Ο Θεσμός των ενόρκων στο αγγλικό δίκαιο

   Ο θεσμός του Ορκωτού Δικαστηρίου   στο Αγγλικό Δίκαιο 

Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες θεσμούς  του Αγγλικού Ποινικού Δικονομικού Δικαίου είναι το Ορκωτό Δικαστήριο ( CrownCourt) , το οποίο ασχολείται με την εκδίκαση των πολύ σοβαρών εγκλημάτων.  Τα αμιγή Ορκωτά Δικαστήρια  ( και για τις  αστικές και για τις  ποινικές υποθέσεις)   εμφανίστηκαν στην Αγγλία   περίπου τον  15ο αιώνα [1]και συνεχίζουν  μέχρι σήμερα αδιάλειπτα το έργο τους. Η ύπαρξη ενόρκων στο μηχανισμό  απονομής της ποινικής  δικαιοσύνης  κρίνεται  ως θεμελιώδους σημασίας γεγονός, αφού δίνεται  η δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν δυναμικά  σε μια από τις πιο σημαντικές  κρατικές  λειτουργίες[2]. Επίσης, το Ορκωτό Δικαστήριο θεωρείται ότι περιορίζει τη δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας και αποτρέπει τις καταδίκες αθώων  πολιτών για πολιτικές  ή για άλλου είδους  σκοπιμότητες. Τέλος, μέσω των ενόρκων, διαχέεται στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης  το περί δικαίου αίσθημα του λαού  , το οποίο μπορεί να κάνει πιο ευέλικτους τους τυπικούς κανόνες δικαίου, που έχουν ψηφισθεί από το Κοινοβούλιο[3]. Τα τελευταία χρόνια πάντως, άρχισε  μια βαθιά κριτική για τον τρόπο απονομής  της ποινικής δικαιοσύνης  από τους ενόρκους[4]. Μέχρι σήμερα,  ο Άγγλος νομοθέτης  πολλές φορές προσπάθησε για δικούς του  λόγους- κυρίως  οικονομικούς- να περιορίσει τα αδικήματα, τα οποία θα ανήκουν στην αρμοδιότητα του  Ορκωτού Δικαστηρίου , πράγμα που συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις από την κοινωνία. Στην παρούσα εργασία θα γίνει μια απόπειρα παρουσίασης  του τρόπου λειτουργίας του Ορκωτού Δικαστηρίου στην Αγγλία  και των προβληματισμών ,που έχουν σχέση με την συμμετοχή απλών πολιτών στο  μηχανισμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. 

Α. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ  ΟΡΚΩΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.

Σύμφωνα με το Αγγλικό Δικονομικό Δίκαιο , το CrownCourt έχει θεωρητικά  εκτεταμένη αρμοδιότητα , αφού εκδικάζει  τα  σοβαρότερα  αδικήματα. Ειδικότερα :

Α. Ασχολείται με τα IndictableOffences, δηλαδή τα εγκλήματα εκείνα  που μπορούν να δικαστούν μόνο αν έχει διατυπωθεί ένα συγκεκριμένο κατηγορητήριο ( indictment) . Στην κατηγορία αυτών των αδικημάτων ανήκουν διάφορα  κακουργήματα,  όπως   η  ανθρωποκτονία  από πρόθεση  , ο βιασμός , η πρόκληση τραυματισμού από πρόθεση , η  εκβίαση  κ.λ.π 

Β. Ασχολείται με τα TriableeitherwayOffences[5], δηλαδή εγκλήματα μέσης βαρύτητας , όπως η κλοπή και  η κλεπταποδοχή, εφόσον συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα,  με  βάση την κείμενη νομοθεσία, αναγνωρίζεται  κατ’  αρχήν  στον κατηγορούμενο για την παραπάνω   ομάδα εγκλημάτων  το δικαίωμα να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από  το Ορκωτό Δικαστήριο ή από το MagistratesCourt( Ειρηνοδικείο). Έτσι,  πριν από  την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, λαμβάνει χώρα μια διαδικασία ( modeoftrial)  ενώπιον των Ειρηνοδικών[6],  με την οποία καθορίζεται το αρμόδιο δικαστήριο. Αφού μελετήσουν το φάκελο της υπόθεσης οι Ειρηνοδίκες, εκφέρουν την άποψή τους και αναφέρουν στον κατηγορούμενο, ποιο δικαστήριο θεωρούν εκείνοι  ότι είναι καταλληλότερο , για να ασχοληθεί με την υπόθεση[7].  Σε περίπτωση, που  οι δικαστές  πιστεύουν  ότι η υπόθεση  πρέπει να εκδικαστεί από το Ειρηνοδικείο, τότε οφείλουν  να ρωτήσουν τον κατηγορούμενο  αν συναινεί με την επιλογή τους αυτή ή  εάν επιθυμεί να διερευνηθεί η υπόθεσή του  από δικαστήριο ενόρκων. Αντίθετα, σε περίπτωση  που οι δικαστές   κρίνουν ότι η υπόθεση  είναι απαραίτητο  να εκδικαστεί από το Ορκωτό Δικαστήριο, ανακοινώνεται στον κατηγορούμενο η σχετική απόφαση, χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα να αντιταχθεί στην επιλογή  του δικαιοδοτικού τούτου οργάνου[8].       

Β. ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΕΝΟΡΚΩΝ .

Ο νόμος, που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις  τις οποίες κάποιος πρέπει να πληροί  για να επιλεγεί ως ένορκος, είναι ο JuriesActτου 1974, ο οποίος τροποποιήθηκε  σε κάποια σημεία του με τονCriminalJusticeActτου 1988. Με το σημερινό καθεστώς, κάθε πολίτης , ο οποίος είναι από 18 έως 70 ετών , είναι εγγεγραμμένος στους  εκλογικούς καταλόγους και διαμένει στην χώρα μόνιμα  την τελευταία πενταετία, μπορεί να επιλεγεί ως ένορκος[9].  

Όμως,  όπως και στο Ελληνικό Δίκαιο, ο παραπάνω νόμος προβλέπει ότι μερικά πρόσωπα για κάποιο συγκεκριμένο λόγο δεν μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντα του ενόρκου ή έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την εξαίρεσή τους.  Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να είναι ένορκοι  οι δικαστές , οι δικηγόροι, οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι αστυνομικοί , οι  κληρικοί και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι ( τα παραπάνω πρόσωπα έχουν κώλυμα)[10]. Αντίθετα, ανίκανοι να επιλεγούν ως ένορκοι  είναι κυρίως  όσοι πολίτες έχουν καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη ή  σε φυλάκιση άνω  των τριών  μηνών  για κάποιο αδίκημα ( και δεν έχει ανασταλεί η  εκτέλεση της ποινής τους ) κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών[11].  Ο έλεγχος για την ύπαρξη κωλυμάτων ή ανικανοτητών των προσώπων  που μπορεί να επιλεγούν ως ένορκοι  γίνεται από την αστυνομία , η οποία,  εάν εντοπίσει μια τέτοια περίπτωση, ειδοποιεί την Εισαγγελία.[12] Επίσης, υπάρχουν και μερικά πρόσωπα  τα οποία έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να εξαιρεθούν από τα καθήκοντα του ενόρκου , όπως οι βουλευτές, οι γιατροί ,  οι στρατιωτικοί και όσοι είναι άνω των 65 ετών[13].  Τέλος, κάθε υποψήφιος ένορκος μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να  απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, εφόσον υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος.

Γ. ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΕΝΟΡΚΩΝ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΟΘΕΣΗ 

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει την ευθύνη για την καλή λειτουργία του συστήματος της επιλογής των ενόρκων στο Ορκωτό Δικαστήριο. Η αρχική επιλογή των προσώπων, που μπορεί να επιλεγούν ως ένορκοι, γίνεται τυχαία από τα άτομα , που  βρίσκονται εγγεγραμμένα στους εκλογικούς καταλόγους. Μετά την αρχική επιλογή , στέλνεται  στους υποψήφιους ενόρκους   ειδικό σημείωμα , το οποίο αναφέρει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο όπου πρέπει να εμφανιστούν.  Ύστερα, ακολουθεί νέα κλήρωση  από την οποία επιλέγονται περίπου 20 υποψήφιοι ένορκοι  για κάθε υπόθεση, με την  οποία θα ασχοληθεί  το Ορκωτό Δικαστήριο.  Την ημέρα της  εκδίκασης της υπόθεσης, εμφανίζονται στο δικαστήριο οι προεπιλεγέντες ένορκοι και μετά από νέα κλήρωση επιλέγονται 12 από αυτούς.  

Δ. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΕΝΟΡΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ.

Το δικαίωμα εξαίρεσης ενόρκων μπορεί να ασκηθεί και από την πλευρά της υπεράσπισης   αλλά και από την κατηγορούσα αρχή με τις εξής διαφοροποιήσεις.

1. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο κατηγορούμενος παραδοσιακά  είχε  το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση οποιουδήποτε ενόρκου , χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την απόφασή του[14]. Στις αρχές  της δεκαετίας του 1980 άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες διαφωνίες, όσον αφορά την διατήρηση  αυτού του δικαιώματος. Το επιχείρημα, που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι οι δικηγόροι των κατηγορουμένων έκαναν κατάχρηση τούτης της δικονομικής   δυνατότητας , ώστε να δημιουργούν σώματα ενόρκων , τα οποία θα ήταν πιο ευνοϊκά  προς τις θέσεις και απόψεις  του κατηγορουμένου. Το 1986 η  επιτροπή Roskill, με μεγάλη πλειοψηφία, πρότεινε να καταργηθεί το δικαίωμα εξαίρεσης των ενόρκων χωρίς αιτιολογία. Από την άλλη πλευρά, η ίδια    αποδέχθηκε τη διατήρηση  της  σχετικής δυνατότητας σε περίπτωση  που  ο κατηγορούμενος αποδείκνυε  ότι κάποιος  ένορκος δεν είναι αμερόληπτος και επομένως  δεν είναι κατάλληλος  να ασκήσει τα καθήκοντά του . Η κυβέρνηση δέχτηκε απολύτως τις προτάσεις της επιτροπής  και με το νόμο CriminalJusticeActτου 1988 κατήργησε το δικαίωμα εξαίρεσης των  ενόρκων  χωρίς αιτιολογία και διατήρησε την αιτιολογημένη εξαίρεση. 

 Τέλος, στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής  :. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, το Αγγλικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει  κατ’  αρχήν το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να θέσει ερωτήσεις προς τους ενόρκους ,ώστε  να αποδείξει ότι ο υποψήφιος ένορκος είναι ακατάλληλος να ασκήσει τα καθήκοντά του, λόγω των προκαταλήψεων που έχει [15]. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός  ότι είναι πολύ δύσκολο για τον κατηγορούμενο  να βρει  στοιχεία που να αποδεικνύουν τη μεροληψία των ενόρκων , οδηγεί στο συμπέρασμα ότι  το δικαίωμα αιτιολογημένης εξαίρεσης των ενόρκων είναι πολύ δύσκολο να ασκηθεί στην πράξη.    

2. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ. 

Το δικαίωμα εξαίρεσης ενόρκων από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής είναι πιο διευρυμένο από αυτό του κατηγορουμένου. Έτσι, σύμφωνα με το νόμο , η Εισαγγελία έχει τη δυνατότητα να απομακρύνει οποιονδήποτε υποψήφιο ένορκο επιθυμεί, χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την απόφασή της[16]. Στην πραγματικότητα, βέβαια,  η κατηγορούσα αρχή σπάνια ασκεί το παραπάνω δικαίωμά της.

 Βασικές αρχές, τις οποίες ακολουθεί,  είναι ότι : 

  1.  Η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι απαραίτητο  να γίνεται μόνο  σε εξαιρετικές περιπτώσεις και δε θα πρέπει να έχει ως σκοπό  τον επηρεασμό  της σύνθεσης του σώματος των ενόρκων ή την  απόκτηση  τακτικών πλεονεκτημάτων.  
  2. Θα πρέπει να τηρείται όσο το δυνατόν η αρχή της τυχαίας επιλογής των ενόρκων.

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία έχει ακόμη μια δυνατότητα  , η οποία συνδέεται λειτουργικά με το δικαίωμα  της εξαίρεσης των ενόρκων.  Συγκεκριμένα, τούτη  μπορεί να προχωρήσει σε έρευνα του παρελθόντος των υποψήφιων  ενόρκων ,όχι μόνο όσον αφορά στις ποινικές τους καταδίκες αλλά και σε άλλα στοιχεία της προσωπικότητάς τους, όπως   οι πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αυτό γίνεται  για να μπορέσει η κατηγορούσα αρχή να ανακαλύψει ποιοι  υποψήφιοι  ένορκοι δε θα ήταν  κατάλληλοι για να ασχοληθούν με την εκδίκαση συγκεκριμένων υποθέσεων , όπως αυτές  που αφορούν  τρομοκρατικές ενέργειες. Πάντως, η πρακτική αυτή της Εισαγγελίας δεν επιδοκιμάζεται από τους Άγγλους θεωρητικούς του δικαίου, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω.    

Ε. ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ  ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ. 

Θα πρέπει να τονιστεί ότι το Αγγλικό σύστημα έχει επιλέξει την ύπαρξη Αμιγώς  Ορκωτού Δικαστηρίου. Οι ένορκοι  ασχολούνται   με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποφασίζουν για την αθωότητα ή την ενοχή του κατηγορουμένου.  Ο πρόεδρος του δικαστηρίου  είναι επαγγελματίας  δικαστής , ο οποίος -θεωρητικά τουλάχιστον- είναι υπεύθυνος   μόνο για την επίλυση των  νομικών θεμάτων  και για  την ορθή και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης  ενώπιον των ενόρκων. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο ρόλος του είναι πολύ μεγαλύτερος, αφού:

 Α. Διευθύνει τη διεξαγωγή της δίκης στο ακροατήριο και μπορεί να παρεμβαίνει κατά την αποδεικτική διαδικασία , ερωτώντας τους μάρτυρες για διάφορα πραγματικά περιστατικά  , τα οποία, κατά την άποψή του, είναι κρίσιμα για τη σωστή εκτίμηση της υπόθεσης που δικάζεται.   

Β. Αποφασίζει για όλα τα νομικά θέματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης , ιδίως όσον αφορά στη νομιμότητα ή μη της χρήσης κάποιου αποδεικτικού μέσου.

 Γ.  Μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας,  ο  δικαστής έχει το δικαίωμα να λάβει τον λόγο , να  απευθυνθεί  στους ενόρκους και να  τους κάνει μια περίληψη των όσων έλαβαν χώρα στην αίθουσα. Συχνά, ο δικαστής σχολιάζει τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και εκφράζεται εμμέσως για την ουσία της υπόθεσης, πράγμα που πολλές φορές επηρεάζει τους ενόρκους.

Δ. Επίσης, ο δικαστής έχει το δικαίωμα να διατάξει τους ενόρκους να αθωώσουν τον κατηγορούμενο[17]. Αυτό μπορεί να γίνει, εφόσον ο ίδιος πιστεύει ότι τα στοιχεία  που έχει παρουσιάσει η κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αδύναμα , ώστε η καταδίκη του κατηγορουμένου δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί [18]. Τούτη η δυνατότητα του δικαστή έρχεται σε αντίθεση με όσα έχουν προαναφερθεί , δηλαδή  ότι οι ένορκοι ασχολούνται με την ουσία της υπόθεσης, ενώ ο δικαστής με τα νομικά θέματα. Παρόλα  αυτά, η παρέμβαση του δικαστή θεωρείται  από τους θεωρητικούς στην Αγγλία  ότι είναι θεμιτή , αφού  έχει ως σκοπό να προστατέψει τον κατηγορούμενο αλλά και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης από λανθασμένες κρίσεις. 

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ρόλος των ενόρκων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι παθητικός. Οι ερωτήσεις προς τους μάρτυρες απευθύνονται από τους δικηγόρους   και τον δικαστή. Οι ένορκοι θεωρητικά έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν και αυτοί ερωτήσεις , όμως δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος για να ασκήσουν αυτό τους το δικαίωμα. Γενικά, πάντως, δεν ενθαρρύνεται η επικοινωνία μεταξύ ενόρκων και μαρτύρων.  Τέλος,  οι ένορκοι έχουν την δυνατότητα υποβολής ερωτημάτων προς το δικαστή κατά τη διάρκεια της διάσκεψης  , όμως ο δικαστής θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στις απαντήσεις που θα δώσει , ώστε να μην δημιουργούνται νέα θέματα προς συζήτηση  , τα οποία δεν είχαν απασχολήσει το δικαστήριο και τους άλλους παράγοντες της δίκης  κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.  

Στ. ΤΡΟΠΟΣ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΟΡΚΟΥΣ.

Στις χώρες του Αγγλοσαξονικού Δικαίου δεν υπάρχει ενιαία αντιμετώπιση του θέματος  όσον  αφορά στον τρόπο λήψης των  αποφάσεων  από τους ενόρκους. Στις ΗΠΑ, η ετυμηγορία  των ενόρκων  πρέπει να είναι ομόφωνη ,ενώ αντίθετα στη Σκωτία   αρκεί η απλή πλειοψηφία ( 8 ένορκοι στους 15) , για να ληφθεί η τελική απόφαση   για την υπόθεση   .[19]Στην Αγγλία έχει επιλεγεί μια ενδιάμεση λύση, δηλαδή κατ’ αρχήν  οι ένορκοι θα πρέπει να αποφασίζουν ομόφωνα, αλλά ,εάν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί , αρκεί η πλειοψηφία 10 ενόρκων στους 12, για να εκδοθεί η  απόφασή τους   .  Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ούτε αυτή  ,τότε η δίκη διακόπτεται    χωρίς να υπάρξει τελική  κρίση   για την υπόθεση , οι ένορκοι αποχωρούν και δίνεται η δυνατότητα στην πλευρά της κατηγορούσας αρχής να ζητήσει ξανά τη διεξαγωγή νέας δίκης.  Η απόφαση των ενόρκων είναι υποχρεωτικά αναιτιολόγητη και απαγορεύεται να δημοσιευτεί από τα ΜΜΕ,  η συζήτηση των ενόρκων  κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων. [20]

Η. ΕΝΟΡΚΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ 

Μια  από τις μεγάλες ιδιομορφίες του Αγγλικού Δικαίου είναι η δυνατότητα των  δικαστών   να αγνοήσουν την κείμενη νομοθεσία και να εφαρμόσουν δικούς τους κανόνες για την επίλυση μιας συγκεκριμένης  διαφοράς. Αυτό μπορεί να γίνει   όταν οι ίδιοι  κρίνουν ότι, αν  εφαρμοστούν οι νόμοι  στην επίδικη υπόθεση, τότε  το αποτέλεσμα της δίκης θα είναι κοινωνικά και ηθικά «άδικο» . Το « Δίκαιο της Επιείκειας»  εφαρμόζεται στην Αγγλία από τον 12οαιώνα  με μεγάλη επιτυχία και θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά  στοιχεία του  νομικού πολιτισμού της χώρας  .[21]  Σύμφωνα με την Αγγλική νομική παράδοση και οι ένορκοι έχουν  δικαίωμα να εφαρμόσουν το δίκαιο της επιείκειας   κατά την άσκηση των καθηκόντων τους[22].  Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στην οποία  οι ένορκοι άσκησαν το παραπάνω δικαίωμά τους   είναι  η υπόθεση ClivePontingτο 1985. Ο κατηγορούμενος ήταν δημόσιος υπάλληλος και κατηγορήθηκε ότι έδωσε σε Βουλευτές του Κοινοβουλίου  απόρρητα έγγραφα  παραβιάζοντας τη  σχετική νομοθεσία. Ο ίδιος ομολόγησε στο δικαστήριο ότι πράγματι έπραξε  όλα  όσα τον κατηγορούσαν, αλλά  ανέφερε ότι προχώρησε σε αυτή την ενέργεια, επειδή θεώρησε ότι έπρεπε οι Άγγλοι  να μάθουν την αλήθεια. Το καθήκον του, ως ενεργός πολίτης ,είπε,  ότι ήταν ισχυρότερο από την υποχρέωση που είχε αναλάβει να μην ανακοινώνει το περιεχόμενο των εγγράφων  στα οποία είχε πρόσβαση.  Αν και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την τέλεση του αδικήματος από τον Ponting, οι ένορκοι τον αθώωσαν , γιατί μάλλον  θεώρησαν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Pointingείχε καλές προθέσεις και ήθελε να προστατεύσει τα συμφέροντα των πολιτών. 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 

1. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του Αγγλικού Δικονομικού Συστήματος είναι η δυνατότητα του κατηγορουμένου να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από το Ορκωτό Δικαστήριο ή από το Ειρηνοδικείο, του οποίου η σύνθεση αποτελείται από μόνιμους δικαστές.  Από έρευνες που έχουν διεξαχθεί τα τελευταία έτη, έχει αποδεχθεί ότι στα 4/5 των υποθέσεων  ως αρμόδιο δικαστήριο επιλέγεται  το Ειρηνοδικείο[23]. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να  μας προκαλέσει έκπληξη, όμως θα πρέπει να διευκρινιστεί  ότι  σχεδόν όλοι, όσοι  έχουν επιλέξει το Ειρηνοδικείο, σκοπεύουν να ομολογήσουν την ενοχή τους στο ακροατήριο, λαμβάνοντας φυσικά ως αντάλλαγμα μια επιεικέστερη μεταχείριση από την πλευρά του δικαστή σε σχέση με την ποινή , που θα τους επιβληθεί. 

 Πάντως, οι λόγοι που οδηγούν τους κατηγορουμένους να επιλέξουν το Ορκωτό Δικαστήριο είναι οι εξής : 

            Η πρώτη βασική αιτία είναι η πίστη των κατηγορουμένων αλλά και των δικηγόρων  τους ότι το Ορκωτό Δικαστήριο είναι καλύτερο  από τα Ειρηνοδικεία, αφού η διαδικασία ενώπιον του  είναι δικαιότερη και  δίνονται περισσότερες ευκαιρίες στον κατηγορούμενο να αναπτύξει τα επιχειρήματά του. [24]  Επίσης, είναι αποδεδειγμένο ότι ο κατηγορούμενος έχει περισσότερες πιθανότητες να αθωωθεί από το Ορκωτό Δικαστήριο παρά από το Ειρηνοδικείο[25]. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο , εάν επιλέξει το Ορκωτό Δικαστήριο, αφού, σε περίπτωση καταδίκης του, η ποινή που θα του επιβληθεί  είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που θα μπορούσε  να επιβάλλει το Ειρηνοδικείο. 

 Ο δεύτερος λόγος ,που οδηγεί τους  κατηγορουμένους   να επιλέξουν  το Ορκωτό Δικαστήριο, είναι η απόκτηση  τακτικών πλεονεκτημάτων  απέναντι στην κατηγορούσα αρχή. Οι μεγαλύτερες πιθανότητες αθώωσης των  κατηγορουμένων  από το Ορκωτό Δικαστήριο  οδηγούν συχνά την Εισαγγελία   σε ένα συμβιβασμό με αυτούς . Συγκεκριμένα,  ο κατηγορούμενος    δηλώνει ένοχος στο ακροατήριο, αλλά από την άλλη πλευρά λαμβάνει  ως  αντάλλαγμα είτε την παύση της ποινικής δίωξης για κάποιες  από τις πράξεις  για τις οποίες κατηγορείται  είτε τη συναίνεση της Εισαγγελίας  για την  επιβολή μικρότερης ποινής για τα αδικήματα  για τα οποία  θα καταδικασθεί .  Ο ελιγμός τούτος  είναι τόσο συνηθισμένος στην πράξη, ώστε στα 2/3 των υποθέσεων του Ορκωτού Δικαστηρίου, στις οποίες  αρχικά ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι είναι αθώος, υπάρχει αλλαγή στάσης από την πλευρά της υπεράσπισης και τελικά ο ύποπτος  δηλώνει ότι είναι ένοχος, χωρίς να διεξάγεται δίκη στο ακροατήριο.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιλογή του Ορκωτού Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο και το δικηγόρο του  δεν έχει πάντα  ως σημείο αναφοράς την καλύτερη ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης  που υποτίθεται ότι παρέχεται από το είδος αυτού του δικαστηρίου. Η επιλογή  του Ορκωτού Δικαστηρίου πολύ συχνά αποτελεί μια τακτική κίνηση  της υπεράσπισης , με σκοπό την επίτευξη κάποιου συμβιβασμού με την πλευρά της Εισαγγελίας. 

2. Ένα από τα βασικά υποτιθέμενα πλεονεκτήματα του συστήματος των ορκωτών δικαστηρίων είναι ότι οι ένορκοι αποτελούν  αντιπροσωπευτικό δείγμα  όλου  του πληθυσμού της χώρας και ότι μέσα από αυτούς γίνονται γνωστές στο δικαστήριο οι ιδέες , οι αντιλήψεις  και το περί δικαίου αίσθημα του  λαού.  Επίσης, εκπληρώνεται η βασική υποχρέωση , η οποία προκύπτει από την MagnaCharta[26],  ότι  δηλαδή κάθε πολίτης πρέπει να δικάζεται από τους όμοιούς του, δηλαδή άλλους πολίτες . Το ζήτημα ,που φυσικά  τίθεται ,είναι εάν  και στην πράξη οι ένορκοι επιλέγονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται το  προαναφερθέν πλεονέκτημα.  

 Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ,όπως και στο ελληνικό δίκαιο, υπάρχουν ομάδες ανθρώπων , οι οποίες  δεν έχουν την δυνατότητα να επιλεγούν ως ένορκοι ή μπορεί να ζητήσουν την  απαλλαγή τους . Εάν μελετήσει κανείς όλες  τις προαναφερθείσες κατηγορίες ( γιατροί, στρατιωτικοί, πολίτες άνω των 65 ετών) μπορεί  να διαπιστώσει ότι ένα ποσοστό πάνω από  το 20 % του πληθυσμού δεν μπορεί  να συμμετάσχει στη  διαδικασία επιλογής ενόρκων , πράγμα που έχει αντίκτυπο στην αντιπροσωπευτικότητα των σωμάτων των λαϊκών δικαστών [27]. Βέβαια, είναι σημαντικό να τονιστεί  ότι τα πράγματα  σήμερα είναι πολύ καλύτερα απ’ ότι  ήταν πριν το 1972, αφού μέχρι τότε, για να επιλεγεί κάποιος ως ένορκος,  έπρεπε να έχει ακίνητη περιουσία. Τούτο φυσικά είχε ως  αποτέλεσμα να επιλέγονται ως ένορκοι κυρίως μέλη της μεσαίας και ανώτερης αστικής τάξης.[28] 

Στην Αγγλία έχουν γίνει δύο μεγάλες έρευνες ,που αφορούν στη σύνθεση των δικαστηρίων. Από αυτές έχουν προκύψει δύο βασικά στοιχεία. Πρώτον,  οι γυναίκες και οι εθνικές μειονότητες υποεκπροσωπούνται στα σώματα των ενόρκων[29]. Δεύτερον, πάρα πολλοί  υποψήφιοι  ένορκοι, επικαλούμενοι διάφορους λόγους, προσπαθούν να αποφύγουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους. Όλα αυτά αλλοιώνουν τη σύνθεση των σωμάτων των ενόρκων , τα οποία πλέον δεν πρέπει να θεωρούνται  απολύτως αντιπροσωπευτικά. 

 Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι μειονότητες στην Αγγλία συχνά  διαμαρτύρονται για το σύστημα επιλογής των ενόρκων  που υπάρχει σήμερα  ,αφού  τις περισσότερες φορές  τα μέλη τους δικάζονται από λαϊκούς δικαστές , οι οποίοι ανήκουν όλοι σε διαφορετική εθνική ή θρησκευτική  ομάδα, από αυτή των κατηγορουμένων  . Αξιοσημείωτο είναι, επίσης,  ότι ,σύμφωνα με την πάγια νομολογία των δικαστηρίων , ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο να επιλεγούν κάποιοι ένορκοι από τη μειονότητα, στην οποία ανήκει, αφού τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της τυχαίας επιλογής των ενόρκων. [30]

Όλα τα παραπάνω  δεν σημαίνουν  απαραίτητα  ότι   οι ένορκοι   έχουν   προκαταλήψεις  εναντίον των κατηγορουμένων  που ανήκουν σε μειονότητες . Όμως , εάν όλοι οι λαϊκοί δικαστές  προέρχονται από διαφορετικό πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον από  αυτό του υποτιθέμενου δράστη , τότε  ο ίδιος θα νοιώθει ότι δικάζεται από ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν τις ιδέες του,  τα κίνητρά του και την κοσμοθεωρία του, πράγμα που οδηγεί κάποιες φορές σε αμφισβήτηση της ορθότητας της τελικής ετυμηγορίας του δικαστηρίου  

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Αγγλικό Σύστημα στον τομέα αυτό  έχει σημαντικά προβλήματα , τα οποία οφείλει να επιλύσει, ώστε να μην δημιουργούνται υποψίες για την αμεροληψία των σωμάτων των ενόρκων.   

3. Η δυνατότητα εξαίρεσης των ενόρκων έχει προκαλέσει πολύ μεγάλες συζητήσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, ως ένα βαθμό, θα μπορούσε να διασκεδάσει τις παραπάνω ανησυχίες του κατηγορουμένου περί μη αμερόληπτου σώματος ενόρκων, αφού θα μπορεί και αυτός να συμμετέχει στον τρόπο σύνθεσης του ορκωτού δικαστηρίου . Όπως έχει σήμερα η κατάσταση, θα πρέπει να αναφέρουμε τα εξής:

α. Το δικαίωμα  αιτιολογημένης εξαίρεσης ενόρκων από την πλευρά του κατηγορουμένου είναι στην πράξη σχεδόν αδύνατον να ασκηθεί. Και αυτό συμβαίνει  γιατί  ο κατηγορούμενος κατ‘ αρχήν   δεν μπορεί να υποβάλλει ερωτήσεις στους ενόρκους, για να μπορέσει να διαπιστώσει  εάν πράγματι έχουν προκαταλήψεις ή όχι εναντίον του. Το δικαίωμα ερωτήσεων  προς τους ενόρκους ενεργοποιείται μόνο  αφού  πρώτα η υπεράσπιση αναφέρει  συγκεκριμένα πραγματικά   περιστατικά , που  μπορούν να οδηγήσουν  στο συμπέρασμα ότι ο ένορκος δεν είναι κατάλληλος, για να ασκήσει τα καθήκοντά του . Μετά , μέσω των ερωτήσεων,  μπορεί να δοθεί  η δυνατότητα στην υπεράσπιση  να αποδείξει και  την ουσιαστική βασιμότητα  των ισχυρισμών της . Φυσικά ,για να γίνει αυτό, θα πρέπει μόνη της η υπεράσπιση να μελετήσει το παρελθόν των υποψήφιων ενόρκων ,  πράγμα πολύ δύσκολο, αφού το μόνο που γνωρίζει για τους ενόρκους είναι το όνομα  και η διεύθυνσή τους και συνήθως  δεν μπορεί να διαθέσει τα χρήματα, για να προβεί σε τέτοιου είδους έρευνες.  

Αντίθετα, η Εισαγγελία μπορεί πιο εύκολα να μελετήσει το παρελθόν  των υποψήφιων ενόρκων , αφού είναι κρατική υπηρεσία και μπορεί να χρησιμοποιήσει και  τα  εμπιστευτικά  αρχεία άλλων υπηρεσιών αλλά και την αστυνομία, για να πετύχει το σκοπό της . Μάλιστα, η έρευνά της  αυτή μπορεί να μείνει μυστική, αφού η κατηγορούσα αρχή έχει το δικαίωμα αναιτιολόγητης εξαίρεσης των ενόρκων. Τούτο σημαίνει ότι δεν χρειάζεται  η Εισαγγελία να αναφέρει για ποιο  λόγο η ίδια θεωρεί ότι ο υποψήφιος ένορκος είναι ακατάλληλος για να ασκήσει τα καθήκοντά του, πράγμα που θα αποκάλυπτε ότι έγινε έρευνα του παρελθόντος  του ενόρκου .

 Η παραπάνω αναφερθείσα δυνατότητα της Εισαγγελίας  έχει προκαλέσει πολλές διαμαρτυρίες στους κόλπους της νομικής επιστήμης, αφού παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων , εφόσον  η Εισαγγελία και ο κατηγορούμενος δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες σε πραγματικό επίπεδο , για να στηρίξουν μια επιτυχημένη αίτηση  για αιτιολογημένη εξαίρεση ενόρκου . 

β. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος στην Αγγλία   από το 1988 δεν έχει το δικαίωμα αναιτιολόγητης εξαίρεσης των ενόρκων, για να μην μπορεί να    δημιουργεί  σώματα   ενόρκων , που θα ήταν  φιλικά διακείμενα προς αυτόν.  Είναι αξιοσημείωτο  όμως ότι από έρευνες που  έχουν γίνει  δεν έχει αποδειχθεί ότι η άσκηση  του δικαιώματος αυτού είχε ως αποτέλεσμα την  αύξηση  και των ποσοστών αθωωτικών αποφάσεων.[31] Αντίθετα, η ύπαρξη της δυνατότητας αυτής αυξάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. 

Από την άλλη πλευρά, η κατηγορούσα αρχή διατηρεί το παραπάνω δικαίωμα , αν και το  ασκεί  μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η διαφορετική μεταχείριση των δύο πλευρών έρχεται σε αντίθεση με την ισότητα των όπλων του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, αφού άλλωστε δε  πρέπει να ξεχνάμε και  ότι η κατηγορούσα αρχή στο Αγγλικό Δίκαιο είναι διάδικος  και έχει   τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και η υπεράσπιση.  Επίσης, τούτη η νομοθετική ρύθμιση  δείχνει και τις ανασφάλειες της Αγγλικής Κοινωνίας, η οποία, αφού έχει στραφεί σε συντηρητικότερες θέσεις ,  επικροτεί τον περιορισμό των δικαιωμάτων των πολιτών, με αντάλλαγμα την υποτιθέμενη αύξηση της ασφάλειας και της ευταξίας μέσα στη χώρα.

4. Ο ρόλος των ενόρκων, κατά τη διάρκεια της δίκης, δημιουργεί πολλούς προβληματισμούς στους θεωρητικούς αλλά και σε όσους ασχολούνται στην πράξη με την απονομή της δικαιοσύνης.  Το πρώτο ζήτημα ,που είναι άξιο σχολιασμού, είναι η σχέση μεταξύ των ενόρκων και του προεδρεύοντος δικαστή. Αν και είναι – τουλάχιστον θεσμικά-  κατοχυρωμένο ότι η απόφαση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου λαμβάνεται αποκλειστικά από τους ενόρκους , η στάση του δικαστή ,κατά τη διάρκεια της δίκης, επηρεάζει πολλές φορές και την τελική ετυμηγορία. Ο δικαστής, κατά τη διαδικασία  στο ακροατήριο, έχει το δικαίωμα να υποβάλλει ερωτήσεις προς τους μάρτυρες και τον κατηγορούμενο, πράγμα που πολλές φορές αποκαλύπτει τη θέση του  όσον αφορά στην ουσία της υπόθεσης. Επίσης, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, έχει τη δυνατότητα να σχολιάσει τα αποδεικτικά μέσα και να κάνει μια περίληψη των όσων έλαβαν χώρα μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η άποψή του δικαστή ,που εκφράζεται εμμέσως μέσα από την άσκηση των δικονομικών αυτών δυνατοτήτων του , μπορεί να επηρεάσει τους ενόρκους. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ένορκοι είναι απλοί πολίτες, χωρίς νομική παιδεία, οι οποίοι ίσως συμμετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης για πρώτη και τελευταία φορά . Η απειρία τους, ο φόβος μήπως δε λάβουν τη σωστή απόφαση και το κύρος του δικαστή είναι πολύ πιθανόν να τους οδηγήσει  να στραφούν προς τον προεδρεύοντα ,   να προσπαθήσουν να καταλάβουν την άποψη του για τη συγκεκριμένη υπόθεση και να ακολουθήσουν  την γραμμή που αυτός έμμεσα θα έχει χαράξει. Το ίδιο, φυσικά, πρόβλημα δεν υπάρχει μόνο στο  Αγγλικό Δίκαιο. Και στα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, όπως στην Ελλάδα, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο του επηρεασμού των ενόρκων από τους δικαστές. 

  Ένα άλλο ζήτημα ,που έχει πολύ ενδιαφέρον,  είναι η δυνατότητα του δικαστή να διατάξει τους ενόρκους να αθωώσουν τον κατηγορούμενο.  Η άσκηση της εξουσίας  αυτής από τον προεδρεύοντα δικαστή  δημιουργεί , κατά την άποψή μου,  πολλά προβλήματα,  αφού στην ουσία καταργεί το σύστημα του Ορκωτού Δικαστηρίου , καθώς  οι ένορκοι πλέον  αντιμετωπίζονται ως διακοσμητικό στοιχείο .   Η κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης ανήκει στους ενόρκους και όχι στον δικαστή, πράγμα το οποίο καταστρατηγείται με αυτήν τη ρύθμιση του νόμου . Επίσης,  το κριτήριο που εφαρμόζουν  τα δικαστήρια στο συγκεκριμένο ζήτημα , δηλαδή η μη ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ορθή καταδίκη του κατηγορούμενου,  είναι παντελώς αόριστο και υποκειμενικό. 

5. Ο τρόπος λήψης απόφασης από τους ενόρκους έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.  Μέχρι το 1967, η απόφαση των ενόρκων  έπρεπε να είναι ομόφωνη , ενώ σήμερα  αρκεί η πλειοψηφία 10-2. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικαστής κατ ΄αρχήν  ζητά από τους ενόρκους να αποφασίσουν ομόφωνα. Σε περίπτωση  που αυτό δεν είναι δυνατόν, οι ένορκοι επιστρέφουν στην αίθουσα του δικαστηρίου και πλέον ο δικαστής τους ζητά να αποφασίσουν τουλάχιστον κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση, φυσικά, που δεν μπορεί να ληφθεί  απόφαση ούτε κατά πλειοψηφία , η δίκη σταματά χωρίς να εκδοθεί τελική ετυμηγορία και δίνεται η δυνατότητα στην Εισαγγελία να ξεκινήσει πάλι νέα δίωξη. 

Η  αλλαγή της νομοθεσίας το 1967 έχει δύο βασικές αιτιολογίες. Πρώτον, για να μην υπάρχει  πια η δυνατότητα σε έναν ή δύο ενόρκους , οι οποίοι έχουν  διαφορετικές  απόψεις από τις κρατούσες στην Αγγλική κοινωνία,   να εμποδίσουν την τελική απόφαση του δικαστηρίου και δεύτερον, για  να μην μπορεί να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος , δωροδοκώντας  ή απειλώντας κάποιους από τους ενόρκους.

Όσον αφορά στο πρώτο επιχείρημα θα πρέπει να αναφέρουμε τα εξής: 

Τα βασικά πλεονεκτήματα  του CrownCourt  υποτίθεται ότι  είναι η δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία  και  ότι μέσω των ενόρκων διαχέεται στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το περί δικαίου αίσθημα του λαού.  Συνεπώς, οι ένορκοι αντιπροσωπεύουν τις τάσεις  της κοινωνίας μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου . Η άρνηση του νομοθέτη να δεχθεί όλες τις απόψεις των πολιτών  με ισότιμο  τρόπο , χρησιμοποιώντας το  επιχείρημα ότι  μερικές  από αυτές   είναι « ακραίες»    και άρα αποδοκιμαστέες ,  είναι βαθιά αντιδημοκρατική  και έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνική πραγματικότητα. Όλοι οι πολίτες  έχουν   το δικαίωμα να  εκφράσουν τις απόψεις τους   μέσα στην Αγγλική κοινωνία και στους θεσμούς της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Η υιοθέτηση της άποψης αυτής οδηγεί ουσιαστικά  στη δημιουργία σωμάτων ενόρκων , τα οποία θα   αναπαράγουν  το κυρίαρχο κοινωνικό μοντέλο, πράγμα που τελικά θα επιβεβαιώσει την άποψη  που είχε διατυπώσει  στο παρελθόν   ο LordDevlin,  ότι  δηλαδή οι ένορκοι εκφράζουν  μόνο τις θέσεις συγκεκριμένων κοινωνικών  τάξεων της Αγγλίας .[32]

Όσον αφορά στο δεύτερο επιχείρημα , δηλαδή την πιθανότητα δωροδοκίας ή απειλής των ενόρκων  , έχουν υπάρξει πολλές αντιρρήσεις από τους θεωρητικούς, αφού  η Εισαγγελία έχει αρκετές  δικονομικές δυνατότητες , που μπορεί να αποτρέψουν τον διορισμό  κάποιου ενόρκου, ο οποίος μπορεί να δωροδοκηθεί. Το δικαίωμα εξαίρεσης των ενόρκων σε συνδυασμό με την έρευνα του παρελθόντος του ενόρκου ( η οποία γίνεται συχνά στην πράξη )  αποτελεί  ένα  σημαντικό μηχανισμό προστασίας.  Όσον αφορά στην πιθανότητα απειλής κάποιου ενόρκου , το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, με διάφορα μέτρα που μπορεί να λάβει,  να τον προστατεύσει ικανοποιητικά και συνεπώς δεν  καθίσταται απαραίτητη  η συγκεκριμένη ρύθμιση.

Η επιλογή του Άγγλου Νομοθέτη  πάνω στο θέμα του τρόπου λήψης της απόφασης  , κατά την άποψή μου, δεν είναι  ορθή ,όχι γιατί ο τρόπος επίλυσης του ζητήματος είναι λανθασμένος,  αλλά  γιατί  οι λόγοι  που οδήγησαν στην συγκεκριμένη ρύθμιση  δεν ήταν αυτοί που έπρεπε . Η αυξημένη πλειοψηφία έχει επιλεγεί, όχι γιατί διευκολύνει την περάτωση της δίκης με την έκδοση μιας τελικής απόφασης,    αλλά γιατί έτσι υποτίθεται ότι οι ετυμηγορίες  των δικαστηρίων θα είναι  περισσότερο προβλέψιμες και θα ακολουθούν την κυρίαρχη τάση. Η δική  μου θέση ξεκινά από το γεγονός  ότι σε περίπτωση που δε σχηματιστεί η απαραίτητη πλειοψηφία είτε για την αθώωση είτε για την καταδίκη  του κατηγορουμένου , η διαδικασία σταματά και ο κατηγορούμενος μπορεί να ξαναδικαστεί από άλλο δικαστήριο. Τούτη η ρύθμιση προκαλεί  καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης και   είναι δαπανηρή και άδικη για τον κατηγορούμενο, ο οποίος συνεχώς μπορεί να οδηγείται σε δίκες , που δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα. Ορθότερη λύση ,πιστεύω,  είναι η λήψη απόφασης με απλή πλειοψηφία ,όπως στη Σκωτία, όπου  αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. 

6. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα του συστήματος του Ορκωτού Δικαστηρίου  είναι η έλλειψη αιτιολογίας των αποφάσεών του  . Από τη μια πλευρά, η ρύθμιση αυτή είναι κατανοητή  , αφού οι ένορκοι είναι πολίτες που δεν έχουν νομική παιδεία και είναι πολύ δύσκολο  να μπορέσουν να καταγράψουν τις σκέψεις τους  σε ένα ολοκληρωμένο κείμενο.  Από την άλλη πλευρά, με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα, κανείς δεν γνωρίζει εάν οι ένορκοι ερμήνευσαν σωστά το νόμο, εάν κατάλαβαν τις οδηγίες του δικαστή, εάν εφάρμοσαν σωστά το βάρος της απόδειξης και γενικότερα εάν έγινε ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτή η ασάφεια,  πως δηλαδή  οι ένορκοι έλαβαν την απόφασή  τους, δημιουργεί μεγάλους προβληματισμούς .

 Η κατάσταση επιτείνεται  από την έλλειψη   δυνατότητας διόρθωσης των αποφάσεων σε δεύτερο βαθμό , εφόσον   τα ένδικα μέσα είναι εντελώς περιθωριακά  στην Αγγλική Ποινική Δικονομία και σπάνια γίνονται δεκτά. Επίσης, σήμερα η ρύθμιση του νόμου έρχεται σε αντίθεση με τη θέση  του Δικαστηρίου  των Δικαιωμάτων των Ανθρώπου  , σύμφωνα με την  οποία  οι αποφάσεις των δικαστηρίων θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες, αφού τούτο επιτάσσεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.[33]  Όλα τα παραπάνω  έχουν οδηγήσει τον Άγγλο Νομοθέτη  σε μια μεγάλη συζήτηση για το πώς θα εφαρμοστεί η αρχή της αιτιολογίας των αποφάσεων και στο Ορκωτό Δικαστήριο. 

7. Η δυνατότητα εφαρμογής του δίκαιου της επιείκειας από τους ενόρκους έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Οι περισσότεροι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι  αυτή αποτελεί μια έκφανση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, αφού οι  πολίτες μπορεί  να μην εφαρμόσουν κάποιον άδικο νόμο και έτσι να προστατεύσουν τον κατηγορούμενο.   Όμως, από την άλλη πλευρά,   η ύπαρξη τούτου του  δικαιώματος   έχει προκαλέσει και  την κριτική κάποιων νομικών στην Αγγλία  , οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η μη εφαρμογή του γραπτού δικαίου από τους ενόρκους  μπορεί να αποβεί και σε βάρος του κατηγορουμένου και έτσι να καταδικασθεί κάποιος για ανύπαρκτο έγκλημα. Μάλιστα, κάποιος από αυτούς χαρακτηρίζει το σώμα των ενόρκων  ως έναν αντιδημοκρατικό, παράλογο και επικίνδυνο νομοθέτη , του οποίου οι εκκεντρικές και μυστικές αποφάσεις έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της νομιμότητας[34].  Εξάλλου , σύμφωνα με την άποψή αυτή, η κατάσταση επιτείνεται  και από την  έλλειψη αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων και συνεπώς οι ένορκοι μπορούν να αυθαιρετούν, χωρίς να μπορούν να ελεγχθούν από κανέναν .  Πάντως,   παρ’ όλες τις αντιρρήσεις  που έχουν αναφερθεί παραπάνω , μέχρι σήμερα   τα σώματα των ενόρκων ασκούν το παραπάνω δικαίωμά τους, χωρίς να συναντούν ιδιαίτερα προβλήματα από τους δικαστές και τους άλλους παράγοντες της δίκης, ίσως γιατί σπάνια καταφεύγουν στη λύση αυτή.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Ο Θεσμός του Ορκωτού Δικαστηρίου, αντίθετα απ’  ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ηπειρωτικής Ευρώπης ,  κυριαρχεί ακόμη ιδεολογικά στη συνείδηση του Αγγλικού Λαού  και μέχρι σήμερα δεν έχει αμφισβητηθεί η χρησιμότητά του. Τα τελευταία 20 έτη γίνονται μεγάλες συζητήσεις για την αναμόρφωση του όλου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης από το Ορκωτό Δικαστήριο, αφού έχουν διαπιστωθεί και κάποιες δυσλειτουργίες. Ήδη, συζητείται η υιοθέτηση του Αμερικάνικου Μοντέλου, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από το CrownCourt( Ορκωτό Δικαστήριο)  με πλήρη σύνθεση , δηλαδή με ενόρκους,  ή μόνο από το δικαστή. Επίσης, υπάρχει πρόταση για μη συμμετοχή των ενόρκων σε δίκες  που αφορούν  σε σοβαρά οικονομικά εγκλήματα και λογιστικές απάτες.  Ακόμη, άλλοι υποστηρίζουν ότι τα σώματα των ενόρκων θα πρέπει υποχρεωτικά να έχουν κάποια μέλη από τις μειονότητες, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για την αμεροληψία τους.  Αυτό  που έχει, πάντως, σημασία  είναι  ότι το σύστημα του Ορκωτού Δικαστηρίου θα παραμείνει σε πλήρη λειτουργία και τα επόμενα έτη στην Αγγλία, σε αντίθεση  με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου οι ένορκοι αντιμετωπίζονται με δυσπιστία  και γίνονται προσπάθειες για περιορισμό του ρόλου τους. 

                                                                        Γεώργιος Παπαδημητράκης 

                                                                        Δικηγόρος Θεσσαλονίκης 


[1]Βλ.Baker, An Introduction to English Legal History, 2002, σελ71 επ. 

[2]Πάντως  οι ένορκοι , όταν εμφανίστηκαν  στο προσκήνιο τον 12ο αιώνα , είχαν ακριβώς τα αντίθετα καθήκοντα, από ό,τι έχουν σήμερα. Δηλαδή, αποτελούσαν ένα σώμα πολιτών ,το οποίο βοηθούσε    τους Ειρηνοδίκες και τους Ιατροδικαστές  στην προσπάθειά τους για την ανεύρεση  του δράστη των  εγκλημάτων  και μάλιστα κατέθεταν ως μάρτυρες στο δικαστήριο .Βλ.   Pollock –  Maitland, The History of English Law,  1898, σελ624-625 ,  Devlin, The Criminal Prosecution in England, 1960, σελ3 επ.  

[3]Βλ.Doran, Trial by Jury στοMcConville – Wilson, The Handbook of The Criminal Justice Process, 2002, σελ380 επ. 

[4]Βλ. Darbyshire , Criminal Law Review 1991 Crim LR 740.

[5]Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία εγκλημάτων τα summaryoffences, τα οποία είναι τα ελαφρότερα αδικήματα και εκδικάζονται πάντα από τους Ειρηνοδίκες .  

[6]Οι Magistrates(Ειρηνοδίκες) είναι δικαστικοί λειτουργοί . Ασχολούνται  κυρίως με την εκδίκαση υποθέσεων , οι οποίες έχουν μικρή ή μεσαία ποινική απαξία. Υπάρχουν δύο κατηγορίες Ειρηνοδικών. Η πρώτη περιλαμβάνει τους λαϊκούς Ειρηνοδίκες ( LayMagistrates) , οι οποίοι δεν έχουν νομική παιδεία και έχουν ως βοηθούς, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έναν γραμματέα , που έχει ειδικές νομικές γνώσεις  . Στην δεύτερη ανήκουν οι StipendiaryMagistrates( αλλιώς DistrictJudges),  οι οποίοι είναι επαγγελματίες δικαστές, συνήθως πρώην δικηγόροι. Βλ. Darbyshire , Magistrates στο  McConville – Wilson, The Handbook of the Criminal Justice Process, ο.π,  σελ. 285 επ,   Garner , A Handbook of Criminal Law Terms ,  2000, σελ 390, 420,   Slapper – Kelly, The English Legal System  2003 , σελ 320 επ.

[7]Κριτήρια για τους δικαστές είναι ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος, ,η ηλικία του, η ψυχική του κατάσταση  κ.λ.π.

[8]Βλ. Καλφέλη,  Η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, 2000, σελ 98 επ. 

[9]Σύμφωνα με το προηγούμενο νόμο , για να μπορεί κάποιος να επιλεγεί ως ένορκος ,θα έπρεπε να έχει ακίνητη περιουσία στην χώρα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα στο  να επιλέγονται ως ένορκοι κυρίως μέλη της μεσαίας και ανώτερης τάξης . Βλ. Report of the Morris Department Committee on Jury Service,1965,Cmnd 2627, παρ. 38-42.

[10]Βλ. το άρθρο 380 Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ρυθμίζει παρόμοια ζητήματα.

[11]Βλ   Zander , Cases and Materials on the English Legal System, 1999,  σελ402 επ,  Slapper- Kelly, ο.π, σελ468 επ,  Sprack, Emmins on Criminal Procedure, 1997 , σελ252 επ,  Padfield , Text and Materials on the Criminal Justice Process, 2000, σελ358 επ.

[12]Βλ. R V Mason 1980, 3 A11 ER 777, Annex to the Attorney- General Guidelines on Jury Checks, Recommendations of the Association of Chief Police Officers 1988, 3 A11 ER 1086. 

[13]Βλ.  Padfiled, ο.π , σελ 359.

[14]Πάντως είχε και το δικαίωμα  της αιτιολογημένης  εξαίρεσης των ενόρκων.

[15]Αυτό μπορεί να γίνει  μόνο εάν  πρώτα η υπεράσπιση αναφέρει  συγκεκριμένα πραγματικά   περιστατικά , που  μπορούν να οδηγήσουν  στο συμπέρασμα ότι ο ένορκος δεν είναι κατάλληλος, για να ασκήσει τα καθήκοντά του . Μετά , μέσω των ερωτήσεων,  δίνεται η δυνατότητα στην υπεράσπιση  να αποδείξει και  την ουσιαστική  βασιμότητα των ισχυρισμών της   . Όμως, επειδή η υπεράσπιση γνωρίζει μόνο το όνομα και τη διεύθυνση των υποψηφίων ενόρκων και επειδή δεν έχει πάντα μεγάλη οικονομική δυνατότητα ,  συνήθως δεν μπορεί να ερευνήσει  το παρελθόν των ενόρκων, πράγμα που θα της επέτρεπε  να αντλήσει από αυτό στοιχεία, που θα αποδείκνυαν την ακαταλληλότητα τους. 

[16]Φυσικά και έχει και το δικαίωμα  αιτιολογημένης εξαίρεσης ενόρκων. 

[17]Ο δικαστής πάντως δεν έχει το δικαίωμα κατ’ αρχήν  να διατάξει τους ενόρκους να καταδικάσουν τον κατηγορούμενο . Για το ζήτημα αυτό και τις εξαιρέσεις του παραπάνω κανόνα βλ.  Μ. Zander, ο.π,σελ447,  Devlin, Trial by Jury, 1966 σελ84,  Leer 1982 CrimLR,  310, R v Clemo 1973, RTR , 176, DPP v Stonehouse 1978, AC 55, Gent 1990 1 A11 ER, 364, Hill and Hall 1988 Cr App Rep,  1989 Crim LR, 136.

[18] Βλ.  Zander, ο.π, σελ446 , R v Mansfield 1977 65 Cr App Rep 276, Pattenden, The Submission of No Case- Some Recent Developments ,1982 Crim LR , 558,   Wolchover , Stopping the trial in Suspect Cases, New Land Journal 1982, 527.  

[19]Βλ.   Gane – Stoddart, Criminal Procedure  in Scotland , 2002, σελ409. 

[20]Βλ. Contempt of the Court Act 1981,  Jaconelli, Some Thoughts on Jury Secrecy, Legal Studies, March 1990 , σελ91 επ.

[21]Βλ. Baker, ο.π, σελ97 επ.

[22] Βλ.  Devlin, The Conscience of the Jury, 1991, 107 LQR 398.

[23]Βλ.  Ashworth, The criminal Process, An Evaluative Study,  1995, σελ229 επ.

[24]Βλ. Hedderman– Moxon, MagistratesCourt, σελ 20. 

[25]Βλ.  Vennard, The Outcome of Contested Trials, Managing Criminal Justice , 1985, σελ131 επ. 

[26]Ο νόμος αυτός  ισχύει από το 1215 μχ  και αποτελεί  την βάση των  πολιτικών και προσωπικών  δικαιωμάτων των Άγγλων πολιτών ( σημ. Στην Αγγλία δεν υπάρχει επίσημο γραπτό Σύνταγμα). Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι υπάρχουν και απόψεις που αμφισβητούν ότι η Μεγάλη Χάρτα έδωσε  το δικαίωμα στους  πολίτες  να δικάζονται μόνο  από άλλους πολίτες. Βλ.  Darbyshire, The Lamp that shows that freedom lives- is it worth the candle? ,1991,CrimLR 740. 

[27]Βλ. Zander, ο.π, σελ  416.

[28]Βλ.  Devlin, Trial by jury, σελ20. 

[29]Βλ.  Zander, ο.π,  σελ416 επ.

[30]Βλ. R v Ford 1989, QB 868.

[31]Βλ. JVennard –  Riley, The use of Preremptory Challenge and Stand By of Jurors and Their Relationship to trial outcome , 1988 CrimLR 731.

[32]Βλ.  Devlin, Trial by Jury, 1956,σελ20. 

[33]Βλ. MurrayvUK,1996, 22 EHRR,29, CondronvUK, 2000, 30 EHRR1. Ήδη ο Άγγλος  νομοθέτης επέβαλε την αιτιολόγηση των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου. 

[34] Βλ.  Darbyshire, ο.π , σελ 740 επ. 

4 σκέψεις σχετικά με το “Ο Θεσμός των ενόρκων στο αγγλικό δίκαιο

Add yours

Σχολιάστε

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑