
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ενας σημαντικός αριθμός εγκλήματων που σχετίζονται με τον κυβερνοχώρο ή διαπράττονται μέσω πληροφοριακών συστημάτων έχουν οικονομική χροιά, δηλαδή τελούνται για να αποκομίσει ο δράστης ορισμένο περιουσιακό όφελος. Το όφελος αυτό λόγω της έλλειψης- τις περισσότερες φορές- άμεσης επαφής δράστη και θύματος διακινείται μέσω του τραπεζικού συστήματος είτε μέσω διάφορων επενδυτικών εργαλείων, τα οποία εξασφαλίζουν την γρήγορη και ασφαλή πρόσβαση του δράστη στο “ κέρδος του”. Η χρήση των σύγχρονων μεθόδων μεταφοράς χρημάτων ή άλλων αγαθών δεν είναι πάντοτε ανέφελη για τον δράστη , αφού υπάρχουν διάφοροι μέθοδοι με τις οποίες μπορεί να αποκαλυφθεί η ταυτότητά του αλλά και να κατασχεθεί το εγκληματικό προϊόν.
Γι’ αυτό το λόγο και σε περιπτώσεις, όπου τα κέρδη από την εγκληματική δραστηριότητα είναι σημαντικά , οι δράστες προσπαθούν από την μια πλευρά να καλύψουν τα ίχνη τους και από την άλλη να εμφανίσουν ως νόμιμα τα κέρδη τους , για να μπορούν να τα αξιοποιήσουν περαιτέρω.
Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο σημαντικούς κινδύνους για την ακεραιότητα και την φήμη των τραπεζικών συστημάτων σε διεθνές επίπεδο[1]αλλά και ενισχύει την δύναμη των εγκληματικών ομάδων και τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίες αποκτούν σημαντικούς πόρους για να συνεχίσουν και να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους[2].
Σήμερα έχει αναπτυχθεί σε διεθνές επίπεδο ένα βασικό νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού , ενώ στην Ελλάδα το ζήτημα ρυθμίζεται από τον ν. 3691/2008 , ο οποίος αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσης εργασίας υπό το πρίσμα, όμως της χρησιμοποίησης κρυπτονομισμάτων γιατην νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Η αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στη διεθνή κοινότητα[3]και στην Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε ήδη από το 1988 με την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών που είχε υπογραφεί στην Βιέννη[4]και βασικός σκοπός ήταν η αντιμετώπιση των κερδών που προέρχονται κυρίως από αδικήματα που συνδέονται με την πώληση ναρκωτικών ουσιών και που διαχέονταν μέσω Off- shore κι άλλων ανώνυμων επενδυτικών οχημάτων σε όλο το τραπεζικό σύστημα και ιδίως σε «φορολογικούς παραδείσους».
Με το νόμο 1990/1991 κυρώθηκε η Σύμβαση αυτή και από την Ελλάδα και αποτελεί το πρώτο νομοθέτημα με το οποίο επιχειρήθηκε να τεθεί η βάση και να ορισθούν βασικές έννοιες που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Στη συνέχεια το 2000 με τη δεύτερη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών που υπεγράφη στο Παλέρμο και από την Ελλάδα, έγινε εμφανής η συνάρτηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος με το οργανωμένο έγκλημα. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υπέγραψε το 1990 στο Στρασβούργο τη Σύμβαση για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, την οποία η Ελλάδα κύρωσε μετά από οκτώ έτη με το νόμο 2655/1998.
Το κανονιστικό ευρωπαϊκό πλαίσιο διαμορφώθηκε με βάση την οδηγία 91/308/ΕΟΚ, την οδηγία 2001/97/ΕΚ, την οδηγία 2005/60/ΕΚ[5], που αφορούσαν την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τον κανονισμό ΕΚ 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ στην Ελλάδα τα σημαντικότερα νομοθετήματα για το ζήτημα αυτό ήταν ο νόμος 2331/1995 αλλά και ο νόμος 3691/2008, στον οποίο έχουν ενσωματωθεί όλες οι κοινοτικές νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του παραπάνω φαινομένου.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με το άρθρο 55 του ν. 3691/2008 καταργείται συνολικά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, το οποίο ρυθμίζεται πλέον σε νέα βάση , πράγμα που αποτρέπει την αναδρομική ισχύ διατάξεων που για πρώτη φορά εισάγονται με τον νέο νόμο και δεν καλύπτονται από τον προηγούμενο, ενώ πάντοτε έχει εφαρμογή το άρθρο 2 του ΠΚ.
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Οπως προκύπτει από τον νόμο 3691/2008 η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν αφορά κάθε περίπτωση εμφάνισης και αξιοποίησης “ μαύρου χρήματος” αλλά απαιτείται τα προς “ ξέπλυμα “ έσοδα να προέρχονται από την τέλεση συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων, τα οποία ονομάζονται βασικά.[6]
Στην συγκεκριμένη περίπτωση των εγκλημάτων που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό έγκλημα, η ενεργοποίηση του νόμου 3691/2008 λαμβάνει χώρα σε περιπτώσεις όπου το βασικό έγκλημα είναι η απάτη με υπολογιστή, άλλα αδικήματα ( πχ σωματοεμπορία) τα οποία μπορούν να τελούνται και μέσω πληροφοριακών συστημάτων , όπως και κάθε αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητικής της ελευθερίας , της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος , δηλαδή σε περιπτώσεις όπως το άρθρο 370Β παρ. 2 ή το άρθρο 370 Δ ΠΚ.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην 18η κατηγορία βασικών εγκλημάτων (στην προαναφεθείσα δηλαδή) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο ύψους του παραχθέντος “βρώμικου χρήματος” (το οποίο ήταν 15.000 ευρώ στο νόμο 2331/1995) , πράγμα που δημιουργεί ερμηνευτικές δυσχέρειες, αφού πλέον σ’ αυτήν φαίνεται ότι μπορούν να ενταχθούν όλα τα εγκλήματα , αρκεί να υπάρχει άμεσο ή έμμεσο περιουσιακό όφελος και ανεξαρτήτως ύψους.
Η άποψη αυτή πάντως δεν είναι απροσμάχητη[7], αφού έχει υποστηριχθεί ότι το βασικό έγκλημα μπορεί να είναι αποκλειστικά μόνο αυτό που περιλαμβάνει το στοιχείο του οφέλους είτε ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης είτε ως περιεχόμενο ενός υπερχειλούς υποκειμενικού δόλου.
Οι απαγορευμένες ενέργειες αναφέρονται στο άρθρο 2 του παραπάνω νόμου, όπου ορίζεται και η έννοια της νομιμοποίησης εσόδων. Ετσι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, η νομιμοποίηση εσόδων μπορεί να έχει το εξής περιεχόμενο:
- Η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του.
- Η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή στον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.
- Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.
- Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα.
- Η σύσταση οργάνωσης ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων από τις πράξεις που αναφέρονται στα παραπάνω στοιχεία α ́ έως δ ́ και η συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση ή ομάδα.
Οι παραπάνω πράξεις μπορούν να τελεστούν είτε με την κλασική μορφή , όπως πχ με την εικονική αγορά ακινήτων, την χρησιμοποίηση των καζίνο κλπ , αλλά και με την χρήση των νέων τεχνολογιών. Ετσι για παράδειγμα η διαδικτυακή τραπεζική, τα ηλεκτρονικά μετρητά , ο ηλεκτρονικός χρυσός , οι προπληρωμένες κάρτες τηλεφώνου , τα ιδιόκτητα συστήματα ( πνευματικά δικαιώματα, ευρεσιτεχνίας) προσφέρουν νέους και πολλές φορές εύκολους τρόπους για την νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.
Η νομιμοποίηση αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζει κάποιο νόμιμο τίτλο για τα παράνομα έσοδα ( με εξαίρεση την τέταρτη περίπτωση η οποία προστέθηκε για πρώτη φορά με τον νόμο 3691/2008, σύμφωνα με την οποία και η απλή μόνο κατάθεση σε τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται ο σκοπός της προσδώσεως νομιμοφάνειας θεωρείται ως αυτοτελή πράξη νομιμοποίησης[8]), πράγμα που μπορεί να γίνει είτε μέσω του τραπεζικού συστήματος ή με την χρήση οποιουδήποτε άλλου επενδυτικού εργαλείου[9], ενώ κατά την άποψή μας ο τίτλος που αποκτάται θα πρέπει να είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω, διότι σε αντίθετη περίπτωση ελλείπει το στοιχείο της νομιμοποίησης , δηλαδή η δυνατότητα χρησιμοποίησης του περιουσιακού στοιχείου από τον δράστη για την ανάπτυξη της εγκληματικής του δράσης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούμε ιδιαίτερα στον προβληματισμό που δημιουργεί η αξιοποίηση των bitcoins ή άλλων ηλεκτρονικών νομισμάτων για την απόκρυψη και μεταφορά χρηματικών ποσών.
Το bitcoin βασίζεται στην τεχνολογία του blockchain και ουσιαστικά αποτελεί αμοιβή[10]για την χρήση των υπολογιστικών πόρων των χρηστών, οι οποίοι εξασφαλίζουν την ακεραιότητα και την αξιοπιστία της λειτουργίας του τελευταίου. Οι μονάδες του νομίσματος που ονομάζονται «Bitcoins» χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση και τη μετάδοση αξίας μεταξύ των συμμετεχόντων στο δίκτυο του bitcoin..
Οι χρήστες μπορούν να μεταφέρουν bitcoins μέσω του διαδικτύου για να πραγματοποιήσουν οποιεσδήποτε συναλλαγές μπορούν να γίνουν και με συμβατικά νομίσματα, όπως το να αγοράζουν και να πωλούν αγαθά, να στέλνουν χρήματα σε άτομα ή οργανώσεις, ή να επεκτείνουν πιστώσεις. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά νομίσματα, τα bitcoins είναι εντελώς εικονικά. Δεν υπάρχουν φυσικά κέρματα ή ακόμη και καθ’ εαυτό ψηφιακά νομίσματα.
Ο νομικός χαρακτηρισμός του bitcoin έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού κατά την άποψή μας, εάν το bitcoin δεν θεωρηθεί ως περιουσιακό στοιχείο , τότε η μετατροπή περιουσίας σε bitcoin ή και το αντίστροφο δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόποινη πράξη, αφού θα λείπει το στοιχείο της «νομιμοποιήσεως» αλλά και της « περιουσίας».
Σύμφωνα με το ΔΕΚ ( απόφαση C-264/14) αλλά και την έκθεση της ΕΚΤ του 2012 εικονικά νομίσματα ορίζονται τα μη υποκείμενα σε ρύθμιση ηλεκτρονικά χρήματα, τα οποία εκδίδονται και ελέγχονται από τους εκδότες τους και γίνονται δεκτά από τα μέλη τους. Τα εν λόγω εικονικά νομίσματα ομοιάζουν προς τα λοιπά ανταλλασσόμενα νομίσματα, όσον αφορά την χρήση τους στον πραγματικό κόσμο, όμως διαφέρουν από το ηλεκτρονικό χρήμα , αφού σε αντίθεση με αυτό τα χρηματικά ποσά δεν εκφράζονται σε κάποια συμβατική μονάδα ( πχ ευρώ) αλλά και σε μια εικονική μονάδα ( πχ bitcοin). Το ΔΕΚ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το bitcoin αποτελεί συμβατικό μέσο πληρωμής και συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα άϋλο περιουσιακό στοιχείο[11]. Η θέση αυτή δεν είναι απροσμάχητη αφού πχ δικαστήριο στις ΗΠΑ ( Miami Case F14-2923) δέχθηκε ότι το bitcoin δεν είναι χρήμα , αφού δεν εκδίδεται από οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα , δεν είναι ενσώματο περιουσιακό στοιχείο και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ξεπλήματος. Παρά ταύτα σε επίπεδο φορολογίας στις ΗΠΑ τα bitcoins αντιμετωπίζονται ως εισόδημα και μπορούν να φορολογηθούν.[12]
Κατά την άποψή μας τα bitcoins δεν είναι νομίσματα , αφού δεν εκδίδονται και δεν γίνονται δεκτά από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών [13], όμως αποτελούν άϋλο περιουσιακό στοιχείο ( με την μορφή των ψηφιακών δεδομένων)[14], αφού σε οικονομικό επίπεδο αποτελούν αντικείμενα συναλλαγής , μπορούν να μετατραπούν σε χρήματα κρατών ( σε ιδιωτικό επίπεδο) και να στηρίξουν την αγορά διαφόρων αγαθών.
Η επίσημη αναγνώριση από τα κράτη του συγκεκριμένου κρυπτονομίσματος δεν έχει σημασία στο επίπεδο αυτό , αφού υπάρχουν οικονομικά αγαθά που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών και έχουν αξία, ενώ δεν σχετίζονται με κρατικές δομές ή είναι και παράνομα[15]( πχ παλαιότερα τα χρυσά νομίσματα κρούγκεραντ που δεν εκδίδονται μάλιστα από την κρατική τράπεζα της Νοτίου Αφρικής αλλά από το χυτήριο χρυσού Rand Refinery, δεν αποτελούσαν αντικείμενο συναλλαγής την δεκαετία του 1980 , αφού απαγορευόταν η κατοχή τους από την νομοθεσία των ΗΠΑ και λοιπών κρατών).
Πάντως σε κάθε περίπτωση το ζήτημα των εικονικών νομισμάτων ή άλλων νέων επενδυτικών προϊόντων θα πρέπει να ρυθμιστεί και σε νομοθετικό επίπεδο , έτσι ώστε να υπάρξει ασφάλεια δικαίου, η οποία φυσικά είναι απαραίτητη ιδίως στην αντιμετώπιση του ποινικού φαινομένου.
Οσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο θα πρέπει να τονιστεί ότι για τις πρώτες 3 περιπτώσεις απαιτείται ρητά ο δράστης να τελεί την πράξη εν γνώσει της προελεύσεως, δηλαδή απαιτείται δόλος α και β βαθμού, ενώ για τις υπόλοιπες περιπτώσεις αρκεί δόλος οποιουδήποτε βαθμού. Επίσης τα εγκλήματα στις περιπτώσεις α και δ είναι υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης , αφού απαιτείται ο δράστης να έχει ως στόχο την απόκρυψη ή την συγκάληψη της παράνομης προέλευσης της περιουσίας ή η παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του ή να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα ( περ. δ).
Το ζήτημα που τίθεται είναι εάν για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος θα πρέπει ο δράστης να γνωρίζει ότι η περιουσία προέρχεται αόριστα από κάποια εγκληματική πράξη ή θα πρέπει να έχει γνώση της τέλεσης του συγκεκριμένου βασικού αδικήματος ( τόπος , χρόνος , πράξη) που δημούργησε το “μαύρο χρήμα”. Αν και ο νόμος δεν ορίζει ρητά , η νομολογία ήδη έχει κρίνει ότι απαιτείται η εξειδικευμένη , σαφής και αναλυτική γνώση της ταυτότητας της προηγούμενης εγκληματικής πράξεως.[16]Τούτο είναι ορθό και σε θεωρητικό επίπεδο αφού η προέλευση της νομιμοποιούμενης περιουσίας είναι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δηλαδή απαιτείται να γνωρίζει ο δράστης ότι η περιουσία προήρθε από αξιόποινη πράξη.
Τέλος θα πρέπει να αναφερθούμε σε ένα ζήτημα που έχει προβληματίσει τον νομοθέτη αλλά και τους θεωρητικούς του δικαίου ήδη από την δημιουργία του πρώτου νομικού πλαισίου για την αντιμετώπιση του μαύρου χρήματος , δηλαδή κατά πόσο ο δράστης του ξεπλύματος μπορεί να είναι και ο δράστης του βασικού εγκλήματος.
Ηδη από τον ν. 2331/1995 υποστηρίχθηκαν και οι δύο απόψεις με κρατούσα την θέση ότι τούτο δεν είναι δυνατόν. [17]Το ζήτημα λύθηκε οριστικά με ρητή πρόβλεψη στον ν. 3424/2005 σύμφωνα με την οποία η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις της νομιμοποιήσεως , ενώ επιπλέον απαιτήθηκε η τέλεση από τον ίδιο ή άλλον να εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. [18]
Σήμερα με τον άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3691/2008 η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων ( αυτουργού και συμμετεχόντων) για τις πράξεις των στοιχείων α, β και γ της παραγράφου αυτής, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος. Η διάταξη αυτή είναι προβληματική, αφού το βασικό και το έγκλημα της νομιμοποιήσεως είναι πάντοτε διαφορετικά εγκλήματα, δηλαδή συρρέουν πραγματικά και όχι κατ’ ιδέα, συνεπώς η διατύπωση δεν προσφέρει κάτι ουσιαστικό όσον αφορά την επίλυση του ζητήματος. .
Ο νομοθέτης μάλλον εννοεί ότι η συρροή είναι αληθινή και όχι φαινομενική,[19](οι πραπάνω διατάξεις ήρθαν να αντιμετωπίσουν την προηγούμενη κρατούσα θέση για τον αποκλεισμό βασικού εγκλήματος και τέλεσης αυτού της νομιμοποιήσεως, ενώ ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι οι πράξεις συρρέουν πραγματικά), παρά του ότι σε θεωρητικό επίπεδο έχει προταθεί ότι το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι το ίδιο με αυτό του βασικού εγκλήματος και όχι η φήμη ή η ακεραιότητα του τραπεζικού συστήματος , πράγμα που συνεπάγεται την φαινομενική συρροή μεταξύ των δύο εγκλημάτων. [20]
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 3691/2008 προβλέπονται οι εξής ποινικές κυρώσεις για τα φυσικά πρόσωπα που κατηγορούνται για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες:
Α. Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.
Β. Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ, αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα της παθητικής δωροδοκίας, της ενεργητικής δωροδοκίας και της δωροδοκίας δικαστή, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης.
Γ. Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας.
Δ. Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται ο υπάλληλος του υπόχρεου νομικού προσώπου ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά ύποπτων συναλλαγών πρόσωπο παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις.
Ε. Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι συγγενής εξ ΄αίματος ή εξ ΄αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και του β ́ βαθμού ή σύζυγος, θετός γονέας ή θετό τέκνο του υπαίτιου του βασικού αδικήματος.
Στ. Αν η προβλεπόμενη ποινή για το βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση και τα προκύψαντα έσοδα δεν υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως δύο ετών. Αν ο υπαίτιος ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
Τέλος στα εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες , για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του ΠΚ., λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών –μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του έτους 2005 για την νομιμοποίηση , ανίχνευση , κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή για αποφάσεις κρατών μελών της ΕΕ, αφού στην περίπτωση έκδοσης καταδικαστικών αποφάσεων για το ίδιο αδίκημα δημιουργείται κώλυμα λόγω της αρχής Ne bis in idem[21]και δεν μπορεί πλέον να κινηθεί ποινική δίωξη.
ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΗ ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΕΥΣΗΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 3691/2008 προβλέπεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊον βασικού εγκλήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊον τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδκημάτων κατάσχονται και εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς τους στον ιδιοκτήτη κατά το άρθρο 373 ΚΠΔ δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση αυτή επιβάλλεται ακόμη και εάν τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν σε τρίτον , εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά τον χρόνο κτήσεως αυτών, ενώ οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων.
Εαν δε η περιουσία ή το προϊόν δεν υπάρχει πλέον ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους της παρ. 1 περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος κατά τον χρόνο της καταδικαστικής απόφασης , όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο[22]. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος , αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία προς δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος.
Για το ζήτημα της δήμευσης θα πρέπει να τονιστούν τα εξής :
Α. Δήμευση επιτρέπεται όχι μόνο για την περιουσία που έχει παραχθεί από την νομιμοποίηση εσόδων αλλά και για τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν το προϊον βασικού εγκλήματος , ακόμη και εάν στην βασική διάταξη δεν υπάρχει ανάλογη πρόβλεψη, όταν το έγκλημα τιμωρείται μεμονωμένα.
Β. Οσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα τέλεσης αυτών των αδικημάτων , θα πρέπει να αποδειχθεί η λειτουργική σύνδεση της περιουσίας με την συγκεκριμένη άδικη πράξη , δηλαδή το περιουσιακό στοιχείο θα πρέπει να είναι ουσιαστικά το μέσο τελέσεως της εγκληματικής συμπεριφοράς που ολκληρώθηκε ήδη , άλλως το περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε από τον δράστη αποφασιστικά , ώστε να ενισχυθεί η δραστική αποτελεσματικότητά του στην πραγμάτωση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που διέπραξε.
Γ. Το άρθρο 46 προβλέπει τη δυνατότητα δήμευσης των περιουσιακών στοιχείων που προορίζονταν προς τέλεση των συγκεκριμένων αδικημάτων αλλά και σε περίπτωση απόπειρας τους.Η πρώτη περίπτωση φαίνεται να καλύπτει τις προπαρασκευαστικές ενέργειες και διευρύνει το μέγεθος της περιουσίας που μπορεί να δημευθεί.
Δ. Δεν ρυθμίζεται νομοθετικά το ζήτημα της απόκτησης περιουσιακού στοιχείου με χρήματα και με νόμιμο τρόπο αλλά και από παράνομη πράξη. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας [23]και να επιβληθεί η δήμευση μόνο στο τμήμα του περιουσιακού στοιχείου που προήλθε ο έκνομη δραστηριότητα.[24]
Ε. Υπάρχει η δυνατότητα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων τρίτων με την προϋπόθεση να τελούσε ο ίδιος εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν έχει ιδιαίτερη εφαρμογή, αφού εάν συντρέχει η παραπάνω προϋπόθεση μάλλον θα είναι αυτουργός- συνεργός του εγκλήματος , ενώ η χρησιμότητά της περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου το τρίτο πρόσωπο αποκτά την σχετική του ιδιότητα εξαιτίας της διαφορετικής δικονομικής ή ουσιαστικής εξέλιξης της δικής του υπόθεσης ( πχ παραγραφή ή χωρισμός δικογραφιών).
Στ. Προβληματική είναι και η πρόβλεψη για τη δυνατότητα δέσμευσης περιουσίας τρίτου, ο οποίος έχει άμεση γνώση ,κατά τον χρόνο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων του, για την μελλοντική χρησιμοποίησή τους ως μέσων πραγμάτωσης από τον δράστη των αδικημάτων που περιγράφονται στο άρθρο 46, αφού δεν μπορεί να είναι επιτρεπτή η προγνωστική ( άμεση) αντίληψη του κυρίου των περιουσιακών στοιχείων για την μελλοντική χρήση τους από άλλον. Στην περίπτωση αυτή και εφόσον έχει παράσχει τα μέσα τότε είναι τουλάχιστον απλός συνεργός και όχι τρίτος.
Ζ. Η δήμευση επιβάλλεται υποχρεωτικά και ανεξάρτητα από την ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης πχ σε περιπτώσεις θανάτου του κατηγορουμένου, απαράδεκτο ποινκής δίωξης κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές η δήμευση διατάσσεται από το δικαστικό συμβούλιο ή με απόφαση δικαστηρίου και η σχετική κύρωση έχει μάλλον τον χαρακτήρα μέτρου ασφαλείας, του οποίου όμως η συνταγματικότητα αμφισβητείται , διότι πολλές φορές λόγω του γεγονότος που δεν επιτρέπει την εκδοση απόφασης ( πχ θάνατος κατηγορουμένου) ελλείπει και ο κίνδυνος για την δημόσια τάξη. [25]
ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 3691/2008 επιτρέπεται ως ειδική ανακριτική πράξη η απαγόρευση κίνησης κάθε είδους λογαριασμών , τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό , το άνοιγμα θυρίδων, θησαυροφυλακίων και η απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου. Τα παραπάνω ισχύουν και για τα βασικά αδικήματα αλλά και για την περιουσία που έχει αποκτηθεί από την νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Από την λήψη της οικείας διάταξης του ανακριτή , το πιστωτικό ίδρυμα κλπ αποκτά την ιδιότητα του μεσεγγυούχου και πλέον το περιουσιακό στοιχείο τίθεται εκτός συναλλαγής[26]και υπάρχει απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης ή διάθεσής του. Τούτο συμβαίνει για την διευκόλυνση του ανακριτικού έργου ( διατήρηση στοιχείων εγκλήματος) αλλά και για να μπορεί να εφαρμοστεί η ειδική δήμευση του άρθρου 46 του ν. 3691/2008. [27]
Εαν μάλιστα απαιτούνται λόγω της φύσης του πράγματος ( πχ ακίνητα) και πρόσθετες ενέργειες ( πχ δημοσίευση στα κτηματολογικά βιβλία), η δέσμευση εκκινεί μόλις ολοκληρωθούν οι προϋποθέσεις του νόμου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαγορεύονται μόνο οι ενέργειες που απομειώνουν την δεσμευμένη περουσία και όχι οι αντίθετες πχ κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό , ο οποίος έχει δεσμευτεί.
Ενα ζήτημα που μπορεί να προκύψει στην πράξη ( και για το ζήτημα της δήμευσης αλλά και της δέσμευσης) είναι ο τρόπος με τον οποίο η περιουσία του κατηγορουμένου σε πρώτο στάδιο θα αδρανοποιηθεί και εφόσον καταδικασθεί θα δημευθεί. Ετσι πχ σε περίπτωση όπου έχουμε περιουσία από κρυπτονομίσματα, η δυνατότητα αδρανοποίησης της είναι ιδιαίτερα δυσχερής , αφού αυτά δεν κρατούνται σε επίσημα πιστωτικά ιδρύματα ή θησαυροφυλάκια.
Στις περιπτώσεις αυτές η ανεύρεση των αποστολέων αλλά και των παραληπτών είναι σχεδόν αδύνατη[28],αφού χρησιμοποιούνται ψευδώνυμα και ειδικοί κωδικοί, ενώ τα δύο μέρη μπορεί να ευρίσκονται οπουδήποτε (το ζήτημα της μετατροπής σε εικονικά νομίσματα έχει και την διεθνή του διάσταση , αφού στην νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα έχει εφαρμογή το άρθρο 6 και 9 του ΠΚ και όχι το 8 του ΠΚ, ενώ παράλληλα προβλέφθηκε στο άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3691/2008 ότι νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες υπάρχει και όταν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχεται η προς νομιμοποίηση περιουσία έλαβαν χώρα στο έδαφος άλλου κράτους, εφόσον αυτές θα ήταν βασικό αδίκημα εάν διαπράττονταν στην Ελλάδα και θεωρούνταν αξιόποινες με την νομοθεσία του κράτους αυτού)[29]. Οταν πχ ένας αποστολέας στέλνει bitcοin σε κάποιον που ξεπλένει χρήματα δεν ανταλλάσσονται στοιχεία που να επιτρέπουν την ταυτοποίηση του χρήστη , ενώ σε περίπτωση αύξησης των προσπαθειών ελέγχου του χώρου από τις διωκτικές αρχές θα αυξηθεί η δυσπιστία των χρηστών προς τις κυβερνήσεις (γι’ αυτό άλλωστε δημιουργήθηκαν και τα νομίσματα αυτά) με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα μέτρα ασφαλείας και η ανωνυμία των χρηστών . [30]
Επίσης είναι προβληματικός ο έλεγχος των κινήσεων μέσων των « ανθρακωρύχων» , αφού και αυτοί είναι ανώνυμοι και δεν γνωρίζουν για την φύση των συναλλαγών που διεξάγονται μέσω της τεχνολογίας του blockchain. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την ομάδα ανάπτυξης του bitcoin, αφού πρώτον το παραπάνω εικονικό νόμισμα είναι ένα δίκτυο ανοικτού κώδικα με ενεργή κοινότητα, συνεπώς η δυνατότητα ελέγχου των συναλλαγών είναι σχεδόν αδύνατη και δεύτερον είναι δύσκολο να συσχετιστεί η ομάδα ανάπτυξης του bitcoin με τις επιμέρους συναλλαγές που μπορεί να προκύψουν στο δίκτυο.
Η ομάδα ανάπτυξης λειτουργεί περισσότερο ως πρακτορείο προτύπων και όχι ως μια κεντρική αρχή που ελέγχει τη λειτουργία του δικτύου.
Κατά την άποψη των θεωρητικών, ο πιο εύκολος τρόπος ελέγχου της παράνομης δραστηριότητας συνδέεται με την νομοθετική ρύθμιση των συναλλαγματικών ισοτιμιών του bitcoin και των ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων , αφού πρώτον εάν τα κρυπτονομίσματα αναγνωριστούν ως νομίσματα θα μπορούσε να ελέγχονται οι συναλλαγές στα ανταλλακτήρια[31], ενώ δεύτερον η εισαγωγή των ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων στο άρθρο 5 του . 3591/2008 θα καταστήσει τους ασχολούμενους με το συγκεκριμένο αντικείμενο υπόλογους για τις εγκληματικές πράξεις που διαπράττονται στον συγκεκριμένο χώρο.[32]
ΕΠΙΤΡΟΠΗ του άρθρου 7 του ν. 3691/2008
Εκτός από τις δικαστικές αρχές ,η αντιμετώπιση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος έχει ανατεθεί και σε ειδική επιτροπή , η οποία εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Οι εξουσίες της επιτροπής είναι παρόμοιες με αυτές των Εισαγγελέων[33]και ουσιαστικά αποτελεί μια παραεισαγγελία , γι’ αυτόν τον λόγο μάλιστα η σχετική νομοθετική επιλογή έχει δεχθεί σφοδρή κριτική [34].
Η επιτροπή έχει πρόσβαση σε κάθε απόρρητο δεδομένο, δεν δεσμεύεται από το φορολογικό απόρρητο , αξιολογεί τα στοιχεία του ΤΗΡΕΣΙΑ , δεν είναι υποχρεωμένη να ακούσει τον ερευνόμενο και να του δώσει πρόσβαση στα στοιχεία της δικογραφίας.
Επίσης η επιτροπή μπορεί να διενεργεί προανακριτική έρευνα και για το βασικό έγκλημα και γι’ αυτό της νομιμοποιήσεως , ενώ μπορεί να θέτει την υπόθεση στο αρχείο και να υφαρπάσει αρμοδιότητες της Εισαγγελικής Αρχής. Επίσης μπορεί να τελεί ανακριτικές πράξεις όπως κατ’ οίκον έρευνα με τήρηση βέβαια των εγγυήσεων του άρθρου 9 του Συντάγματος καθώς να επιβάλει ειδικά μέτρα , όπως το πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών[35], η απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κλπ.
ΟΔΗΓΙΑ 2018/843
Οι εξελίξεις στον χώρο της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα συνεχίζονται μέσα στα πλαίσια της ΕΕ, αφού ήδη από το 2016 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε σχέδιο για την αναμόρφωση της σχετική νομοθεσίας ιδίως όσον αφορά τα εικονικά νομίσματα, αναγνωρίζοντας ότι το μέχρι σήμερα πλαίσιο δεν είναι επαρκές. Αποτέλεσμα των παραπάνω προσπαθείων είναι η οδηγία 2018/843, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα κάτωθι:
Α. Υπόλογα πρόσωπα για τον έλεγχο των ύποπτων δραστηριοτήτων θα είναι και οι πάροχοι που ασχολούνται με υπηρεσίες ανταλλαγής εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων καθώς και οι θεματοφύλακες ψηφιακών πορτοφολίων .
Β. Δίνεται ο ορισμός του εικονικού νομίσματος, σύμφωνα με τον οποίο είναι μια ψηφιακή αναπαράσταση αξίας που δεν εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή δημόσια αρχή ούτε έχει την εγγύησή τους, δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα και δεν διαθέτει το νομικό καθεστώς νομίσματος ή χρήματος, όμως γίνεται αποδεκτή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως μέσο συναλλαγής και μπορεί να μεταφέρεται, να αποθηκεύεται ή να διακινείται ηλεκτρονικά.
Γ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν, ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που ενεργούν ως αγοραστές να δέχονται μόνον τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες που έχουν εκδοθεί σε τρίτες χώρες, όπου οι εν λόγω κάρτες πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρει η σχετική οδηγία, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην δέχονται στο έδαφός τους τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες.
Δ. Επιβάλλεται στις πλατφόρμες ανταλλαγής η υποχρέωση να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών τους, με αποτέλεσμα να περιορίζεται πλέον το βασικό πλεονέκτημα των κρυπτονομισμάτων, δηλαδή την ανωνυνμία.
Ε. Τα κράτη μέλη οφείλουν να δημιουργήσουν μητρώο για τους παρόχους υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ των εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων και για τους παρόχους υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών έχουν εγγραφεί σε μητρώο.
Στ. Θα δημιουργηθεί κεντρική βάση δεδομένων που θα περιλαμβάνει τους χρήστες των κρυπτονομισμάτων.[36]
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η νομιμοποίηση εσόδων αποτελεί σήμερα έναν από τουςβασικότερους πυλώνες για την ενίσχυση και την επέκταση των δραστηριοτήτων των εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων. Το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα , τα άπειρα επενδυτικά προϊοντα αλλά και η νέα τεχνολογία διευκολύνει την προσπάθεια αυτή των δραστών των βασικών εγκλημάτων, παρά του ότι σε νομοθετικό επίπεδο υπάρχει ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο για την καταπολέμηση των φαινομένων αυτών στα κράτη της ΕΕ αλλά και στις ΗΠΑ.
Οσον αφορά τα εικονικά νομίσματα θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός των ζητημάτων που αφορούν την νομοθετική ρύθμισή τους (ένα θέμα που ρυθμίζεται σε ικανοποιητικό βαθμό με την παραπάνω οδηγία) , δημιουργείται πρακτικό πρόβλημα και για την ανεύρεση των δραστών αλλά και για την δήμευση των παράνομων κερδών. Γι’ αυτό το λόγο είναι ανάγκη μιας συντονισμένης και παγκόσμιας προσπάθειας για την ρύθμιση και έλεγχο της τεχνολογίας blockchain και των κρυπτονομισμάτων ή η απαγόρευση χρησιμοποίησης αυτών σε κάθε είδους συναλλαγές, έτσι ώστε να τεθούν από την ομάδα ανάπτυξης του blockchain ( εφόσον τούτο είναι δυνατόν) διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες για την αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η παραπάνω αναφερθείσα οδηγία που προσπαθεί να ελέγξει την διακίνηση των κρυπτονομισμάτων στα ανταλλακτήρια τους ή στους θεματοφύλακες των πορτοφολίων, χωρίς φυσικά να επιλύει ολοκληρωτικά το ζήτημα, αφού υπάρχουν και οι ιδιωτικές συναλλαγές αλλά και οι συναλλαγές εκτός του πλαισίου της Ε.Ε.
Γεώργιος Παπαδημητράκης
[1]Βλ. Αιτιολογική εκθεση ν. 2331/1995 , Εισηγητική έκθεση ν. 3691/2008 και κριτική σε αυτές , Συμεωνίδου- Καστανίδου, Οργανωμένο Εγκλημα και Τρομοκρατία, 2005, σελ. 172 επ., Παύλου/Δημήτραινα, Η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητητες, 2009, σελ. 6 επ.
[2]Παύλου /Δημήτραινα, ό.π., σελ 3 επ.
[3]Γενικά για το θέμα βλ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Η ποινική αντιμετώπιση του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος . Μεταξύ διεθνούς , Ευρωπαϊκης και Εθνικής Νομοθεσίας, ΠοινΧρ. 2007 σελ. 3 επ.
[4]Βλ. Συμεωνίδου- Καστανίδου,ό.π.,σελ 169 επ.
[5]Βλ. Ζημιανίτη, Η Τρίτη Κοινοτική Οδηγία για το ξέπλυμα χρήματος:μια προκαταρκτική θεώρηση, ΕΕΠ Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος :Καθαρή ή ελεύθερη κοινωνία ; 2007 σελ 101 επ.
[6]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 10 επ.
[7]Βλ. Παύλου, Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Από τον ν. 2331/1995 στον ν. 3424/2005. Η εξέλιξη και γιγάντωση μιας δογματικής και κυρωτικής εκτροπής, ΠοινΧρ. 2006, σελ. 342 επ.
[8]Βλ. ΑΠ 570/2006 ΠοινΧρ. 2007, 317 , Ανδρουλάκη, Η ποινική δογματική και απήχησή της στην πράξη, ΠοινΧρ. 2002, σελ. 289 επ.
[9]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 13.
[10]Βλ. Μεταξάκη, Bitcoin, Κρυπτονόμισμα και κυβερνοέγκλημα, 2017, σελ. 63.
[11]Βλ. Για τις ΗΠΑ βλ. Μυλωνόπουλο, Χωρεί έκδοση στις ΗΠΑ για νομιμοποίηση κρυπτονομισμάτων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 185, Texas District Court’s decision, SEC v Shavers, 2013 Fed.Sec.L.Rep) CCH)P 97, 596 ( E.D Tex Aug. 6, 2013), Jeffrey E. Alberts & Bertrand Fry Is B A Security/ BITCOIN. J. Sci &Tech.
[12]Βλ. Larson, Implications of bitcoin Not Being Actual Currency, The Espinoza Case, ΑΒΑ TaxTimes, Vol. 36 με τις ειδικές παραπομπές στην νομοθεσία.
[13]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ 38. Σύμφωνα με τον συγγραφέα τον bitcoinδεν είναι μεν νόμισμα αλλά εν ευρεία έννοια χρήμα αφού απολαμβάνει γενικής αποδοχής ως μέσο πληρωμών. Χρήμα είναι το σύνολο των οικονομικών αξιών που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν σε καθημερινή βάση για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και την αποπληρωμή δανείων. Το χρήμα αποτελεί μέσο συναλλαγής ( γίνεται αποδεκτό ως μέσο πληρωμής) , μονάδα μέτρησης ( κατάδειξη τιμών και καταγραφή χρεών) και αποθήκευση αξιών . Κατά την άποψή μας είναι αμφισβητήσιμο ότι το bitcoin είναι χρήμα, αφού πρώτον σε ιστορικό επίπεδο η έννοια του χρήματος έχει συνδεθεί άμεσα με τα νομίσματα και την αναγνώρισή τους σε διεθνές κρατικό επίπεδο και δεύτερον το bitcoin δεν γίνεται αποδεκτό σε μεγάλο μέρος των συναλλαγών ( ιδίως σε επίπεδο κρατικό) ως μέσο πληρωμής. Παρά ταύτα αποτελεί περιουσιασκό δεδομένο, αφού μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανταλλαγής με άλλα περιουσιακά στοιχεία αλλά και συναλλαγής έτσω σε περιορισμένο κύκλο προσώπων.
[14]Βλ. Μεταξάκη, ό.π.,σελ. 131.
[15]https://tamtam.news/lifestyle/skotini-istoria-enos-pragmatika-chrysou-nomismatos/
[16]Βλ. ΑΠ 372/2002 ΠοινΧρ. 2003, σελ 208 επ. Απ 402/2004 ΠοινΧρ. 2005, σελ. 134 επ. ΑΠ 1611/2007 ΠοινΧρ. 2008, σελ. 527 επ, ΑνΕισΠληνΑθ. 23/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[17]Βλ. Δημήτραινα ,Νομιμοποίηση εσόδων . Θέσεις τις νομολογίας σε ειδικότερα ζητήματα εφαρμογής του ν. 2331/1995 ΠοινΔικ.2004, σελ. 588 επ. , ιδίου, ο δράστης του εγκλήματος της νομιμοποήσης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ΕΕΠ , ό.π, σελ. 139 επ. ΑΠ 1057/2008 ΠοιΧρ. 2008, σελ. 788 επ. ΣυμβΕφΘρ. 37/2000 ΥΠερ. Σελ. 573 επ. , ΑΠ 372/2002 ΠοινΔικ. 2012, σελ. 1013 επ.
[18]Για την ορθή ερμηνεία της διατάξεως βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ. 17.
[19]Βλ. ΣυμβΕφΠατρ. 223/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 4222/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ. 23/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1185/2014, ΑΠ 1611/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΡεθυμ. 59/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[20]Βλ. Κουτσουπιά, Το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και η οριοθέτηση του αξιοποίνου κατά το ισχύον δίκαιο και de lege ferenda, ΝοΒ 2018, σελ. 192 επ, Δημήτραινας/Παύλου, ό.π., σελ. 24 επ.
[21]Αρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε, Βλ.Ολ ΑΠ 1/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 268/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[22]Βλ. ΠλημΑθ. 275/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[23]Βλ. Δαλακούρα, Αρχή της Αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, 1993, σελ. 42 επ., Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο ,2007, σελ. 43 .
[24]Βλ. Παύλου/ Δημήτραινα, ό.π., σελ 35 επ.
[25]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ. 39.
[26]Βλ. ΔΠρωΝαυπλ. 85/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΠΠΑθ. 3106/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[27]Βλ. Παύλου/Δημήτραινα, ό.π., σελ 44.
[28]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ. 241 επ.
[29]Βλ. Μαργαρίτη/Βασιλειάδη , Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας, Δωροδοκία και ν. 1608/50. Αυτοενοχοποίηση , διττό αξιόποινο και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΧρ. 2018, σελ. 961 επ.
[30]Βλ. Bryans- Danton, BitCoin and Money Laundering: Minig for the effective Solution, 2014.
[31]Βλ. ΑΠ 2080/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[32]Βλ. Μεταξάκη, ό.π., σελ 223. To ζήτημα αυτό ρυθμίζεται με την οδηγία 2018/843.
[33]Βλ. ΣτΕ 4427/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ
[34]Βλ. Λίβου, Πολύ κακό για το τίποτα; Οι ανακριτικές αρμοδιότητες της Εθνικής Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες, Ποιχρ. 2006, 380, Παύλου, Το πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών στην προδικασία για το έγκλημα της νομιμοποίησεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠΟινΧρ. 2005, σελ. 769 επ., Παπαδημητράκη, Η Εισαγγελική Αρχή στην Ελληνική και την Αγγλική Εννομη Τάξη, 2018, σελ 335.
[35]Βλ. Γνωμ. ΝΣΚ 214/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΑθ. 2438/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμΕφΘεσσαλονίκης 113/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[36]Βλ. Θεοδωράκη, Η χρήση κρυπτονομισμάτων για παράνομες δραστηριότητες και σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες στο https://theartofcrime.gr Τεύχος Νοεμβρίου 2018.
