ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΡΥΠΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Ενας σημαντικός αριθμός εγκλήματων που σχετίζονται με τον κυβερνοχώρο ή διαπράττονται μέσω πληροφοριακών συστημάτων έχουν οικονομική χροιά, δηλαδή τελούνται για να αποκομίσει ο δράστης ορισμένο περιουσιακό όφελος.  Το όφελος αυτό λόγω της έλλειψης- τις περισσότερες φορές-  άμεσης επαφής δράστη και θύματος διακινείται μέσω του τραπεζικού συστήματος είτε μέσω διάφορων επενδυτικών εργαλείων, τα οποία εξασφαλίζουν την γρήγορη και ασφαλή  πρόσβαση του δράστη στο “ κέρδος του”.  Η χρήση των σύγχρονων μεθόδων μεταφοράς χρημάτων ή άλλων αγαθών δεν είναι πάντοτε ανέφελη για τον δράστη , αφού υπάρχουν διάφοροι μέθοδοι με τις οποίες μπορεί να αποκαλυφθεί η ταυτότητά του αλλά και να κατασχεθεί το εγκληματικό προϊόν.  

Γι’ αυτό το λόγο και σε περιπτώσεις, όπου τα κέρδη από την εγκληματική δραστηριότητα είναι σημαντικά , οι δράστες προσπαθούν από την μια πλευρά  να καλύψουν τα ίχνη τους  και από την άλλη  να εμφανίσουν ως νόμιμα τα κέρδη τους , για να μπορούν να τα αξιοποιήσουν περαιτέρω. 

Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο σημαντικούς κινδύνους για την ακεραιότητα και την φήμη των τραπεζικών συστημάτων σε διεθνές επίπεδο[1]αλλά και ενισχύει την δύναμη των εγκληματικών ομάδων και τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίες αποκτούν σημαντικούς πόρους για να συνεχίσουν και να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους[2].

 Σήμερα έχει αναπτυχθεί σε διεθνές επίπεδο ένα βασικό νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού , ενώ στην Ελλάδα το ζήτημα ρυθμίζεται από τον ν. 3691/2008 , ο οποίος αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσης εργασίας υπό το πρίσμα, όμως της χρησιμοποίησης κρυπτονομισμάτων γιατην νομιμοποίηση  εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ 

Η αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στη διεθνή κοινότητα[3]και στην Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε ήδη από το 1988 με την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών που είχε υπογραφεί στην Βιέννη[4]και βασικός σκοπός ήταν η αντιμετώπιση των κερδών που προέρχονται κυρίως από αδικήματα που συνδέονται με την πώληση ναρκωτικών ουσιών και που διαχέονταν μέσω Off- shore κι άλλων ανώνυμων επενδυτικών  οχημάτων σε όλο το τραπεζικό σύστημα και ιδίως σε «φορολογικούς παραδείσους». 

 Με το νόμο 1990/1991 κυρώθηκε  η Σύμβαση αυτή και από την Ελλάδα και αποτελεί το πρώτο νομοθέτημα με το οποίο επιχειρήθηκε να τεθεί η βάση και να ορισθούν βασικές έννοιες που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 Στη συνέχεια το 2000 με τη δεύτερη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών που υπεγράφη στο Παλέρμο και από την Ελλάδα, έγινε εμφανής η συνάρτηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος με το οργανωμένο έγκλημα. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υπέγραψε το 1990 στο Στρασβούργο τη Σύμβαση για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, την οποία η Ελλάδα κύρωσε μετά από οκτώ έτη με το νόμο 2655/1998. 

Το κανονιστικό ευρωπαϊκό πλαίσιο διαμορφώθηκε με βάση την οδηγία 91/308/ΕΟΚ, την οδηγία 2001/97/ΕΚ, την οδηγία 2005/60/ΕΚ[5], που αφορούσαν την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τον κανονισμό ΕΚ 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ στην Ελλάδα τα σημαντικότερα νομοθετήματα για το ζήτημα αυτό ήταν ο νόμος 2331/1995 αλλά και ο νόμος 3691/2008, στον οποίο έχουν ενσωματωθεί όλες οι κοινοτικές νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του παραπάνω φαινομένου.  

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με το άρθρο 55 του ν. 3691/2008 καταργείται συνολικά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, το οποίο ρυθμίζεται πλέον σε νέα βάση , πράγμα που αποτρέπει την αναδρομική ισχύ διατάξεων που για  πρώτη φορά εισάγονται με τον νέο νόμο και δεν καλύπτονται από τον προηγούμενο, ενώ πάντοτε έχει εφαρμογή το άρθρο 2 του ΠΚ. 

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ 

Οπως προκύπτει από τον νόμο  3691/2008 η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν αφορά κάθε περίπτωση  εμφάνισης και αξιοποίησης  “ μαύρου χρήματος”  αλλά απαιτείται τα προς “ ξέπλυμα “ έσοδα  να προέρχονται από την τέλεση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων, τα οποία ονομάζονται βασικά.[6]

Στην συγκεκριμένη περίπτωση των εγκλημάτων που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό έγκλημα,  η ενεργοποίηση  του νόμου 3691/2008  λαμβάνει χώρα σε περιπτώσεις όπου το βασικό έγκλημα είναι η απάτη με υπολογιστή, άλλα αδικήματα ( πχ σωματοεμπορία) τα οποία μπορούν να τελούνται και μέσω πληροφοριακών συστημάτων , όπως και κάθε  αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητικής της ελευθερίας , της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος , δηλαδή σε περιπτώσεις όπως το άρθρο 370Β παρ. 2 ή  το άρθρο 370 Δ ΠΚ. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην 18η κατηγορία βασικών εγκλημάτων (στην προαναφεθείσα δηλαδή) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο ύψους του παραχθέντος “βρώμικου χρήματος”  (το οποίο ήταν 15.000 ευρώ στο νόμο 2331/1995) , πράγμα που δημιουργεί  ερμηνευτικές δυσχέρειες, αφού πλέον σ’ αυτήν φαίνεται ότι μπορούν να ενταχθούν όλα τα εγκλήματα , αρκεί να υπάρχει άμεσο ή έμμεσο περιουσιακό όφελος και ανεξαρτήτως ύψους. 

Η άποψη αυτή πάντως δεν είναι απροσμάχητη[7], αφού έχει υποστηριχθεί ότι το βασικό έγκλημα μπορεί να είναι αποκλειστικά μόνο αυτό που περιλαμβάνει το στοιχείο του οφέλους είτε ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης είτε ως περιεχόμενο ενός υπερχειλούς υποκειμενικού δόλου. 

Οι απαγορευμένες ενέργειες αναφέρονται στο άρθρο 2  του παραπάνω νόμου, όπου ορίζεται και η έννοια της νομιμοποίησης εσόδων. Ετσι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη,  η νομιμοποίηση εσόδων μπορεί να έχει το εξής περιεχόμενο: 

  1. Η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του. 
  2. Η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή στον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες. 
  3. Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες. 
  4. Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα. 
  5. Η σύσταση οργάνωσης ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων από τις πράξεις που αναφέρονται στα παραπάνω στοιχεία α ́ έως δ ́ και η συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση ή ομάδα.

Οι παραπάνω πράξεις μπορούν να τελεστούν είτε με την κλασική μορφή , όπως πχ με την εικονική αγορά ακινήτων, την χρησιμοποίηση των καζίνο κλπ , αλλά και με την χρήση των νέων τεχνολογιών. Ετσι για παράδειγμα η διαδικτυακή τραπεζική, τα ηλεκτρονικά μετρητά , ο ηλεκτρονικός χρυσός , οι προπληρωμένες κάρτες τηλεφώνου , τα ιδιόκτητα συστήματα ( πνευματικά δικαιώματα, ευρεσιτεχνίας) προσφέρουν νέους και πολλές φορές εύκολους τρόπους για την νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων. 

Η νομιμοποίηση αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζει κάποιο νόμιμο τίτλο για τα παράνομα έσοδα  ( με εξαίρεση την τέταρτη  περίπτωση  η οποία προστέθηκε για πρώτη φορά με τον νόμο  3691/2008, σύμφωνα με την οποία και η απλή μόνο κατάθεση σε τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται ο σκοπός της προσδώσεως νομιμοφάνειας θεωρείται ως αυτοτελή πράξη νομιμοποίησης[8]), πράγμα που μπορεί να γίνει είτε μέσω του τραπεζικού συστήματος  ή με την χρήση οποιουδήποτε άλλου επενδυτικού εργαλείου[9], ενώ κατά την άποψή μας  ο τίτλος που αποκτάται θα πρέπει να είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω, διότι σε αντίθετη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο της νομιμοποίησης , δηλαδή η δυνατότητα χρησιμοποίησης  του περιουσιακού στοιχείου από τον δράστη για την ανάπτυξη της εγκληματικής του δράσης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούμε ιδιαίτερα στον προβληματισμό που δημιουργεί η αξιοποίηση των bitcoins ή άλλων ηλεκτρονικών νομισμάτων για την απόκρυψη και μεταφορά χρηματικών ποσών. 

Το bitcoin βασίζεται στην τεχνολογία του blockchain και ουσιαστικά αποτελεί αμοιβή[10]για την χρήση των υπολογιστικών πόρων των χρηστών, οι οποίοι εξασφαλίζουν την ακεραιότητα και την αξιοπιστία της λειτουργίας του τελευταίου. Οι μονάδες του νομίσματος που ονομάζονται «Bitcoins» χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση και τη μετάδοση αξίας μεταξύ των συμμετεχόντων στο δίκτυο του bitcoin..

Οι χρήστες μπορούν να μεταφέρουν bitcoins μέσω του διαδικτύου για να πραγματοποιήσουν οποιεσδήποτε συναλλαγές μπορούν να γίνουν και με συμβατικά νομίσματα, όπως το να αγοράζουν και να πωλούν αγαθά, να στέλνουν χρήματα σε άτομα ή οργανώσεις, ή να επεκτείνουν πιστώσεις. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά νομίσματα, τα bitcoins είναι εντελώς εικονικά. Δεν υπάρχουν φυσικά κέρματα ή ακόμη και καθ’ εαυτό ψηφιακά νομίσματα.

 Ο νομικός χαρακτηρισμός του bitcoin έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού κατά την άποψή μας,  εάν το bitcoin δεν θεωρηθεί ως περιουσιακό στοιχείο , τότε η μετατροπή περιουσίας σε bitcoin ή και το αντίστροφο δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόποινη πράξη, αφού θα λείπει το στοιχείο της «νομιμοποιήσεως» αλλά και της « περιουσίας».

  Σύμφωνα με το ΔΕΚ ( απόφαση C-264/14) αλλά και την έκθεση της ΕΚΤ του 2012 εικονικά νομίσματα ορίζονται τα μη υποκείμενα σε ρύθμιση ηλεκτρονικά χρήματα, τα οποία εκδίδονται και ελέγχονται από τους εκδότες τους και γίνονται δεκτά από τα μέλη τους. Τα εν λόγω εικονικά νομίσματα ομοιάζουν προς τα λοιπά ανταλλασσόμενα νομίσματα,  όσον αφορά την χρήση τους στον πραγματικό κόσμο, όμως διαφέρουν από το ηλεκτρονικό χρήμα , αφού σε αντίθεση με αυτό τα χρηματικά ποσά δεν εκφράζονται σε κάποια συμβατική μονάδα ( πχ ευρώ) αλλά και σε μια εικονική μονάδα ( πχ bitcοin). Το ΔΕΚ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το bitcoin αποτελεί συμβατικό μέσο πληρωμής και συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα άϋλο περιουσιακό στοιχείο[11]. Η θέση αυτή δεν είναι απροσμάχητη αφού πχ  δικαστήριο στις ΗΠΑ ( Miami Case F14-2923) δέχθηκε  ότι το bitcoin δεν είναι χρήμα , αφού δεν εκδίδεται από οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα , δεν είναι ενσώματο περιουσιακό στοιχείο και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ξεπλήματος. Παρά ταύτα σε επίπεδο φορολογίας στις ΗΠΑ τα bitcoins αντιμετωπίζονται ως εισόδημα και μπορούν να φορολογηθούν.[12]

Κατά την άποψή μας τα bitcoins  δεν είναι νομίσματα , αφού δεν εκδίδονται και δεν γίνονται δεκτά από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών [13], όμως αποτελούν άϋλο περιουσιακό στοιχείο ( με την μορφή των ψηφιακών δεδομένων)[14], αφού σε οικονομικό επίπεδο αποτελούν αντικείμενα συναλλαγής , μπορούν να μετατραπούν σε χρήματα κρατών ( σε ιδιωτικό επίπεδο)  και να στηρίξουν την αγορά διαφόρων αγαθών.

 Η επίσημη αναγνώριση από τα κράτη του συγκεκριμένου κρυπτονομίσματος δεν έχει σημασία στο επίπεδο αυτό , αφού υπάρχουν οικονομικά αγαθά που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών και έχουν αξία, ενώ δεν σχετίζονται με κρατικές δομές ή είναι και παράνομα[15]( πχ παλαιότερα τα χρυσά νομίσματα κρούγκεραντ που δεν εκδίδονται μάλιστα από την κρατική τράπεζα της Νοτίου Αφρικής  αλλά από το χυτήριο χρυσού Rand Refinery, δεν αποτελούσαν αντικείμενο συναλλαγής την δεκαετία του 1980 , αφού απαγορευόταν η κατοχή τους  από την νομοθεσία των ΗΠΑ και λοιπών κρατών). 

Πάντως σε κάθε περίπτωση το ζήτημα των εικονικών νομισμάτων ή άλλων νέων επενδυτικών προϊόντων θα πρέπει να ρυθμιστεί και σε νομοθετικό επίπεδο , έτσι ώστε να υπάρξει ασφάλεια δικαίου, η οποία φυσικά είναι απαραίτητη ιδίως στην αντιμετώπιση του ποινικού φαινομένου.  

Οσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο θα πρέπει να τονιστεί ότι για τις πρώτες 3 περιπτώσεις απαιτείται ρητά ο δράστης να τελεί την πράξη εν γνώσει της προελεύσεως, δηλαδή απαιτείται δόλος α και β βαθμού, ενώ για τις υπόλοιπες περιπτώσεις αρκεί δόλος οποιουδήποτε βαθμού. Επίσης τα εγκλήματα στις περιπτώσεις α και δ είναι υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης , αφού απαιτείται ο δράστης να έχει ως στόχο την απόκρυψη ή την συγκάληψη της παράνομης προέλευσης της περιουσίας ή η παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του ή να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα ( περ. δ).

Το ζήτημα που τίθεται είναι εάν για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος  θα πρέπει ο δράστης να γνωρίζει ότι η περιουσία προέρχεται αόριστα από κάποια εγκληματική πράξη ή θα πρέπει να έχει γνώση της τέλεσης του συγκεκριμένου βασικού αδικήματος  ( τόπος , χρόνος , πράξη) που  δημούργησε το “μαύρο χρήμα”. Αν και ο νόμος δεν ορίζει ρητά , η νομολογία ήδη έχει κρίνει ότι απαιτείται η εξειδικευμένη , σαφής και αναλυτική γνώση της ταυτότητας της προηγούμενης εγκληματικής πράξεως.[16]Τούτο είναι ορθό και σε θεωρητικό επίπεδο αφού η προέλευση της νομιμοποιούμενης περιουσίας είναι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δηλαδή απαιτείται να γνωρίζει ο δράστης ότι η περιουσία προήρθε από αξιόποινη πράξη.

Τέλος θα πρέπει να αναφερθούμε σε ένα ζήτημα που έχει προβληματίσει τον νομοθέτη αλλά και τους θεωρητικούς του δικαίου ήδη από την δημιουργία του πρώτου  νομικού πλαισίου για την αντιμετώπιση του μαύρου χρήματος , δηλαδή κατά πόσο ο δράστης του ξεπλύματος μπορεί να είναι και ο δράστης του βασικού εγκλήματος.

  Ηδη από τον ν. 2331/1995 υποστηρίχθηκαν και οι δύο απόψεις με κρατούσα την θέση ότι τούτο δεν είναι δυνατόν. [17]Το ζήτημα λύθηκε οριστικά με ρητή πρόβλεψη στον ν. 3424/2005 σύμφωνα με την οποία η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις της νομιμοποιήσεως , ενώ  επιπλέον απαιτήθηκε η τέλεση από τον ίδιο ή άλλον  να εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. [18]

 Σήμερα με τον άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3691/2008 η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων ( αυτουργού και συμμετεχόντων) για τις πράξεις των στοιχείων α, β και γ της παραγράφου αυτής, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος.  Η διάταξη αυτή είναι προβληματική, αφού το βασικό και το έγκλημα της νομιμοποιήσεως είναι πάντοτε διαφορετικά εγκλήματα,  δηλαδή συρρέουν πραγματικά και όχι κατ’ ιδέα, συνεπώς η διατύπωση δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικό όσον αφορά την επίλυση του ζητήματος. .

Ο νομοθέτης μάλλον εννοεί ότι η συρροή είναι αληθινή και όχι φαινομενική,[19](οι πραπάνω διατάξεις ήρθαν να αντιμετωπίσουν την προηγούμενη κρατούσα θέση για τον αποκλεισμό βασικού εγκλήματος και τέλεσης αυτού της νομιμοποιήσεως, ενώ ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι οι πράξεις συρρέουν πραγματικά),  παρά του ότι σε θεωρητικό επίπεδο έχει προταθεί ότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι το ίδιο με αυτό του βασικού εγκλήματος και όχι η φήμη ή η ακεραιότητα του τραπεζικού συστήματος , πράγμα που συνεπάγεται την φαινομενική συρροή μεταξύ των δύο εγκλημάτων. [20]

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ 

Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 3691/2008 προβλέπονται οι εξής ποινικές κυρώσεις για τα φυσικά πρόσωπα που κατηγορούνται για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες: 

Α.   Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. 

Β.  Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α  τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ, αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα  της παθητικής δωροδοκίας, της ενεργητικής δωροδοκίας και της δωροδοκίας δικαστή, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης. 

Γ.  Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας. 

Δ.  Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται ο υπάλληλος του υπόχρεου νομικού προσώπου ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά ύποπτων συναλλαγών πρόσωπο παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις. 

Ε. Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι συγγενής εξ ΄αίματος ή εξ ΄αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και του β ́ βαθμού ή σύζυγος, θετός γονέας ή θετό τέκνο του υπαίτιου του βασικού αδικήματος. 

Στ. Αν η προβλεπόμενη ποινή για το βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση και τα προκύψαντα έσοδα δεν υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως δύο ετών. Αν ο υπαίτιος ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. 

Τέλος στα εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες , για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του ΠΚ., λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών –μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του έτους 2005 για την νομιμοποίηση , ανίχνευση , κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή  για αποφάσεις κρατών μελών της ΕΕ, αφού στην περίπτωση έκδοσης καταδικαστικών αποφάσεων για το ίδιο αδίκημα δημιουργείται κώλυμα λόγω της αρχής Ne bis in idem[21]και δεν μπορεί πλέον να κινηθεί ποινική δίωξη. 

ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΗ ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΕΥΣΗΣ 

Σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 3691/2008 προβλέπεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊον βασικού εγκλήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊον τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδκημάτων κατάσχονται  και εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς τους στον ιδιοκτήτη κατά το άρθρο 373 ΚΠΔ  δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση αυτή επιβάλλεται ακόμη και εάν τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν σε τρίτον , εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος  ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά τον χρόνο κτήσεως αυτών, ενώ οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. 

 Εαν δε η περιουσία ή το προϊόν δεν υπάρχει πλέον ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους της παρ. 1 περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος κατά τον χρόνο της καταδικαστικής απόφασης , όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο[22]. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας  ή του προϊόντος , αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία προς δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος.

Για το ζήτημα της δήμευσης θα πρέπει να τονιστούν τα εξής :

Α. Δήμευση επιτρέπεται όχι μόνο για την περιουσία που έχει παραχθεί από την νομιμοποίηση εσόδων αλλά και για τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν το προϊον βασικού εγκλήματος , ακόμη και εάν στην βασική διάταξη δεν υπάρχει ανάλογη πρόβλεψη, όταν το έγκλημα τιμωρείται μεμονωμένα. 

Β. Οσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα τέλεσης αυτών των αδικημάτων , θα πρέπει να αποδειχθεί  η λειτουργική σύνδεση της περιουσίας με την συγκεκριμένη άδικη πράξη , δηλαδή το περιουσιακό στοιχείο θα πρέπει να είναι ουσιαστικά το μέσο τελέσεως της εγκληματικής συμπεριφοράς που ολκληρώθηκε ήδη , άλλως το περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε από τον δράστη αποφασιστικά , ώστε να ενισχυθεί η δραστική αποτελεσματικότητά του στην πραγμάτωση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που διέπραξε. 

Γ. Το άρθρο 46 προβλέπει τη δυνατότητα δήμευσης των περιουσιακών στοιχείων που προορίζονταν προς τέλεση των συγκεκριμένων αδικημάτων αλλά και σε περίπτωση απόπειρας τους.Η πρώτη περίπτωση φαίνεται να καλύπτει τις προπαρασκευαστικές ενέργειες  και διευρύνει το μέγεθος της περιουσίας που μπορεί να δημευθεί. 

Δ. Δεν ρυθμίζεται νομοθετικά το ζήτημα της απόκτησης περιουσιακού στοιχείου με χρήματα και με νόμιμο τρόπο αλλά  και από παράνομη πράξη. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας [23]και να επιβληθεί η δήμευση μόνο στο τμήμα του περιουσιακού στοιχείου που προήλθε ο έκνομη δραστηριότητα.[24]

Ε. Υπάρχει η δυνατότητα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων τρίτων με την προϋπόθεση να τελούσε ο ίδιος εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν έχει ιδιαίτερη εφαρμογή, αφού εάν συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση μάλλον θα είναι  αυτουργός- συνεργός  του εγκλήματος , ενώ η χρησιμότητά της  περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου το τρίτο πρόσωπο αποκτά την σχετική του ιδιότητα  εξαιτίας της διαφορετικής δικονομικής ή ουσιαστικής εξέλιξης της δικής του υπόθεσης ( πχ παραγραφή ή χωρισμός δικογραφιών).  

Στ. Προβληματική είναι  και  η πρόβλεψη για τη δυνατότητα δέσμευσης περιουσίας τρίτου, ο οποίος έχει άμεση γνώση ,κατά τον χρόνο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων του, για την μελλοντική χρησιμοποίησή τους ως μέσων πραγμάτωσης από τον δράστη των αδικημάτων που περιγράφονται στο άρθρο 46, αφού δεν μπορεί να είναι επιτρεπτή η προγνωστική ( άμεση) αντίληψη του κυρίου των περιουσιακών στοιχείων για την μελλοντική χρήση τους  από  άλλον. Στην περίπτωση αυτή και εφόσον έχει παράσχει τα μέσα τότε είναι τουλάχιστον απλός συνεργός και όχι τρίτος. 

Ζ. Η δήμευση επιβάλλεται υποχρεωτικά και ανεξάρτητα από την ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης πχ σε περιπτώσεις θανάτου του κατηγορουμένου, απαράδεκτο ποινκής δίωξης κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές η δήμευση διατάσσεται από το δικαστικό συμβούλιο ή με απόφαση δικαστηρίου και η σχετική  κύρωση έχει μάλλον τον χαρακτήρα μέτρου ασφαλείας, του οποίου όμως η συνταγματικότητα αμφισβητείται , διότι πολλές  φορές λόγω του γεγονότος που δεν επιτρέπει την εκδοση απόφασης ( πχ θάνατος κατηγορουμένου) ελλείπει και  ο κίνδυνος για την δημόσια τάξη.  [25]

 ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ 

Σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 3691/2008 επιτρέπεται ως ειδική ανακριτική πράξη η απαγόρευση κίνησης κάθε είδους λογαριασμών , τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό , το άνοιγμα θυρίδων, θησαυροφυλακίων και η απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου. Τα παραπάνω ισχύουν και για τα βασικά αδικήματα αλλά και για την περιουσία που έχει αποκτηθεί από την νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική  δραστηριότητα.

 Από την λήψη της οικείας διάταξης του ανακριτή  , το πιστωτικό ίδρυμα κλπ αποκτά την ιδιότητα του μεσεγγυούχου και πλέον το περιουσιακό στοιχείο τίθεται εκτός συναλλαγής[26]και υπάρχει απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης ή διάθεσής του. Τούτο συμβαίνει για την διευκόλυνση του ανακριτικού έργου ( διατήρηση στοιχείων εγκλήματος)  αλλά και για να μπορεί να εφαρμοστεί η ειδική δήμευση του άρθρου 46 του ν. 3691/2008. [27]

Εαν μάλιστα απαιτούνται λόγω της φύσης του πράγματος ( πχ ακίνητα) και πρόσθετες ενέργειες ( πχ δημοσίευση στα κτηματολογικά βιβλία), η δέσμευση εκκινεί μόλις ολοκληρωθούν οι προϋποθέσεις του νόμου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαγορεύονται μόνο οι ενέργειες που απομειώνουν την δεσμευμένη περουσία και όχι οι αντίθετες πχ κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό , ο οποίος έχει δεσμευτεί.  

Ενα ζήτημα που μπορεί να προκύψει στην πράξη ( και για το ζήτημα της δήμευσης αλλά και της δέσμευσης) είναι ο τρόπος με τον οποίο η περιουσία του κατηγορουμένου σε πρώτο στάδιο θα αδρανοποιηθεί και εφόσον καταδικασθεί θα δημευθεί. Ετσι πχ σε περίπτωση όπου έχουμε περιουσία από κρυπτονομίσματα, η δυνατότητα αδρανοποίησης της είναι ιδιαίτερα δυσχερής , αφού  αυτά δεν κρατούνται σε επίσημα πιστωτικά ιδρύματα ή θησαυροφυλάκια. 

Στις περιπτώσεις αυτές η ανεύρεση των αποστολέων αλλά και των παραληπτών  είναι σχεδόν αδύνατη[28],αφού χρησιμοποιούνται ψευδώνυμα και ειδικοί κωδικοί, ενώ τα δύο μέρη  μπορεί να ευρίσκονται οπουδήποτε (το ζήτημα της μετατροπής σε εικονικά νομίσματα έχει και την διεθνή του διάσταση , αφού στην νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα  έχει εφαρμογή το άρθρο 6 και 9 του ΠΚ και όχι το 8 του ΠΚ, ενώ παράλληλα προβλέφθηκε στο άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3691/2008 ότι νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες υπάρχει και όταν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχεται η προς νομιμοποίηση περιουσία έλαβαν χώρα στο έδαφος άλλου κράτους, εφόσον αυτές θα ήταν βασικό αδίκημα εάν διαπράττονταν στην Ελλάδα και θεωρούνταν αξιόποινες με την νομοθεσία του κράτους αυτού)[29].  Οταν πχ  ένας αποστολέας στέλνει bitcοin σε κάποιον που ξεπλένει χρήματα δεν ανταλλάσσονται στοιχεία που να επιτρέπουν την ταυτοποίηση του χρήστη , ενώ σε περίπτωση αύξησης των προσπαθειών ελέγχου του χώρου από τις διωκτικές αρχές θα αυξηθεί η δυσπιστία των χρηστών προς τις κυβερνήσεις (γι’ αυτό άλλωστε δημιουργήθηκαν και τα νομίσματα αυτά) με αποτέλεσμα να  αυξηθούν τα μέτρα ασφαλείας και η ανωνυμία των χρηστών . [30]

Επίσης είναι προβληματικός ο έλεγχος των κινήσεων μέσων των « ανθρακωρύχων» , αφού και αυτοί είναι ανώνυμοι και δεν γνωρίζουν για την φύση των συναλλαγών που διεξάγονται μέσω της τεχνολογίας του blockchain. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την ομάδα ανάπτυξης του bitcoin, αφού πρώτον το παραπάνω εικονικό νόμισμα είναι ένα δίκτυο ανοικτού κώδικα με ενεργή κοινότητα, συνεπώς η δυνατότητα ελέγχου των συναλλαγών είναι σχεδόν αδύνατη και δεύτερον είναι δύσκολο να συσχετιστεί η ομάδα ανάπτυξης του bitcoin με τις επιμέρους συναλλαγές που μπορεί να προκύψουν στο δίκτυο. 

Η ομάδα ανάπτυξης λειτουργεί περισσότερο ως πρακτορείο προτύπων και όχι ως μια κεντρική αρχή που ελέγχει τη λειτουργία του δικτύου.

Κατά την άποψη των θεωρητικών, ο πιο εύκολος τρόπος ελέγχου της παράνομης δραστηριότητας συνδέεται με την νομοθετική ρύθμιση των συναλλαγματικών ισοτιμιών του bitcoin και των ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων , αφού πρώτον  εάν  τα κρυπτονομίσματα  αναγνωριστούν  ως νομίσματα  θα μπορούσε να ελέγχονται οι συναλλαγές  στα ανταλλακτήρια[31], ενώ δεύτερον  η εισαγωγή των ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων στο άρθρο 5 του . 3591/2008 θα καταστήσει τους ασχολούμενους με το συγκεκριμένο αντικείμενο υπόλογους  για τις εγκληματικές πράξεις που διαπράττονται στον συγκεκριμένο χώρο.[32]

ΕΠΙΤΡΟΠΗ του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 

Εκτός από τις δικαστικές αρχές ,η αντιμετώπιση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος έχει ανατεθεί  και  σε ειδική επιτροπή , η οποία εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Οι εξουσίες της επιτροπής είναι παρόμοιες με αυτές των Εισαγγελέων[33]και ουσιαστικά αποτελεί μια παραεισαγγελία , γι’ αυτόν τον λόγο μάλιστα η σχετική νομοθετική επιλογή έχει δεχθεί σφοδρή κριτική  [34].

Η επιτροπή έχει πρόσβαση σε κάθε απόρρητο δεδομένο, δεν δεσμεύεται από το φορολογικό απόρρητο , αξιολογεί τα στοιχεία του ΤΗΡΕΣΙΑ , δεν είναι υποχρεωμένη να ακούσει τον ερευνόμενο και να του δώσει πρόσβαση στα στοιχεία της δικογραφίας. 

 Επίσης η επιτροπή μπορεί να διενεργεί προανακριτική έρευνα και για το βασικό έγκλημα και γι’ αυτό της νομιμοποιήσεως , ενώ μπορεί να θέτει την υπόθεση στο αρχείο και να υφαρπάσει αρμοδιότητες της Εισαγγελικής Αρχής. Επίσης μπορεί να τελεί ανακριτικές πράξεις όπως κατ’ οίκον έρευνα με τήρηση βέβαια των εγγυήσεων του άρθρου 9 του Συντάγματος καθώς να επιβάλει ειδικά μέτρα , όπως το πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών[35], η απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κλπ. 

ΟΔΗΓΙΑ 2018/843 

Οι εξελίξεις στον χώρο της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα συνεχίζονται μέσα στα πλαίσια της ΕΕ, αφού ήδη από το 2016 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε σχέδιο για την αναμόρφωση της σχετική νομοθεσίας ιδίως όσον αφορά τα εικονικά νομίσματα, αναγνωρίζοντας ότι το μέχρι σήμερα πλαίσιο δεν είναι επαρκές. Αποτέλεσμα των παραπάνω προσπαθείων είναι η οδηγία 2018/843, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα κάτωθι: 

Α. Υπόλογα πρόσωπα για τον έλεγχο των ύποπτων δραστηριοτήτων θα είναι και οι πάροχοι που ασχολούνται με υπηρεσίες ανταλλαγής εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων καθώς και οι θεματοφύλακες ψηφιακών πορτοφολίων .

Β. Δίνεται ο ορισμός του εικονικού νομίσματος, σύμφωνα με τον οποίο είναι μια ψηφιακή αναπαράσταση αξίας που δεν εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή δημόσια αρχή ούτε έχει την εγγύησή τους, δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα και δεν διαθέτει το νομικό καθεστώς νομίσματος ή χρήματος, όμως γίνεται αποδεκτή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως μέσο συναλλαγής και μπορεί να μεταφέρεται, να αποθηκεύεται ή να διακινείται ηλεκτρονικά.

Γ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν,  ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που ενεργούν ως αγοραστές να δέχονται μόνον τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες που έχουν εκδοθεί σε τρίτες χώρες, όπου οι εν λόγω κάρτες πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρει η σχετική οδηγία, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην δέχονται στο έδαφός τους τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες.

Δ. Επιβάλλεται στις πλατφόρμες ανταλλαγής η υποχρέωση να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών τους, με αποτέλεσμα να περιορίζεται πλέον το βασικό πλεονέκτημα των κρυπτονομισμάτων, δηλαδή την ανωνυνμία. 

Ε. Τα κράτη μέλη οφείλουν να δημιουργήσουν μητρώο για τους παρόχους  υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ των εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων και για τους  παρόχους  υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών έχουν εγγραφεί σε μητρώο.

Στ. Θα δημιουργηθεί κεντρική βάση δεδομένων που θα περιλαμβάνει τους χρήστες των κρυπτονομισμάτων.[36]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Η νομιμοποίηση εσόδων αποτελεί σήμερα έναν από τουςβασικότερους πυλώνες για την ενίσχυση και την επέκταση των δραστηριοτήτων  των εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων. Το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα , τα άπειρα επενδυτικά προϊοντα αλλά και η νέα τεχνολογία διευκολύνει την προσπάθεια αυτή των δραστών των βασικών εγκλημάτων, παρά του ότι σε νομοθετικό επίπεδο υπάρχει ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο για την καταπολέμηση των φαινομένων αυτών στα κράτη της  ΕΕ αλλά και στις ΗΠΑ.

 Οσον αφορά τα εικονικά νομίσματα θα πρέπει να σημειωθεί ότι  εκτός των ζητημάτων που αφορούν την νομοθετική ρύθμισή τους (ένα θέμα που  ρυθμίζεται σε ικανοποιητικό βαθμό με την παραπάνω οδηγία) , δημιουργείται πρακτικό πρόβλημα και για την ανεύρεση των δραστών αλλά και για την δήμευση των παράνομων κερδών. Γι’ αυτό το λόγο είναι ανάγκη μιας συντονισμένης και παγκόσμιας προσπάθειας για την ρύθμιση και έλεγχο της τεχνολογίας blockchain και των κρυπτονομισμάτων  ή η απαγόρευση  χρησιμοποίησης  αυτών σε κάθε είδους  συναλλαγές,  έτσι ώστε να τεθούν από την ομάδα ανάπτυξης του blockchain ( εφόσον τούτο είναι δυνατόν) διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες για την αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η παραπάνω αναφερθείσα οδηγία που προσπαθεί να ελέγξει την διακίνηση των κρυπτονομισμάτων στα ανταλλακτήρια τους ή στους θεματοφύλακες των πορτοφολίων, χωρίς φυσικά να επιλύει ολοκληρωτικά το ζήτημα, αφού υπάρχουν και οι ιδιωτικές συναλλαγές αλλά και οι συναλλαγές εκτός του πλαισίου της Ε.Ε. 

                                                             Γεώργιος Παπαδημητράκης 


[1]Βλ. Αιτιολογική εκθεση ν. 2331/1995 , Εισηγητική έκθεση ν. 3691/2008  και κριτική  σε αυτές , Συμεωνίδου- Καστανίδου, Οργανωμένο Εγκλημα και Τρομοκρατία, 2005, σελ. 172 επ.,  Παύλου/Δημήτραινα, Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητητες, 2009, σελ. 6 επ. 

[2]Παύλου /Δημήτραινα, ό.π., σελ 3 επ. 

[3]Γενικά για το θέμα βλ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Η ποινική αντιμετώπιση του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος . Μεταξύ διεθνούς , Ευρωπαϊκης και Εθνικής Νομοθεσίας, ΠοινΧρ. 2007 σελ. 3 επ. 

[4]Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου,ό.π.,σελ 169 επ. 

[5]Βλ. Ζημιανίτη, Η Τρίτη Κοινοτική Οδηγία για το ξέπλυμα χρήματος:μια προκαταρκτική θεώρηση, ΕΕΠ Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος :Καθαρή ή ελεύθερη κοινωνία ; 2007 σελ 101 επ. 

[6]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 10 επ. 

[7]Βλ. Παύλου, Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Από τον ν. 2331/1995 στον ν. 3424/2005. Η εξέλιξη και γιγάντωση μιας δογματικής και κυρωτικής εκτροπής, ΠοινΧρ. 2006, σελ. 342 επ.  

[8]Βλ. ΑΠ 570/2006 ΠοινΧρ. 2007, 317 , Ανδρουλάκη, Η ποινική δογματική και απήχησή της στην πράξη, ΠοινΧρ. 2002, σελ. 289 επ. 

[9]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 13.

[10]Βλ. Μεταξάκη, Bitcoin, Κρυπτονόμισμα και κυβερνοέγκλημα, 2017, σελ. 63. 

[11]Βλ. Για τις ΗΠΑ βλ. Μυλωνόπουλο, Χωρεί έκδοση στις ΗΠΑ για νομιμοποίηση κρυπτονομισμάτων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 185, Texas District Court’s decision, SEC v Shavers, 2013 Fed.Sec.L.Rep) CCH)P 97, 596 ( E.D Tex Aug. 6, 2013), Jeffrey E. Alberts & Bertrand Fry Is B A Security/ BITCOIN. J. Sci &Tech.  

[12]Βλ. Larson, Implications of bitcoin Not Being Actual Currency, The Espinoza Case, ΑΒΑ TaxTimes, Vol. 36 με τις ειδικές παραπομπές στην νομοθεσία. 

[13]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ 38. Σύμφωνα με τον συγγραφέα τον bitcoinδεν είναι μεν νόμισμα αλλά εν ευρεία έννοια χρήμα αφού απολαμβάνει γενικής αποδοχής ως μέσο πληρωμών. Χρήμα είναι το σύνολο των οικονομικών αξιών που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν σε καθημερινή βάση για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και την αποπληρωμή δανείων.  Το χρήμα αποτελεί μέσο συναλλαγής ( γίνεται αποδεκτό ως μέσο πληρωμής) , μονάδα μέτρησης ( κατάδειξη τιμών και καταγραφή χρεών) και αποθήκευση αξιών . Κατά την άποψή μας είναι αμφισβητήσιμο ότι το bitcoin είναι χρήμα, αφού πρώτον σε ιστορικό επίπεδο η έννοια του χρήματος έχει συνδεθεί άμεσα με τα νομίσματα και την αναγνώρισή τους σε διεθνές κρατικό επίπεδο και  δεύτερον το bitcoin δεν γίνεται αποδεκτό σε μεγάλο μέρος των συναλλαγών ( ιδίως σε επίπεδο κρατικό) ως μέσο πληρωμής. Παρά ταύτα αποτελεί περιουσιασκό δεδομένο, αφού μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανταλλαγής με άλλα περιουσιακά στοιχεία αλλά και συναλλαγής έτσω σε περιορισμένο κύκλο προσώπων. 

[14]Βλ. Μεταξάκη, ό.π.,σελ. 131. 

[15]https://tamtam.news/lifestyle/skotini-istoria-enos-pragmatika-chrysou-nomismatos/

[16]Βλ. ΑΠ 372/2002 ΠοινΧρ. 2003, σελ 208 επ. Απ 402/2004 ΠοινΧρ. 2005, σελ. 134 επ. ΑΠ 1611/2007 ΠοινΧρ. 2008, σελ. 527 επ, ΑνΕισΠληνΑθ. 23/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ 

[17]Βλ. Δημήτραινα ,Νομιμοποίηση εσόδων . Θέσεις τις νομολογίας σε ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής του ν. 2331/1995 ΠοινΔικ.2004, σελ. 588 επ. , ιδίου, ο δράστης του εγκλήματος της νομιμοποήσης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ΕΕΠ , ό.π, σελ. 139 επ. ΑΠ 1057/2008 ΠοιΧρ. 2008, σελ. 788 επ. ΣυμβΕφΘρ. 37/2000 ΥΠερ. Σελ. 573 επ. , ΑΠ 372/2002 ΠοινΔικ. 2012, σελ. 1013 επ. 

[18]Για την ορθή ερμηνεία της διατάξεως βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ. 17. 

[19]Βλ. ΣυμβΕφΠατρ. 223/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 4222/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ. 23/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1185/2014, ΑΠ 1611/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΡεθυμ. 59/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[20]Βλ. Κουτσουπιά, Το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και η οριοθέτηση του αξιοποίνου κατά το ισχύον δίκαιο και de lege ferenda, ΝοΒ 2018, σελ. 192 επ, Δημήτραινας/Παύλου, ό.π., σελ. 24 επ. 

[21]Αρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε,  Βλ.Ολ ΑΠ 1/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 268/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[22]Βλ. ΠλημΑθ. 275/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[23]Βλ. Δαλακούρα, Αρχή της Αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, 1993, σελ. 42 επ., Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο ,2007, σελ. 43 .

[24]Βλ. Παύλου/ Δημήτραινα, ό.π., σελ 35 επ. 

[25]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ. 39. 

[26]Βλ. ΔΠρωΝαυπλ. 85/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΠΠΑθ. 3106/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[27]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 44.

[28]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ. 241 επ. 

[29]Βλ. Μαργαρίτη/Βασιλειάδη , Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας, Δωροδοκία και ν. 1608/50. Αυτοενοχοποίηση , διττό αξιόποινο και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 961 επ. 

[30]Βλ. Bryans- Danton, BitCoin and Money Laundering: Minig for the effective Solution, 2014. 

[31]Βλ. ΑΠ 2080/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ 

[32]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ 223. To ζήτημα αυτό ρυθμίζεται με την οδηγία 2018/843.  

[33]Βλ. ΣτΕ 4427/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

[34]Βλ. Λίβου, Πολύ κακό για το τίποτα; Οι ανακριτικές αρμοδιότητες της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες, Ποιχρ. 2006, 380, Παύλου, Το πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών στην προδικασία για το έγκλημα της νομιμοποίησεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠΟινΧρ. 2005, σελ. 769 επ.,  Παπαδημητράκη, Η Εισαγγελική Αρχή στην Ελληνική και την Αγγλική Εννομη Τάξη, 2018, σελ 335. 

[35]Βλ. Γνωμ. ΝΣΚ 214/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 2438/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμΕφΘεσσαλονίκης 113/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. 

[36]Βλ. Θεοδωράκη, Η χρήση κρυπτονομισμάτων για παράνομες δραστηριότητες και σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες στο https://theartofcrime.gr Τεύχος Νοεμβρίου 2018. 

Ο Θεσμός των ενόρκων στο αγγλικό δίκαιο

   Ο θεσμός του Ορκωτού Δικαστηρίου   στο Αγγλικό Δίκαιο 

Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες θεσμούς  του Αγγλικού Ποινικού Δικονομικού Δικαίου είναι το Ορκωτό Δικαστήριο ( CrownCourt) , το οποίο ασχολείται με την εκδίκαση των πολύ σοβαρών εγκλημάτων.  Τα αμιγή Ορκωτά Δικαστήρια  ( και για τις  αστικές και για τις  ποινικές υποθέσεις)   εμφανίστηκαν στην Αγγλία   περίπου τον  15ο αιώνα [1]και συνεχίζουν  μέχρι σήμερα αδιάλειπτα το έργο τους. Η ύπαρξη ενόρκων στο μηχανισμό  απονομής της ποινικής  δικαιοσύνης  κρίνεται  ως θεμελιώδους σημασίας γεγονός, αφού δίνεται  η δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν δυναμικά  σε μια από τις πιο σημαντικές  κρατικές  λειτουργίες[2]. Επίσης, το Ορκωτό Δικαστήριο θεωρείται ότι περιορίζει τη δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας και αποτρέπει τις καταδίκες αθώων  πολιτών για πολιτικές  ή για άλλου είδους  σκοπιμότητες. Τέλος, μέσω των ενόρκων, διαχέεται στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης  το περί δικαίου αίσθημα του λαού  , το οποίο μπορεί να κάνει πιο ευέλικτους τους τυπικούς κανόνες δικαίου, που έχουν ψηφισθεί από το Κοινοβούλιο[3]. Τα τελευταία χρόνια πάντως, άρχισε  μια βαθιά κριτική για τον τρόπο απονομής  της ποινικής δικαιοσύνης  από τους ενόρκους[4]. Μέχρι σήμερα,  ο Άγγλος νομοθέτης  πολλές φορές προσπάθησε για δικούς του  λόγους- κυρίως  οικονομικούς- να περιορίσει τα αδικήματα, τα οποία θα ανήκουν στην αρμοδιότητα του  Ορκωτού Δικαστηρίου , πράγμα που συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις από την κοινωνία. Στην παρούσα εργασία θα γίνει μια απόπειρα παρουσίασης  του τρόπου λειτουργίας του Ορκωτού Δικαστηρίου στην Αγγλία  και των προβληματισμών ,που έχουν σχέση με την συμμετοχή απλών πολιτών στο  μηχανισμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. 

Α. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ  ΟΡΚΩΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ.

Σύμφωνα με το Αγγλικό Δικονομικό Δίκαιο , το CrownCourt έχει θεωρητικά  εκτεταμένη αρμοδιότητα , αφού εκδικάζει  τα  σοβαρότερα  αδικήματα. Ειδικότερα :

Α. Ασχολείται με τα IndictableOffences, δηλαδή τα εγκλήματα εκείνα  που μπορούν να δικαστούν μόνο αν έχει διατυπωθεί ένα συγκεκριμένο κατηγορητήριο ( indictment) . Στην κατηγορία αυτών των αδικημάτων ανήκουν διάφορα  κακουργήματα,  όπως   η  ανθρωποκτονία  από πρόθεση  , ο βιασμός , η πρόκληση τραυματισμού από πρόθεση , η  εκβίαση  κ.λ.π 

Β. Ασχολείται με τα TriableeitherwayOffences[5], δηλαδή εγκλήματα μέσης βαρύτητας , όπως η κλοπή και  η κλεπταποδοχή, εφόσον συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα,  με  βάση την κείμενη νομοθεσία, αναγνωρίζεται  κατ’  αρχήν  στον κατηγορούμενο για την παραπάνω   ομάδα εγκλημάτων  το δικαίωμα να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από  το Ορκωτό Δικαστήριο ή από το MagistratesCourt( Ειρηνοδικείο). Έτσι,  πριν από  την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, λαμβάνει χώρα μια διαδικασία ( modeoftrial)  ενώπιον των Ειρηνοδικών[6],  με την οποία καθορίζεται το αρμόδιο δικαστήριο. Αφού μελετήσουν το φάκελο της υπόθεσης οι Ειρηνοδίκες, εκφέρουν την άποψή τους και αναφέρουν στον κατηγορούμενο, ποιο δικαστήριο θεωρούν εκείνοι  ότι είναι καταλληλότερο , για να ασχοληθεί με την υπόθεση[7].  Σε περίπτωση, που  οι δικαστές  πιστεύουν  ότι η υπόθεση  πρέπει να εκδικαστεί από το Ειρηνοδικείο, τότε οφείλουν  να ρωτήσουν τον κατηγορούμενο  αν συναινεί με την επιλογή τους αυτή ή  εάν επιθυμεί να διερευνηθεί η υπόθεσή του  από δικαστήριο ενόρκων. Αντίθετα, σε περίπτωση  που οι δικαστές   κρίνουν ότι η υπόθεση  είναι απαραίτητο  να εκδικαστεί από το Ορκωτό Δικαστήριο, ανακοινώνεται στον κατηγορούμενο η σχετική απόφαση, χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα να αντιταχθεί στην επιλογή  του δικαιοδοτικού τούτου οργάνου[8].       

Β. ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΕΝΟΡΚΩΝ .

Ο νόμος, που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις  τις οποίες κάποιος πρέπει να πληροί  για να επιλεγεί ως ένορκος, είναι ο JuriesActτου 1974, ο οποίος τροποποιήθηκε  σε κάποια σημεία του με τονCriminalJusticeActτου 1988. Με το σημερινό καθεστώς, κάθε πολίτης , ο οποίος είναι από 18 έως 70 ετών , είναι εγγεγραμμένος στους  εκλογικούς καταλόγους και διαμένει στην χώρα μόνιμα  την τελευταία πενταετία, μπορεί να επιλεγεί ως ένορκος[9].  

Όμως,  όπως και στο Ελληνικό Δίκαιο, ο παραπάνω νόμος προβλέπει ότι μερικά πρόσωπα για κάποιο συγκεκριμένο λόγο δεν μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντα του ενόρκου ή έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την εξαίρεσή τους.  Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να είναι ένορκοι  οι δικαστές , οι δικηγόροι, οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι αστυνομικοί , οι  κληρικοί και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι ( τα παραπάνω πρόσωπα έχουν κώλυμα)[10]. Αντίθετα, ανίκανοι να επιλεγούν ως ένορκοι  είναι κυρίως  όσοι πολίτες έχουν καταδικασθεί σε ισόβια κάθειρξη ή  σε φυλάκιση άνω  των τριών  μηνών  για κάποιο αδίκημα ( και δεν έχει ανασταλεί η  εκτέλεση της ποινής τους ) κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών[11].  Ο έλεγχος για την ύπαρξη κωλυμάτων ή ανικανοτητών των προσώπων  που μπορεί να επιλεγούν ως ένορκοι  γίνεται από την αστυνομία , η οποία,  εάν εντοπίσει μια τέτοια περίπτωση, ειδοποιεί την Εισαγγελία.[12] Επίσης, υπάρχουν και μερικά πρόσωπα  τα οποία έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να εξαιρεθούν από τα καθήκοντα του ενόρκου , όπως οι βουλευτές, οι γιατροί ,  οι στρατιωτικοί και όσοι είναι άνω των 65 ετών[13].  Τέλος, κάθε υποψήφιος ένορκος μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να  απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, εφόσον υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος.

Γ. ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΕΝΟΡΚΩΝ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΟΘΕΣΗ 

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει την ευθύνη για την καλή λειτουργία του συστήματος της επιλογής των ενόρκων στο Ορκωτό Δικαστήριο. Η αρχική επιλογή των προσώπων, που μπορεί να επιλεγούν ως ένορκοι, γίνεται τυχαία από τα άτομα , που  βρίσκονται εγγεγραμμένα στους εκλογικούς καταλόγους. Μετά την αρχική επιλογή , στέλνεται  στους υποψήφιους ενόρκους   ειδικό σημείωμα , το οποίο αναφέρει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο όπου πρέπει να εμφανιστούν.  Ύστερα, ακολουθεί νέα κλήρωση  από την οποία επιλέγονται περίπου 20 υποψήφιοι ένορκοι  για κάθε υπόθεση, με την  οποία θα ασχοληθεί  το Ορκωτό Δικαστήριο.  Την ημέρα της  εκδίκασης της υπόθεσης, εμφανίζονται στο δικαστήριο οι προεπιλεγέντες ένορκοι και μετά από νέα κλήρωση επιλέγονται 12 από αυτούς.  

Δ. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΕΝΟΡΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ.

Το δικαίωμα εξαίρεσης ενόρκων μπορεί να ασκηθεί και από την πλευρά της υπεράσπισης   αλλά και από την κατηγορούσα αρχή με τις εξής διαφοροποιήσεις.

1. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο κατηγορούμενος παραδοσιακά  είχε  το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση οποιουδήποτε ενόρκου , χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την απόφασή του[14]. Στις αρχές  της δεκαετίας του 1980 άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες διαφωνίες, όσον αφορά την διατήρηση  αυτού του δικαιώματος. Το επιχείρημα, που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι οι δικηγόροι των κατηγορουμένων έκαναν κατάχρηση τούτης της δικονομικής   δυνατότητας , ώστε να δημιουργούν σώματα ενόρκων , τα οποία θα ήταν πιο ευνοϊκά  προς τις θέσεις και απόψεις  του κατηγορουμένου. Το 1986 η  επιτροπή Roskill, με μεγάλη πλειοψηφία, πρότεινε να καταργηθεί το δικαίωμα εξαίρεσης των ενόρκων χωρίς αιτιολογία. Από την άλλη πλευρά, η ίδια    αποδέχθηκε τη διατήρηση  της  σχετικής δυνατότητας σε περίπτωση  που  ο κατηγορούμενος αποδείκνυε  ότι κάποιος  ένορκος δεν είναι αμερόληπτος και επομένως  δεν είναι κατάλληλος  να ασκήσει τα καθήκοντά του . Η κυβέρνηση δέχτηκε απολύτως τις προτάσεις της επιτροπής  και με το νόμο CriminalJusticeActτου 1988 κατήργησε το δικαίωμα εξαίρεσης των  ενόρκων  χωρίς αιτιολογία και διατήρησε την αιτιολογημένη εξαίρεση. 

 Τέλος, στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής  :. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, το Αγγλικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει  κατ’  αρχήν το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να θέσει ερωτήσεις προς τους ενόρκους ,ώστε  να αποδείξει ότι ο υποψήφιος ένορκος είναι ακατάλληλος να ασκήσει τα καθήκοντά του, λόγω των προκαταλήψεων που έχει [15]. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός  ότι είναι πολύ δύσκολο για τον κατηγορούμενο  να βρει  στοιχεία που να αποδεικνύουν τη μεροληψία των ενόρκων , οδηγεί στο συμπέρασμα ότι  το δικαίωμα αιτιολογημένης εξαίρεσης των ενόρκων είναι πολύ δύσκολο να ασκηθεί στην πράξη.    

2. ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ. 

Το δικαίωμα εξαίρεσης ενόρκων από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής είναι πιο διευρυμένο από αυτό του κατηγορουμένου. Έτσι, σύμφωνα με το νόμο , η Εισαγγελία έχει τη δυνατότητα να απομακρύνει οποιονδήποτε υποψήφιο ένορκο επιθυμεί, χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την απόφασή της[16]. Στην πραγματικότητα, βέβαια,  η κατηγορούσα αρχή σπάνια ασκεί το παραπάνω δικαίωμά της.

 Βασικές αρχές, τις οποίες ακολουθεί,  είναι ότι : 

  1.  Η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι απαραίτητο  να γίνεται μόνο  σε εξαιρετικές περιπτώσεις και δε θα πρέπει να έχει ως σκοπό  τον επηρεασμό  της σύνθεσης του σώματος των ενόρκων ή την  απόκτηση  τακτικών πλεονεκτημάτων.  
  2. Θα πρέπει να τηρείται όσο το δυνατόν η αρχή της τυχαίας επιλογής των ενόρκων.

Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η Εισαγγελία έχει ακόμη μια δυνατότητα  , η οποία συνδέεται λειτουργικά με το δικαίωμα  της εξαίρεσης των ενόρκων.  Συγκεκριμένα, τούτη  μπορεί να προχωρήσει σε έρευνα του παρελθόντος των υποψήφιων  ενόρκων ,όχι μόνο όσον αφορά στις ποινικές τους καταδίκες αλλά και σε άλλα στοιχεία της προσωπικότητάς τους, όπως   οι πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αυτό γίνεται  για να μπορέσει η κατηγορούσα αρχή να ανακαλύψει ποιοι  υποψήφιοι  ένορκοι δε θα ήταν  κατάλληλοι για να ασχοληθούν με την εκδίκαση συγκεκριμένων υποθέσεων , όπως αυτές  που αφορούν  τρομοκρατικές ενέργειες. Πάντως, η πρακτική αυτή της Εισαγγελίας δεν επιδοκιμάζεται από τους Άγγλους θεωρητικούς του δικαίου, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω.    

Ε. ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ  ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ. 

Θα πρέπει να τονιστεί ότι το Αγγλικό σύστημα έχει επιλέξει την ύπαρξη Αμιγώς  Ορκωτού Δικαστηρίου. Οι ένορκοι  ασχολούνται   με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποφασίζουν για την αθωότητα ή την ενοχή του κατηγορουμένου.  Ο πρόεδρος του δικαστηρίου  είναι επαγγελματίας  δικαστής , ο οποίος -θεωρητικά τουλάχιστον- είναι υπεύθυνος   μόνο για την επίλυση των  νομικών θεμάτων  και για  την ορθή και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης  ενώπιον των ενόρκων. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο ρόλος του είναι πολύ μεγαλύτερος, αφού:

 Α. Διευθύνει τη διεξαγωγή της δίκης στο ακροατήριο και μπορεί να παρεμβαίνει κατά την αποδεικτική διαδικασία , ερωτώντας τους μάρτυρες για διάφορα πραγματικά περιστατικά  , τα οποία, κατά την άποψή του, είναι κρίσιμα για τη σωστή εκτίμηση της υπόθεσης που δικάζεται.   

Β. Αποφασίζει για όλα τα νομικά θέματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης , ιδίως όσον αφορά στη νομιμότητα ή μη της χρήσης κάποιου αποδεικτικού μέσου.

 Γ.  Μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας,  ο  δικαστής έχει το δικαίωμα να λάβει τον λόγο , να  απευθυνθεί  στους ενόρκους και να  τους κάνει μια περίληψη των όσων έλαβαν χώρα στην αίθουσα. Συχνά, ο δικαστής σχολιάζει τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και εκφράζεται εμμέσως για την ουσία της υπόθεσης, πράγμα που πολλές φορές επηρεάζει τους ενόρκους.

Δ. Επίσης, ο δικαστής έχει το δικαίωμα να διατάξει τους ενόρκους να αθωώσουν τον κατηγορούμενο[17]. Αυτό μπορεί να γίνει, εφόσον ο ίδιος πιστεύει ότι τα στοιχεία  που έχει παρουσιάσει η κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αδύναμα , ώστε η καταδίκη του κατηγορουμένου δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί [18]. Τούτη η δυνατότητα του δικαστή έρχεται σε αντίθεση με όσα έχουν προαναφερθεί , δηλαδή  ότι οι ένορκοι ασχολούνται με την ουσία της υπόθεσης, ενώ ο δικαστής με τα νομικά θέματα. Παρόλα  αυτά, η παρέμβαση του δικαστή θεωρείται  από τους θεωρητικούς στην Αγγλία  ότι είναι θεμιτή , αφού  έχει ως σκοπό να προστατέψει τον κατηγορούμενο αλλά και το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης από λανθασμένες κρίσεις. 

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ρόλος των ενόρκων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι παθητικός. Οι ερωτήσεις προς τους μάρτυρες απευθύνονται από τους δικηγόρους   και τον δικαστή. Οι ένορκοι θεωρητικά έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν και αυτοί ερωτήσεις , όμως δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος για να ασκήσουν αυτό τους το δικαίωμα. Γενικά, πάντως, δεν ενθαρρύνεται η επικοινωνία μεταξύ ενόρκων και μαρτύρων.  Τέλος,  οι ένορκοι έχουν την δυνατότητα υποβολής ερωτημάτων προς το δικαστή κατά τη διάρκεια της διάσκεψης  , όμως ο δικαστής θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στις απαντήσεις που θα δώσει , ώστε να μην δημιουργούνται νέα θέματα προς συζήτηση  , τα οποία δεν είχαν απασχολήσει το δικαστήριο και τους άλλους παράγοντες της δίκης  κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.  

Στ. ΤΡΟΠΟΣ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΟΡΚΟΥΣ.

Στις χώρες του Αγγλοσαξονικού Δικαίου δεν υπάρχει ενιαία αντιμετώπιση του θέματος  όσον  αφορά στον τρόπο λήψης των  αποφάσεων  από τους ενόρκους. Στις ΗΠΑ, η ετυμηγορία  των ενόρκων  πρέπει να είναι ομόφωνη ,ενώ αντίθετα στη Σκωτία   αρκεί η απλή πλειοψηφία ( 8 ένορκοι στους 15) , για να ληφθεί η τελική απόφαση   για την υπόθεση   .[19]Στην Αγγλία έχει επιλεγεί μια ενδιάμεση λύση, δηλαδή κατ’ αρχήν  οι ένορκοι θα πρέπει να αποφασίζουν ομόφωνα, αλλά ,εάν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί , αρκεί η πλειοψηφία 10 ενόρκων στους 12, για να εκδοθεί η  απόφασή τους   .  Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ούτε αυτή  ,τότε η δίκη διακόπτεται    χωρίς να υπάρξει τελική  κρίση   για την υπόθεση , οι ένορκοι αποχωρούν και δίνεται η δυνατότητα στην πλευρά της κατηγορούσας αρχής να ζητήσει ξανά τη διεξαγωγή νέας δίκης.  Η απόφαση των ενόρκων είναι υποχρεωτικά αναιτιολόγητη και απαγορεύεται να δημοσιευτεί από τα ΜΜΕ,  η συζήτηση των ενόρκων  κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων. [20]

Η. ΕΝΟΡΚΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑΣ 

Μια  από τις μεγάλες ιδιομορφίες του Αγγλικού Δικαίου είναι η δυνατότητα των  δικαστών   να αγνοήσουν την κείμενη νομοθεσία και να εφαρμόσουν δικούς τους κανόνες για την επίλυση μιας συγκεκριμένης  διαφοράς. Αυτό μπορεί να γίνει   όταν οι ίδιοι  κρίνουν ότι, αν  εφαρμοστούν οι νόμοι  στην επίδικη υπόθεση, τότε  το αποτέλεσμα της δίκης θα είναι κοινωνικά και ηθικά «άδικο» . Το « Δίκαιο της Επιείκειας»  εφαρμόζεται στην Αγγλία από τον 12οαιώνα  με μεγάλη επιτυχία και θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά  στοιχεία του  νομικού πολιτισμού της χώρας  .[21]  Σύμφωνα με την Αγγλική νομική παράδοση και οι ένορκοι έχουν  δικαίωμα να εφαρμόσουν το δίκαιο της επιείκειας   κατά την άσκηση των καθηκόντων τους[22].  Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στην οποία  οι ένορκοι άσκησαν το παραπάνω δικαίωμά τους   είναι  η υπόθεση ClivePontingτο 1985. Ο κατηγορούμενος ήταν δημόσιος υπάλληλος και κατηγορήθηκε ότι έδωσε σε Βουλευτές του Κοινοβουλίου  απόρρητα έγγραφα  παραβιάζοντας τη  σχετική νομοθεσία. Ο ίδιος ομολόγησε στο δικαστήριο ότι πράγματι έπραξε  όλα  όσα τον κατηγορούσαν, αλλά  ανέφερε ότι προχώρησε σε αυτή την ενέργεια, επειδή θεώρησε ότι έπρεπε οι Άγγλοι  να μάθουν την αλήθεια. Το καθήκον του, ως ενεργός πολίτης ,είπε,  ότι ήταν ισχυρότερο από την υποχρέωση που είχε αναλάβει να μην ανακοινώνει το περιεχόμενο των εγγράφων  στα οποία είχε πρόσβαση.  Αν και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την τέλεση του αδικήματος από τον Ponting, οι ένορκοι τον αθώωσαν , γιατί μάλλον  θεώρησαν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Pointingείχε καλές προθέσεις και ήθελε να προστατεύσει τα συμφέροντα των πολιτών. 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 

1. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του Αγγλικού Δικονομικού Συστήματος είναι η δυνατότητα του κατηγορουμένου να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από το Ορκωτό Δικαστήριο ή από το Ειρηνοδικείο, του οποίου η σύνθεση αποτελείται από μόνιμους δικαστές.  Από έρευνες που έχουν διεξαχθεί τα τελευταία έτη, έχει αποδεχθεί ότι στα 4/5 των υποθέσεων  ως αρμόδιο δικαστήριο επιλέγεται  το Ειρηνοδικείο[23]. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να  μας προκαλέσει έκπληξη, όμως θα πρέπει να διευκρινιστεί  ότι  σχεδόν όλοι, όσοι  έχουν επιλέξει το Ειρηνοδικείο, σκοπεύουν να ομολογήσουν την ενοχή τους στο ακροατήριο, λαμβάνοντας φυσικά ως αντάλλαγμα μια επιεικέστερη μεταχείριση από την πλευρά του δικαστή σε σχέση με την ποινή , που θα τους επιβληθεί. 

 Πάντως, οι λόγοι που οδηγούν τους κατηγορουμένους να επιλέξουν το Ορκωτό Δικαστήριο είναι οι εξής : 

            Η πρώτη βασική αιτία είναι η πίστη των κατηγορουμένων αλλά και των δικηγόρων  τους ότι το Ορκωτό Δικαστήριο είναι καλύτερο  από τα Ειρηνοδικεία, αφού η διαδικασία ενώπιον του  είναι δικαιότερη και  δίνονται περισσότερες ευκαιρίες στον κατηγορούμενο να αναπτύξει τα επιχειρήματά του. [24]  Επίσης, είναι αποδεδειγμένο ότι ο κατηγορούμενος έχει περισσότερες πιθανότητες να αθωωθεί από το Ορκωτό Δικαστήριο παρά από το Ειρηνοδικείο[25]. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο , εάν επιλέξει το Ορκωτό Δικαστήριο, αφού, σε περίπτωση καταδίκης του, η ποινή που θα του επιβληθεί  είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που θα μπορούσε  να επιβάλλει το Ειρηνοδικείο. 

 Ο δεύτερος λόγος ,που οδηγεί τους  κατηγορουμένους   να επιλέξουν  το Ορκωτό Δικαστήριο, είναι η απόκτηση  τακτικών πλεονεκτημάτων  απέναντι στην κατηγορούσα αρχή. Οι μεγαλύτερες πιθανότητες αθώωσης των  κατηγορουμένων  από το Ορκωτό Δικαστήριο  οδηγούν συχνά την Εισαγγελία   σε ένα συμβιβασμό με αυτούς . Συγκεκριμένα,  ο κατηγορούμενος    δηλώνει ένοχος στο ακροατήριο, αλλά από την άλλη πλευρά λαμβάνει  ως  αντάλλαγμα είτε την παύση της ποινικής δίωξης για κάποιες  από τις πράξεις  για τις οποίες κατηγορείται  είτε τη συναίνεση της Εισαγγελίας  για την  επιβολή μικρότερης ποινής για τα αδικήματα  για τα οποία  θα καταδικασθεί .  Ο ελιγμός τούτος  είναι τόσο συνηθισμένος στην πράξη, ώστε στα 2/3 των υποθέσεων του Ορκωτού Δικαστηρίου, στις οποίες  αρχικά ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι είναι αθώος, υπάρχει αλλαγή στάσης από την πλευρά της υπεράσπισης και τελικά ο ύποπτος  δηλώνει ότι είναι ένοχος, χωρίς να διεξάγεται δίκη στο ακροατήριο.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιλογή του Ορκωτού Δικαστηρίου από τον κατηγορούμενο και το δικηγόρο του  δεν έχει πάντα  ως σημείο αναφοράς την καλύτερη ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης  που υποτίθεται ότι παρέχεται από το είδος αυτού του δικαστηρίου. Η επιλογή  του Ορκωτού Δικαστηρίου πολύ συχνά αποτελεί μια τακτική κίνηση  της υπεράσπισης , με σκοπό την επίτευξη κάποιου συμβιβασμού με την πλευρά της Εισαγγελίας. 

2. Ένα από τα βασικά υποτιθέμενα πλεονεκτήματα του συστήματος των ορκωτών δικαστηρίων είναι ότι οι ένορκοι αποτελούν  αντιπροσωπευτικό δείγμα  όλου  του πληθυσμού της χώρας και ότι μέσα από αυτούς γίνονται γνωστές στο δικαστήριο οι ιδέες , οι αντιλήψεις  και το περί δικαίου αίσθημα του  λαού.  Επίσης, εκπληρώνεται η βασική υποχρέωση , η οποία προκύπτει από την MagnaCharta[26],  ότι  δηλαδή κάθε πολίτης πρέπει να δικάζεται από τους όμοιούς του, δηλαδή άλλους πολίτες . Το ζήτημα ,που φυσικά  τίθεται ,είναι εάν  και στην πράξη οι ένορκοι επιλέγονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται το  προαναφερθέν πλεονέκτημα.  

 Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ,όπως και στο ελληνικό δίκαιο, υπάρχουν ομάδες ανθρώπων , οι οποίες  δεν έχουν την δυνατότητα να επιλεγούν ως ένορκοι ή μπορεί να ζητήσουν την  απαλλαγή τους . Εάν μελετήσει κανείς όλες  τις προαναφερθείσες κατηγορίες ( γιατροί, στρατιωτικοί, πολίτες άνω των 65 ετών) μπορεί  να διαπιστώσει ότι ένα ποσοστό πάνω από  το 20 % του πληθυσμού δεν μπορεί  να συμμετάσχει στη  διαδικασία επιλογής ενόρκων , πράγμα που έχει αντίκτυπο στην αντιπροσωπευτικότητα των σωμάτων των λαϊκών δικαστών [27]. Βέβαια, είναι σημαντικό να τονιστεί  ότι τα πράγματα  σήμερα είναι πολύ καλύτερα απ’ ότι  ήταν πριν το 1972, αφού μέχρι τότε, για να επιλεγεί κάποιος ως ένορκος,  έπρεπε να έχει ακίνητη περιουσία. Τούτο φυσικά είχε ως  αποτέλεσμα να επιλέγονται ως ένορκοι κυρίως μέλη της μεσαίας και ανώτερης αστικής τάξης.[28] 

Στην Αγγλία έχουν γίνει δύο μεγάλες έρευνες ,που αφορούν στη σύνθεση των δικαστηρίων. Από αυτές έχουν προκύψει δύο βασικά στοιχεία. Πρώτον,  οι γυναίκες και οι εθνικές μειονότητες υποεκπροσωπούνται στα σώματα των ενόρκων[29]. Δεύτερον, πάρα πολλοί  υποψήφιοι  ένορκοι, επικαλούμενοι διάφορους λόγους, προσπαθούν να αποφύγουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους. Όλα αυτά αλλοιώνουν τη σύνθεση των σωμάτων των ενόρκων , τα οποία πλέον δεν πρέπει να θεωρούνται  απολύτως αντιπροσωπευτικά. 

 Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι μειονότητες στην Αγγλία συχνά  διαμαρτύρονται για το σύστημα επιλογής των ενόρκων  που υπάρχει σήμερα  ,αφού  τις περισσότερες φορές  τα μέλη τους δικάζονται από λαϊκούς δικαστές , οι οποίοι ανήκουν όλοι σε διαφορετική εθνική ή θρησκευτική  ομάδα, από αυτή των κατηγορουμένων  . Αξιοσημείωτο είναι, επίσης,  ότι ,σύμφωνα με την πάγια νομολογία των δικαστηρίων , ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο να επιλεγούν κάποιοι ένορκοι από τη μειονότητα, στην οποία ανήκει, αφού τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της τυχαίας επιλογής των ενόρκων. [30]

Όλα τα παραπάνω  δεν σημαίνουν  απαραίτητα  ότι   οι ένορκοι   έχουν   προκαταλήψεις  εναντίον των κατηγορουμένων  που ανήκουν σε μειονότητες . Όμως , εάν όλοι οι λαϊκοί δικαστές  προέρχονται από διαφορετικό πολιτιστικό και κοινωνικό περιβάλλον από  αυτό του υποτιθέμενου δράστη , τότε  ο ίδιος θα νοιώθει ότι δικάζεται από ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν τις ιδέες του,  τα κίνητρά του και την κοσμοθεωρία του, πράγμα που οδηγεί κάποιες φορές σε αμφισβήτηση της ορθότητας της τελικής ετυμηγορίας του δικαστηρίου  

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Αγγλικό Σύστημα στον τομέα αυτό  έχει σημαντικά προβλήματα , τα οποία οφείλει να επιλύσει, ώστε να μην δημιουργούνται υποψίες για την αμεροληψία των σωμάτων των ενόρκων.   

3. Η δυνατότητα εξαίρεσης των ενόρκων έχει προκαλέσει πολύ μεγάλες συζητήσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, ως ένα βαθμό, θα μπορούσε να διασκεδάσει τις παραπάνω ανησυχίες του κατηγορουμένου περί μη αμερόληπτου σώματος ενόρκων, αφού θα μπορεί και αυτός να συμμετέχει στον τρόπο σύνθεσης του ορκωτού δικαστηρίου . Όπως έχει σήμερα η κατάσταση, θα πρέπει να αναφέρουμε τα εξής:

α. Το δικαίωμα  αιτιολογημένης εξαίρεσης ενόρκων από την πλευρά του κατηγορουμένου είναι στην πράξη σχεδόν αδύνατον να ασκηθεί. Και αυτό συμβαίνει  γιατί  ο κατηγορούμενος κατ‘ αρχήν   δεν μπορεί να υποβάλλει ερωτήσεις στους ενόρκους, για να μπορέσει να διαπιστώσει  εάν πράγματι έχουν προκαταλήψεις ή όχι εναντίον του. Το δικαίωμα ερωτήσεων  προς τους ενόρκους ενεργοποιείται μόνο  αφού  πρώτα η υπεράσπιση αναφέρει  συγκεκριμένα πραγματικά   περιστατικά , που  μπορούν να οδηγήσουν  στο συμπέρασμα ότι ο ένορκος δεν είναι κατάλληλος, για να ασκήσει τα καθήκοντά του . Μετά , μέσω των ερωτήσεων,  μπορεί να δοθεί  η δυνατότητα στην υπεράσπιση  να αποδείξει και  την ουσιαστική βασιμότητα  των ισχυρισμών της . Φυσικά ,για να γίνει αυτό, θα πρέπει μόνη της η υπεράσπιση να μελετήσει το παρελθόν των υποψήφιων ενόρκων ,  πράγμα πολύ δύσκολο, αφού το μόνο που γνωρίζει για τους ενόρκους είναι το όνομα  και η διεύθυνσή τους και συνήθως  δεν μπορεί να διαθέσει τα χρήματα, για να προβεί σε τέτοιου είδους έρευνες.  

Αντίθετα, η Εισαγγελία μπορεί πιο εύκολα να μελετήσει το παρελθόν  των υποψήφιων ενόρκων , αφού είναι κρατική υπηρεσία και μπορεί να χρησιμοποιήσει και  τα  εμπιστευτικά  αρχεία άλλων υπηρεσιών αλλά και την αστυνομία, για να πετύχει το σκοπό της . Μάλιστα, η έρευνά της  αυτή μπορεί να μείνει μυστική, αφού η κατηγορούσα αρχή έχει το δικαίωμα αναιτιολόγητης εξαίρεσης των ενόρκων. Τούτο σημαίνει ότι δεν χρειάζεται  η Εισαγγελία να αναφέρει για ποιο  λόγο η ίδια θεωρεί ότι ο υποψήφιος ένορκος είναι ακατάλληλος για να ασκήσει τα καθήκοντά του, πράγμα που θα αποκάλυπτε ότι έγινε έρευνα του παρελθόντος  του ενόρκου .

 Η παραπάνω αναφερθείσα δυνατότητα της Εισαγγελίας  έχει προκαλέσει πολλές διαμαρτυρίες στους κόλπους της νομικής επιστήμης, αφού παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων , εφόσον  η Εισαγγελία και ο κατηγορούμενος δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες σε πραγματικό επίπεδο , για να στηρίξουν μια επιτυχημένη αίτηση  για αιτιολογημένη εξαίρεση ενόρκου . 

β. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος στην Αγγλία   από το 1988 δεν έχει το δικαίωμα αναιτιολόγητης εξαίρεσης των ενόρκων, για να μην μπορεί να    δημιουργεί  σώματα   ενόρκων , που θα ήταν  φιλικά διακείμενα προς αυτόν.  Είναι αξιοσημείωτο  όμως ότι από έρευνες που  έχουν γίνει  δεν έχει αποδειχθεί ότι η άσκηση  του δικαιώματος αυτού είχε ως αποτέλεσμα την  αύξηση  και των ποσοστών αθωωτικών αποφάσεων.[31] Αντίθετα, η ύπαρξη της δυνατότητας αυτής αυξάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. 

Από την άλλη πλευρά, η κατηγορούσα αρχή διατηρεί το παραπάνω δικαίωμα , αν και το  ασκεί  μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η διαφορετική μεταχείριση των δύο πλευρών έρχεται σε αντίθεση με την ισότητα των όπλων του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, αφού άλλωστε δε  πρέπει να ξεχνάμε και  ότι η κατηγορούσα αρχή στο Αγγλικό Δίκαιο είναι διάδικος  και έχει   τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως και η υπεράσπιση.  Επίσης, τούτη η νομοθετική ρύθμιση  δείχνει και τις ανασφάλειες της Αγγλικής Κοινωνίας, η οποία, αφού έχει στραφεί σε συντηρητικότερες θέσεις ,  επικροτεί τον περιορισμό των δικαιωμάτων των πολιτών, με αντάλλαγμα την υποτιθέμενη αύξηση της ασφάλειας και της ευταξίας μέσα στη χώρα.

4. Ο ρόλος των ενόρκων, κατά τη διάρκεια της δίκης, δημιουργεί πολλούς προβληματισμούς στους θεωρητικούς αλλά και σε όσους ασχολούνται στην πράξη με την απονομή της δικαιοσύνης.  Το πρώτο ζήτημα ,που είναι άξιο σχολιασμού, είναι η σχέση μεταξύ των ενόρκων και του προεδρεύοντος δικαστή. Αν και είναι – τουλάχιστον θεσμικά-  κατοχυρωμένο ότι η απόφαση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου λαμβάνεται αποκλειστικά από τους ενόρκους , η στάση του δικαστή ,κατά τη διάρκεια της δίκης, επηρεάζει πολλές φορές και την τελική ετυμηγορία. Ο δικαστής, κατά τη διαδικασία  στο ακροατήριο, έχει το δικαίωμα να υποβάλλει ερωτήσεις προς τους μάρτυρες και τον κατηγορούμενο, πράγμα που πολλές φορές αποκαλύπτει τη θέση του  όσον αφορά στην ουσία της υπόθεσης. Επίσης, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, έχει τη δυνατότητα να σχολιάσει τα αποδεικτικά μέσα και να κάνει μια περίληψη των όσων έλαβαν χώρα μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η άποψή του δικαστή ,που εκφράζεται εμμέσως μέσα από την άσκηση των δικονομικών αυτών δυνατοτήτων του , μπορεί να επηρεάσει τους ενόρκους. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ένορκοι είναι απλοί πολίτες, χωρίς νομική παιδεία, οι οποίοι ίσως συμμετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης για πρώτη και τελευταία φορά . Η απειρία τους, ο φόβος μήπως δε λάβουν τη σωστή απόφαση και το κύρος του δικαστή είναι πολύ πιθανόν να τους οδηγήσει  να στραφούν προς τον προεδρεύοντα ,   να προσπαθήσουν να καταλάβουν την άποψη του για τη συγκεκριμένη υπόθεση και να ακολουθήσουν  την γραμμή που αυτός έμμεσα θα έχει χαράξει. Το ίδιο, φυσικά, πρόβλημα δεν υπάρχει μόνο στο  Αγγλικό Δίκαιο. Και στα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, όπως στην Ελλάδα, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο του επηρεασμού των ενόρκων από τους δικαστές. 

  Ένα άλλο ζήτημα ,που έχει πολύ ενδιαφέρον,  είναι η δυνατότητα του δικαστή να διατάξει τους ενόρκους να αθωώσουν τον κατηγορούμενο.  Η άσκηση της εξουσίας  αυτής από τον προεδρεύοντα δικαστή  δημιουργεί , κατά την άποψή μου,  πολλά προβλήματα,  αφού στην ουσία καταργεί το σύστημα του Ορκωτού Δικαστηρίου , καθώς  οι ένορκοι πλέον  αντιμετωπίζονται ως διακοσμητικό στοιχείο .   Η κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης ανήκει στους ενόρκους και όχι στον δικαστή, πράγμα το οποίο καταστρατηγείται με αυτήν τη ρύθμιση του νόμου . Επίσης,  το κριτήριο που εφαρμόζουν  τα δικαστήρια στο συγκεκριμένο ζήτημα , δηλαδή η μη ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ορθή καταδίκη του κατηγορούμενου,  είναι παντελώς αόριστο και υποκειμενικό. 

5. Ο τρόπος λήψης απόφασης από τους ενόρκους έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.  Μέχρι το 1967, η απόφαση των ενόρκων  έπρεπε να είναι ομόφωνη , ενώ σήμερα  αρκεί η πλειοψηφία 10-2. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικαστής κατ ΄αρχήν  ζητά από τους ενόρκους να αποφασίσουν ομόφωνα. Σε περίπτωση  που αυτό δεν είναι δυνατόν, οι ένορκοι επιστρέφουν στην αίθουσα του δικαστηρίου και πλέον ο δικαστής τους ζητά να αποφασίσουν τουλάχιστον κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση, φυσικά, που δεν μπορεί να ληφθεί  απόφαση ούτε κατά πλειοψηφία , η δίκη σταματά χωρίς να εκδοθεί τελική ετυμηγορία και δίνεται η δυνατότητα στην Εισαγγελία να ξεκινήσει πάλι νέα δίωξη. 

Η  αλλαγή της νομοθεσίας το 1967 έχει δύο βασικές αιτιολογίες. Πρώτον, για να μην υπάρχει  πια η δυνατότητα σε έναν ή δύο ενόρκους , οι οποίοι έχουν  διαφορετικές  απόψεις από τις κρατούσες στην Αγγλική κοινωνία,   να εμποδίσουν την τελική απόφαση του δικαστηρίου και δεύτερον, για  να μην μπορεί να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος , δωροδοκώντας  ή απειλώντας κάποιους από τους ενόρκους.

Όσον αφορά στο πρώτο επιχείρημα θα πρέπει να αναφέρουμε τα εξής: 

Τα βασικά πλεονεκτήματα  του CrownCourt  υποτίθεται ότι  είναι η δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία  και  ότι μέσω των ενόρκων διαχέεται στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το περί δικαίου αίσθημα του λαού.  Συνεπώς, οι ένορκοι αντιπροσωπεύουν τις τάσεις  της κοινωνίας μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου . Η άρνηση του νομοθέτη να δεχθεί όλες τις απόψεις των πολιτών  με ισότιμο  τρόπο , χρησιμοποιώντας το  επιχείρημα ότι  μερικές  από αυτές   είναι « ακραίες»    και άρα αποδοκιμαστέες ,  είναι βαθιά αντιδημοκρατική  και έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνική πραγματικότητα. Όλοι οι πολίτες  έχουν   το δικαίωμα να  εκφράσουν τις απόψεις τους   μέσα στην Αγγλική κοινωνία και στους θεσμούς της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Η υιοθέτηση της άποψης αυτής οδηγεί ουσιαστικά  στη δημιουργία σωμάτων ενόρκων , τα οποία θα   αναπαράγουν  το κυρίαρχο κοινωνικό μοντέλο, πράγμα που τελικά θα επιβεβαιώσει την άποψη  που είχε διατυπώσει  στο παρελθόν   ο LordDevlin,  ότι  δηλαδή οι ένορκοι εκφράζουν  μόνο τις θέσεις συγκεκριμένων κοινωνικών  τάξεων της Αγγλίας .[32]

Όσον αφορά στο δεύτερο επιχείρημα , δηλαδή την πιθανότητα δωροδοκίας ή απειλής των ενόρκων  , έχουν υπάρξει πολλές αντιρρήσεις από τους θεωρητικούς, αφού  η Εισαγγελία έχει αρκετές  δικονομικές δυνατότητες , που μπορεί να αποτρέψουν τον διορισμό  κάποιου ενόρκου, ο οποίος μπορεί να δωροδοκηθεί. Το δικαίωμα εξαίρεσης των ενόρκων σε συνδυασμό με την έρευνα του παρελθόντος του ενόρκου ( η οποία γίνεται συχνά στην πράξη )  αποτελεί  ένα  σημαντικό μηχανισμό προστασίας.  Όσον αφορά στην πιθανότητα απειλής κάποιου ενόρκου , το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, με διάφορα μέτρα που μπορεί να λάβει,  να τον προστατεύσει ικανοποιητικά και συνεπώς δεν  καθίσταται απαραίτητη  η συγκεκριμένη ρύθμιση.

Η επιλογή του Άγγλου Νομοθέτη  πάνω στο θέμα του τρόπου λήψης της απόφασης  , κατά την άποψή μου, δεν είναι  ορθή ,όχι γιατί ο τρόπος επίλυσης του ζητήματος είναι λανθασμένος,  αλλά  γιατί  οι λόγοι  που οδήγησαν στην συγκεκριμένη ρύθμιση  δεν ήταν αυτοί που έπρεπε . Η αυξημένη πλειοψηφία έχει επιλεγεί, όχι γιατί διευκολύνει την περάτωση της δίκης με την έκδοση μιας τελικής απόφασης,    αλλά γιατί έτσι υποτίθεται ότι οι ετυμηγορίες  των δικαστηρίων θα είναι  περισσότερο προβλέψιμες και θα ακολουθούν την κυρίαρχη τάση. Η δική  μου θέση ξεκινά από το γεγονός  ότι σε περίπτωση που δε σχηματιστεί η απαραίτητη πλειοψηφία είτε για την αθώωση είτε για την καταδίκη  του κατηγορουμένου , η διαδικασία σταματά και ο κατηγορούμενος μπορεί να ξαναδικαστεί από άλλο δικαστήριο. Τούτη η ρύθμιση προκαλεί  καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης και   είναι δαπανηρή και άδικη για τον κατηγορούμενο, ο οποίος συνεχώς μπορεί να οδηγείται σε δίκες , που δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα. Ορθότερη λύση ,πιστεύω,  είναι η λήψη απόφασης με απλή πλειοψηφία ,όπως στη Σκωτία, όπου  αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα. 

6. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα του συστήματος του Ορκωτού Δικαστηρίου  είναι η έλλειψη αιτιολογίας των αποφάσεών του  . Από τη μια πλευρά, η ρύθμιση αυτή είναι κατανοητή  , αφού οι ένορκοι είναι πολίτες που δεν έχουν νομική παιδεία και είναι πολύ δύσκολο  να μπορέσουν να καταγράψουν τις σκέψεις τους  σε ένα ολοκληρωμένο κείμενο.  Από την άλλη πλευρά, με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα, κανείς δεν γνωρίζει εάν οι ένορκοι ερμήνευσαν σωστά το νόμο, εάν κατάλαβαν τις οδηγίες του δικαστή, εάν εφάρμοσαν σωστά το βάρος της απόδειξης και γενικότερα εάν έγινε ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτή η ασάφεια,  πως δηλαδή  οι ένορκοι έλαβαν την απόφασή  τους, δημιουργεί μεγάλους προβληματισμούς .

 Η κατάσταση επιτείνεται  από την έλλειψη   δυνατότητας διόρθωσης των αποφάσεων σε δεύτερο βαθμό , εφόσον   τα ένδικα μέσα είναι εντελώς περιθωριακά  στην Αγγλική Ποινική Δικονομία και σπάνια γίνονται δεκτά. Επίσης, σήμερα η ρύθμιση του νόμου έρχεται σε αντίθεση με τη θέση  του Δικαστηρίου  των Δικαιωμάτων των Ανθρώπου  , σύμφωνα με την  οποία  οι αποφάσεις των δικαστηρίων θα πρέπει να είναι αιτιολογημένες, αφού τούτο επιτάσσεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.[33]  Όλα τα παραπάνω  έχουν οδηγήσει τον Άγγλο Νομοθέτη  σε μια μεγάλη συζήτηση για το πώς θα εφαρμοστεί η αρχή της αιτιολογίας των αποφάσεων και στο Ορκωτό Δικαστήριο. 

7. Η δυνατότητα εφαρμογής του δίκαιου της επιείκειας από τους ενόρκους έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Οι περισσότεροι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι  αυτή αποτελεί μια έκφανση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, αφού οι  πολίτες μπορεί  να μην εφαρμόσουν κάποιον άδικο νόμο και έτσι να προστατεύσουν τον κατηγορούμενο.   Όμως, από την άλλη πλευρά,   η ύπαρξη τούτου του  δικαιώματος   έχει προκαλέσει και  την κριτική κάποιων νομικών στην Αγγλία  , οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η μη εφαρμογή του γραπτού δικαίου από τους ενόρκους  μπορεί να αποβεί και σε βάρος του κατηγορουμένου και έτσι να καταδικασθεί κάποιος για ανύπαρκτο έγκλημα. Μάλιστα, κάποιος από αυτούς χαρακτηρίζει το σώμα των ενόρκων  ως έναν αντιδημοκρατικό, παράλογο και επικίνδυνο νομοθέτη , του οποίου οι εκκεντρικές και μυστικές αποφάσεις έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της νομιμότητας[34].  Εξάλλου , σύμφωνα με την άποψή αυτή, η κατάσταση επιτείνεται  και από την  έλλειψη αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων και συνεπώς οι ένορκοι μπορούν να αυθαιρετούν, χωρίς να μπορούν να ελεγχθούν από κανέναν .  Πάντως,   παρ’ όλες τις αντιρρήσεις  που έχουν αναφερθεί παραπάνω , μέχρι σήμερα   τα σώματα των ενόρκων ασκούν το παραπάνω δικαίωμά τους, χωρίς να συναντούν ιδιαίτερα προβλήματα από τους δικαστές και τους άλλους παράγοντες της δίκης, ίσως γιατί σπάνια καταφεύγουν στη λύση αυτή.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Ο Θεσμός του Ορκωτού Δικαστηρίου, αντίθετα απ’  ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ηπειρωτικής Ευρώπης ,  κυριαρχεί ακόμη ιδεολογικά στη συνείδηση του Αγγλικού Λαού  και μέχρι σήμερα δεν έχει αμφισβητηθεί η χρησιμότητά του. Τα τελευταία 20 έτη γίνονται μεγάλες συζητήσεις για την αναμόρφωση του όλου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης από το Ορκωτό Δικαστήριο, αφού έχουν διαπιστωθεί και κάποιες δυσλειτουργίες. Ήδη, συζητείται η υιοθέτηση του Αμερικάνικου Μοντέλου, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να επιλέξει  εάν θα δικαστεί από το CrownCourt( Ορκωτό Δικαστήριο)  με πλήρη σύνθεση , δηλαδή με ενόρκους,  ή μόνο από το δικαστή. Επίσης, υπάρχει πρόταση για μη συμμετοχή των ενόρκων σε δίκες  που αφορούν  σε σοβαρά οικονομικά εγκλήματα και λογιστικές απάτες.  Ακόμη, άλλοι υποστηρίζουν ότι τα σώματα των ενόρκων θα πρέπει υποχρεωτικά να έχουν κάποια μέλη από τις μειονότητες, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για την αμεροληψία τους.  Αυτό  που έχει, πάντως, σημασία  είναι  ότι το σύστημα του Ορκωτού Δικαστηρίου θα παραμείνει σε πλήρη λειτουργία και τα επόμενα έτη στην Αγγλία, σε αντίθεση  με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου οι ένορκοι αντιμετωπίζονται με δυσπιστία  και γίνονται προσπάθειες για περιορισμό του ρόλου τους. 

                                                                        Γεώργιος Παπαδημητράκης 

                                                                        Δικηγόρος Θεσσαλονίκης 


[1]Βλ.Baker, An Introduction to English Legal History, 2002, σελ71 επ. 

[2]Πάντως  οι ένορκοι , όταν εμφανίστηκαν  στο προσκήνιο τον 12ο αιώνα , είχαν ακριβώς τα αντίθετα καθήκοντα, από ό,τι έχουν σήμερα. Δηλαδή, αποτελούσαν ένα σώμα πολιτών ,το οποίο βοηθούσε    τους Ειρηνοδίκες και τους Ιατροδικαστές  στην προσπάθειά τους για την ανεύρεση  του δράστη των  εγκλημάτων  και μάλιστα κατέθεταν ως μάρτυρες στο δικαστήριο .Βλ.   Pollock –  Maitland, The History of English Law,  1898, σελ624-625 ,  Devlin, The Criminal Prosecution in England, 1960, σελ3 επ.  

[3]Βλ.Doran, Trial by Jury στοMcConville – Wilson, The Handbook of The Criminal Justice Process, 2002, σελ380 επ. 

[4]Βλ. Darbyshire , Criminal Law Review 1991 Crim LR 740.

[5]Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία εγκλημάτων τα summaryoffences, τα οποία είναι τα ελαφρότερα αδικήματα και εκδικάζονται πάντα από τους Ειρηνοδίκες .  

[6]Οι Magistrates(Ειρηνοδίκες) είναι δικαστικοί λειτουργοί . Ασχολούνται  κυρίως με την εκδίκαση υποθέσεων , οι οποίες έχουν μικρή ή μεσαία ποινική απαξία. Υπάρχουν δύο κατηγορίες Ειρηνοδικών. Η πρώτη περιλαμβάνει τους λαϊκούς Ειρηνοδίκες ( LayMagistrates) , οι οποίοι δεν έχουν νομική παιδεία και έχουν ως βοηθούς, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έναν γραμματέα , που έχει ειδικές νομικές γνώσεις  . Στην δεύτερη ανήκουν οι StipendiaryMagistrates( αλλιώς DistrictJudges),  οι οποίοι είναι επαγγελματίες δικαστές, συνήθως πρώην δικηγόροι. Βλ. Darbyshire , Magistrates στο  McConville – Wilson, The Handbook of the Criminal Justice Process, ο.π,  σελ. 285 επ,   Garner , A Handbook of Criminal Law Terms ,  2000, σελ 390, 420,   Slapper – Kelly, The English Legal System  2003 , σελ 320 επ.

[7]Κριτήρια για τους δικαστές είναι ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος, ,η ηλικία του, η ψυχική του κατάσταση  κ.λ.π.

[8]Βλ. Καλφέλη,  Η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, 2000, σελ 98 επ. 

[9]Σύμφωνα με το προηγούμενο νόμο , για να μπορεί κάποιος να επιλεγεί ως ένορκος ,θα έπρεπε να έχει ακίνητη περιουσία στην χώρα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα στο  να επιλέγονται ως ένορκοι κυρίως μέλη της μεσαίας και ανώτερης τάξης . Βλ. Report of the Morris Department Committee on Jury Service,1965,Cmnd 2627, παρ. 38-42.

[10]Βλ. το άρθρο 380 Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ρυθμίζει παρόμοια ζητήματα.

[11]Βλ   Zander , Cases and Materials on the English Legal System, 1999,  σελ402 επ,  Slapper- Kelly, ο.π, σελ468 επ,  Sprack, Emmins on Criminal Procedure, 1997 , σελ252 επ,  Padfield , Text and Materials on the Criminal Justice Process, 2000, σελ358 επ.

[12]Βλ. R V Mason 1980, 3 A11 ER 777, Annex to the Attorney- General Guidelines on Jury Checks, Recommendations of the Association of Chief Police Officers 1988, 3 A11 ER 1086. 

[13]Βλ.  Padfiled, ο.π , σελ 359.

[14]Πάντως είχε και το δικαίωμα  της αιτιολογημένης  εξαίρεσης των ενόρκων.

[15]Αυτό μπορεί να γίνει  μόνο εάν  πρώτα η υπεράσπιση αναφέρει  συγκεκριμένα πραγματικά   περιστατικά , που  μπορούν να οδηγήσουν  στο συμπέρασμα ότι ο ένορκος δεν είναι κατάλληλος, για να ασκήσει τα καθήκοντά του . Μετά , μέσω των ερωτήσεων,  δίνεται η δυνατότητα στην υπεράσπιση  να αποδείξει και  την ουσιαστική  βασιμότητα των ισχυρισμών της   . Όμως, επειδή η υπεράσπιση γνωρίζει μόνο το όνομα και τη διεύθυνση των υποψηφίων ενόρκων και επειδή δεν έχει πάντα μεγάλη οικονομική δυνατότητα ,  συνήθως δεν μπορεί να ερευνήσει  το παρελθόν των ενόρκων, πράγμα που θα της επέτρεπε  να αντλήσει από αυτό στοιχεία, που θα αποδείκνυαν την ακαταλληλότητα τους. 

[16]Φυσικά και έχει και το δικαίωμα  αιτιολογημένης εξαίρεσης ενόρκων. 

[17]Ο δικαστής πάντως δεν έχει το δικαίωμα κατ’ αρχήν  να διατάξει τους ενόρκους να καταδικάσουν τον κατηγορούμενο . Για το ζήτημα αυτό και τις εξαιρέσεις του παραπάνω κανόνα βλ.  Μ. Zander, ο.π,σελ447,  Devlin, Trial by Jury, 1966 σελ84,  Leer 1982 CrimLR,  310, R v Clemo 1973, RTR , 176, DPP v Stonehouse 1978, AC 55, Gent 1990 1 A11 ER, 364, Hill and Hall 1988 Cr App Rep,  1989 Crim LR, 136.

[18] Βλ.  Zander, ο.π, σελ446 , R v Mansfield 1977 65 Cr App Rep 276, Pattenden, The Submission of No Case- Some Recent Developments ,1982 Crim LR , 558,   Wolchover , Stopping the trial in Suspect Cases, New Land Journal 1982, 527.  

[19]Βλ.   Gane – Stoddart, Criminal Procedure  in Scotland , 2002, σελ409. 

[20]Βλ. Contempt of the Court Act 1981,  Jaconelli, Some Thoughts on Jury Secrecy, Legal Studies, March 1990 , σελ91 επ.

[21]Βλ. Baker, ο.π, σελ97 επ.

[22] Βλ.  Devlin, The Conscience of the Jury, 1991, 107 LQR 398.

[23]Βλ.  Ashworth, The criminal Process, An Evaluative Study,  1995, σελ229 επ.

[24]Βλ. Hedderman– Moxon, MagistratesCourt, σελ 20. 

[25]Βλ.  Vennard, The Outcome of Contested Trials, Managing Criminal Justice , 1985, σελ131 επ. 

[26]Ο νόμος αυτός  ισχύει από το 1215 μχ  και αποτελεί  την βάση των  πολιτικών και προσωπικών  δικαιωμάτων των Άγγλων πολιτών ( σημ. Στην Αγγλία δεν υπάρχει επίσημο γραπτό Σύνταγμα). Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι υπάρχουν και απόψεις που αμφισβητούν ότι η Μεγάλη Χάρτα έδωσε  το δικαίωμα στους  πολίτες  να δικάζονται μόνο  από άλλους πολίτες. Βλ.  Darbyshire, The Lamp that shows that freedom lives- is it worth the candle? ,1991,CrimLR 740. 

[27]Βλ. Zander, ο.π, σελ  416.

[28]Βλ.  Devlin, Trial by jury, σελ20. 

[29]Βλ.  Zander, ο.π,  σελ416 επ.

[30]Βλ. R v Ford 1989, QB 868.

[31]Βλ. JVennard –  Riley, The use of Preremptory Challenge and Stand By of Jurors and Their Relationship to trial outcome , 1988 CrimLR 731.

[32]Βλ.  Devlin, Trial by Jury, 1956,σελ20. 

[33]Βλ. MurrayvUK,1996, 22 EHRR,29, CondronvUK, 2000, 30 EHRR1. Ήδη ο Άγγλος  νομοθέτης επέβαλε την αιτιολόγηση των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου. 

[34] Βλ.  Darbyshire, ο.π , σελ 740 επ. 

BIG DATA ΚΑΙ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ- ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Σήμερα σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου αναπτύσσονται αλγοριθμικά εργαλεία για την επεξεργασία δεδομένων που αφορούν τις αναλύσεις κινδύνων. Μέσα στα πλαίσια αυτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έρευνες που επιδιώκουν να εντοπίσουν άτομα που έχουν ποινική εμπλοκή  και είναι πιθανόν στο μέλλον να τελέσουν ξανά νέα αδικήματα. Μέχρι πρόσφατα οι μελέτες αυτές ενδιέφεραν κυρίως τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και πρόσωπα που ασχολούνταν με την επιτήρηση των προσώπων που ευρίσκονταν σε καθεστώς απόλυσης υπό όρο έτσι ώστε να μπορούν να εκτελούν αποτελεσματικότερα τα καθήκοντά τους. Σήμερα οι έρευνες αυτές αποτελούν διαγνωστικό εργαλείο και των δικαστών σε πολλά στάδια της ποινικής διαδικασίας, όπως κατά τον έλεγχο των προϋποθέσεων για την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού ή κατά την επιμέτρηση των ποινών. Η χρήση των μελετών αυτών είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη , αφού δημιουργούνται ζητήματα  όχι μόνο για την αξιοπιστία αυτών αλλά και για τα κριτήρια με βάση τα οποία οι αλγόριθμοι καταλήγουν στις τελικές τους προτάσεις. Στα πλάσια της παρούσης εργασίας θα αναφερθούμε από την μια πλευρά στον τρόπο λειτουργίας και στην δομή των συγκεκριμένων αλγοριθμικών μελετών , στην κριτική που έχει ασκηθεί σε αυτές μέσα στα πλαίσια του ομοσπονδιακού δικαιικού συστήματος στις ΗΠΑ , στην σημερινή νομική προσέγγιση του ζητήματος από τα δικαστήρια των ΗΠΑ αλλά και ορισμένες σκέψεις μας για την δυνατότητα εφαρμογής των συγκεκριμένων μελέτων στην ελληνική έννομη τάξη. 

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ- ΕΝΤΑΞΗ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Οι περισσότερες έννομες τάξεις του ηπειρωτικού και αγγλοσαξονικού δικαίου έχουν δημιουργήσει ένα κοινό πλαίσιο για την σημασία του ποινικού φαινομένου αλλά και για τους λόγους επιβολής των  ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης του συγκεκριμένου είδους κανόνων.  Ετσι, σύμφωνα με τα κρατούντα, υπάρχουν δύο βασικοί πόλοι που δικαιολογούν την τιμωρία του δράστη. Από την μια πλευρά έχει αναπτυχθεί  η δεοντολογικη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο καταδικασθείς θα πρέπει να υποβάλλεται σε ποινική μεταχείριση ως ανταπόδοση για την πράξη την οποία τέλεσε . Ετσι σύμφωνα με τον Εμ. Κάντ « η τιμωρία θα πρέπει να επιβάλλεται μόνο και μόνο επειδή το πρόσωπο που υφίσταται την κύρωση έχει τελέσει ποινικό αδίκημα». Με βάση την άποψή αυτή το ζήτημα της τιμωρίας του δράστη αφορά μόνο το παρελθόν και συγκεκριμένα την απαξία της τελεσθείσας πράξης, χωρίς να μας ενδιαφέρει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, ενώ η κύρωση επιβάλλεται διότι ο καταδικασθείς οφείλει να «πληρώσει» στην κοινωνία ένα « χρέος» για το όφελος που έλαβε ή το βάρος που  επέβαλε σε κάποιον τρίτο από την παράνομη συμπεριφορά του , ενώ μετά την εκτέλεση της ποινής αποκαθίσταται η ισορροπία που έχει διαταραχθεί στην κοινωνία από το αδίκημα που έχει τελεστεί. Από την άλλη πλευρά υποστηρίζονται οι ωφελιμιστικές θεωρίες , οι οποίες επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν την ποινή,  ώστε να επιτεχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα,  όπως η βελτίωση της συμπεριφοράς του δράστη  . Ο σκοπός της ποινής για τις θεωρίες αυτές έχει κυρίως εργαλειακή σημασία, δηλαδή θα πρέπει η κύρωση να οδηγήσει σε συγκεκριμένα  οφέλη για το κοινωνικό σύνολο ( αλλιώς δεν έχει λόγο αυτή να επιβληθεί) . Τούτο σημαίνει ότι κάθε συζήτηση για την επιμέτρηση της ποινής δεν θα πρέπει να συνδέεται με το παρελθόν αλλά αντίθετα με το μέλλον και με το τι αυτή θα προσφέρει στην κυρίαρχη κοινωνική  ομάδα που θα επιβάλλει τις κυρώσεις.

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο  η ποινή θα πρέπει να οδηγεί στη μείωση των εγκληματικών ενεργειών και αυτός ο στόχος  συνδέεται όχι μόνο με τον συγκεκριμένο δράστη ( ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι το προσωπικό του κόστος   από τις παράνομες ενέργειες  είναι επαχθές , πράγμα που θα τον αποτρέψει στο μέλλον  να  τις επαναλάβει )  αλλά  και με τους  υπόλοιπους πολίτες, οι οποίοι μπορούν να παραδειγματιστούν από την τιμωρία του δράστη ( γενική και ειδική πρόληψη).  Επίσης σε περίπτωση στέρησης της προσωπικής ελευθερίας του καταδικασθέντα , η κοινωνία ωφελείται από την απομόνωσή του, αφού περιορίζονται οι δυνατότητές του να τελέσει νέο αδίκημα.  Τέλος η θεωρία της αναμόρφωσης του δράστη πρεσβεύει ότι η ποινή θα πρέπει να δίδει την δυνατότητα στον παραβάτη να εξελίξει την προσωπικότητά του και να μεταβάλει σε ουσιαστικό επίπεδο την στάση του απέναντι στα έννομα αγαθά.

 Η μεταβολή αυτή οδηγεί στη δημιουργία έντονου κοινωνικού οφέλους , αφού περιορίζεται ο κίνδυνος επανάληψης άλλων εγκληματικών ενεργειών. Η βελτίωση της συμπριφοράς  του δράστη μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες (  πχ μετάνοια ή τύψεις), ενώ σημαντική είναι και η παροχή συνδρομής από τις κρατικές δομές ( στο επίπεδο της ψυχικής υγείας ή της παροχής εκπαίδευσης), ώστε να μειωθούν στο ελάχιστο οι κοινωνικοί παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν τον δράστη στην επανάληψη και άλλων παραβατικών ενεργειών.  

Οι δύο  παραπάνω θεωρητικές προσεγγίσεις για τον σκοπό της ποινής ( δεοντολογική- ωφελιμιστική)  έρχονται πολλές φορές σε σύγκρουση και είναι  δύσκολο για τον εφαρμοστή του δικαίου να προχωρήσει σε συγκερασμό αυτών, αφού πχ  για την πρώτη  η επιβολή της ποινής σε κάθε περίπτωση είναι υποχρεωτική , ενώ στην δεύτερη εξαρτάται από την ύπαρξη κοινωνικού ωφέλους . Γι΄αυτό το λόγο έχουν αναπτυχθεί και υβριδικές απόψεις ( ενωτικές θεωρίες) σύμφωνα με τις οποίες η βαρύτητα της πράξης και τα υπόλοιπα δεοντολογικά στοιχεία δημιουργούν τα ακραία όρια μέσα στα οποία θα πρέπει ο δικαστής να κινηθεί,   έτσι ώστε η τελική ποινή που θα επιβληθεί να είναι « δίκαιη» για τον καταδικασθέντα , ενώ για το τελικό της ύψος μπορούν να ληφθούν υπόψη και οι παραπάνω αναφερθέντες κοινωνικοί στόχοι. 

Σε νομοθετικό επίπεδο και στην Ελληνική έννομη τάξη αλλά και στις ΗΠΑ δεν υπάρχει  κάποια αποκλειστικά κρατούσα  θεωρία για τους στόχους που θα πρέπει να υπηρετεί η επιμέτρηση της ποινής και  γι΄αυτό όλα τα παραπάνω κριτήρια μπορούν νόμιμα να αποτελέσουν δικαιολογητική βάση για την τελική απόφαση του δικαιοδοτικού οργάνου . Ετσι πχ στο άρθρο 79 του  ελληνικού ΠΚ  κατά την επιλογή της τελικής κύρωσης λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητητα της πράξης αλλά και η προσωπικότητά του δράστη , όπως η διαγωγή του μετά την τέλεση της πράξης και η μετάνοια που τυχόν επέδειξε. Ιστορικά πάντως τουλάχιστον στις ΗΠΑ οι παραπάνω θεωρίες εναλλάσονται ως κύριοι  δικαιολογητικοί λόγοι επιβολής της ποινής χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αποκλείονται και οι υπόλοιπες από τις τελικές εκτιμήσεις των δικαστηρίων. 

Ετσι πχ στις αρχές του αμερικανικού δικαίου, η ποινή είχε κυρίως σκοπό να επιτύχει την γενική και ειδική πρόληψη , ενώ το στοιχείο της ανταπόδοσης υπήρχε στα σοβαρά κακουργήματα , όπως στην  ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Τον 19ο    και 20ο  αιώνα η επανένταξη του δράστη στο κοινωνικό σύνολο αποτέλεσε  το βασικό νεωτερικό στοιχείο στην ποινική νομοθεσία , αφού με την πρόοοδο της Ιατρικής και της Ψυχολογίας , οι δράστες αντιμετωπίζονταν ως « ασθενείς» , οι οποίοι μπορούσαν να θεραπευτούν.  Ο στόχος της « βελτίωσης»  του δράστη άρχισε να δέχεται σοβαρά πλήγματα, αφού οι δικαστές , αντιμετωπίζοντας τους καταδικασθέντες ως « ασθενείς» επέβαλαν από την μια πλευρά « άδικες ποινές»  σε διάρκεια ( μεγαλύτερες ), εφόσον τούτο εξυπηρετούσε την «ίαση» τους,  ενώ υπήρχε σοβαρή ανισότητα στο ζήτημα των ποινών σε πράξεις ίδιας βαρύτητας, αφού κάθε δικαστής αποφάσιζε για το μέγεθός τους χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς,  πράγμα που δημιουργούσε και συνταγματικής φύσεως ζητήματα.

 Η έλλειψη σταθερού πλαισίου ποινών και η μεγάλη διακριτική ευχέρεια των δικαστηρίων οδήγησε το 1984 στην ψήφιση του Sentencing Reform Act , σύμφωνα με τον οποίο δύο βασικά κριτήρια που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από τα ποινικά δικαστήρια είναι η βαρύτητα της συμπεριφοράς του δράστη και το ποινικό του παρελθόν, τα οποία αποτελούν το σημείο εκκίνησης για την αξιολόγηση από το δικαιοδοτικό όργανο. Ο SRA προσδιορίζει ότι η ποινική τιμωρία θα πρέπει να ικανοποιεί τέσσερις στόχους, δηλαδή η τελική ποινή θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την βαρύτητα του εγκλήματος, να προωθεί τον σεβασμό προς τον νόμο και να επιβάλει ποινή δίκαιη σε σχέση με το αδίκημα ( ανταποδοτική θεωρία), να οδηγεί σε ικανοποιητική αποτροπή τέλεσης νέων αδικημάτων , να προστατεύει το κοινωνικό σύνολο από περαιτέρω παράνομες ενέργειες του δράστη και να προσφέρει στον καταδικασθέντα την απαραίτηση μόρφωση , υγειονομική περίθαλψη κλπ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ολοι οι παραπάνω στόχοι έχουν την ίδια ιεραρχική θέση και ουσιαστικά οι δικαστές οφείλουν να επιβάλουν μια ποινή που να είναι αρκετή αλλά όχι μεγαλύτερη από όσο πρέπει  για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι. 

Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι όλα τα παραπάνω κριτήρια μπορούν να  χρησιμοποιήσουν το ποινικό παρελθόν του δράστη για να εξαγάγουν συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να κινηθεί ο ποινικός δικαστής κατά την επιμέτρηση των ποινών. Ετσι πχ η προηγούμενη  συμπεριφορά του δράστη δείχνει την ένταση του υποκειμενικού στοιχείου κατά την διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος αλλά και την γενικότερη στάση του απέναντι στα έννομα αγαθά.  Επίσης  το ποινικό παρελθόν μπορεί να  χρησιμοποιηθεί πχ  για να προβλεφθεί η μελλοντική συμπεριφορά του , για το εάν είναι επικίνδυνος και θα πρέπει να φυλακισθεί αλλά και το εάν και πως μπορεί να επιτευχθεί η ειδική πρόληψη.  

Μέσα στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μελλοντικής συμπεριφοράς του δράστη με βάση δεδομένα του παρόντος, όπως το ποινικό παρελθόν του ή οι οικονομικοί του πόροι ή οι δεξιότητες του , το φύλο κλπ θα πρέπει πλέον να ληφθούν υπόψη και οι τεχνολογικές εξελίξεις . 

Ο τεράστιος αριθμός κρατουμένων iδίως στις ΗΠΑ , ο οποίος δημιουργεί σοβαρό οικονομικό βάρος στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και η ανάγκη για καλύτερη διαχείριση του όγκου των καταδικασθέντων πολιτών  οδηγεί στην υιοθέτηση νέων πολιτικών . Οι σημερινοί στόχοι έχουν στόχο την μείωση του κόστους και της σπατάλης των πόρων, την απεξάρτηση από την ποινή της φυλάκισης, την δημιουργία εναλλακτικών προγραμμάτων επανένταξης , μείωσης του κινδύνου τέλεσης νέων αδικημάτων αλλά και της αύξησης της ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου. Η επίτευξη όλων αυτών των στόχων βασίζεται στην εκμετάλλευση μοντέλων ανάλυσης ρίσκου,  τα οποία τελικά καταλήγουν σε συμπεράσματα για το  εάν ο καταδικασθείς αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία και θα πρέπει να φυλακισθεί. Η συγκέντρωση και επεξεργασία ενός τόσο μεγάλου όγκου δεδομένων , η ανάλυση εμπειρικών μελετών για την εγκληματικότητα που βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα και η κατάρτιση μοντέλων ανάλυσης ρίσκου πλέον είναι δυνατή, αφού έχει αναπτυχθεί η τεχνολογία των big data αλλά και οι  δυνατότητες των υπολογιστών. 

ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ BIG DATA ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ 

Τα Big Data ορίζονται ως οι τεράστιες ποσότητες δομημένων, ημιδομημένων και αδόμητων δεδομένων με βασικά χαρακτηριστικά τους τον  μεγάλο όγκο τους , την αυξημένη ποικιλομορφία τους και την τεράστια ταχύτητα με την οποία δημιουργούνται. Τα δεδομένα αυτά είναι πολύ μεγάλα και πολύπλοκα για να μπορεί να γίνει αποδοτική εκμετάλλευσή τους από την απλή τεχνολογία βάσεων δεδομένων , η οποία εφαρμόζεται στους περισσότερους οργανισμούς. Η επεξεργασία σε μεγάλη κλίμακα δεδομένων δεν είναι ένα νέο φαινόμενο , αφού ήδη εφαρμόζεται σε επιστήμες όπως η μετεωρολογία , ενώ συχνά για την επεξεργασία απαιτούνταν η χρήση υπερυπολογιστών. 

Η αύξηση της υπολογιστικής δύναμης οδηγεί στην ευκολότερη διαχείριση των δεδομενών και στην  αξιοποίηση των big data.  Οι σημερινές προκλήσεις αφορούν τον τρόπο αποθήκευσης , πρόσβασης αλλά κυρίως επεξεργασίας των big data , αφού μέσα από τον τεράστιο όγκο τους επιδιώκουμε να δημιουργηθούν  λειτουργικά μοντέλα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε όλα τα επιστημονικά πεδία με την μικρότερη υπολογιστική δύναμη αλλά και η εξαγωγή δεδομένων ( data mining) από τα ήδη υπάρχοντα. 

Οπως είναι φυσικό τα big data έχουν εισαχθεί στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης , αφού χρησιμοποιούνται για την δημιουργία αναλυτικών εργαλείων για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας των δραστών μέσω της αλγοριθμικής σκέψης . Η πρόβλεψη για την μελλοντική συμπεριφορά του δράστη , όπως προείπαμε, είναι ένα ιδιαίτερο σημαντικό μέγεθος, αφού μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τις αποφάσεις του δικαστηρίου στο ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής αλλά και την εφαρμογή μεταγενέστερων θεσμικών εργαλείων , όπως την απόλυση υπό όρους αλλά και τα προγράμματα επανένταξης των καταδικασθέντων. 

Οι σημερινές αναλύσεις ρίσκου έχουν εισαχθεί στην δικαιοσύνη από άλλους κλάδους της κοινωνικής ζωής ( υπολογισμός ασφαλιστικών κινδύνων, πρόβλεψη υγείας ασθενών κλπ) και θεωρείται ένα σημαντικό εργαλείο που μπορεί να συνδράμει το έργο του δικαστή.

  Οι αναλύσεις αυτές βασίζονται σε προηγούμενες έρευνες ειδικά στον πληθυσμό που έχει εμπλοκή με τον ποινικό μηχανισμό ( φυλακισθέντες, αποφυλακισθέντες κλπ) ,  διεξάγονται  με την συμπλήρωση πχ ερωτηματολογίων  (τα οποία συλλέγουν δημογραφικά στοιχεία, δεδομένα για το οικογενειακό περιβάλλον και ποινικό παρελθόν) και από τις οποίες προκύπτουν  οι βασικοί παράγοντες ρίσκου , δηλαδή τα χαρακτηριστικά  τα οποία αυξάνουν ή μειώνουν  την πιθανότητα  ο δράστης να οδηγηθεί σε υποτροπή.  Αυτά χωρίζονται σε σταθερές , δηλαδή σε στοιχεία που δεν μπορούν να αλλάξουν ( πχ προηγούμενη αντικοινωνική συμπεριφορά) αλλά και σε δυναμικές μεταβλητές ( πχ χρήση ναρκωτικών, ανεργία κλπ). Με τα σημερινά δεδομένα  οκτώ είναι οι κύριοι  παράγοντες που επιδρούν στο ζήτημα της επανατέλεσης νέων αδικημάτων από τον δράστη , δηλαδή η αντικοινωνική συμπεριφορά, η αντικοινωνική στάση απέναντι στα έννομα αγαθά, ο συγχρωτισμός με άτομα που έχουν ποινικό παρελθόν , το ποινικό μητρώο, η χρήση ουσιών , οικογενειακά χαρακτηριστικά ( πχ μονογονεική οικογένεια) , εκπαίδευση και εργασία καθώς και η έλλειψη ασχολιών με θετικό κοινωνικό πρόσημο.  

Τα παραπάνω στοιχεία  , ύστερα από ανάλυση ( για την οποία χρησιμοπούνται διάφοροι μέθοδοι πχ για την COMPAS  χρησιμοποιείται η στατιστική μέθοδος της Γραμμικής Παλινδρόμησης)  , δημιουργούν πίνακες και καμπύλες ρίσκου, αφού η εξαφάνιση ορισμένων παραγόντων ( χρήση ναρκωτικών) ή η εμφάνιση άλλων ( πχ δημιουργία οικογένειας) ή η απλή μεταβολή ( πχ ηλικίας)αναπροσαρμόζουν  και τις σχετικές πιθανότητες επικινδυνότητας του δράστη. Η μεταβολή αυτή μπορεί να είναι δραστική ή και σταδιακή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένα από τα κριτήρια αυτά συνδέονται στην πράξη ( έμμεσα) με συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων πχ ο τόπος κατοικίας αποτελεί και μια ένδειξη για το χρώμα ή την φυλή του καταδικασθένος, ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα κατωτέρω.  Ο τρόπος ανάλυσης που χρησιμοποιείται από κάθε μέθοδο αλλά και τα αποτελέσματα της είναι συνήθως απόρρητος, αφού οι αναλύσεις ρίσκου έχουν αναπτυχθεί σε προγράμματα υπολογιστών που αποτελούν εμπορικό απόρρητο και ιδιοκτησία των κατασκευαστών τους.

 Στη συνέχεια λαμβάνει χώρα η συλλογή των δεδομένων από το άτομο που έχει εμπλακεί στην ποινική διαδικασία είτε μέσω των δημόσιων αρχείων ( πχ ποινικό μητρώο, εκθέσεις επιμελητών κλπ) είτε από συνεντεύξεις και συμπλήρωση ερωτηματολογίου από τον δράστη. Σε πολλές περιπτώσεις , εφόσον η σχετική ανάλυση θα χρησιμοποιηθεί για το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής, η συλλογή των στοιχείων διεξάγεται μόνο μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης και πριν την επιβολή της ποινής. Τα συγκεντρωθέντα στοιχεία αναλύονται και εκδίδεται το τελικό συμπέρασμα , το οποίο χρησιμοποιείται ανάλογα είτε από το δικαιοδοτικό όργανο είτε από τους επιμελητές κλπ. Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι τουλάχιστον μέχρι σήμερα οι μελέτες αυτές έχουν καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύουν τον δικαστή κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής, όμως όπως είναι φυσικό επιδρούν στις τελικές αποφάσεις τους , αφού μάλιστα έχουν ενδυθεί και τον μανδύα του  επιστημονικού  άρτια « εργαλείου» , αφού η ανάλυση του ρίσκου βασίζεται σε πληθώρα δεδομένων , των οποίων έχει γίνει επεξεργασία από υπολογιστές, οι οποίοι  προχωρούν σε αντικειμενικές  εκτιμήσεις.

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ – ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ  ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ 

Σήμερα , όπως έχουμε προαναφέρει , οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας χρησιμοποιούνται σχεδόν σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ με διαφορετικό η κάθε μια περιεχόμενο και αποτελεί ένα από τα πιο σύγχρονα εργαλεία στον χώρο της ποινολογίας. Σε νομολογιακό επίπεδο η πιο σημαντικηή απόφση είναι του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Wisconsin  στην υπόθεση Loomis , η οποία ασχολείται κυρίως με συνταγματικής φύσεως ζητήματα. Στην υπόθεση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Loomis για την τέλεση πέντε εγκλημάτων σε ένα περιστατικό που αφορούσε επίθεση με πυροβολισμούς από διερχόμενο όχημα. Τελικά ο κατηγορούμενος δήλωσε ένοχος για αδικήματα μέσης βαρύτητας  ( μη συμμόρφωση σε σήμα της τροχαίας και οδήγηση οχήματος χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη) και το δικαστήριο κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής του επέβαλε ποινή 6 ετών φυλακίσεως και 5 ετών ελεγχόμενης ελευθερίας μετά την έκτιση της πρώτης . Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ελάβε υπόψη  για την τελική απόφαση του  μελέτη επικινδυνότητας  του  δράστη , η οποία συντάχθηκε με την μέθοδο COMPAS και η οποία αξιολόγησε τον καταδικασθέντα ως άτομο με αυξημένες πιθανότητες υποτροπής.  

Ο καταδικασθείς ,ασκώντας ένδικα μέσα, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η απόφαση του  πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι ακυρωτέα, αφού παραβιάστηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη  όσο και  αυτό  της επιβολής εξατομικευμένης ποινής, αφού δεν του επετράπη να ελέγξει την αρτιότητα του λογισμικού COMPAS  και για την επιβολή της ποινής του  ελήφθη ως σημαντικός παράγοντας το φύλο του κατά παράβαση του Συντάγματος. Το ζήτημα έφθασε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας , όπου κατά πλειοψηφία απέρριψε τις αιτιάσεις του κατηγορουμένου.

Συγκεκριμένα το δικαστήριο , κατ΄αρχάς , έκρινε ότι οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας αλλά και οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν μπορούν να αφήσουν ανεπηρέαστη την ποινική δικαιοσύνη, η οποία θα πρέπει να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. 

Οσον αφορά το πρόγραμμα COMPAS το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου και η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων της εταιρίας που ανέπτυξε το λογισμικό αποτελεί νόμιμο λόγο για την μη πρόσβαση του κατηγορουμένου στον αλγόριθμο με τον οποίο αξιολογήθηκε η προσωππικότητά του. Σύμφωνα με την δικαστική απόφαση  αρκεί για την νομιμότητα χρήσης του προγράμματος το γεγονός ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν παρασχέθηκαν από τον κατηγορούμενο ή από δημόσια έγγραφα και το ότι ο καταδικασθείς είχε την δυνατότητα να ελέγξει και να αμφισβητήσει την εγκυρότητα αυτών. Επίσης η απόφαση έκρινε ότι η ένσταση περί προσβολής των δικονομικών του δικαιωμάτων μπορεί να ευδοκιμήσει στην περίπτωση που το τελικό αποτέλεσμα της απόφασης του δικαστή βασίστηκε καθοριστικά ή εξ’ ολοκλήρου στην μελέτη επικινδυνότητας και όχι εάν αποτέλεσε μόνο ένα από τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν. 

Οσον αφορά την αιτίαση του κατηγορουμένου για το ζήτημα της λήψεως υπόψιν του φύλου στην τελική επιμέτρηση της ποινής, το δικστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κοινωνική διάσταση του φύλου του αποτέλεσε  ένα βασικό στοιχείο κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής. 

Παρά ταύτα το δικαστήριο θεώρησε ότι η παράμετρος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική , αφού έκρινε ότι ο διαχωρισμός είναι αναγκαίος , αφού η αντίθετη αντιμετώπιση οδηγεί σε εσφαλμένα επιστημονικά αποτελέσματα και τέλος παρασχέθηκαν κατευθυυντήριες γραμμές για τον τρόπο χρησιμοποίησης των μελετών, όπως πχ  η αναγκαιότητα χρήσης του προγράμματος με ιδιαίτερη προσοχή από τους ποινικούς δικαστές ( χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω η έννοια της προσοχής)  και η υποχρεωτική αναφορά στην έκθεση των περιορισμών της μεθολογίας που χρησιμοποιείται. 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ 

Οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας , παρά την «αξιοπιστία» που προβάλλουν  προς τα έξω , δέχονται στις ΗΠΑ  κριτική για την έλλειψη διαφάνειας του αλγόριθμου παραγωγής των αποτελεσμάτων , για τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων αλλά και για τα δεδομένα που επιλέγονται προς αξιοποίηση. 

Ο πρώτος προβληματισμός αναφέρεται ιδίως στην έλλειψη δυνατότητας από τον κατηγορούμενο αλλά και από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο έρευνας του αλγοριθμικού κώδικα πολλών προγραμμάτων που αναλύουν την επικινδυνότητα των προσώπων που εμπλέκονται στην ποινική δικαιοσύνη. Οι κώδικες αυτοί είναι ενσωματωμένοι σε προγράμματα υπολογιστών ( τα οποία χρησιμοποιούνται σε ομοσπονδιακό ή πολιτειακό επίπεδο ) και αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία συγκεκριμένων εταιριών που ασχολούνται με το ζήτημα αυτό. Συνεπώς λόγω του εμπορικού απορρήτου  ( σύμφωνα τουλάχιστον με την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ουαισκόνσιγκ) ,δεν επιτρέπεται η ανάλυση του αλγόριθμου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί εάν ο αλγόριθμος είναι ορθός και εάν παράγει τα αποτελέσματα που πρέπει. 

Το ζήτημα αυτό συμπλέκεται με την εφαρμογή του Νόμου Περί Ελευθερίας των Πληροφοριών του 1966 ( Freedom of Information Act)  , ο οποίος έχει ως βασικό σκοπό να ενισχύσει την διαφάνεια στον τομέα της λήψεως αποφάσεων από διοικητικά όργανα. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό επιτρέπεται η πρόσβαση των πολιτών στα κυβερνητικά αρχεία και η λήψη αντιγράφων από οποιαδήποτε υπηρεσία , εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση.  Η πρόσβαση δεν περιορίζεται μόνο σε έγγραφα αλλά και  σε οτιδήποτε μπορεί να αναπαραχθεί, ευρίσκεται στην κατοχή της υπηρεσίας και δεν έχει σημασία η μορφή στην οποία ευρίσκεται το αρχείο . Η αίτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει το είδος της πληροφορίας που ζητείται και η υπηρεσία θα πρέπει να απαντήσει εντός 20 εργάσιμων ημερών. Φυσικά υπάρχουν περιορισμοί του παραπάνω δικαιώματος των πολιτών , ένας από τους οποίους είναι και η ύπαρξη εμπορικών απορρήτων.  Ως εμπορικό μυστικό θεωρείται κάθε φόρμουλα , σχέδιο ή συνδυασμός πληροφοριών , οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην εργασία κάποιου και του δίδει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές , οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση σε αυτό. Παρά τις παραπάνω εξαιρέσεις , ο νόμος δημιουργεί τεκμήριο υπέρ της αποκάλυψης των πληροφοριών. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι εξαιρέσεις αυτές δεν έχουν υποχρεωτική φύση και πάντοτε θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Μάλιστα έχει υποστηριχθεί ότι η ευρεία πρόσβαση στα αρχεία των υπηρεσιών από τους πολίτες είναι σημαντικότερη από την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων που δεν ασκούν δημόσια εξουσία , ενώ επιτρέπεται να ληφθούν κάποια μέτρα για να εξισορροπηθούν  τα αντίθετα συμφέροντα.  Η κυβέρνηση Ομπάμα μάλιστα εξέδωσε και εγκύκλιο σύμφωνα με την οποία το τεκμήριο είναι υπέρ της χορήγησης των πληροφοριών στους πολίτες που τις αιτούνται ,ενώ τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και γενικότερα τα πρόσωπα που δεν ασκούν δημόσια εξουσία θα απωλέσουν κάποια προστασία των δικαιωμάτων τους,  όσον αφορά το απόρρητο, όταν συνάπτουν συμφωνίες με δημόσιες υπηρεσίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν δημόσιες λειτουργίες. Παρά τις ανωτέρω επισημάνσεις τα δικαστήρια ακολουθούν εντελώς διαφορετική γραμμή , δημιουργώντας σοβαρά προσκόμματα στην δυνατότητα αξιολόγησης των προγραμμάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών. 

O δεύτερος προβληματισμός σχετίζεται με τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων ( η παρατήρησή μας αυτή είναι γενική και αναφέρεται σε ολόκληρο των κλάδο των big data) , αφού ο αλγόριθμος ουσιαστικά έχει σαν βασικό σκοπό την εξόρυξη δεδομένων (data mining). Η εξόρυξη δεδομένων δημιουργεί πολλές φορές απαράδεκτες διακρίσεις και στην συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος ειδικές ομάδες προσώπων να τεθούν στο περιθώριο και να αντιμετωπιστούν δυσμενέστερα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά εργαλεία, η εξόρυξη δεδομένων έχει σαν σκοπό να εντοπίσει στατιστικές σχέσεις μέσα από τον όγκο των δεδομένων, δηλαδή να ανακαλύψει χρήσιμα μοντέλα  και  κανονικότητες , οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για μεταγενέστερες αποφάσεις. Τα μοντέλα αυτά χρησιμοποιούνται για να αυτοματοποιηθεί η διαδικασία κατηγοριοποίησης των οντοτήτων ή των ενεργειών που ενδιαφέρουν, να υπολογιστεί η αξία των μεταβλητών που δεν έχουν παρατηρηθεί ή να προβλεφθεί ένα μελλοντικό αποτέλεσμα. 

Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται πχ για την ανακάλυψη ψεύτικων συναλλαγών, για τον υπολογισμό ασφαλίστρων κλπ.  Η διαδικασία αυτή συνδέεται με την έννοια της « μηχανικής μάθησης» , αφού ο αλγόριθμος « μαθαίνει» ποιες από τις βασικές ιδιότητες ή ενέργειες μπορούν να χρησιμεύσουν  ως ενδεχόμενες μεταβλητές για τις ιδιότητες ή το αποτέλεσμα των αντικειμένων που εξετάζονται. 

Στην συγκεκριμένη περίπτωση στο επίκεντρο μας ευρίσκονται δύο έννοιες , δηλαδή οι μεταβλητές – στόχος και η κλάσεις. Το αποτέλεσμα που μας ενδιαφέρει από την εξόρυξη δεδομένων είναι οι μεταβλητές στόχος, ενώ οι κλάσεις διαχωρίζουν όλες τις δυνατές αξίες των μεταβλητών- στόχων σε κατηγορίες. Πολλές φορές ο ορθός προσδιορισμός των προδιαγραφών  των μεταβλητών- στόχων δεν είναι προφανής και θα πρέπει το ίδιο το υπολογιστικό σύστημα να τον δημιουργήσει. 

Στο πρώτο στάδιο το πρόγραμμα θα πρέπει να κατανοήσει τους στόχους και τις προϋποθέσεις του όλου σχεδίου από επαγγελματική πλευρά και να μετατρέψει την γνώση σε ένα πρόβλημα προσδιορισμού που μπορεί να λυθεί από την εξόρυξη. Πολλές φορές μέσα στην διαδικασία αυτή η εξόρυξη μπορεί χωρίς πρόθεση να  αναλύσει το πρόβλημα με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε να δημιουργεί συστηματικά μειονεκτήματα για κάποια συγκεκριμένη ομάδα που πρέπει να προστατευτεί. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο προσδιορισμός των μεταβλητών- στόχων οδηγεί στην δημιουργία νέων κλάσεων, ενώ πολλές φορές ο προσδιορισμός αυτών, όπως πχ φερεγγυότητα , καλός ή κακός υπάλληλος δεν είναι εύκολη  ,ενώ ορισμένες φορές τα τελικά αποτελέσματα βασίζονται σε προηγούμενες αξιολογήσεις , οι οποίες δεν είναι πάντοτε ορθές. 

Επίσης ο προσδιορισμός των μεταβλητών-στόχων και των κλάσεων θα καθορίζει το αποτέλεσμα της εξόρυξης. Παρά του ότι η κριτική αφορά και την εσφαλμένη επιλογή κλάσεων,  σημαντικός κίνδυνος δημιουργείται για την δημιουργία διακρίσεων  από την εσφαλμένη ονομασία των κλάσεων αλλά και τον επιγενόμενο χαρακτηρισμό των παραδειγμάτων , τα οποία χρησιμοποιούνται για την εξόρυξη. 

Ο προβληματισμός εντείνεται  από το γεγονός ότι κατά την διαδικασία εξόρυξης δεδομένων χρησιμοποιούνται διάφορα δεδομένα , τα οποία ουσιαστικά εκπαιδεύουν  το μοντέλο ανάλυσης,  ώστε να συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο. Ο χαρακτήρας των συγκεκριμένων «εκπαιδευτικών δεδομένων» επιδρούν καταλυτικά στα αποτελέσματα της εξόρυξης, αφού εάν τα εκπαιδευτικά δεδομένα δεν είναι αμερόληπτα , τότε το πρόγραμμα δημιουργεί ανάλογα μοντέλα ανάλυσης. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα πρώτον ότι εάν η εξόρυξη χρησιμοποιεί περιπτώσεις ή δεδομένα τα οποία δεν είναι αμερόληπτα ως έγκυρα για να «μάθει»  από αυτά , τότε το πρόβλημα θα αναπαραχθεί και στην συνέχεια και δεύτερον ότι η εξόρυξη δεδομένων δημιουργεί συμπεράσματα από μεροληπτικό δείγμα του πληθυσμού, τότε κάθε απόφαση που στηρίζεται στα παραπάνω συμπεράσματα θα οδηγεί συστηματικά σε μειονεκτική  θέση όσους υπό ή υπέρεκπροσωπούνται στο δείγμα. 

Τέλος ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που παρουσιάζεται αφορά τις έμμεσες διακρίσεις που μπορεί να προκληθούν κατά την επεξεργασία των δεδομένων και την εξόρυξή τους. Εχει παρατηρηθεί ότι σε πολλές περιτπώσεις τα τελικά συμπεράσματα της εξόρυξης δεδομένων προκαλούν δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ειδικών ομάδων πληθυσμού, παρά του ότι δεν φαίνεται κατ’ αρχάς να εισάγονται στη διαδικασία επεξεργασίας τέτοιου είδους στοιχεία. Τούτο είναι πολύ πιθανόν σε περιπτώσεις , όπου τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται να σχετίζονται πραγματικά με την λήψη ορθών και λογικών αποφάσεων, όμως παράλληλα αυτά να συνδέονται περισσότερο με συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Ετσι πχ η χρησιμοποίηση δεδομένων που αφορούν την εκπαίδευση ή τον τόπο διαμονής ή το εισόδημα μπορούν να δημιουργήσουν ανισότητες σε βάρος των πιο ευαίσθητων ομάδων του πληθυσμού, οι οποίες μπορεί να διαιωνιστούν μέσα στις αλγοριθμικές μελέτες και να ανακυκλώνουν ουσιαστικά τις δυσμενείς προβλέψεις για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.Τα πρόσωπα που λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις για τον τρόπο δημιουργίας και επεξεργασίας των big data δεν σημαίνει ότι πάντοτε επιδιώκουν την πρόκληση τέτοιων ανισοτήτων επειδή έχουν προκαταλήψεις σε βάρος συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού .Αντίθετα οι προτεραιότητες τους μπορεί να σχετίζονται με την προστασία του κοινωνικού συνόλου ή άλλων ευγενών στόχων αλλά παρά ταύτα να αναπαράγουν τις ανισότητες που προυπάρχουν στην κοινωνία. Το ανεπιθύμητο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλεθει ακόμη και εάν αφαιρεθούν συγκεκριμένα κριτήρια από τον τρόπο επεξεργασίας και η συγκέντρωση των δεδομένων γίνει με τον πιο αμερόληπτο τρόπο, αφού το πρόβλημα δημιουργείται σε περιπτώσεις όπου κάποια συγκεκριμενα δεδομένα ή κριτήρια δεδομένων συνδέονται ιδιαίτερα με ορισμένες ομάδες , πράγμα που σημαίνει ότι η σημαντική στατιστική συσχέτιση αυτών με τις ομάδες επιδρά καθοριστικά στο αποτέλεσμα της εξόρυξης δεδομένων. 

Τέλος στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αποκλείεται η χρήση των νέων τεχνολογιών να οδηγήσει και σε  ηθελημένες διακρίσεις σε βάρος ομάδων του πληθυσμού από τους δημιουργούς αλλά και τους τελικούς χρήστες των προγραμματων ανάλυσης κινδύνου εκμεταλλευόμενοι τις παραπάνω δομικές αδυναμίες των υπολογιστικών συστημάτων και κρύβοντας επιμελώς τον τρόπο δημιουργίας των αλγόριθμων και των αναλυτικών μοντέλων επικαλούμενοι το εμπορικό ή άλλου είδους απόρρητο. Επίσης το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει από την μεροληπτική συλλογή και εισαγωγή δεδομένων ώστε η εξόρυξη να οδηγηθεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα ή να χρησιμοποιήσουν ιστορικό δεδομένων που είναι ήδη μεροληπτικό.  Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι οι αλγοριθμικές μελέτες ανάλυσης ρίσκου ( και επικινδυνότητας) είναι ένα εργαλείο που δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς για την αξιοπιστία του και γι΄αυτό το λόγο θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα ελέγχου όλου του συστήματος που παράγει δεδομένα προς τα δικαστήρια. 

ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΤΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ- ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΣ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ  ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΡΑΣΤΗ

Μετά από τις παραπάνω γενικές  παρατηρήσεις μας για τον τρόπο επεξεργασίας των big data αλλά και για το ζήτημα της διάφανειας των αλγόριθμων, θα αναφερθούμε σε συγκεκριμένες αιτιάσεις που προβάλλονται σήμερα ιδιαίτερα στις ΗΠΑ για την νομιμότητα χρήσης των επίμαχων μελετών, ιδίως όσον αφορά την παραβίαση συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων. Η αναφορά μας θα είναι σύντομη, αφού σε καμία περίπτωση το ζήτημα δεν μπορεί να εξαντληθεί μέσα στα όρια μιας μελέτης.

Α. Η πρώτη προβαλλόμενη ένσταση σχετίζεται με την ιστορική και συνταγματική απαγόρευση έκδοσης νομοθετικών πράξεων με τις οποίες κάποιο πρόσωπο θεωρούνταν ότι είναι ένοχο για ορισμένη πράξη και του επιβάλλονταν ποινή ( bills of attainder). To συγκεκριμένο μέτρο χρησιμοποιήθηκε από τους Αγγλους κατά την αποικιοκρατική περίοδο της Αμερικής έτσι ώστε να απομακρύνονται από το προσκήνιο ανεπιθύμητα για το καθεστώς πολιτικά κυρίως πρόσωπα.  Μετά την δημιουργία των ΗΠΑ , στο άρθρο 1 του Συντάγματος προβλέφθηκε ειδική απαγόρευση για την έκδοση των συγκεκριμένων πράξεων, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εφαρμόζει την διάταξη όσο το δυνατόν πιο διασταλτικά γίνεται και δεν περιορίζεται μόνο στο ιστορικό περιεχόμενο αυτής.H ύπαρξη της απαγόρευσης συνδέεται άμεσα με την διάκριση των εξουσιών και την αποτροπή της νομοθετικής ή της εκτελεστικής εξουσίας από την επιβολή ποινικών κυρώσεων στους πολίτες,  χωρίς της διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης. 

Στην συγκεκριμένη περίπτωση , οι μελέτες επικινδυνότητας μπορεί μεν να μην έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των νομοθετικών πράξεων επιβολής ποινών, όμως ομοιάζουν σε πολλά σημεία.

 Κατ’ αρχάς η σύνταξη των μελετών αυτών στις περισσότερες των περιπώσεων επιβάλλεται από τον νόμο , χωρίς να υπάρχει διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Χαρακτηριστικά στην Πενσυλβάνια σύμφωνα με το άρθρο 42 ( όπως τροποποιήθηκε) του Κώδικα Νόμου ( για την διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων) επιβλήθηκε η ανάπτυξη ενός εργαλείου, το οποίο θα έχει ως σκοπό την αξιολόγηση της επικινδυνότητας των δραστών στα πλαίσια της επιμετρησης της ποινής. Το εργαλείο αυτό σχεδιάστηκε από μια νομοθετική επιτροπή , στην οποία συμμετείχαν μέλη της βουλής των αντιπροσώπων και της Γερουσίας, ενώ σκοπός της επιτροπής είναι η αύξηση της νομοθετικής παρέμβασης στα ζητήματα της επιβολής ποινικών κυρώσεων. Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι ο σχεδιασμός των περισσότερων μελετών αλλά και ο τρόπος χρήσης τους ρυθμίζονται μέσω των νομοθετικών οργάνων, ενώ η παρέμβαση του δικαστικού κλάδου είναι μηδαμινή. 

Δεύτερον μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι προβλέψεις ρίσκου επιβάλλουν τιμωρία χωρίς την διεξαγωγή δίκης. Ανεξάρητα από το γεγονός του εάν οι μελέτες έχουν υποχρεωτικό ή μη χαρακτήρα, η νομοθετική επιλογή του ότι συγκεκριμένα πρόσωπα θα πρέπει να υποστούν βαρύτερη ποινή μπορεί να επηρεάσει καταλυτικά τις τελικές αποφάσεις στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής. Επίσης ο χαρακτηρισμός του « επικίνδυνου για την Δημόσια Τάξη» εκτείνεται και πέρα στου ποινικού δικονομικού δικαίου , αφού τα μοντέλα επικινδυνότητας περνούν το μήνυμα ότι το κράτος μπορεί να θεωρεί συγκεκριμένες ομάδες πολιτών ( πχ ρομά ) επικίνδυνες . Την ίδια ακριβώς λειτουργία είχαν  και οι απαγορευμένες νομοθετικές πράξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω , αφού εκτός των άλλων συνεπειών  (απαγόρευση άσκηση εργασίας , υποχρέωση παραμονής σε συγκεκριμένη τόπο κλπ) έπλητταν  την φήμη και την υπόληψη των πολιτών χαρακτηρίζοντάς τους ως άτομα που προκαλούν κοινωνική αστάθεια, πράγμα που οδηγούσε πολλές φορές σε « κοινωνικό θάνατο» τους.  

Τέλος οι στατιστικοί δείκτες επικινδυνότητας επιτρέπουν στην νομοθετική εξουσία να «ξεχωρίσει» και να στοχεύσει τους « κοινωνικούς εχθρούς της» , οι οποίοι συνήθως είναι και οι πολιτικά μη δημοφιλής. Με την επιλογή των κατάλληλων κριτηρίων στις συγκεκριμένες μελέτες μπορούν να στιγματιστούν ομάδων ατόμων, οι οποίες μάλιστα συχνά χρειάζονται και την μεγαλύτερη προστασία. Ετσι πχ στα μοντέλα υπάρχουν παράγοντες στατικοί, από τους οποίους το πρόσωπο δεν μπορεί να μεταβάλλει ή να αλλάξει, όπως η χρήση ναρκωτικών, το μορφωτικό επίπεδο, ο τόπος που μεγάλωσε κλπ. Επίσης δεδομένα όπως το οικογενειακό ποινικό παρελθόν μπορούν να στιγματίσουν ολόκληρες γενεές προσώπων , τα οποία δεν θα μπορούν να ξεφύγουν από τις πράξεις των συγγενών τους. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αυξάνεται ο κίνδυνος στο μέλλον το ζήτημα της επιβολής της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να εξαρτάται κυρίως  από γενικούς  κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες και όχι από την βαρύτητα της πράξης ή τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου. 

Συνεπώς οι συγκεκριμένες μελέτες μπορεί να έχουν αντισυνταγματικό χαρακτήρα , αφού μπορεί να εξομοιωθούν με νομοθετική επιβολή ποινών. 

Β. Μια δεύτερη συνταγματική ένσταση συνδέεται άμεσα με την παραβίαση της συνταγματικής πρόβλεψης για δίκαιη δίκη ( Due process Clause) . Σύμφωνα με την άποψη του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, τα δικαιοδοτικά όργανα  θα πρέπει να διαμορφώνουν τα πλαίσια των ποινών με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υποθέσεως και λαμβάνοντας υπόψη κάθε είδους πληροφορίες για τον δράστη. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστή υπόκεινται σε περιορισμούς , όπως αυτόν της due process clause, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να αμφισβητήσει και να δώσει εξηγήσεις για όλα τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται σε βάρος του και φυσικά ότι ο δικαστής θα πρέπει να είναι αμερόληπτος. Μάλιστα τα κατώτερα δικαστήρια έχουν επεκτείνει την προστασία, αφού απαγορεύουν την χρήση παραγόντων και στοιχείων που δημιουργούν αδικαιολόγητες διακρίσεις.  

 Στην  περίπτωση που μας ενδιαφέρει το Ανώτατο  δικαστήριο του Wisconsin  στην υπόθεση Loomis  έκρινε ότι το πρόγραμμα CΟMPAS ( με το οποίο αξιολογείται η επικινδυνότητα του δράστη) μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο, αφού ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση στα δεδομένα αλλά και σε ποιες μεταβλητές χρησιμοποιήθηκαν, ενώ μπορούσε να αντιτάξει τους ισχυρισμούς του για την ακρίβεια των στοιχείων κατά την διαδικασία επιβολής της  ποινής του . Το πρόβλημα ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να  ελέγξει το πως η αξιολόγηση του κινδύνου  χρησιμοποίησε  τις μεταβλητές και πόσο βάρυνε κάθε μια από αυτές στο τελικό αποτέλεσμα  , ενώ το δικαστήριο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με βάση ακριβείς ππληροφορίες , δηλαδή σύμφωνα με την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Wisconsin αρκεί η αξιολόγηση του ρίσκου να είναι στατιστικά ακριβής.

 Η θέση αυτή του δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα προβληματική, αφού δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να αντιταχθεί στον τρόπο υπολογισμού του κινδύνου , δηλαδή να αποδείξει ότι το πρόγραμμα είναι εσφαλμένο ( τα σφάλματα μπορεί να αφορούν είτε στον κώδικα του προγράμματος είτε στον σχεδιασμό του) , δηλαδή δεν μπορεί να αποδείξει ότι η αξιολόγηση έχει μηδενική αξία και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, δηλαδή ουσιαστικά παραβιάζεται η αρχή της δίκαιης δίκης και δεύτερον σε πρακτικό επίπεδο η στατιστική ακρίβεια δεν αποτελεί ορθό μέτρο για οποιοδήποοτε δικαστήριο, αφού σύμφωνα με τις έρευνες αλλά και τις προδιαγαφές της βιομηχανίες , οι πιθανότητες να κατηγοροποιηθεί ορθά ο κατηγορούμενος ανέρχονται μόνο στο 70% , δηλαδή για να το θέσουμε αλλιώς υπάρχει κίνδυνος στο 30% των περιπτώσεων ο κατηγορούμενος εσφαλμένα να ενταχθεί σε βαρύτερη ομάδα κινδύνου σε σχέση με την πραγματικότητα. Εαν ληφθεί υπόψη το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και της ευμενέστερης μεταχείρισής του, η χρησιμοποίηση ενός εργαλείου που πολλές φορές αξιολογεί εσφαλμένα στους καταδικασθέντες, δημιουργεί έντονο προβληματισμό.  Γι’ αυτό και καταλήγουμε πάλι στο ότι παρά την άναγκη προστασίας των εμπορικών απορρήτων των εταιριών παραγωγής λογισμικού , το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την δυνατότητα ελέγχου του προγράμματος υπολογισμού ρίσκου από κάθε ενδιαφερόμενο αλλά και από την ίδια την πολιτεία. 

Γ. Η τελευταία ένσταση που προβάλλεται αφορά τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τις μελέτες επικινδυνότητας και συγκεκριμένα ότι η χρήση μεταβλητών όπως η φυλή ή το φύλο δημιουργούν ζητήματα αντισυνταγματικότητας , αφού παραβιάζουν την αρχή της ίσης προστασίας των πολιτών. Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή , η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο τους πολίτες που ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση  για λόγους που άπτονται της φυλής, του τόπου καταγωγής , της θρησκείας ή του φύλου , θα πρέπει πρώτα το δικαστήριο να δεχθεί ότι συντρέχει αναγκαίος λόγος για την διάκριση αυτή και να ζητήσει από την κυβέρνηση να αποδείξει ότι τα μέτρα που χρησιμοποίησε ήταν τα απολύτως απαραίτητα για να επιτευχθεί ο αναγκαίος αυτός σκοπός.  Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κρίνει μια σειρά από λόγους που επιτρέπουν την δυσμενή διάκριση των πολιτών , όπως η επίτευξη  εκπαιδευτικής ανάπτυξης σε όλες τις κοινωνικές ομάδες , η διόρθωση προηγούμενης ρατσιστικής συμπεριφοράς ή εάν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας. 

Η νομολογία των δικαστηρίων έχει ήδη αναγνωρίσει ότι ορισμένοι παράγοντες, όπως οι προαναφερόμενοι ( φυλή ή φύλο) , δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ είναι ασαφές , εάν οι μελέτες επικινδυνότητας έχουν συμπεριλάβει τέτοιου  είδους δεδομένα στις αξιολογήσεις τους. Επίσης πιο περίπλοκο είναι το ζήτημα σε περιπτώσεις α. όπου μέσω « αντικειμενικών κριτηρίων» πχ όπως ο τόπος διαμονής εισάγονται έμμεσα στην αξιολόγηση  στοιχεία που αφορούν την φυλή , το θρήσκευμα κλπ των καταδικασθέντων, αφού συγκεκριμένες μεταβλητές ( εισόδημα, μορφωτικό επίπεδο, τόπος εργασίας κλπ)  των ερευνών  συνδέονται σε πραγματικό επίπεδο με ειδικές ομάδες του πληθυσμού β.  όπου υπάρχει κανονιστική επεξεργασία των δεδομένων με βάση χαρακτηριστικές ομάδες ανθρώπων έτσι ώστε να γίνονται πιο αμερόληπτες.

 Σε θεωρητικό επίπεδο  υπάρχει  μια μεγάλη συζήτηση για το εάν οι σημερινές μέθοδοι προσδιορισμού του ρίσκου βασίζονται σε δεδομένα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν νόμιμα , αφού πολλοί υποστηρίζουν ότι οι μελέτες αυτές ουσιαστικά δημιουργούν απαράδεκτες διακρίσεις μεταξύ των πολιτών με βάση ευαίσθητα στοιχεια , όπως η φυλή ( σε μια κοινωνία μάλιστα που αντιμετωπίζει ρατσιστικά προβλήματα) , χωρίς πάντως να λείπουν και οι αντίθετες απόψεις. 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ 

Μέχρι σήμερα ανάλογες μέθοδοι αξιολόγησης της μελλοντικής επικινδυνότητας των δραστών δεν αναγνωρίζονται από τον έλληνα  νομοθέτη και τα δικαστήρια, όμως με την ανάπτυξη της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς της  κοινωνικής δράσης , μπορεί στο μέλλον να εμφανιστούν και την εγχώρια έννομη τάξη. Κατά την άποψή μας οι συγκεκριμένες μελέτες είναι ιδιαίτερα προβληματικές και έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα αλλά και τις βασικές αρχές του ποινικού δικαίου. Συνοπτικά θα αναφέρουμε τα κάτωθι: 

Α. Οι μελέτες αυτές έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 2 και του 5 Συντάγματος, τα οποία προστατεύουν την αξία του ανθρώπου, αφού πρώτον  η ποινή που επιβάλλεται στον καταδικασθέντα δεν σχετίζεται με την πράξη του και την συμπεριφορά του αλλά με την συμμετοχή  του σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και δεύτερον ο καταδικασθείς τιμωρείται παραπάνω για συντρέχοντες παράγοντες στους οποίους δεν ασκεί ο ίδιος έλεγχο. 

Επί των παραπάνω έχουμε να εκθέσουμε τα εξής :

Ο προβληματισμός μας εδράζεται στο γεγονός ότι η ποινική τιμωρία του δράστη στο ελληνικό δίκαιο συνδέεται αναπόσπαστα με την προσωπική ευθύνη του κατηγορουμένου και τις ενσυνείδητες επιλογές του. Στον ΠΚ ( άρθρο 1 και 14) αλλά και στο άρθρο 7 του Συντάγματος , το πρόσωπο τιμωρείται για μια άδικη πράξη που τελεί και η οποία είναι καταλογιστή στον δράστη. 

Η αρχή της ηθικής ευθύνης του προσώπου προέρχεται από τα άρθρα 2 και 5 του Συντάγματος, τα οποία προστατεύουν την προσωπικότητα του ατόμου , το οποίο έχει αξία λόγω της ιδιότητάς του αυτής και συνεπώς πρέπει να γίνονται σεβαστές οι επιλογές της ζωής του ( για τις οποίες και βέβαια τελικά κρίνεται) . Η αρχή της ηθικής ευθύνης σημαίνει ότι κάποιος τιμωρείται για τις πράξεις του και την συμπεριφορά του και όχι διότι είναι μέλος μιας ομάδας ( η οποία μάλιστα καθορίζεται από έξω και με κριτήρια πολιτικά και κοινωνικά).

 Η προσωπική « ευθύνη» στην περίπτωση που μας απασχολεί διασπάται, αφού το τελικό αποτέλεσμα των ερευνών εξαρτάται από τις πιθανότητες υποτροπής όχι του ιδίου αλλά της ομάδας στην οποία με βάση την έρευνα ανήκει. Στην πραγματικότητα οι αλγοριθμικές μελέτες αντιμετωπίζουν τα πρόσωπα ως εργαλείο, αφού ενδιαφέρονται για τους μέσους όρους των ομάφων στις οποίες ανήκουν ( με ένα μάλιστα αυθαίρετο κριτήριο) και όχι με το εάν το συγκεκριμένα άτομα έχουν πιθανότητες υποτροπής. Ο υποβιβασμός των προσώπων σε εργαλεία και αντικείμενα είναι δεδομένη , ενώ ο κίνδυνος εκδήλωσης ρατσιτσικών τάσεων μεγάλος , αφού με τις μελέτες αυτές ενισχύεται η αντίληψη ότι τα μέλη κάθε ομάδας ( φυλετικής κλπ) , ανεξάρτητως από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους, έχουν κοινή συμπεριφορά και προοπτικές και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο. 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι στις αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας όλοι οι παράγοντες που εισάγονται ως δεδομένα  για την κατασκευή του προφίλ του κατηγορουμένου θεωρούνται αυτομάτως ως σχετικά για τον προσδιορισμό της ποινής, πράγμα που είναι ιδιαίτερα προβληματικό αφού μπορεί να συντρέχουν συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι μόνο μερικοί παράγοντες θα πρέπει  να ληφθούν υπόψη. Η υποχρεωτική ομαδοποίηση όλων των προσώπων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης οδηγεί σε μια υποβίβαση του προσώπου και την απορρόφηση της μοναδικής του προσωπικότητας από το σύνολο, πράγμα που δεν είναι αποδεκτό συνταγματικά.  Τέλος η εισαγωγή δεδομένων που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής του κατηγορουμένου μπορεί να οδηγήσει κάποιον να τιμωρηθεί αυστηρότερα μόνο και μόνο για τις « αντικοινωνικές του » ιδέες , πράγμα που δεν είναι αντίθετο με τις βασικές αρχές του ποινικού δικαίου. 

Επίσης οι ανωτέρω προβληματισμοί αφορούν και το δεύτερο σκέλος των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω , αφού ο καταδικασθείς  τιμωρείται με μεγαλύτερη ποινή  για συντρέχοντες παράγοντες ( πχ ποινκό παρελθόν γονέων, τόπος διαμονής κατά την παιδική ηλικία, οικογενειακή κατάσταση)  στους οποίους δεν ασκεί ο ίδιος έλεγχο, δηλαδή του επιβάλλεται ποινή για πραγματικά περιστατικά για τα οποία ο ίδιος δεν έχει προσωπική ευθύνη, πράγμα που είναι αντισυνταγματικό όπως προαναφέραμε. 

Β. Οι αλγοριθμικές μελέτες παραβιάζουν και την αρχή της ισότητας ( αρ. 4 του Συντάγματος)  , όπως αυτή ερμηνεύεται από τα δικαστήρια, αφού η ίση μεταχείριση των προσώπων επιβάλλεται όταν συντρέχουν και ίδιες συνθήκες. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η επιλογή ποινών με βάση τους μέσους όρους διαφόρων κοινωνικών ομάδων δεν επιτρέπει την λήψη υπόψη των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών κάθε περίπτωσης και κάθε κατηγορουμένου και οδηγεί σε μια ισοπέδωση των πολιτών και σε μια ενιαία μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες με βάση τυπικά μεταξύ τους κριτήρια. 

Συμπληρωματικά με το άρθρο 4 του Σύντάγματος λειτουργεί και το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την ίδια αρχή και απαγορεύει τις διακρίσεις,  ορίζοντας ότι «η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας,  γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως». 

Από την νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι πρώτοντα πρόσωπα που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις πρέπει να τυγχάνουν όμοιας μεταχείρισης και να μην υφίστανται δυσμενέστερη μεταχείριση λόγω κάποιου ιδιαίτερου «προστατευόμενου» χαρακτηριστικού το οποίο διαθέτουν  και  δεύτερον ότι τα πρόσωπα που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης στον βαθμό που αυτό απαιτείται προκειμένου να τους επιτρέπεται η αξιοποίηση συγκεκριμένων ευκαιριών σε ισότιμη βάση με άλλα πρόσωπα. Τέλος το ΔΕΕ αναφέρει ότι συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία».   Είναι προφανές από τις ανωτέρω εκτιμήσεις μας, ότι οι μελέτες επικινδυνότητας ( οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο στέρησης της προσωπικής ελευθερίας των πολιτών)  δημιουργούν άμεσες ( ίση μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων)  και έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, οικονομικής κατάστασης κλπ, οι οποίες δεν μπορούν να δικαιολογηθούν  και συνεπώς έρχονται σε αντίθεση και με τις ευρωπαϊκες αρχές. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Οι αλγοριθμικές μελέτες επικινδυνότητας αποτελούν σήμερα ένα νέο εργαλείο για την πρόβλεψη της υποτροπής των δραστών και χρησιμοποιείται σε πολλά δικαιικά συστήματα. Παρά την έξωθεν επιστημονική τους επάρκεια, έχει αποδειχθεί ότι υπάρχουν προβλήματα και στον τρόπο κατάστρωσής τους αλλά και στην δυνατότητα ελέγχου της αξιοπιστίας τους. Επίσης είναι εμφανή η δυνατότητα δημιουργίας άμεσων και έμμεσων διακρίσεων στους πολίτες και στην ποινική τους μεταχείριση. Γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να γίνει μια σοβαρή συζήτηση για τον τρόπο βελτίωσής τους και ελέγχου της αξιοπιστίας τους, ενώ θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στους κατηγορουμένους να αμφισβητούν την μεθολογία και τα συμπεράσματά τους. Τα δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής να ενεργούν με βάση την συνείδησή τους και το σύνολο των στοιχείων  που διαθέτουν και να μην αντιμετωπίζουν τα συμπεράσματα των συγκεκριμένων  μελετών ως θέσφατο. Οι αλγοριθμικές μελέτες κατασκευάζονται από ανθρώπους και όπου υπάρχει ο ανθρώπινος παράγοντας, εμφιλοχωρεί και η πιθανότητα λάθους. 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ- Δ.Ν 

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑