδικού λόγου έφεσης) και η αποδοχή της οδηγεί στον εξοβελισμό της αναστολής από το προσκήνιο, ενώ [60] αν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις αυτή εκκινεί από την κάλυψη της ακυρότητας (στις ερήμην πρωτοδίκως αποφάσεις).[61] Κινούμενες ομόρροπα η νομολογία[62] και η θεωρία[63] δέχονται ότι η επιτυχημένη άσκηση του ενδίκου βοηθήματος του άρθρου 43 ΚΠΔ συμπαρασύρει και την αναστολή επιδικίας μέχρι την ημέρα ακύρωσης, αφού έχει τρωθεί η εγκυρότητα της κλήτευσης. Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου, οι περιπτώσεις ανατροπής της αναστολής περιορίζονται, πλέον, σε περιπτώσεις μεταβολής δικαιοδοσίας, αφού η αποστολή της δικογραφίας στον Εισαγγελέα συνεπάγεται την ανεύρεση στοιχείων που κατατείνουν στη στοιχειοθέτηση κακουργήματος, του οποίου ο χρόνος παραγραφής διαστέλλεται εκ του νόμου και συνεπώς μόνο σε οριακές περιπτώσεις ο κατηγορούμενος δύναται να εκμεταλλευθεί την επιστροφή της υπόθεσης στην προδικασία (άρθρα 120 επ. ΚΠΔ)[64].
Η αναστολή της παραγραφής λήγει με την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης. Αυτή επέρχεται κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 546 του ΚΠΔ, όταν κατά της απόφασης δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το προβλεπόμενο από το νόμο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Ειδικότερα, όσον αφορά τις εκπρόθεσμες εφέσεις, η αναστολή περατώνεται μετά την παρέλευση της άπρακτης προθεσμίας άσκησής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απλά διαπιστώνει το απαράδεκτο[65], ενώ σε περίπτωση απουσίας του εκκαλούντος, η απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης οδηγεί και στον τερματισμό της αναστολής της παραγραφής[66]. Η αναστολή, συνήθως, είναι χρονικά περιορισμένη και σύμφωνα με το άρθρο 113 ΠΚ δε μπορεί να διαρκέσει περισσότερα από 5 έτη για τα κακουργήματα και 3 για την πλημμελήματα, μια διάταξη που συνάδει με την αρχή της δίκαιης δίκης και της εύλογης διάρκειας της δίκης.
Εν κατακλείδι, δύο ακόμη ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις είναι απαραίτητο να αποτυπωθούν στο παρόν τμήμα της μελέτης. Πρώτον, αν για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση, η έλλειψή της δεν αναστέλλει την παραγραφή και δεύτερον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 113 του ΠΚ, η προθεσμία της παραγραφής των κακουργημάτων που στρέφονται κατά ανηλίκου αρχίζει από την ενηλικίωση του του θύματος. Η προθεσμία της παραγραφής των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 232Α, 324 και τον 19ο κεφάλαιο του Ειδικού μέρους του ΠΚ, όταν στρέφονται κατά ανηλίκου, αρχίζει ένα έτος μετά από την ενηλικίωση του θύματος, εφόσον πρόκειται για πλημμέλημα και 3 έτη μετά την ενηλικίωση, εφόσον πρόκειται για κακούργημα.
10. Ειδικές παραγραφές
Κατ’ επανάληψη στο πρόσφατο παρελθόν έχουν θεσπιστεί νομοθετικές προβλέψεις (φερ’ ειπείν ν. 4689/2020), οι οποίες εξαλείφουν αναδρομικά το αξιόποινο αδικημάτων ήσσονος σημασίας, ενδυόμενες -ορισμένες φορές- τη μορφή της παραγραφής υπό όρο, χωρίς όμως να αναμορφώνεται το γενικότερο κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τον ποινικό κολασμό των επίμαχων συμπεριφορών. Οι ανωτέρω επιταγές οδηγούν στο αρχείο τις επίμαχες υποθέσεις με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή την παύση της ποινικής δίωξης από το αρμόδιο δικαστήριο, όταν αυτές καταλήγουν στο ακροατήριο προς εκδίκαση. Η εν λόγω πρακτική ήγειρε από την αρχή σε θεωρητικό επίπεδο ζητήματα συνταγματικότητας, ενόψει της προβλεπόμενης στον ανώτατο πολιτειακό χάρτη διάταξης ( αρ. 47) με την οποία απαγορεύεται η παροχής αμνηστίας[67] με νόμο για κοινά εγκλήματα[68]. Επί του παρόντος, ο εν λόγω προβληματισμός διασκεδάζεται από τις αποφάσεις του ΑΠ (Ολ ΑΠ 672/1982, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 11/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,ΑΠ 852/2020,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)[69], οι οποίες έχουν κρίνει ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις διαθέτουν διακριτά χαρακτηριστικά σε σχέση με τα αντίστοιχα του θεσμού της αμνηστίας, αντλώντας επιχειρήματα από την αποκλίνουσα μεταχείριση των υποθέσεων που υπάγονται στις ανωτέρω κατηγορίες αλλά και επικαλούμενες τη διάκριση των εξουσιών.
11. Δικονομικές προεκτάσεις
Η διάγνωση της παραγραφής δύναται να λάβει χώρα σε διάφορα δικονομικά στάδια. Εάν τούτη συντελεστεί, κατά το χρονικό σημείο μελέτης από τα αρμόδια όργανα της κατατεθείσας έγκλησης ή μήνυσης, θα ενεργοποιηθούν τα άρθρα 43[70] και 51 του ΚΠΔ. Εφόσον η υπόθεση ευρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης, ο τελευταίος δικαιούται κατ΄ άρθρο 247 ΚΠΔ και 307 ΚΠΔ να αρνηθεί να εκτελέσει την εισαγγελική παραγγελία για τη διενέργεια ή τη συμπλήρωση της κύριας ανάκρισης[71]. Μέσα στην ανωτέρω προβληματική εντάσσεται και η προκύπτουσα διχοστασία σχετικά με τη δυνατότητα του ανακριτή να απέχει από τη διενέργεια δικονομικών ενεργειών, όταν η επίκληση της παραγραφής συναρθρώνεται άμεσα με τη μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού, όπως αυτός διαλαμβάνεται στην Εισαγγελική παραγγελία. Εν προκειμένω, ορθότερη είναι η θέση που πρεσβεύει την υποχρεωτική συμμόρφωση του ανακριτή με την εισαγγελική παραγγελία, αφού άλλως ο δικαστικός λειτουργός νοσφίζεται τις εξουσίες της κατηγορούσας αρχές, επεμβαίνοντας στον προσδιορισμό της εφαρμοστέας διάταξης, ενώ τελικά το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού θα επιλυθεί από το αρμόδιο όργανο και ειδικότερα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών.[72]. Σε κάθε περίπτωση, εάν ανακύψει διαφωνία, η επίλυσή της μπορεί να ανατεθεί στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, ενώ δε θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας ότι το ανωτέρω όργανο είναι αρμόδιο να κρίνει το ζήτημα της παραγραφής, εφόσον τεθεί το ζήτημα μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης και πριν η υπόθεση οδηγηθεί στο ακροατήριο. Η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξης[73] ελέγχεται σε κάθε δικονομικό στάδιο και το εκδιδόμενο βούλευμα κρίνει περί της οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης ( άρθρο 311 ΚΠΔ), επιτρεπόμενης της άσκησης έφεσης (479 ΚΠΔ) και αναίρεσης στα κακουργήματα (483 ΚΠΔ). Ειδικά, κατά την εφαρμογή του άρθρου 309 ΚΠΔ, εφόσον ανακύψει διαφωνία του Προέδρου Εφετών ή εάν ο Εισαγγελέας Εφετών φρονεί ότι το αδίκημα έχει υποπέσει σε παραγραφή, τότε ο τελευταίος διαβιβάσει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, προκειμένου η υπόθεση να εισαχθεί στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών για οριστική κρίση. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 5 του ανωτέρω άρθρου, εάν υφίστανται περισσότεροι του ενός κατηγορούμενοι, το Συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται σχετικά με την ποινική μεταχείριση των φερόμενων ως δραστών, με αποτέλεσμα να συντελείται διαχωρισμός της υπόθεσης.
Εφόσον, το δικαστήριο επιληφθεί του ζητήματος (πρώτο και δεύτερο βαθμό) εκδίδεται απόφαση, η οποία κηρύσσει την παύση της ποινικής δίωξης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο δικαιοδοτικό όργανο β βαθμού εξετάζει αυτεπάγγελτα την επέλευση της παραγραφής, ακόμη και απόντος του κατηγορούμενου, μη απορρίπτοντας την έφεση ως ανυποστήρικτη.[74] Η εσφαλμένη δικονομική μεταχείριση της έφεσης στην συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε αναίρεσή της με βάση το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η του ΚΠΔ. Τέλος και ο ΑΠ λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή υπό την προϋπόθεση ότι θα κριθεί τουλάχιστον ένας λόγος αναίρεσης ως βάσιμος[75] (511 ΚΠΔ), μια ρύθμιση που επανεισήχθη με το άρθρο 13 παρ. 8 του ν. 4637/2019, μεταβάλλοντας επί τα χείρω τη θέση του κατηγορούμενου[76] σε ουσιαστικό επίπεδο[77] (κατά την άποψη του γράφοντος). Τέλος, μέσα τα πλαίσια του άρθρου 469 ΚΠΔ, δύναται να υποστηριχθεί ευσχήμως ότι η παραγραφή κατά κανόνα αποτελεί αντικειμενικό λόγο που μεταβάλλει τη δικονομική θέση των μη ασκούντων το ένδικο μέσο[78], με την παρατήρηση πάντως ότι ο χρόνος της παραγραφής μεταξύ των συγκατηγορούμενων δεν κινείται πάντοτε παράλληλα, αφού δεν αποκλείονται οι αποκλίσεις λόγω άκυρης κλήτευσης για παράδειγμα, η οποία διαφοροποιεί το χρονικό σημείο έναρξης της αναστολής της παραγραφής.
12. Επίλογος.
Η παραγραφή αποτελεί μια διαχρονική θεσμική επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, ο οποίος επιδιώκει να θωρακίσει την ποιότητα της απονομής της δικαιοσύνης και την προστασία των εννόμων αγαθών των κατηγορούμενων. Το τρέχον νομοθετικό πλαίσιο είναι επαρκές για την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των θυμάτων και των φερόμενων ως δραστών, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι αστοχίες και οι ελλείψεις του κρατικού μηχανισμού επιφέρουν σοβαρές καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, οδηγώντας σε δικονομικό τέλμα. Συνεπώς, κάθε επιτυχημένη προσπάθεια για την εξάλειψη των λειτουργικών αδυναμιών συναρμόζεται άμεσα με την αναβάθμιση των δομικών χαρακτηριστικών του δικαιικού συστήματος, απορριπτόμενης κάθε σκέψης κλιμάκωσης του χρόνου της παραγραφής.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ
Δ.Ν
[1] Βλ. Γενικά για το θέμα, Αλεξιάδη, Αι δικονομικαί συνέπειαι της παραγραφής του αξιοποίνου, Αρμ. 1972, σελ. 717 επ., Ανδρουλάκη, Αμνηστία, κρυπτοαμνηστία , ειδική παραγραφή και αντεγκληματική παραγραφή, ΠοινΧρ. 1982, σελ. 577 επ., Βλάχου, Παραγραφή εγκλημάτων στο ποινικό δίκαιο- Δικαιολογητικός λόγος του θεσμού, , ΠειρΝ. 2021, σελ. 36, Γιώτα, Τα διεθνή εγκλήματα και ο θεσμός της παραγραφής, Αρμ. 1967, 465, Ζησιάδου, Η ποινική παραγραφή , 1954, Καλλομόπουλου, Τα υπό το παλαιόν δίκαιον τελεσθέντα κακουργήματα και η λόγω φυγοδικίας αναστολή παραγραφής του νέου δικαίου, ΠοινΧρ. 1964, σελ. 398, Κορφιάτη, Η έναρξις του χρόνου της παραγραφής ιδία επί ουσιαστικών εγκλημάτων , ΝοΒ 1964, 557, Μακρογιάννη, Η φύσις της εφέσεως και της παραγραφής στο ποινικόν δίκαιον, ΑρχΝ. 1977, σελ. 613. Μαργαρίτη, ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος της τοκογλυφίας, ΠοινΧρ. 1986, σελ. 630, Μπεκάρη, Συρροή, Παραγραφή και δεδικασμένο στο ποινικό φορολογικό αδίκημα, 2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μπεκιαρίδη, Η παραγραφή των αδικημάτων του άρθρου 4 παρ. 1 του Δ Ψηφίσματος 1975, Αρμ.1976, σελ. 89, Μυγιάκη, Η παραγραφή των εξ’ αμελείας εγκλημάτων, Αρμ. 1973, σελ. 490, Παπαναστασίου , Αμνηστία και ειδική παραγραφή, ΠοινΧρ. 1983, σελ. 433, Σιδέρη, Παραγραφή αξιώσεων από εργατικό ατύχημα, ΔΕΝ 2018, σελ. 1025 επ. Τατάκα, Η παραγραφή προϋποθέτει την ύπαρξιν αξιοποίνου πράξεως, ΠοινΧρ. 1972, σελ. 566, Φραντζεσκάκη, Παραγραφή και αξιόποινον της πράξεως, ΕλΔ. 1969, σελ. 488.,Χριστοφορίδη, Παραγραφή και αμετάκλητο, ΠοινΧρ. 1991, σελ. 1069.
[2] Βλ. Γενικά για το θέμα Hart, Punishment and Responsibility, 1968, Moore, Placing Blame, A General Theory of the Criminal Law, 2010,Packer, The Limits of Criminal Sanction, 1968, Rawls, Two Concepts of Rules, Phil. Rev. 3 ,1955, σελ., 64 επ. , Sidhu, Moneyball Sentencing ,Boston College Law Review, Vol. 56, σελ. 671 επ., Kant, The Philosophy of Law,1887, Ezorsky, Philosophical Perspectives on Punishment, 1972, σελ. 102 επ., Gluek, Principles of a Rational Penal Code, Har.L.Rev. 1928, σελ. 453,, Allen, The Decline of the Rehabilitative Ideal , 1981, Hudson, Understanding Justice: An Introduction to Ideas , Perspectives and Controversies in Modern Penal Theory, 2003,Καϊάφα-Γκμπάντι- Μπιτζιλέκη- Συμεωνίδου- Καστανίδου, Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, 2016,Μαργαρίτη- Παρασκευόπουλου- Νούσκαλη,Ποινολογία, 2016, Παπαδημητράκη, Βig data και αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας. Νέες προκλήσεις στο χώρο της ποινολογίας, ΠοινΔικ. 2019, σελ. 1045 επ.
[3] Βλ. Αποστολίδη, Η παραγραφή των εγκλημάτων, 2022, σελ. 15 επ., Λαμπάκη, Η παραγραφή των εγκλημάτων στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, 2021, σελ. 135 επ.
[4] Βλ. Bentham, The Rationale of Punishment ,1830, σελ. 19 επ., ιδίου, Theory of Legislation 1802, σελ. 322 επ. Γενικά για το θέμα της ποινής βλ. Δασκαλάκη, Η λειτουργία της ποινής υπό το φως των δεδομένων της εγκληματολογίας, 1974.
[5] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο , Γενικός Μέρος, ΙΙΙ τόμος, 2008, σελ. 90., Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 390 passim, Κουράκη, ΣυστημΕρμ. ΠΚ, 2005, σελ. 830 επ., Αποστολίδη, ό.π., σελ. 18 επ., Λαμπράκη, ό.π., σελ. 147 επ.
[6] Βλ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο ,Γενικός Μέρος, ΙΙΙ τόμος, 2008,σελ. 90., Λαμπράκη, ό.π., σελ. 146, Αποστολίδη, ό.π., σελ. 20 επ.
[7] Βλ. Μαγκάκη, Διάγραμμα Γενικού Μέρους, 1981, σελ. 365, Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 91.
[8] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 23, https://www.service-public.fr/particuliers/vosdroits/F31982?lang=en
[9] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 23.
[10] Βλ. Κάκκαλη κλπ., Ποινικός Κώδικας, Πρώτος τόμος, 1995, σελ. 766, https://www.justice.gov/archives/jm/criminal-resource-manual-650-length-limitations-period, https://www.everycrsreport.com/reports/RL31253.html, https://sgp.fas.org/crs/misc/RL31253.pdf
[11] Βλ. Λαμπάκη,ό.π, σελ. 10.
[12] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 13.
[13] Βλ. https://www.refworld.org/cgibin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=506ab5e82
[14] Βλ. ΕΔΔΑ, Mocanu κατά Ρουμανίας κ.α 17 Σεπτεμβρίου 2014, , Savin κατά Ουκρανίας 16 Μαίου 2012, Paruret κατά Μολδαβίας 5 Ιανουαρίου 2020, Abdulsamet Yaman κατά Τουρκίας, 2 Νοεμβρίου 2004.
[15] Γενικά για το θέμα. Βλ. Choo, Abuse of process and judicial Stays of Criminal Proceedings, 1993, σελ. 47 επ. , https://www.cps.gov.uk/legal-guidance/abuse-process, https://www.hse.gov.uk/enforce/enforcementguide/court/abuse-delay.htm
[16] Βλ. ΕΔΔΑ, Coeme κατά Βελγίου, 22 Ιουνίου 2000, Antia και Khupenia κατά Γεωργίας, 18 Ιουνίου 2020.
[17] Βλ. ΕΔΔΑ, Mocanu κατά Ρουμανίας κ.α 17 Σεπτεμβρίου 2014.
[18] Βλ. ΕΔΔΑ, Mocanu κατά Ρουμανίας κ.α 17 Σεπτεμβρίου 2014.
[19] Βλ. ΕΔΔΑ, Mineli κατά Ελβετίας, 25η Μαρτίου 1983.
[20] Βλ. ΕΔΔΑ, Lagardere κατά Γαλλίας, 12η Απριλίου 2012.
[21] Βλ. ΕΔΔΑ, Χορομίδης κατά Ελλάδος, 27 Απριλίου 2006.
[22] Βλ. Κωστάρα, Ποινικό Δίκαιο, 2019, σελ. 462, Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, 1984, σελ. 354, Μυλωνόπουλου, Γενικό Ποινικό Δίκαιο, 2020, σελ. 128.
[23] Βλ. Παρασκευόπουλου, Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου, Γενικός μέρος: Το έγκλημα , 2020, σελ. 2
[24] Βλ. Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 67.
[25] Βλ. ΕΔΔΑ, K-W κατά Γερμανίας, 22 Μαρτίου 2001.
[26] Βλ. ΕΔΔΑ, Coeme κατά Βελγίου, 22 Ιουνίου 2000.
[27] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 93.
[28] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 95.
[29] Για την αρχή lex mitior βλ. Λίβου, Ζητήματα σχετικά με την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, ΠοινΧρ. 1993, σελ. 588 επ., Ναζίρη, Η ποινική αντιμετώπιση της συμμετοχής κρατικών λειτουργών σε εξωχώριες εταιρίες, 2017, σελ. 169 επ.
[30] Βλ. ΕΔΔΑ 1845/08 Previti κατά Ιταλίας, αρ. πρ. 32492/1996, 32547/1996, αρ. πρωτ. 1828/2006.
[31] Βλ. ΟλΑΠ 2/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[32] Κατά την άποψη του γράφοντος η επίμαχη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού α. δε συνάδει με την αρχή της αναγκαιότητας. Η επιμήκυνση της παραγραφής είναι επαχθέστερο μέτρο από το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, δηλαδή την εκκαθάριση των υποθέσεων εντός ευλόγου διαστήματος. Η επίτευξη του άνω στόχου εξαρτάται από την στελέχωση και ορθολογική οργάνωση του κρατικού μηχανισμού, ενώ ανάλογες ρυθμίσεις συντηρούν τη ραθυμία της διοίκησης αλλά και της δικαιοσύνης. β. έρχεται σε αντίθεση με την εν στενή εννοία αναλογικότητα, αφού τα δυσμενή απότοκα της ρύθμισης , δηλαδή η διατήρηση της κατάστασης ομηρείας για τους κοινωνούς, η καθυστέρηση στην απονομής της δικαιοσύνης, η αδυναμία ανάπτυξης της οικονομικής και κοινωνικής δράσης των πολιτών ( πχ επιβολή περιοριστικών όρων) είναι περισσότερα από τα πλεονεκτήματα που επιφέρει η ρύθμιση, δηλαδή η ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του δημοσίου. Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφοροποίηση με τις υπόλοιπες κακουργηματικές ανάλογες ενέργειες κατά των ιδιωτών , όπως και το γεγονός ότι η παραγραφή εξομοιώνεται με την αντίστοιχη που εφαρμόζεται σε αδικήματα μεγαλύτερης απαξίας. Άλλωστε ο λόγος που καταργήθηκε ο ν. 1608/1950 ήταν ο εξορθολογισμός των ποινών, κάτι που παραβιάζεται εμφανώς στο πεδίο της παραγραφής. [33] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ «Επειδή κατά το άρ. 19 ΠΚ «αν μια πράξη που εκδικάστηκε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, κρίνεται με βάση τη βαρύτερη ποινή που καθορίζεται από το νόμο γι` αυτή την πράξη και όχι με βάση την τυχόν ελαφρότερη ποινή που επέβαλε ο δικαστής, λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων (άρ. 84) ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μείωσης της ποινής, σύμφωνα με το άρ. 83». Περαιτέρω, κατά το άρ. 111 παρ. 1, 2 ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται με παραγραφή. Τα κακουργήματα παραγράφονται 1) μετά είκοσι έτη, αν ο νόμος προβλέπει γι` αυτά την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης, 2) μετά δεκαπέντε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξάλλου κατά το άρ. 299 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης. Ακόμη, κατά το άρ. 42 παρ. 1, 2 ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83). Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η κατά την προηγούμενη παράγραφο ελαττωμένη ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να του επιβάλει την ίδια ποινή με αυτή που ο νόμος προβλέπει για την ολοκληρωμένη πράξη εκτός από την ποινή του θανάτου. Τέλος, κατά το άρ. 47 παρ. 1, 2 ΠΚ, όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. Β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83 παρ. 2 ΠΚ), δηλαδή με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών. Η διάταξη της παρ. 2 του άρ. 42 εφαρμόζεται αναλόγως και εδώ. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο χαρακτήρας της πράξεως στις περιπτώσεις της απόπειρας και της απλής συνέργειας, δεν επηρεάζεται από την επιβολή στον ένοχο μειωμένης κατά το μέτρο του άρ. 83 ΠΚ ποινής, γιατί η εν απόπειρα πράξη, όπως και η πράξη του συμμέτοχου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα, αλλά μορφή εμφανίσεως του εγκλήματος και ως εκ τούτου προσλαμβάνει το χαρακτήρα του κακουργήματος ή πλημμελήματος, από την ποινή που απειλείται στο νόμο για το τετελεσμένο έγκλημα ή για την πράξη του αυτουργού, αντιστοίχως.Εξάλλου αυτό προκύπτει, πιο συγκεκριμένα, και από τις διατάξεις των άρ. 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ, που επιτρέπουν στο δικαστή, αν κρίνει ότι η ελαττωμένη, κατά το μέτρο του άρ. 83 ΠΚ, ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, να επιβάλλει σε αυτόν την προβλεπόμενη για την ολοκληρωμένη πράξη ή για την πράξη του αυτουργού αντιστοίχως ποινή. οι διατάξεις των άρ. 42 και 47 στις δύο πρώτες παραγράφους τους, καθορίζουν απλώς ένα πλαίσιο ποινής, που έχει ανώτατο όριο την ποινή της τετελεσμένης πράξεως ή του αυτουργού αντιστοίχως και κατώτατο την ποινή, όπως διαμορφώνεται από τις μειώσεις του άρ. 83 ΠΚ, το οποίο όμως δεν καθιερώνει και ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση του δράστη, όσον αφορά την παραγραφή του εγκλήματος που διέπραξε. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, το ποια ποινή επιβλήθηκε από το δικαστή στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσα στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο, είναι άνευ σημασίας για τον κατά το άρ. 19 ΠΚ χαρακτηρισμό του είδους του εγκλήματος και για την κατά το άρ. 111 ΠΚ παραγραφή του, ενώ η παραδοχή αντίθετης εκδοχής θα καθιστούσε τις διατάξεις των άρ. 42 παρ. 2 και 47 παρ. 2 ΠΚ ανεφάρμοστες.» Βλ. και ΑΠ 1452/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[34] Βλ. Αποστολίδη, ό.π., σελ. 157.
[35] Βλ. Σεβαστίδη- Πετουμένου, Η δυνατότητα περαιτέρω ( πέραν της πρώτης) μείωσης της ποινής και η επίδραση των λόγων μείωσης στο χρόνο παραγραφής των εγκλημάτων , ΠοινΔικ. 2003, σελ. 70 επ.
[36] Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι, Προβληματικές της σύγχρονης νομολογίας του ΑΠ στο χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 1255 επ.
[37] Βλ. ΟλΑΠ 18/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1452/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[38] Βλ. Μαργαρίτη- Μαργαρίτη, ΕρμΠΚ. 22 αρ.4.
[39] Βλ. https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/k-poinkod-eis-NEO.pdf.
[40] Βλ. Ανδρουλάκη, Επί του προσδιορισμού της έννοιας του διαρκούς εγκλήματος, ΠοινΧρ. 1965, σελ. 336 επ., ιδίου Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Συρροή- Παραγραφή, 2008, σελ. 101, Βαθιώτη, Παρατηρήσεις στο ΒουλΣυμβΕφΑθ. 911/2002, ΠοινΧρ. 2002, σελ. 731.
[41] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 385.
[42] Βλ. ΑΠ 1059/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ. 36/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 603/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ. 19/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 911/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[43] Βλ. Μανωλεδάκη, Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 301.
[44] Βλ. Ανδρουλάκη, Η διάρκεια της εσχάτης προδοσίας, ΠοινΧρ.1975, σελ. 513 επ, Βαθιώτη, Στοιχεία Ποινικού Δικαίου, 2007, σελ. 87, Κατσαντώνη, Ποινικόν Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τομ.2, 1972, σελ. 176, ΑΠ 305/1965, ΠοινΧρ. 1965, σελ. 606, ΑΠ 530/1969, ΠοινΧρ. 1970, σελ. 123 , ΑΠ 538/1997, ΠοινΧρ. 1997, σελ. 217, ΑΠ 727/2007, ΠοινΧρ. 2007, σελ. 650.
[45] Βλ. Βαθιώτη, Στοιχεία Ποινικού Δικαίου, 2007, σελ. 56, Γάφου, Ποινικόν Δίκαιον , Γενικό Μέρος, τευχ. 1 , 1973, σελ. 165, Μπέκα, Η προστασία της ζωής και της υγείας στον Ποινικό Κώδικα, 2004, σελ. 462 επ.
[46] Βλ. Μαργαρίτη, Οι εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου, 1983, σελ. 96-97.
[47] Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Χρήση πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, το πρόβλημα τα παραγραφής , Υπερ. 1992, σελ. 415 , Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος 2010, σελ. 641, Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 102
[48] Για τα αδικήματα της πρώτης παραγράφου , δύναται να υποστηριχθεί ευσχήμως ότι υφίσταται ομοειδή πραγματική συρροή, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε πράξη διατηρεί την αυτοτέλεια της όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής. Βλ. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ 43, Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 1010, Μαργαρίτη, Το κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα , 1997, σελ. 24, ΑΠ 980/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1226/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1150/2006,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1051/2000, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 257.
[49] Βλ. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 44, Φελουντζή, Το κατ΄εξακολούθηση έγκλημα. Μια προσπάθεια προσδιορισμού της έννοιας και της δικαιολογητικής βάσης του, ΠοινΧρ. 1999, σελ. 389 επ.
[50] Βλ. Μαργαρίτη/ Νούσκαλη/Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 2016,σελ.476, Συμεωνίδης, Δικονομικές όψεις του κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια εγκλήματος, 2000, σελ. 41.
[51] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 468, Χαραλαμπάκη, Η διακύμανση της νομολογίας στο ζήτημα των κατ΄ εξακολούθηση τελούμενων εγκλημάτων με περιουσιακό αντικείμενο, ΠοινΛογ. 2006, σελ. 1149 επ., Ολ ΑΠ 5/2002, ΠοινΔικ. 2002, σελ. 836.
[52] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[53] Για το ζήτημα της παραγραφής των φορολογικών αδικημάτων που πραγματώθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4745/2020 βλ. ΑΠ 95/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[54] Βλ. ΑιτΕκθ.ΣΧΠΚ 1933.
[55] Βλ. ΟλΑΠ 2/1997, ΠοινΧρ. 1997, σελ. 1028, ΑΠ 2367/2007, ΠοινΧρ. 2008, σελ. 822, ΑΠ 565/2002, ΠοινΧρ. 2003, σελ. 42.
[56] Βλ. ΑΠ 170/2017, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 297, ΑΠ 646/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΕφΑγ. 13/2018, ΠοινΔικ. 2018, σελ. 1023, ΣυμβΠλημΑθ. 448/2014, ΠοινΧρ. 2016, σελ. 302.
[57] Βλ. Καλφέλη, Η εφαρμογή του άρθρου 502 παρ. 3 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το ζήτημα της αναστολής της παραγραφής του άρθρου 113 παρ. 1 εδ β ΠΚ, Αρμ. 1989, σελ. 290 επ.
[58] Επιτρέπεται η προβολή της και για πρώτη φορά μετά την αναβολή της υπόθεσης κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ, Βλ. ΑΠ 682/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[59] Βλ. ΑΠ 1496/1990, ΠοινΧρ. 1991, σελ. 661, ΑΠ 1941/1999, ΠοινΧρ. 2000, σελ. 824, ΣυμβΑΠ. 360/ 2001, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1089, ΑΠ 68/2002, ΠοινΧρ. 2002, σελ. 825.
[60] Βλ. Λαμπάκη, ό.π., σελ. 565.
[61] Βλ. ΑΠ 1701/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[62] Βλ. ΑΠ 1450/2002, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 10, ΑΠ 1451/2002, Αρμ. 2003, σελ. 1661.
[63] Βλ. Χαραλαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος Ι, 2010, σελ. 643, Ζαχαριάδη, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1451/2002, Αρμ. 2003, σελ. 1662 επ., Μαργαρίτη, Παρατηρήσεις στην ΑΠ 25/1997, Υπερ. 1998, σελ. 288 επ.
[64] Βλ. ΟλΑΠ 2/1997, ΝοΒ 1997, σελ. 833.
[65] Βλ. Μαργαρίτη, Αμετάκλητη Απόφαση και παραγραφή της ποινής, σε Μαργαρίτη, Εμβάθυνση στην ποινική δικονομία, Ι, 2006, σελ. 819, ΑΠ ΟλΑΠ 3/1995, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[66] Βλ. Λαμπάκη, ό.π, σελ. 575.
[67] Βλ. ΑΠ 692/2017 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΑΠ. 227/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 2165/2020, https://www.nomotelia.gr/photos/File/WWW.2165.20.htm.
[68] Βλ. ΑΠ 162/2001 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[69] Βλ. https://www.lawspot.gr/nomika-nea/peri-tis-syntagmatikotitas-ton-nomothetikon-diataxeon-gia-tin-eponomazomeni-eidiki.
[70] Βλ. ΔαερΛαρ. 27/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑνΕισΠειρ.90/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[71] Βλ. ΔΣτρΑθ. 6/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλΡόδου. 148/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,ΔΝαυΠειρ. 5/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 288/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[72] Βλ. ΣυμβΠλημΑθ. 1335/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[73] Βλ. http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=8AJZTRSREP51HVOO69DGLU9ZKIVMJ4&apof=398_2020&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6
[74] Βλ. ΑΠ 188/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 123/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2033/2019 , ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 195/2012 , https://www.elinyae.gr/sites/default/files/2019-05/ap%20195-2012.1460985849671.pdf.
[75] Βλ. ΑΠ 645/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 67/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 808/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[76] Σύμφωνα με την με αριθμό ΑΠ 2064/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, η διάταξη έχει καθαρά δικονομικό χαρακτήρα και εφαρμόζεται και τις εκκρεμείς υποθέσεις.
[77] Γενικά για το θέμα βλ. ΑΠ 1558/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1559/1990 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[78] Βλ. ΑΠ 1996/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 542/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 537/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
Σχολιάστε