ΠΟΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΝΟΜΟ 4624/2019

  1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων[1] αποτελεί μέλημα όχι μόνο του ¨Έλληνα αλλά και του Ευρωπαίου νομοθέτη, ο οποίος τα τελευταία 20 έτη έχει εκδώσει  διάφορες οδηγίες και κανονισμούς, έτσι ώστε να ρυθμίσει το θέμα συλλογικά και να εναρμονίσει τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών. Η τήρηση και η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την ύπαρξη κυρώσεων, οι οποίες μπορεί να έχουν και ποινική χροιά. Παρά του ότι το ΓΚΠΔ έγινε γνωστός κυρίως για τα αυξημένα διοικητικά του πρόστιμα, ο συμπληρωματικός νόμος 4624/2019, όπως και ο προηγούμενος νόμος  2472/1997,  περιέχουν και ποινικές διατάξεις, οι οποίες μάλιστα έχουν δημιουργήσει σοβαρούς νομικούς προβληματισμούς. Τούτο συμβαίνει διότι πολλές φορές  έρχονται σε σύγκρουση οι περίπλοκες διατάξεις του νόμου περί προσωπικών δεδομένων με άλλα έννομα αγαθά , όπως πχ το δικαίωμα της έννομης προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος. Στην συγκεκριμένη μελέτη θα θίξουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν την ποινική προστασία που παρέχει ο νόμος περί προσωπικών δεδομένων καθώς και στις διαφορές που εντοπίζονται στο νομοθετικό καθεστώς των νόμων 2472/1997 και  4624/2019. 

  • ΕΝΝΟΜΟ ΑΓΑΘΟ 

 Ένα βασικό θεωρητικό πρόβλημα που έχει τεθεί είναι το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τις επίμαχες διατάξεις, ένα ζήτημα που επιδρά και στην συρροή εγκλημάτων αλλά και στον τρόπο αντιμετώπισης της συγκατάθεσης  από την πλευρά του θύματος. 

Ο νόμος 2472/1997 αλλά και ο  4624/2019 [2] θέτουν ως βασικό στόχο την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών- δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων και της ιδιωτικής ζωής αυτών, πράγμα που σημαίνει ότι η συγκατάθεση του προσώπου δεν οδηγεί πάντοτε στην απαλλαγή του δράστη από τις ποινικές του ευθύνες, αφού ο φορέας του εννόμου αγαθού δεν έχει το δικαίωμα διάθεσής του σε απόλυτο βαθμό. Στην θεωρία  έχει υποστηριχθεί ότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται συνδέεται άμεσα με τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό του προσώπου, ως έκφανση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται από τον νόμο και το Σύνταγμα.[3]  Από την άλλη πλευρά η νομολογία παρουσιάζεται σήμερα διχασμένη όσον αφορά το επίμαχο θέμα. Το Ανώτατο Ακυρωτικό ( πολιτικό τμήμα) κινείται  κυρίως προς την κατεύθυνση του δικαιώματος πληροφοριακού αυτοκαθορισμού[4] (5Α Συντάγματος) και  της αυτοτελούς προστασίας του δικαιώματος ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ τα κατώτερα δικαστήρια (ποινικά και πολιτικά) καθώς  και τα διοικητικά υποστηρίζουν κυρίως την άποψη ότι το έννομο αγαθό  που προστατεύεται είναι η ιδιωτική σφαίρα και ζωή  του προσώπου. [5]

 Η δεύτερη αυτή άποψη έχει οδηγήσει την νομολογία στο συμπέρασμα  ότι η προστασία του νόμου αφορά μόνο «κρυφά αρχεία» , δηλαδή αυτά που δεν έχουν δημοσιευτεί, ενώ σε περιπτώσεις όπου πλέον έχει ήδη προσβληθεί η ιδιωτική ζωή με προηγούμενες ενέργειες, τότε δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής του ν. 2472/1997 αλλά και του νεότερου 4624/2019 . Επίσης υποστηρίχθηκε  ότι ο νόμος δεν αφορά δεδομένα που δεν σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή του προσώπου.[6]

 Κατά την άποψή του γράφοντος το έννομο αγαθό που προστατεύεται κυρίως από το άρθρο 9Α του Συντάγματος και τους σχετικούς νόμους είναι ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός του προσώπου, δηλαδή το δικαίωμα του προσώπου να γνωρίζει, να αποφασίζει και να συμπροσδιορίζει πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατή η επεξεργασία των πληροφοριών που τον αφορούν.

Το συγκεκριμένο δικαίωμα, εκτός του ότι συμβάλλει στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου, ενισχύει τους δημοκρατικούς θεσμούς και τον πληροφοριακό μετασχηματισμό της πολιτείας[7]. Ως προς την τελευταία αυτή επισήμανση θα πρέπει να τονιστεί ότι η βελτίωση του τρόπου λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και η ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών  των προσώπων  συνδέεται πλέον άμεσα με την διεύρυνση των δυνατοτήτων συμμετοχής τους  στην ψηφιακή πραγματικότητα, ώστε από την μια πλευρά  να διασφαλιστεί η επικοινωνία  τους με τους υπόλοιπους πολίτες και  από την άλλη πλευρά  να προστατευτεί η δυνατότητα  λήψης πληροφοριών , γεγονός που οδηγεί νομοτελειακά στην αύξηση της διαφάνειας στον τρόπο λειτουργίας των φορέων  της εξουσίας και ελέγχου των ενεργειών των.  

Την παραπάνω άποψη ασπάζεται και η κυρίαρχη  θέση των γερμανικών δικαστηρίων[8], αφού υποστηρίζεται ότι το επίμαχο δικαίωμα αποτελεί εκδήλωση του γενικού δικαιώματος αυτοδιάθεσης του ατόμου. Στο σημείο αυτό είναι κρίσιμο να αναφερθεί  ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν προστατεύεται μόνο έναντι στην κρατικής εξουσίας αλλά και των ιδιωτών. 

Στην  συγκεκριμένη περίπτωση έχει εφαρμογή  η αρχή της  τριτενέργειας των ατομικών δικαιωμάτων, μια θέση που ενισχύεται και από το γεγονός ότι το άρθρο 9Α του Συντάγματος ομιλεί για την προστασία συλλογής δεδομένων , χωρίς να διακρίνει σε σχέση με το ποιος τα συλλέγει ή τα επεξεργάζεται ενώ η χρησιμοποίηση των προσωπικών δεδομένων μπορεί να είναι πιο επικίνδυνη για την αυτονομία του προσώπου, όταν γίνεται ανέλεγκτα από τους ιδιώτες, για νόμιμους ή παράνομους σκοπούς σε σχέση με την συλλογή τους από την κρατική εξουσία. [9]

Με την νομοθετική κατοχύρωση του συνόλου της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα πληροφοριακού αυτοκαθορισμού κατοχυρώνεται ως μέσο αυτοπροστασίας του υποκειμένου των δεδομένων, ενώ οι αντικειμενικές αρχές κατοχυρώνονται ως κανόνες αναγκαστικού δικαίου διαπερνώντας το υποκειμενικό στοιχείο του δικαιώματος. [10]

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός δεν είναι έννοια ταυτόσημη με την ιδιωτική σφαίρα, αφού η δεύτερη συνδέεται άμεσα με την έννοια του απορρήτου, δηλαδή με το  δικαίωμα  του προσώπου να διατηρεί ορισμένα γεγονότα, αντικείμενα ή πληροφορίες μη προσβάσιμα σε έναν ορισμένο κύκλο προσώπων , ενώ η πρώτη με το εάν θα τα προσωπικά του δεδομένα μπορούν να γίνουν αντικείμενο συλλογής και επεξεργασίας. Ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός μπορεί να αφορά δεδομένα που δεν επιθυμεί ο δικαιούχος  να γίνουν περαιτέρω γνωστά όμως μπορεί και να σχετίζεται απλά με τον τρόπο διαχείρισής τους στην δημόσια σφαίρα. Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι εφόσον δεχθούμε ως έννομο αγαθό τον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό δεν τίθεται πλέον ζήτημα κρυφού ή μη αρχείου, αφού κρίσιμο στοιχείο είναι η χωρίς δικαίωμα χρήση και όχι ο τύπος του αρχείου, ενώ ακόμη και τα δημοσιευμένα αρχεία, εφόσον υπάρχει περαιτέρω επεξεργασία χωρίς νόμιμο λόγο, τότε μπορεί να στοιχειοθετήσει ποινικό αδίκημα. 

Επίσης είναι προφανές ότι τα εγκλήματα του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 συρρέουν αληθινά με αδικήματα που αφορούν τις παραβιάσεις απορρήτου, αφού προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά. 

Τέλος θα πρέπει να επισημανθεί ότι η συγκατάθεση του προσώπου δεν αρκεί πάντοτε για την απαλλαγή του υπαιτίου, αφού τα ατομικά δικαιώματα δεν αφορούν μόνο προσωπικά το φορέα τους αλλά και την πολιτεία, αφού η πλήρης προστασία τους  οδηγεί στην ανάπτυξη των δημοκρατικών και φιλελεύθερων αρχών στο δικαιικό και κοινωνικό σύστημα, ενώ από την άλλη δικαιώνει την ύπαρξη του Συντάγματος και των κρατικών οργάνων, τα οποία έχουν ως σκοπό την επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας και συνοχής. 

Έτσι, σύμφωνα και με το ελληνικό δίκαιο « δεν επιτρέπεται παραίτηση των πολιτών από τα ατομικά τους δικαιώματα, αφού δεν έχουν το δικαίωμα να τα διαθέτουν ελεύθερα.[11] Η αρχή του αναπαλλοτρίωτου των θεμελιωδών δικαιωμάτων προκύπτει από την προστατευτική λειτουργία τους, δηλαδή εάν επιτρεπόταν παραίτηση από αυτά τότε η διαπραγμάτευση μεταξύ της πολιτείας και του πολίτη θα έβαινε πάντοτε εναντίον του δεύτερου, ο οποίος ευρίσκεται σε ασθενέστερη θέση, δηλαδή σε βάρος της πλευράς χάριν της οποίας θεσπίστηκε το θεμελιώδες δικαίωμα» [12]

Συνεπώς ο νομοθέτης αξιολογεί και επιτρέπει τη διάθεσή τους από τον φορέα τους με τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί κάθε φορά. Στην περίπτωσή μας η νομοθετική εξουσία θεώρησε ότι η ειδική εκδήλωση της ελεύθερης διάθεσης του ατομικού έννομου αγαθού από τον φορέα του σε ατομικά προσδιορισμένη στιγμή επιτρέπεται μόνο εφόσον πρώτα συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις όπως η νομιμότητα συλλογής των στοιχείων και η αναλογικότητα. 

 Τα παραπάνω συνάδουν και με τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 510/2000 του παραπάνω οργάνου , σύμφωνα με την οποία « Η επεξεργασία όλων των ως άνω δεδομένων δεν είναι θεμιτή και όταν το υποκείμενο παρέχει προς τούτο ρητή συγκατάθεση του υποκειμένου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 7 παρ 2 του ν. 2472/1997, διότι η συγκατάθεση του υποκειμένου δεν επιτρέπει καθ’ εαυτή τη διεξαγωγή κάθε είδους επεξεργασίας όταν αυτή είναι αθέμιτη ή όταν αντίκειται στην αρχή του σκοπού και της αναγκαιότητας. Το περιεχόμενο και η άσκηση του δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού που εκδηλώνεται μεταξύ των άλλων με την παροχή συγκατάθεσης του υποκειμένου για την επεξεργασία των δεομένων που το αφορούν δεν προσδιορίζονται αφηρημένα αλλά στο πλαίσιο και σε άμεση συνάρτηση με τον σκοπό , τον οποίο εξυπηρετεί το αρχείο ή η επεξεργασία……».

  • ΝΟΜΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ « ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ» 

Οι ποινικές διατάξεις του ν. 4624/2019 ( όπως και του προηγούμενου) δεν έχουν αυτόνομο χαρακτήρα, αφού η προσβολή ή μη των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων ρυθμίζεται στις ειδικές ρυθμίσεις  που προβλέπονται στον νόμο και στον Κανονισμό[13]. Γι’ αυτό το λόγο στο άρθρο 38 αναφέρεται ότι αξιόποινη είναι η « χωρίς δικαίωμα» τέλεση κάποιων συγκεκριμένων ενεργειών πχ επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης. Σε θεωρητικό επίπεδο έχει αναπτυχθεί μια συζήτηση για τον νομικό χαρακτηρισμό της έννοιας « χωρίς δικαίωμα» δηλαδή εάν  ο όρος αυτός ανήκει στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή αποτελεί λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με βάση τις αποφάσεις 510/2000 , 52/2003, 115/2001, 84/2002  έχει κρίνει ότι κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων είναι κατ’ αρχάς παράνομη , δηλαδή αρχικά άδικη , ενώ εάν συντρέχουν οι ειδικές διατάξεις του νόμου τότε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτής.

 Αντίθετα   τα ποινικά δικαστήρια δεν έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό επισταμένως, ενώ σαφές και κοινά αποδεκτό κριτήριο για τη διάκριση των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως και των ειδικών στοιχείων του αδίκου, όταν αυτά ευρίσκονται στην νομοτυπική μορφή του εγκλήματος  δεν υπάρχει. 

Κατά την άποψή του γράφοντος  η παραπάνω θέση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα μπορεί να προσφέρει σημαντική συνδρομή στην επίλυση του  ανωτέρω προβλήματος, αφού από την στιγμή που η προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί  συνταγματική επιταγή και το  τεκμήριο είναι πάντοτε υπέρ της « ελευθερίας» των πολιτών ( δηλαδή της μεγαλύτερης προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων),  κάθε επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων είναι κατ’ αρχάς μια πράξη που αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και μόνο εφόσον υπάρχουν διαφορετικές νομοθετικές προβλέψεις αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί.

 Συνεπώς ο όρος χωρίς δικαίωμα είναι μάλλον εσφαλμένος ως προς την χρησιμοποίησή του, αφού εκ των προτέρων οι πράξεις που περιγράφονται στις ποινικές διατάξεις εμπεριέχουν μέσα τους την έννοια του αρχικού αδίκου , ενώ θα πρέπει να ερμηνευτεί σύμφωνα με τις παραπάνω αποφάσεις της Αρχής, δηλαδή  η επίκληση της νόμιμης χρήσης των προσωπικών δεδομένων αποτελεί λόγο άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης (τελικό άδικο)[14] και συνεπώς έχει την μορφή αυτοτελούς ισχυρισμού , στον οποίο σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα. 

  • ΕΝΝΟΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ 

Σύμφωνα με την προϊσχύσασα μορφή του άρθρου 2 εδ. ε ν.  2472/1997 ως αρχείο[15] προσωπικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αντιμετωπιζόταν το  σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούσαν ή μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τα οποία τηρούνταν από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Ο ορισμός αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 3471/2006,  ώστε ως αρχείο να θεωρείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα , τα οποία ήταν προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, μια νομοθετική επιλογή που συμφωνούσε με την οδηγία 95/46, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο ήταν αυτό της διάρθρωσης.[16]

Το σημερινό νομοθετικό καθεστώς δε διαφοροποιείται ιδιαίτερα από το προηγούμενο,  αφού ως σύστημα αρχειοθέτησης  θεωρείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια είτε το σύνολο είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση, μια ρύθμιση που προσπαθεί να συμβαδίσει με τις εξελίξεις στον χώρο του cloud και των big data.  

Παρά την σχετική σαφήνεια του ορισμού, ο οποίος καλύπτει και την αυτοματοποιημένη αλλά και την μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία (στο μεγαλύτερο ποσοστό της)[17] , δημιουργήθηκαν σοβαρά ζητήματα όσον αφορά την ένταξη ή μη των δικαστικών αρχείων στην έννοια του νόμου, γεγονός που ασκεί επίδραση και στην ποινική ευθύνη του προσώπου, αφού η έννοια του συστήματος αρχειοθέτησης δεδομένων αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Έτσι πχ σε περίπτωση που τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν περιλαμβάνονταν σε αρχείο (ή σε σύστημα αρχειοθέτησης, όπως το ορίζει ο νόμος), δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω έγκλημα. [18]

 Έτσι υπό τον προγενέστερο ορισμό της έννοιας «αρχείο» , η Αρχή με την απόφαση 147/2001 έκρινε ότι η εκκρεμής ποινική δικογραφία καθώς και τα αρχεία του ανακριτικού φακέλου δεν συνιστούν αρχείο κατά την έννοια του ν. 2472/1997  και συνεπώς η Αρχή έκρινε αναρμόδιο τον εαυτό της να ερευνήσει πιθανές καταγγελίες που σχετίζονται με την ειδική αυτή περίπτωση, ένα σκεπτικό που μάλλον ήταν λανθασμένο,  αφού το διοικητικό όργανο  επιδίωκε να αποκλείσει την δική της αρμοδιότητα ελέγχου ( η οποία ανήκει στις δικαστικές αρχές) και λιγότερο να ανατρέψει την έννοια του αρχείου.

 Η παραπάνω απόφαση είχε εντάξει  και τις πολιτικές δικογραφίες στην ίδια κατηγορία, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και με την με αριθμό 49/2004 απόφαση της. Την ίδια θέση είχαν υποστηρίξει αρχικώς  και τα δικαστήρια[19], παρά του ότι ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι ήταν απαραίτητο το στοιχείο της διάρθρωσης του αρχείου (με βάση την οδηγία 95/46) οι εκκρεμείς δικογραφίες ευρίσκονται σε διαρθρωμένο  αρχείο  και μάλιστα με αύξοντα αριθμό ή με ονόματα κατηγορουμένων. Επίσης περίεργο ήταν και το γεγονός ότι η Αρχή έκρινε ότι μόλις η δικογραφία παύει να είναι εκκρεμής  ανήκει  αρχείο ενώ πιο πριν δεν έχει αυτήν την ιδιότητα ( τμήμα αρχείου). [20]

 Η παραπάνω  στάση των δικαστηρίων στην συνέχεια ανετράπη,[21]  αφού δεν λάμβανε  χώρα   διάκριση μεταξύ εκκρεμούς και περατωμένης διαδικασίας, γεγονός που είναι ορθό, αφού όπως προαναφέρθηκε  ο φάκελος της δικογραφίας ανήκει σε ένα διαρθρωμένο αρχείο του δικαστηρίου , του οποίου η πρόσβαση μπορεί να γίνει με συγκεκριμένα κριτήρια. Η βάση δεδομένων ΣΟΛΩΝ αποτελεί σήμερα είναι εργαλείο ανεύρεσης δικογραφιών και αποφάσεων που επιβεβαιώνει την παραπάνω άποψή.

Όσον αφορά το καθεστώς που δημιουργήθηκε μετά την ισχύ του κανονισμού 679/2016 / ΕΕ   θα πρέπει να σημειωθεί κατ’ αρχήν  ότι  υπάρχει διάκριση μεταξύ των αρχείων που αφορούν και σχετίζονται με το δικαιοδοτικό έργο , τα οποία υπόκεινται σε ειδικές ρυθμίσεις και σε αρχεία που έχουν καθαρά διοικητικό χαρακτήρα, όπου εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του κανονισμού και του νόμου.  Παρά ταύτα και οι δύο κατηγορίες εντάσσονται στην έννοια του συστήματος αρχειοθέτησης και συνεπώς θα μπορούσε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, να στοιχειοθετηθεί κάποιο αδίκημα που να σχετίζεται με εκκρεμείς φακέλους δικογραφιών είτε αυτές είναι πολιτικές είτε ποινικές. 

  • ΝΟΜΙΜΗ ΧΡΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Τα προσωπικά δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενώπιον ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων για την απόδειξη ισχυρισμών. Σύμφωνα με τον νέο Κανονισμό καταργήθηκε η άδεια της αρχής για την επεξεργασία των ειδικής κατηγορίας δεδομένων. Η επεξεργασία των δεδομένων ( συλλογή τους) με βάση το άρθρο 4 του Κανονισμού  είναι σύννομη για τα κοινά δεδομένα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ 1 περ ε και στ , ενώ για την ειδική κατηγορία προσωπικών δεδομένων έχει εφαρμογή το άρθρο 9 παρ. 2 περ. στ του Κανονισμού. Η τελική κρίση για το εάν η συλλογή των δεδομένων ήταν νόμιμη ανήκει στα δικαστήρια. 

Όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων κατά το πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας η ενέργεια αυτή θεωρείται απολύτως νόμιμη με βάση τις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 3 του Κανονισμού, εξαιρούνται τα δικαστήρια από κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας από τον έλεγχο της εποπτικής αρχής.

 Τέλος στο τελευταίο στάδιο, δηλαδή από την δημοσίευση της απόφασης και εφεξής έχουν αναπτυχθεί δύο θεωρίες. Η πρώτη με βάση το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος υποστηρίζει ότι η αρχή της δημοσιότητας της δίκης δεν περιορίζεται μόνο στην τυπική απαγγελία του διατακτικού των αποφάσεων αλλά θα πρέπει να επιτρέπεται η ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σ’ αυτές,  έτσι ώστε να μπορούν να ελέγξουν την αξιοπιστία του δικανικού συλλογισμού αλλά και το περιεχόμενό τους. Η δεύτερη (και κρατούσα) θεωρεί ότι η αρχή της δημοσιότητας πρέπει να ερμηνευτεί στενά και συνεπώς η απαγγελία της αποφάσεως καλύπτει την πρόβλεψη του συνταγματικού νομοθέτη. Η χορήγηση αντιγράφων και λοιπών εγγράφων της δικογραφίας αποτελεί μια πράξη που συνδέεται στενότερα με το δικαίωμα ψηφιακού αυτοκαθορισμού του προσώπου και συνεπώς σε περίπτωση σύγκρουσης του άρθρου 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 9 Α Συντάγματος προτεραιότητα δίνεται στο δεύτερο σταθμίζοντας τα έννομα αγαθά που θέλει να προστατεύσει ο ανώτατος πολιτειακός χάρτης της χώρας. [22]

Κατά την άποψή του γράφοντος, η ορθότερη θέση θα ήταν να επιτρέπεται μεν ελεύθερα πρόσβαση στο περιεχόμενο  μόνο  των αποφάσεων όσον αφορά τις ποινικές δίκες  και στις υπόλοιπες περιπτώσεις σε όλο το διαδικαστικό υλικό , έτσι ώστε να μπορεί ο διάδικος αλλά και ο κάθε πολίτης να κρίνει  το σύννομο της διαδικασίας  , όμως τούτο δεν θα σημαίνει ότι μπορεί να γίνεται λήψη και ακώλυτη χρήση του υλικού περαιτέρω, αφού θα πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για να λάβει χώρα περαιτέρω επεξεργασία. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η σύγκρουση των δύο συνταγματικών διατάξεων,  περιορίζεται  η προσβολή των ατομικών έννομων αγαθών και επιτυγχάνεται ο σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη όσον αφορά την δυνατότητα ελέγχου του τρόπου λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας. 

  • ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα που έχει προκύψει είναι το εάν οι διατάξεις περί προσωπικών δεδομένων έχουν εφαρμογή κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης , αφού σε περίπτωση που αποφανθούμε αποφατικά , τότε δεν μπορεί να τελεσθεί και ποινικό αδίκημα. 

Ήδη ο ΑΠ ( αλλά και κατώτερα δικαστήρια) με αποφάσεις τους έχουν κρίνει ότι οι διατάξεις των άρθρων 358 και 364 του ΚΠΔ ( δηλαδή η δυνατότητα προσκομιδής εγγράφων και υποβολής παρατηρήσεων επί του αποδεικτικού υλικού) υπερτερούν και κατισχύουν του ν. 2472/1997. [23] Η θέση αυτή της νομολογίας έχει υποστεί σφοδρή κριτική πρώτον διότι τα επικαλούμενα άρθρα έχουν διαφορετικό πεδίο εφαρμογής σε σχέση με τον νόμο περί προσωπικών δεδομένων και άρα ελλείπει το στοιχείο της ειδικότητας που θα δικαιολογούσε την εξαίρεση που προτείνει το δικαστήριο και δεύτερον δεν λαμβάνει υπόψη του α. το άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο « αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται στην ποινική διαδικασία», μια διάταξη η οποία εάν παραβιασθεί οδηγεί στην απόλυτη ακυρότητα  της διαδικασίας και μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στην παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ[24] β. το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος.

 Εφόσον το Σύνταγμα και ο νόμος ειδικά ρυθμίζουν το ζήτημα των παράνομων αποδεικτικών μέσων και ρητά αποδοκιμάζουν  την χρήση τους , η παραπάνω άποψη είναι νομικά έωλη και προβληματική. Πάντως στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί και ένα ακόμη ζήτημα (που δεν αφορά μόνο την περίπτωσή μας αλλά κάθε περίπτωση χρήσης παράνομου αποδεικτικού μέσου) είναι η ανεύρεση της βέλτιστης λύσης σε περίπτωση σύγκρουσης του νόμου περί προσωπικών δεδομένων με το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου.  

Όπως είναι διατυπωμένη η συνταγματική διάταξη δεν φαίνεται να υπάρχει διάκριση όσον αφορά την αξιολόγηση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων μεταξύ εκείνων που αποδεικνύουν πραγματικά περιστατικά σε βάρος του φερόμενου ως δράστη και σ’ αυτά που κινούνται προς την αντίρροπη κατεύθυνση.[25] Η κρατούσα άποψη[26]  στην θεωρία υποστηρίζει  ότι ο Συνταγματικός νομοθέτης έχει προχωρήσει σε μια στάθμιση των εννόμων αγαθών και δεν επιτρέπεται εξαίρεση από τον παραπάνω κανόνα. 

Από την άλλη πλευρά[27] υποστηρίζεται ότι ο Συνταγματικός νομοθέτης δεν επιθυμούσε την απόλυτη απαγόρευση της χρήσης των επίμαχων αποδεικτικών μέσων,  ενώ η αντίθεση θέση δεν λαμβάνει υπόψη της ότι δεν υπάρχουν εντός του Συντάγματος διατάξεις που υπερτερούν σε σχέση με άλλες. Σε περίπτωση σύγκρουσης Συνταγματικών διατάξεων ( πχ με το 20 Σ) ο δικαστής θα σταθμίσει in concreto αν θα επιβληθούν περιορισμοί στο δικαίωμα απόδειξης , δηλαδή θα εφαρμοστεί η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. 

Έτσι πχ εάν το παράνομο αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο που μπορεί να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος  για την απόδειξη της αθωότητας του, τότε η προστασία μέσω του δικαστηρίου και το ατομικό αγαθό της προσωπικής ελευθερίας είναι σημαντικότερο από την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Συνεπώς η χρήση του αποδεικτικού μέσου είναι νόμιμη, πράγμα που επιδρά και στην ποινική απαξία της πράξης, αφού αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης ή δίδεται η δυνατότητα   επίκλησης του ισχυρισμού  της κατάστασης  ανάγκης.

 Παρά την ακραία και απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης που έχει θέσει τόσο ο συνταγματικός όσο και αργότερα ο δικονομικός νομοθέτης, φαίνεται ότι τα δικαστήρια αρχίζουν και ξεπερνούν τον σκόπελο αυτό και τείνουν να εφαρμόζουν όλο και περισσότερο την αρχή της αναλογικότητας.

 Συγκεκριμένα, με την ΟλΑΠ 1/2017 (πολιτικό  Τμήμα)[28] κρίθηκε  ότι  το δικαστήριο έχει την δυνατότητα  να αξιολογήσει το εάν ένα παράνομο αποδεικτικό μέσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μια πολιτική δίκη με βάση την αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς οι περιορισμοί του άρθρου 19 του Συντάγματος μπορούν να καμφθούν. 

Αντίστοιχα, ο ΑΠ με μια ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του, την AΠ 991/2018[29], έκρινε ότι είναι νόμιμη η εξέταση πρώην συνηγόρου ως μάρτυρα κατηγορίας σε υπόθεση πρώην εντολέα του , αφού δέχθηκε ότι «Η δικαστική αξιολόγηση και στάθμιση για τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικής κατάστασης ανάγκης, που δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα, λόγω προσβολής της ανθρώπινης αξίας σε περίπτωση μη χρησιμοποίησης τους, πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, και την οποία οφείλει να σέβεται κάθε περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων είτε προβλέπεται απευθείας από το Σύνταγμα, είτε προβλέπεται από νόμο, υπέρ του οποίου υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη»  και έτσι αξιοποίησε τις καταθέσεις των μαρτύρων δεχόμενο ότι «Περαιτέρω , τα κατατιθέμενα από τον εν λόγω μάρτυρα, είναι σαφές ότι θα συνεκτιμηθούν και από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία , κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης , χωρίς να προκύπτει ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠΔ, αλλ’ ούτε και παράβαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν καταλύεται το θεμελιώδες δικαίωμα στην αυτοπροστασία του κατηγορουμένου , κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, ούτε τίθεται ζήτημα απαγορευμένης αυτοενοχοποίησής του, αφού προέχει το δημόσιο συμφέρον».

Επίσης το ζήτημα επανατέθηκε με την με αριθμό 14/2020 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του ΑΠ σύμφωνα με την οποία « …Όμως η δικονομική αξιοποίηση παράνομων αποδεικτικών μέσων θα κριθεί σε συνταγματικό επίπεδο, αφού τυπικός νόμος δεν μπορεί να κατισχύσει του Συντάγματος ( Α. Ζύγουρας, Αντ/λέας Αρείου Πάγου, Η δικονομική αξιοποίησης υπό των ιδιωτών των παρανόμων αποδεικτικών μέσων μετά την τελευταία νομοθετική μεταβολή ΠοινΧρ. 2008, 1013. Αυτό έγινε δεκτό από τον Άρειο Πάγο με την 1/2001 απόφαση της Ολομέλειας ( ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ_ , κατά τον οποίο επιβάλλεται η ad hοc στάθμιση των συγκρουόμενων ατομικών δικαιωμάτων με γνώμονα τη βέλτιστη δυνατή συνύπαρξή τους……..Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 2 , 19 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 εδ δ του Σ. προκύπτει ότι ο κανόνας της απαγόρευσης της χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ κάμπτεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όχι μόνο υπέρ αλλά και κατά του κατηγορουμένου…. Η χρήση των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν κατόπιν βασανιστηρίων αποκλείεται κατ’ απόλυτο τρόπο ως μέσο αναζήτησης της αλήθειας , αφού τα βασανιστήρια αναιρούν την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου. Η έλλογη αξιοποίηση όμως άλλων αποδεικτικών μέσων παρανόμως κτηθέντων όπως λχ με παραβίαση του ιδιωτικού απορρήτου κλπ είτε υπέρ είτε κατά του κατηγορουμένου, εξασφαλίζει την ισορροπία στο σύστημα προστασίας αξιών κατά την αποδεικτική διαδικασία σύμφωνα με την βαθύτερη λογική του δικαίου , η οποία στηρίζεται στη στάθμιση των εννόμων αγαθών και συμφερόντων και στη σύμμετρη κατ’ αναλογία διαφύλαξή τους……» .

  Η θέση της νομολογίας ( τουλάχιστον όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που είναι υπέρ του κατηγορουμένου)  είναι απολύτως ορθή , αφού η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτη και δεν  μπορεί να οδηγεί στην τρώση σημαντικών ατομικών δικαιωμάτων , όπως πχ  της προσωπικής ελευθερίας , ενώ τα δικαστήρια έχουν την δυνατότητα να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αποτελεσματικά κατά περίπτωση. Οι διάδικοι και οι συνήγοροι τους γνωρίζουν τον νόμο , τα προβλήματα στάθμισης με άλλες συνταγματικές διατάξεις και θα αναλάβουν και την ευθύνη, εάν η χρήση των προσωπικών δεδομένων είναι αδικαιολόγητη. Όμως η απόλυτη απαγόρευση οδηγεί σε μια αφόρητη κατάσταση που καταλήγει στην διακινδύνευση της ίδιας της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και την καταχρηστική προστασία του ατομικού δικαιώματος, πράγμα που δεν μπορεί να αποτελεί στόχο του Συνταγματικού Νομοθέτη. 

  • ΣΧΕΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ 

Όπως είναι γνωστό , ο Γενικός Κανονισμός έγινε γνωστός κυρίως για το ύψος των διοικητικών κυρώσεών του και συγκεκριμένα σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μπορούν να επιβληθούν πρόστιμα που μπορούν να ανέλθουν στα 20 εκατομμύρια ευρώ ή σε περίπτωση επιχειρήσεων στο 4% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους. Τούτο σημαίνει ότι σε περίπτωση που συντρέχει η διοικητική διαδικασία επιβολής κυρώσεων αλλά ταυτόχρονα και ποινική δίωξη μπορεί να τεθεί θέμα ουσιαστικού δεδικασμένου ( αποφυγή διπλής δίωξης για την ίδια πράξη). [30]

Συγκεκριμένα  σύμφωνα με το 7 πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [31]( αλλά και με βάση το άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) ορίζεται ότι « Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Ο κανόνας αυτός δημιουργεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα για τους πολίτες και έχει άμεση εφαρμογή στις εθνικές έννομες τάξεις.[32]

Για την ενεργοποίηση της προβλεπόμενης σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem)[33], απαιτείται κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) πρέπει να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κυρώσεων, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι «ποινικές» κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι, βάσει των αποκαλουμένων κριτηρίων Engel[34], κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως «ποινικές» και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων γι’ αυτές διοικητικών κυρώσεων, γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ιδίου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσία παραβατική συμπεριφορά.[35]

Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η ύπαρξη ποινικών κυρώσεων που κολάζονται και με πολύ αυστηρές διοικητικές ποινές μπορεί να δημιουργήσει ζητήματα εφαρμογής του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αλλά και του Θεμελιώδη Χάρτη[36] , αφού και οι διοικητικές κυρώσεις έχουν ουσιαστικό ποινικό χαρακτήρα και σε περίπτωση περατώσεως της διοικητικής διαδικασίας μπορεί να δημιουργήσουν δεδικασμένο που οδηγεί σε απαγόρευση περαιτέρω δίωξης του δράστη. 

  • ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ

Με βάση τα οντολογικά στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αυτά διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, δηλαδή σε εγκλήματα δόλου και αμέλειας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όλα τα αδικήματα που προβλέπονται στον ν. 4624/2019 τιμωρούνται μόνο εφόσον στοιχειοθετηθεί ο δόλος του δράστη. Επίσης όσον αφορά το ζήτημα της επικάλυψης της αντικειμενικής υπόστασης από την υποκειμενική θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα εγκλήματα των πρώτων τριών παραγράφων έχουν κανονική υποκειμενική υπόσταση, δηλαδή εκτός από το στοιχείο της πλήρους καλύψεως , ο δόλος μπορεί να είναι κάθε βαθμού , δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος. Αντίθετα στην τέταρτη παράγραφο το αδίκημα είναι υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης , αφού έχουμε έγκλημα σκοπού , το οποίο τιμωρείται όσον αφορά το υποκειμενικό τμήμα που ξεπερνά την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος εφόσον ο δράστης ενεργεί με δόλο α βαθμού.  Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην πέμπτη παράγραφο του άρθρου 38 του παραπάνω νόμου , έχει θεσπιστεί ένα γνήσιο έγκλημα διακινδύνευσης , αφού σε περίπτωση που έχει προκληθεί κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ή για την εθνική ασφάλεια , η ποινή που επιβάλλεται είναι η  κάθειρξη και η χρηματική ποινή έως 300.000 ευρώ. 

  • ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΜΕΤΑΞΥ ν. 2472/1997 και ν. 4624/2019.

Η διάταξη του  άρθρου 38 του ν. 4624/2019 δημιουργεί σοβαρά ερμηνευτικά προβλήματα στην πρώτη παράγραφο, αφού όπως φαίνεται τουλάχιστον από τον τρόπο διατύπωσής της, στοιχειοθετούνται δύο αδικήματα , δηλαδή η επέμβαση στο σύστημα αρχειοθέτησης, η οποία οδηγεί στην γνώση των δεδομένων και η αντιγραφή κλπ δεδομένων , χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση  με τον Κανονισμό ( αφού συνδέει άμεσα την επεξεργασία κάθε είδους με το σύστημα αρχειοθέτησης) αλλά και με την προηγούμενη νομοθεσία και νομολογία, αφού όπως προείπαμε  κομβικό στοιχείο στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ήταν  η έννοια του αρχείου. Η συγκεκριμένη διατύπωση διευρύνει τα όρια προστασίας και αποκόπτει τα δεδομένα από το σύστημα αρχειοθέτησης, πράγμα που είναι αμφίβολο εάν αποτελούσε πρόθεση του νομοθέτη, ενώ δημιουργεί ζητήματα συρροής μεταξύ των δύο τρόπων τελέσεως του αδικήματος. Κατά την άποψή μας η διάταξη θα πρέπει να τροποποιηθεί και πάντως σε κάθε περίπτωση να ερμηνευτεί με βάση τις προηγούμενες θέσεις της θεωρίας και της νομολογίας, δηλαδή οι πράξεις επεξεργασίας να θεωρούνται παράνομες μόνο εάν συνδέονται με προηγούμενη  επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης.   

Όσον αφορά την συγκριτική διάσταση μεταξύ του παλαιού και νέου καθεστώτος, μια σημαντική διαφορά που εντοπίζεται είναι η κατάργηση του ποινικού αδικήματος της παράλειψης γνωστοποίησης της σύστασης και λειτουργίας αρχείου ή της μεταβολής των όρων και των προϋποθέσεων χορηγήσεως της άδειας αυτού καθώς και της διατήρησης αρχείου χωρίς άδεια , πράγμα που είναι φυσικό , αφού με τον Κανονισμό πλέον δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις. 

 Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το αδίκημα της διασύνδεσης αρχείων χωρίς την γνωστοποίηση  στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων καθώς και τα αδικήματα που αφορούν τον υπεύθυνο επεξεργασίας.  Τέλος καταργήθηκαν τα αδικήματα που τελούνταν από αμέλεια. 

Όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων θα πρέπει να επισημανθεί ότι στον ν. 2472/1997 αρκούσε για την τέλεση του αδικήματος η επέμβαση στο αρχείο , ενώ πλέον απαιτείται η επέμβαση να έχει οδηγήσει και την λήψη των πληροφοριών από το αρχείο. Επίσης στον νέο νόμο υπάρχει μια διαβάθμιση των αδικημάτων , αφού η κοινοποίηση , διαβίβαση κλπ. δεδομένων σε μη δικαιούμενα πρόσωπα αποτελεί διακεκριμένο έγκλημα και δεν ανήκει στο βασικό, όπως συνέβαινε  με τον ν. 2472/1997. Τέλος  τα πλαίσια ποινών για το βασικό αλλά και για τις διακεκριμένες  μορφές του  παραμένουν περίπου οι ίδια. 

  1. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η ποινική προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί κύριο μέλημα του νομοθέτη και στον ν. 2472/1997  αλλά και στον  αντίστοιχο 4624/2019. Η νέες νομοθετικές επιλογές στον τομέα αυτόν είναι κατ’ αρχάς σύμφωνες με τις γενικές κατευθύνσεις  του Κανονισμού, περιορίζουν (ορθά) το εύρος της ποινικής καταστολής , όμως παρουσιάζουν και νομοτεχνικές αστοχίες που θα πρέπει να διορθωθούν. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν με τον ν. 2472/1997 παραμένουν ακόμη σε εκκρεμότητα και θα αποτελέσουν αντικείμενο γόνιμου διαλόγου θεωρίας και νομολογίας, ενώ πλέον τα αυξημένα διοικητικά πρόστιμα που προβλέπονται στον Κανονισμό είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσουν ζητήματα με το 7ο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.  

                                                                  Γεώργιος Παπαδημητράκης 

                                                                  ΔΝ δικηγόρος 


[1] Βλ. Μεταξάκη, Η ποινική προστασία της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του ονόματος χρήστη, του κωδικού πρόσβασης και της διεύθυνσης ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου, ΠοινΧρ. 2014, σελ. 8. 

[2] Βλ. αιτιολογικές τους εκθέσεις. Για τον ν. 4624/2019 https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/ODHGIA.pdf

[3] Βλ. Νούσκαλη, Ποινική Προστασία Προσωπικών δεδομένων, 2007, σελ. 12. 

[4] Βλ. ΑΠ 1257/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1770/2005 ΔιΜΕΕ 2006, σελ. 247, ΕφΑθ 3833/1983 ΝοΒ 52. σελ 247, ΕφΑθ. 1293/2005 ΔιΜΕΕ 2005 σελ. 576.

[5] Βλ. ΣτΕ 3545/2002 ΝοΒ 2003 , σελ. 348, ΣτΕ 3212/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 984/2001 ΠοινΧρ. 2003, σελ. 56, ΣυμβΕφΑθ 3140/2004 ΠοινΧρ. 2004, σελ. 544, Αρχή Προστασίας Δεδομένων  Προσωπικού Χαρακτήρα,  510/2000,  52/2003. 

[6] Βλ. ΕφΠατρ. 837/2013 ΠοινΔικ. 2014, σελ. 375, ΠλημΑθ. 1001/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤρΕφΑθ. 175/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤρΕφΠατρ 837/2013 ΠοινΔικ 2014 σελ. 377, ΣυμβΠλημΣαμ 34/2001 ΠοινΔικ. 2002, σελ. 881. 

[7] Βλ. και άρθρο 5Α του Συντάγματος. 

[8]  Βλ. Ανθιμου , Το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού του ατόμου ως έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, ΚριτΕ, 2008,  σ. 135.

[9] Βλ. Μήτρου , στο Παπαντωνιάδου, Αποκρατικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και προστασία καταναλωτών, 2008, σελ. 153. 

[10] Βλ. Σωτηρόπουλου, Η συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων , 2006, σελ. 53 επ. 

[11] Βλ. Ανδρουλάκη, ό.π., σελ. 408, 

[12] Βλ. Παπαδημητράκη, Η Εισαγγελική Αρχή στην Ελληνική και την Αγγλική Έννομη Τάξη, 2018, σελ. 101 επ.

[13] Βλ. Διάταξη ΕισΠρΑθ. 123/2014  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[14] Βλ. Νούσκαλη, ό.π., σελ 30. , Χριστοδούλου, Δίκαιο Προσωπικών Δεδομένων , 2013, σελ. 47, 

[15] Βλ. Ιγγλεζάκη, Επέμβαση σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ΠοινΔικ. 2013, σελ. 929 επ. 

[16] Βλ. Αλεξανδροπούλου, Προσωπικά Δεδομένα, 2016, σελ. 63 επ.  

[17] Βλ. Βρεττού, Η τροποποίηση της έννοιας του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τον ν. 3471/2006 και οι συνέπειές της στην εφαρμογή του ν. 2472/1997 στα δημοσιογραφικά αρχεία, ΔιΜΕΕ, 2011, σελ. 32 επ, Μήτρου Ο γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, 2017, σελ. 47.  

[18] Βλ. ΑΠ 1857/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1110/2013  ΠοινΧρ. 2014, σελ 42, ΑΠ 2053/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1370/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΤρΕφΑθ 175/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ  

[19] Βλ. ΜονΠρ.Βολ 350/2001, Αρμ. 2001, σελ 1247, ΣυμβΠλημΑθ. 2942/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔιατΕισΠλημΘεσ/νικης 494/2017 , ΠοινΔικ. 2019, σελ. 868 επ. 

[20] Βλ. Νούσκαλη, ό.π., σελ. 68.

[21] Βλ. ΔιατΕισΑθ 123/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΠλημΘεσ. 1247/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[22] Βλ. Αλαπάντα, Δικαστικά Αρχεία και Προσωπικά Δεδομένα κατά τον Κανονισμό ΕΕ 679/2016, ΔιΜΜΕ 2018 σελ. 185 , 16/2005 ΑΠΔΠΧ, 2/006, Γιανόππουλου, Η Ανωνυμοποίηση των βάσεων δεδομένων, ΔιΜΕΕ 2012, σελ. 21 επ. 

[23] Βλ. ΣυμβΑΠ 1945/2002 , ΠοινΔικ. 2003, σελ. 626, ΕφΑθ. 984/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔιατΕισ.Πειρ. 95/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ. 4378/2004 Αρχ Ν 2006, σελ. 430 επ. ΣυμβΕφΑθ. 1744/2005 ΠοινΔικ. 2006 σελ. 430, ΕφΘεσ. 733/2009 (σημ. Μήτρου), ΔΙΜΕΕ 2009 σελ..519. 

[24] Βλ. Δαλακούρα, Ηλεκτρονικό έγκλημα, 2018, σελ 34.

[25] Βλ. Στράγγα, Χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων και δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, 2003, σελ. 42 επ. 

[26] Βλ. Κοντιάδη, Ο νέος Συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, 2002, σελ. 158 επ. 

[27] Βλ. Ορφανουδάκη , Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική έννομη τάξη, 2003, σελ. 163. ΟλΑΠ 1/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[28] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ 

[29] ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[30] Παρά του ότι η αιτιολογική έκθεση αναφέρει ότι ελήφθη υπόψη το σχετικό ζήτημα , δεν αποκλείεται η διοικητική επιβολή κυρώσεων καθώς και η ποινική δίωξη στο ίδιο πρόσωπο, πχ όταν αυτό είναι υπεύθυνο επεξεργασίας.  

[31] Βλ. Τσόλκα, Το εσωτερικό δυαδικό σύστημα κυρώσεων υπό το πρίσμα των άρθρων 4 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 50 του ΧΘΔΕΕ- Οι πρόσφατες εξελίξεις της νομολογίας του ΕΔΔΑ, του ΔΕΕ και των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων, ΠοιΧρ. 2019, σελ. 575 επ. 

[32] Βλ. ΕΔΔΑ, 10.2.2009, Zolotukhin κατά Ρωσίαςμ ΔΕΕ 26.3.2013 C-617/10, DEE 20.3.2018 C-537/16. 

[33] Βλ. Μήτρου, ό.π, σελ. 178, Vervaele, Ne bis in Idem, Towards a Transnational Constitutional Principle in the E.U?, Utrecht Law Review, 2013 , σελ 211 επ.

[34] Βλ. Κων/νίδη, Δυαδικές κυρώσεις και « ne bis in idem”, ΠοινΧρ. 2019, σελ. 493 επ.  . 

[35] Βλ.  Κατσιρώδη, Ο Νέος Κανονισμός Προσωπικών Δεδομένων και η ποινική προστασία αυτών, ΔιΜΕΕ 2018 σελ. 175 επ. , αποφάσεις ΕΔΔΑ της 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος, της 9.6.2016, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος, της 15.11.2016, Α και Β κατά Νορβηγίας, βλ. ΣτΕ 7μελούς 680/2017, 167-169/2017, 1778/2017, 1992/2016, 1728/2018, 108/2017  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΔΑ Α και Β κατά Νορβηγίας, « Τα συμβαλλόμενα κράτη είναι κατ’ αρχάς αρμόδια να αποφασίσουν πως θα οργανώσουν το νομικό τους σύστημα, …..Η ρύθμιση όμως « έχει καθήκον να καθορίσει εάν το συγκεκριμένο εθνικό μέτρο, είναι προϊόν ενός ολοκληρωμένου συστήματος που διευκολύνει την αντιμετώπιση των διαφόρων πτυχών την αδικίας με προβλέψιμο και αναλογικό τρόπο σχηματίζοντας ένα συνεκτικό σύνολο έτσι ώστε το άτομο να μην υποβάλλεται έτσι σε αδικία..» Για την συμμόρφωση με το παραπάνω πρωτόκολλο θα πρέπει να υπάρχει « η πρόβλεψη σε κάποιο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, διαδικασίας μιας ταχύτητας… στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας» . Εάν δεν ακολουθηθεί η διαδικασία αυτή τότε « θα πρέπει οι δύο διαδικασίες να έχουν συνδυαστεί με τρόπο ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο» και να μην υπάρχουν επικαλύψεις. 

[36] Βλ. Τσόλκα, ό.π., σελ. 583. 

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑