ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Το έτος 2019 ασκήθηκε κατά του Α ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο , τα οποία υπερέβαιναν το ποσό των 200.000 ευρώ. Τα επίμαχα χρέη είχαν βεβαιωθεί από τις Τελωνειακές Αρχές της χώρας και προέρχονταν από την τέλεση του αδικήματος της λαθρεμπορίας. Ο κατηγορούμενος Α είχε ήδη καταδικασθεί αμετάκλητα με την με αριθμό 379/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για το αδίκημα της λαθρεμπορίας σε ποινή κάθειρξης πέντε ετών. Από τον πίνακα χρεών προέκυπτε αναμφίλεκτα ότι οι σχετικές εγγραφές ταυτίζονταν με τα ποσά της καταλογιστικής πράξης του Τελωνείου, η οποία εκδόθηκε μετά την αποκάλυψη της λαθρεμπορίας.
Το δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε της δεύτερης χρονικά υπόθεσης ( χρέη προς το δημόσιο ) προβληματίστηκε σχετικά με το εάν η έκδοση αμετάκλητης απόφασης για τη λαθρεμπορία επιδρά στη δικονομική μεταχείριση της υπόθεσης που ήχθη ενώπιον του , δηλαδή εάν εφαρμοζόμενης της αρχής ne bis in dem , ενεργοποιείται το άρθρο 57 του ΚΠΔ.
ΘΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Το δικαστήριο κατ’ αρχάς εστίασε στην θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή του ne bis in idem, η οποία καθιερώνεται από το 7ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ[1], επιχειρώντας να διατυπώσει ορισμένες σκέψεις σχετικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής της. Στη συνέχεια , ακολουθώντας τα κριτήρια της υπόθεσης Engel , κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι οι διοικητικές παραβάσεις του νόμου περί λαθρεμπορίας ( πολλαπλά τέλη κλπ) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ποινική κύρωση, εφαρμοζόμενης της ΕΣΔΑ και της προρρηθείσας αρχής. Μετά από μια ανάλυση της σχετικής νομολογίας του ΣτΕ για το επίμαχο ζήτημα ( η οποία μέχρι πρόσφατα αμφιταλαντεύονταν ), το δικαστήριο προέκρινε πρώτον ότι η επιβολή των πολλαπλών τελών αρκεί για να ενεργοποιηθεί η άνω αρχή και το άρθρο 57 του ΚΠΔ και δεύτερον ότι μια ποινική καταδίκη για το αδίκημα της λαθρεμπορίας εμποδίζει την περαιτέρω δίωξη για την μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, αφού η γενεσιουργός αιτία των χρεών συνυφαίνεται άμεσα
με το διαπραχθέν αδίκημα της λαθρεμπορίας. Το δικαστήριο , φρονώντας, ότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο από την καταδικαστική απόφαση της λαθρεμπορίας, κήρυξε το απαράδεκτο της ποινικής δίωξης.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Κατ΄ αρχήν χρήζει μνείας το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 32 του ν. 4745/2020, με την οποία ρυθμίστηκαν εκ νέου οι σχέσεις μεταξύ του ποινικού και διοικητικού σκέλους της λαθρεμπορίας.
Όσον αφορά την απόφαση θα πρέπει να τονιστούν τα κάτωθι:
Α. Η απόφαση πολύ ορθά επιχειρεί να προσεγγίσει το ζήτημα από την σκοπιά της ΕΣΔΑ[2], η οποία ως κανόνας με αυξημένη τυπική ισχύ ( 28 Συντάγματος) , τυγχάνει εφαρμογής και στην ημεδαπή έννομη τάξη. Εκτός ,όμως, από την ανωτέρω κανονιστική πηγή, η αρχή ne bis in idem εδράζεται στο άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ( ν. 2462/1997), στο άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σέγκεν ( ν. 2514/1997) και στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 50.
Το τελευταίο νομοθετικό κείμενο παρουσιάζει- στην περίπτωσή μας- ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού το αντικείμενο του εγκλήματος (μη καταβολή τελωνειακών δασμών) συνυφαίνεται άμεσα με τα έσοδα της Ε.Ε . [3]Τούτων δοθέντων το δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει υπόψη του και την ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος , δηλαδή την ανωτέρω διάταξη αλλά και τη νομολογία του ΔΕΕ, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι το τελικό συμπέρασμα του δικαιοδοτικού οργάνου θα ήταν διαφορετικό, αφού και το ΔΕΕ κινείται ομόρροπα με τις θέσεις του ΕΔΔΑ.
Υπογραμμίζεται ότι η ανωτέρω αρχή δεν τυποποιείται μεν στον ημεδαπό Ανώτατο Πολιτειακό Χάρτη, αναδύεται ,όμως, μέσα από την ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 7 του Συντάγματος και των αντίστοιχων 2, 5 και 25. Ειδικότερα , όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 7 , υποστηρίζεται ότι η κατάγνωση μιας επιπλέον ποινικής κύρωσης για το ίδιο έγκλημα θα οδηγούσε στην έκτιση βαρύτερης ποινής σε σχέση με αυτήν που προβλέπονταν κατά την τέλεση της πράξης[4] , ενώ η αρχή του κράτους δικαίου σε συνδυασμό με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιτάσσει τον κολασμό του υποκειμένου άπαξ, αφού σε αντίθεση περίπτωση καθίσταται εργαλείο αντεγκληματικής πολιτικής, καταβαραθρώνοντας την προσωπικότητά του. [5]
B. To δικαστήριο στη συνέχεια επιχείρησε να προσεγγίζει εννοιολογικά τον όρο idem, ο οποίος θα πρέπει να συντρέχει για να ενεργοποιηθεί το 7ο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Η νομολογία του ΕΔΔΑ, επί μακρό χρονικό διάστημα, διατηρούσε μια επαμφοτερίζουσα στάση, υπονομεύοντας την ασφάλεια δικαίου. Κατά την πρώτη περίοδο [6], η κατάφαση του όρου «ίδια παράβαση» προϋπόθετε τη διάγνωση του στοιχείου της « ταυτότητας της επίδικης συμπεριφοράς» ( same conduct), μη λαμβανομένων υπόψη έτερων παραμέτρων όπως είναι ο σκοπός , ο νομικός χαρακτηρισμός και η φύση της κύρωσης σε κάθε δικαιοταξία. Το έτος 1998 , το ΕΔΔΑ [7] προέκρινε ότι σε περιπτώσεις κατ΄ ιδέαν συρροής εγκλημάτων τίθεται εκποδών η αρχή nebis idem, παρά του ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν διακρίνονται. Με την απόφαση Fisher κατά Αυστρίας το 2001, το προρρηθέν δικαιοδοτικό όργανο απέκλινε μερικώς από την ανωτέρω θέση του, υποστηρίζοντας ότι κατ΄ αρχήν τα αδικήματα που συρρέουν κατ΄ ιδέα εξαιρούνται του επίμαχου κανονιστικού πλαισίου, εκτός εάν οι δύο παραβάσεις διαθέτουν τα ίδια στοιχεία, όπως είναι ο βαθμός δόλου, ο εγκληματικός σκοπός του παραβάτη, το προστατευόμενο έννομο αγαθό κλπ. Τέλος, το ΕΔΔΑ διαβλέποντας ότι οι θέσεις του προάγουν την ανασφάλεια δικαίου, επιχείρησε να επιλύσει το πρόβλημα, υιοθετώντας το κριτήριο της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών[8]. Ειδικότερα, ο ανωτέρω δικανικός σχηματισμός διατείνεται ότι το στοιχείο της ίδιας παράβασης καταφάσκεται , όταν η δεύτερη συμπεριφορά απορρέει από ταυτόσημα ή τουλάχιστον ουσιωδώς παρόμοια πραγματικά περιστατικά ( με την πρώτη πράξη), συνδεόμενα μεταξύ τους με άρρηκτους χρονικούς και τοπικούς δεσμούς.
Η σχολιαζόμενη απόφαση , ερμηνεύοντας την επίμαχη διάταξη, ενώ αρχικά υιοθέτησε το κριτήριο του idem factum ( το οποίο επί του παρόντος γίνεται αποδεκτό από το ΕΔΔΑ) στη συνέχεια και κατά την ανάπτυξη της μείζονος πρότασης φαίνεται να παλινδρομεί, αφού επιστρέφει στο νομολογιακό προηγούμενο της απόφασης Franz Fisher κατά Αυστρίας, προκαλώντας σύγχυση σχετικά με το τελικό συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού.
Γ. Η δεύτερη προϋπόθεση για την εφαρμογή της επίμαχης πρόβλεψης είναι η ποινική φύση των παραβάσεων. Σύμφωνα με την πάγια θέση του ΕΔΔΑ ( την οποία υιοθετεί και η σχολιαζόμενη απόφαση) το εννοιολογικό περιεχόμενο των όρων ποινική δίωξη και καταδίκη θα πρέπει να καθορίζεται αυτόνομα , υιοθετημένης της ευρείας τελολογικής ερμηνείας. Τοιουτοτρόπως διαστέλλεται το πεδίο εφαρμογής της διάταξης, ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η προστασία που προσφέρει η ΕΣΔΑ στα υποκείμενα δικαίου.
Τα πρώτα κριτήρια τέθηκαν με την απόφαση Engels, την οποία μνημονεύει και η σχολιαζόμενη απόφαση. Ειδικότερα το πρώτο και τυπικό είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης από το εσωτερικό δίκαιο. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι εάν πληρούται η άνω προϋπόθεση , τότε το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο απαλλάσσεται από την περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος, αποφαινόμενο υπέρ της ποινικής φύσης της υπόθεσης . Σε αντίθετη περίπτωση, χρήζουν εφαρμογής ( καταρχάς διαζευκτικά και χωρίς να αποκλείεται η σωρευτική συνεκτίμησή τους) το κριτήριο της πραγματικής φύσης της παράβασης , ανεξάρτητα από τον νομικό της χαρακτηρισμό και η βαρύτητα της κύρωσης. Μάλιστα, για την κατάφαση του δεύτερου αξιολογικού μεγέθους συνεκτιμάται ο κύκλος των προσώπων προς τα οποία απευθύνεται ο κανόνας, ο σκοπός της κύρωσης και το έννομο αγαθό που θωρακίζεται μέσω της απαγορευτικής διάταξης.
Προσήκει μνείας το γεγονός ότι το ΕΔΔΑ με την απόφαση Α και Β κατά Νορβηγίας στις 15/11/2016 προσέθεσε και το κριτήριο Nilsen, και ειδικότερα το 7ο Πρωτόκολλο αργεί, όταν οι δύο επάλληλες διανοιγείσες διαδικασίες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους επί της ουσίας αλλά και χρονικά, αντιμετωπιζόμενες ως σύνολο. Ανεξαρτήτως του σκοπού που θεραπεύουν οι τελευταίες, εφόσον αντιμετωπίζουν διαφορετικές πτυχές της ίδιας παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς κατά τρόπο προβλέψιμο , με την αξιοποίηση της ίδιας δεξαμενής αποδεικτικών μέσων και χωρίς να επιβάλλεται δυσανάλογο βάρος στον θιγόμενο, τότε τίθεται εκποδών η ανωτέρω αρχή. Ο ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών αναδύεται μέσα από την εφαρμογή των κάτωθι κριτηρίων α. Η συμπληρωματικότητα των σκοπών β. Η προβλεψιμότητα της ενεργοποίησης των δύο διαδικασιών γ.. Η ενιαία δεξαμενή του αποδεικτικού υλικού και δ. ο σεβασμός των αρχής της αναλογικότητας.
Εν προκειμένω το δικαστήριο επιχείρησε να παραθέσει ορισμένες σκέψεις του σχετικά με την εφαρμογή ή μη της επίμαχης αρχής μεταξύ της ποινικής και διοικητικής δίκης για τη λαθρεμπορία μάλλον με την μορφή του ubiter dictum , αφού στην σχολιαζόμενη υπόθεση το ζήτημα περιστρέφεται γύρω από δύο καθαρά ποινικές διαδικασίες, δηλαδή την καταδίκη για την λαθρεμπορία και την μεταγενέστερη δίωξη για τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
Το δικαστήριο, εφαρμόζοντας μόνο τα κριτήρια Engel, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίσταται ταυτότητα των δύο διεργασιών τουλάχιστον ως προς την επιβολή του πολλαπλού τέλους, αφού προβλέπονται από τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, συγκροτούνται από τα ακριβώς ίδια πραγματικά περιστατικά, τυποποιείται με τον ίδιο τρόπο το υποκειμενικό στοιχείο , ενώ το προστατευόμενο έννομο αγαθό ταυτίζεται . Επίσης η απόφαση διατείνεται ότι το πολλαπλό τέλος υπάγεται στην έννοια της ποινικής κύρωσης λόγω της σοβαρότητας της παράβασης , του αποτρεπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα της κύρωσης αλλά και του βαθμού αυστηρότητάς της.
Όσον αφορά τις θέσεις του δικαστηρίου προσήκει μνείας το γεγονός πρώτον ότι η διαπίστωση ότι η διοικητική διαδικασία της λαθρεμπορίας μπορεί να διαθέτει και ποινικές προεκτάσεις είναι ορθή , αφού ο Τελωνειακός Κώδικας αναβιβάζει το επίπεδο προστασίας του εννόμου αγαθού μέσω των περιλαμβανόμενων σε αυτόν ποινικών διατάξεων. Κατά συνέπεια η πράξη της λαθρεμπορίας από τη φύση της παρουσιάζει έντονη απαξία, γι΄ αυτό και ο νομοθέτης κινήθηκε αναλόγως. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι οι πράξεις κολάζονται ποινικά αποτελεί το έναυσμα για να διερευνηθεί και το εάν οι διοικητικές κυρώσεις υποκρύπτουν κάποια ποινική χροιά.
Δεύτερον η νομοτεχνική διάρθρωση των διατάξεων περί λαθρεμπορίας, δηλαδή η ένταξή τους σε ένα ενιαίο νομοθέτημα δεν αποτελεί βάσιμο επιχείρημα για την αποδοχή της ανωτέρω θέσης του δικαστηρίου, ενώ θα άνοιγε τον ασκό του αιόλου, παρέχοντας την ευκαιρία στο νομοθέτη να επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα του δικανικού συλλογισμού με νομοτεχνικές σοφιστείες.
Τρίτον, είναι αναμφίλεκτο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το διοικητικό και ποινικό παράπτωμα ταυτίζονται. Το ενδιαφέρον του ζητήματος έγκειται στο ότι ενώ στις διοικητικές παραβάσεις η ευθύνη του διοικούμενου είναι συνήθως αντικειμενική, στη λαθρεμπορία ο νομοθέτης ακολούθησε την αντίθετη οδό, φρονώντας ορθά ότι η σοβαρότητα των κυρώσεων και ιδίως του πολλαπλού τέλος επιβάλλει την διαφορετική μεταχείρισή τους . Το γεγονός ότι ο νομοθέτης έχει αποστεί από τα ειωθότα, προσεγγίζοντας το ζήτημα από μια ποινική οπτική, αποτελεί ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της θέσης που έλαβε το δικαστήριο.
Τέταρτον, ορθά το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν προσβάλλονται περισσότερα έννομα αγαθά, αφού εν προκειμένω το μόνο που πλήττεται είναι η περιουσία του δημοσίου και ειδικότερα η συγκεκριμένη αξίωση που σχετίζεται με την επιβολή των δασμών.
Πέμπτον, ακόμη και εάν το δικαστήριο επικαλούνταν την νεότερη Νομολογία της υπόθεσης Nielsen θα ήταν δυνατόν να οδηγηθεί στο ίδιο συμπέρασμα, αφού οι δύο διαδικασίες ( όσον αφορά το σκέλος των πολλαπλών τελών) δεν ήταν στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους χρονικά, ενώ αντιμετώπιζαν την ίδια πτυχή της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, δηλαδή τον κολασμό της πράξης και όχι την αποκατάσταση της ζημίας ( δεν υφίσταται κάποιος συμπληρωματικός σκοπός). Τέλος, επιβαρύνονταν δυσανάλογα ο θιγόμενος, αφού εκτός από την ποινή της στερητικής της ελευθερίας (και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος) επιβάλλονταν και ένα είδος χρηματικής ποινής και μάλιστα μεγάλου ύψους.
Έκτον το δικαστήριο ορθά αξιολόγησε τη φύση της κύρωσης επιβολής πολλαπλού τέλους, αφού ο κύκλος εφαρμογής των διατάξεων είναι ευρύτατος ( αφορά όλους τους υποβαλλόμενους σε δασμούς) , μη περιοριζόμενος σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων με ειδικές ιδιότητες ( πχ δημοσίους υπαλλήλους), ο σκοπός επιβολής της κύρωσης είναι αποτρεπτικός – κατασταλτικός, το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δηλαδή η περιουσία του Δημοσίου και τέλος η αυστηρότητα της κύρωσης του πολλαπλού τέλους είναι αναμφίλεκτη, αφού το πρόστιμο μπορούσε να φθάσει το δεκαπλάσιο των αναλογούντων δασμών, πλήττοντας καίρια την οικονομική θαλερότητα του δράστη.
Δ. Το δικαστήριο ,για να θεμελιώσει τη θέση του , προχώρησε στην επίκληση των αποφάσεων του ΣτΕ αλλά και του ΕΔΔΑ, τα οποία εντρύφησαν πάνω στο εξεταζόμενο ζήτημα. Πράγματι από το έτος 2003 το ΣτΕ [9] έθεσε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τον επίμαχο προβληματισμό, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι οι λύσεις που προκρίθηκαν ήταν πάντοτε δογματικά ορθές. Μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του ΕΔΔΑ Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος 30.4.2016, το ημεδαπό ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο [10] άρχισε να συμμορφώνεται με τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, διατηρώντας ,πάντως, τις επιφυλάξεις του για ορισμένα ζητήματα, όπως φερ΄ ειπείν για την ανάγκη επίκλησης του ισχυρισμού περί δεδικασμένου με βάση τους κανόνες του Κ.Δ.Δ. [11] Από το έτος 2018 το ΔΕΕ εισήλθε στον υφιστάμενο δικαιοδοτικό διάλογο[12] , εναρμονιζόμενο σε μεγάλο βαθμό με την νομολογία του ΕΔΔΑ. . Το σημείο απόκλισης των δύο διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων αφορά την έκταση εφαρμογής της άνω αρχής, αφού το ΔΕΕ διατείνεται ότι το άρθρο 50 ΧΔΘ υπόκειται σε περιορισμούς , εφόσον οι τελευταίοι συνάδουν με το άρθρο 52 παρ. 1 ΧΘΔ.
Συγκεκριμένα επιτρέπεται στο δικαστήριο να αποστεί από την ανωτέρω αρχή, (α) εφόσον η εν λόγω ενέργεια εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ( β) εάν μέσω της παράλληλης δικανικής αξιολόγησης της υπόθεσης, επιδιώκονται συμπληρωματικοί σκοποί, οι οποίοι επιχειρούν να αντιμετωπίσουν διαφορές πτυχές της ίδιας συμπεριφοράς ( γ) εφόσον η παράβαση ενέχει ιδιαίτερη ηθική και κοινωνική απαξία, δικαιολογούσα στην αυστηρότερη μεταχείριση του θιγόμενου (δ) εφόσον δεν πλήττεται η αρχή της αναλογικότητας (ε) εφόσον έχουν θεσπιστεί κανονιστικά αντίμετρα τα οποία διασφαλίζουν ότι η βαρύτητα των συνολικών κυρώσεων συνάδει με την σοβαρότητα της παράβασης αλλά και με την αρχή της αναλογικότητας.
Μάλιστα στην υπόθεση Garlsoon Real Estate, το ΔΕΕ φορεί ότι εάν έχει εκδοθεί αμετάκλητη ποινική απόφαση, τότε η διοικητική διαδικασία θα πρέπει να αδρανήσει χωρίς οποιαδήποτε άλλη στάθμιση, εκτός εάν η προηγηθείσα διαδικασία δεν ήταν τελέσφορη να καταστείλει το διαπραχθέν αδίκημα. Τέλος, η Ολομέλεια του ΣτΕ ( 369/2020) παγίωσε τη νομολογιακή θέση σχετικά με τον ποινικό χαρακτήρα των πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας και την μη αντίθεση της αρχής με το άρθρο 96 του Συντάγματος.
Η σχολιαζόμενη απόφαση κινείται ομόρροπα με την ΕΔΔΑ και το ΣτΕ , δεχόμενη ότι η επιβολή πολλαπλών τελών αποτελεί κώλυμα για την έναρξη της ποινικής διαδικασίας, ενώ δεν προσεγγίζει το θέμα από την ευρωπαϊκή οπτική. Σε κάθε περίπτωση μόνο και μόνο το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής η ΕΣΔΑ, αρκεί για να ενεργοποιηθεί η αρχή ne bis in idem.
Ε. Στη συνέχεια το δικαστήριο εισέρχεται τον κύριο προβληματισμό της υπόθεσης, ο οποίος
περιστρέφεται γύρω από το εάν η περάτωση της ποινικής δίκης για την λαθρεμπορία δημιουργεί κώλυμα στη περαιτέρω δίωξη για το αδίκημα της μη πληρωμής των χρεών προς το Δημόσιο. Το δικαστήριο απάντησε καταφατικά , φρονώντας ότι οι άνω διαδικασίες ερείδονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ,ενώ διαφοροποιούνται μόνο όσον αφορά το νομικό τους χαρακτηρισμό. Η ανωτέρω θέση είναι απολύτως ορθή για τους κάτωθι λόγους:
1. Κατ΄ αρχήν εν προκειμένω δεν τίθεται οποιοδήποτε αμφισβήτηση για τη φύση της πρώτης κύρωσης, αφού το δικαστήριο ορθά στήριζε τον συλλογισμό του στην έκδοση της καταδικαστικής απόφασης για το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά συνέπεια παρέλκει έτσι και αλλιώς η εξέταση του θέματος από τη διοικητική του σκοπιά.
2. Ο ανωτέρω προβληματισμός δεν περιορίζεται μόνο στη σχέση του αδικήματος της λαθρεμπορίας με το αντίστοιχο της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ο κίνδυνος της διπλής αξιολόγησης των φορολογικών παραβάσεων ( και μέσω αυτής της παραβίασης της επίμαχης αρχής) οδήγησε στη θεσμοθέτηση του άρθρου 469 του ΠΚ, με το οποίο επιλύθηκε το αντίστοιχο πρόβλημα μεταξύ των αδικημάτων της φοροδιαφυγής και του ν. 1882/1990. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ΠΚ « Με τη μεταβατική αυτή διάταξη η μη καταβολή επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται ως αυτοτελές αδίκημα, δηλ. ως περίπτωση μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφού το ενδεχόμενο αυτό ρυθμίζεται πλέον από τη διάταξη του άρθρου 80 παρ.6. Θεραπεύεται επίσης το άτοπο της διπλής αξιολόγησης αξιοποίνων φορολογικών παραβάσεων και τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφού η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Το γεγονός δε ότι το Δημόσιο Χρησιμοποιεί τη διαδικασία της ταμειακής βεβαιώσεως για να επιδιώξει την είσπραξη των ποσών που στερήθηκε ως συνέπεια του φορολογικού αδικήματος, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για τον εκ νέου κολασμού του αδικήματος αυτού, καθώς τόσο η πράξη που προκάλεσε την οφειλή όσο και η ζημία του Δημοσίου παραμένουν οι αυτές. …….».
Μετά την έκδοση μάλιστα της με αριθμό 1/2023 απόφασης της Ολομέλειας του ΑΠ, η οποία επικαλέστηκε την αιτιολογική έκθεση του ΠΚ για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εξαιρούνται από τον πίνακα χρεών μόνο όσα τυποποιούν αυτοτελώς το αδίκημα της φοροδιαφυγής, είναι πλέον εμφανές ότι το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 έχει επικουρικό χαρακτήρα και ενεργοποιείται μόνο όταν η περιουσία του Δημοσίου δεν προστατεύεται μέσω έτερων ποινικών διατάξεων. Εφόσον, ο κατηγορούμενος έχει τιμωρηθεί για τη λαθρεμπορία δεν μπορεί να υποστεί πάλι τη βάσανο της ποινικής διαδικασίας για την υπερημερία του στην εξόφλησή του χρέους του.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί πρώτον ότι ο ΑΠ [13] εμμένει στην προηγούμενη θέση του περί αληθινής συρροής των δύο αδικημάτων ( λαθρεμπορίας- μη καταβολής χρεών), απομακρυνόμενος από τις επιλογές του ημεδαπού νομοθέτη στο άρθρο 469 ΠΚ και δεύτερον είναι εμφανές ότι στη σχετική διάταξη θα πρέπει να προστεθεί και το αδίκημα της λαθρεμπορίας, για να αντιμετωπίζονται ισότιμα οι φορολογικές παραβάσεις.
3. Η σχολιαζόμενη απόφαση αναφέρεται μεν στο στοιχείο του idem factum, χωρίς όμως να επεκτείνει την σκέψη της σε ικανοποιητικό βαθμό κατά τη θεμελίωση του δικανικού της συμπεράσματος. Συμπληρώνοντας το σκεπτικό της απόφασης θα μπορούσε ευσχήμως να υποστηριχθεί ότι οι δύο διαδικασίες περιστρέφονται γύρω από την αποφυγή καταβολής των δασμών, οι οποίοι ήταν επιβλητέοι επί των εμπορευμάτων που εισήχθησαν στην Ε.Ε. Εφόσον στον πίνακα χρεών περιλαμβάνονται τα ποσά που προέρχονται από την προηγούμενη πράξη της λαθρεμπορίας είναι εμφανές ότι αξιολογούνται διττώς ουσιωδώς όμοια πραγματικά περιστατικά, δηλαδή η πράξη της λαθρεμπορίας και η περιουσιακή ζημία που επήλθε στο Δημόσιο από αυτήν . Συνεπώς η θέση του δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα πειστική , συνιστώντας οδηγό για μελλοντικές κανονιστικές εξελίξεις.
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
1.Παρά τη μεταβολή που επήλθε στο νόμο περί λαθρεμπορίας ( στο άρθρο 150 του ν. 2960/2001) , το πρόβλημα μεταξύ της διοικητικής και ποινικής διαδικασίας παραμένει , αφού η ποινική δίωξη ασκείται μετά τη « διοικητική εκκαθάριση» της υπόθεσης . Εφόσον, το πολλαπλό τέλος ενδύεται τον μανδύα της ποινικής κύρωσης, κάθε περαιτέρω ποινική διαδικασία είναι ατελέσφορή, αφού προσκρούει στην εξεταζόμενη αρχή . Κατά συνέπεια, θα πρέπει να καταργηθεί το πολλαπλό τέλος ή να αναμορφωθεί , ώστε να μην αποτελεί τροχοπέδη στην συνεφελκόμενη ποινική διαδικασία.
Β. Αφορμή δοθείσης από την άνω παρατήρηση υπογραμμίζεται ότι προσώρας η νομολογία δεν έχει ασχοληθεί επισταμένως με τη φύση των φορολογικών προστίμων ( σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής), παρά του ότι το ανωτέρω διαδικαστικό μοντέλο έχει υιοθετηθεί και στις παραβάσεις του Κ.Φ.Δ. Για όσες αξιώσεις του Δημοσίου διαθέτουν αναμφίλεκτα αποζημιωτικό χαρακτήρα η αρχή ne bis in idem αργεί και επιτρέπεται η άσκηση ποινικής δίωξης μετά το πέρας του διοικητικού σκέλους.
Αντίθετα, θα πρέπει να διερευνηθεί εάν η επιβολή των προστίμων που προβλέπονται στα άρθρα 58 και 58α του ΚΦΔ ενδύονται τον μανδύα της ποινικής κύρωσης, ορθώνοντας δικονομικό κώλυμα στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης από τα ποινικά δικαστήρια. Όσον αφορά τα πρόστιμα ανακριβούς δήλωσης ( ή μη υποβολής δήλωσης) , θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αυστηρότητα των ποινών ( προσαύξηση του φόρου από 10 έως 50% ανάλογα με την παράβαση) δεν φθάνει σε τέτοιο σημείο , ώστε να μετουσιώνει το χαρακτήρα των τελευταίων. Αντίθετα στις παραβάσεις του ΦΠΑ η κατάσταση περιπλέκεται, αφού τα πρόστιμα μπορούν να φθάσουν στο 200% του οφειλόμενου φόρου, συνεπώς αναδύεται εντονότερα το αποτρεπτικό στοιχείο ( αλλά και το κατασταλτικό). Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον, όχι μόνο για θεωρητικούς λόγους αλλά και σε πρακτικό επίπεδο, αφού η κατάφαση της αρχής in bis in idem και σε διοικητικές κυρώσεις συνιστά ένα ιδιαίτερα σημαντικό όπλο στα χέρια της υπεράσπισης.
Γ. Ανατέμνοντας το ζήτημα από την οπτική του ΔΕΕ, προσήκει επισήμανσης το γεγονός ότι σύμφωνα με απόφαση Tarrico II ( C- 42/2-17) α. τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν τα έσοδα της Ε.Ε , θεσπίζοντας τις απαραίτητες ποινικές διατάξεις β. ο εθνικός νομοθέτης θα πρέπει να διασφαλίσει ότι θα λαμβάνονται τα απαραίτητα κανονιστικά μέτρα για να αποφεύγεται η ατιμωρησία όσων υπονομεύουν την οικονομική θαλερότητα της Ε.Ε γ. τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αφήνουν ανεφάρμοστες τις ποινικές διατάξεις που υπονομεύουν τον άνω στόχο ( πχ παραγραφή) , λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα των κατηγορούμενων , όπως αυτά ενυλώνονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις θα μπορούσε κατ΄ αρχάς να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αρχή ne bis in idem, εφόσον περιλαμβάνεται στο άρθρο 50 του ΧΘΔ, δεν μπορεί να αγνοηθεί από τα εθνικά δικαστήρια, ακόμη και όταν επιλαμβάνονται υποθέσεων, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τα οικονομικά συμφέροντα της Ε.Ε . Παρά ταύτα το ίδιο το ΔΕΕ , όπως έχει αποτυπωθεί ανωτέρω, δέχεται ότι η ανωτέρω αρχή υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Εν προκειμένω και μεταξύ του αδικήματος της λαθρεμπορίας και της μη πληρωμής των χρεών προς το Δημόσιο, θα μπορούσε ευσχήμως να υποστηριχθεί ότι δεν συντρέχουν εκείνα τα στοιχεία που θα επέτρεπαν από το δικαστήριο να θέσει εκποδών την άνω αρχή, αφού (α) οι δύο διαδικασίες επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τον κολασμό της αποφυγής πληρωμής των δασμών (β) οι πράξεις δεν ενέχουν ιδιαίτερα ηθική και κοινωνική απαξία, δικαιολογούσα την αυστηρότερη μεταχείριση του θιγόμενου, αφού το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι η περιουσία ( έστω και του Δημοσίου), το οποίο δεν ευρίσκεται στην κορυφή της αξιακής κλίμακας (γ) πλήττεται η αρχή της αναλογικότητας αφού τα αδικήματα τιμωρούνται με ποινές στερητικής της ελευθερίας μεγάλης διάρκειας και τέλος δεν έχουν θεσπιστεί κανονιστικά αντίμετρα ( όπως πχ προβλέπει το άρθρο 10 του ΠΚ), τα οποία θα διασφάλιζαν ότι η βαρύτητα των συνολικών κυρώσεων συνάδει με την σοβαρότητα της παράβασης αλλά και με την αρχή της αναλογικότητας. Το άρθρο 97 του ΠΚ ( σε συνδυασμό με το 551 ΚΠΔ) αποτελεί γενική διάταξη, εφαρμοζόμενη σε κάθε αδίκημα και πάντως το γεγονός ότι η εν προκειμένω η συρροή αντιμετωπίζεται ως αληθινή πραγματική οδηγεί στην έκτιση βαρύτατων ποινών που υπερβαίνουν το ανάλογο μέτρο.
Σε κάθε περίπτωση το εν λόγω ζήτημα θα πρέπει να τύχει επεξεργασίας από τη νομολογία, έως ότου να επιλυθεί νομοθετικά το ζήτημα με την τροποποίηση του άρθρου 469 του ΠΚ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η σχολιαζόμενη απόφαση , υιοθετώντας την πάγια νομολογία του ΕΣΔΑ, επέλυσε το ζήτημα με πειστικό τρόπο, παρά του ότι ο ΑΠ εξακολουθεί να αντιτίθεται στα κελεύσματα των υπερεθνικών δικαιοδοτικών οργάνων. Το πρόβλημα επιρρίπτεται στους ώμους του κοινού νομοθέτη, ο οποίος θα πρέπει να τροποποιήσει το άρθρο 469 ΑΚ αναλόγως, αποκλείοντας την διπλή αξιολόγηση της τελωνειακής παράβασης.
[1] Γενικά για το θέμα βλ. Αναγνωστόπουλου, Ne bis in idem, Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Όψεις, 2008, σελ. 133 επ., Αργυρού, Η αρχή ne bis inidem με αφορμή την με αριθμό 1741/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ , στη σελίδα, https://www.constitutionalism.gr/ne-bis-in-idem-ste17412015/, Βασιλειάδη – Μαργαρίτη, Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας- Δωροδοκία και Ν. 1608/1960- Αυτοενοχοποίηση διττό αξιόποινο και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ΠοινΔικ. 2018, σελ.809 – 816 και 976-985, Βογιατζή, Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας από την ποινική στη διοικητική δίκη: Ζητήματα Ασυμβατότητας μεταξύ του ΕΔΔΑ και του ΣτΕ, ΘΠΔΔ, 2015, σελ. 536 επ., Γιαννακόπουλου, Το δεδικασμένο στη δίνη του δικονομικού πλουραλισμού, στη σελίδα https://cyannakopoulos.gr/wp-content/uploads/2020/12/CY_4.pdf, Κατσιγιάννη, Η αρχή Ne bis in idem και η συμμόρφωση της Ελληνικής Πολιτείας στην απόφαση ΕΔΔΑ Σισμανίδης και Σιταρίδης, ΘΠΔΔ 2017, σελ. 1021 επ., Παυλίδου, Το κουτί της Πανδώρας, Ne bis in idem, εκκρεμοδικία και ανεξαρτησία μεταξύ της Ποινικής και Διοικητικής Διαδικασίας, ΕφΔΔ, 2014, σελ. 582 επ., Πρεβεδούρου, Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στην περίπτωση της σωρευτικής επιβολής διοικητικών κυρώσεων, Με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 1091/2015, ΘΠΔΔ 2015, σελ. 524 επ. , Τσόλκα, Οι σύγχρονες εξελίξεις του δια-δικαιοδοτικού διαλόγου μεταξύ ΕΔΔΑ και ΔΕΕ για την εφαρμογή της αρχής « ne bis in idem» επί του εσωτερικού δυαδικού συστήματος κυρώσεων στη σελίδα https://www.esdi.gr/nex/images/stories/pdf/epimorfosi/2019/tsolka_2019.pdf.
[2] Χρυσανθάκη, Η νομική δέσμευση του Πειθαρχικού δικαστική από τις αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων. Η όσμωση εθνικού δικαίου και ΕΔΔΑ, Σκέψεις για μια πρόταση άρσης τριβών ΘΠΔΔ 2017, σελ. 402 επ.
[3] Για το ζήτημα του ΦΠΑ βλ. ΔΕΕ C-617/10, C-105/14, C-42/17.
[4] Βλ. Μανωλεδάκη, σε Κασιμάτη- Μαυριά ( επιμ). Ερμηνεία Συντάγματος, 2003, άρθρο 7, σελ 44.
[5] Βλ. Αλεξανδροπούλου, ΧΘΔΕΕ- Πεδίο Εφαρμογής, Αρχή ne bis in idem, ΘΠΔΔ, 2013, σελ. 186 επ.
[6] Βλ. ΕΔΔΑ, Gradinger Αυστρίας, 23.10.1995.
[7] Βλ. ΕΔΔΑ, Oliveira κατά Ελβετίας, 30-7-1998.
[8] Βλ. ΕΔΔΑ, Zolotukhin κατά Ρωσίας, 10.2.2009.
[9] Βλ. ΣτΕ 3611/2003 , ΣτΕ 695/2009, Στε 1734/2009. ΣτΕ 1522/2010, ΣτΕ 1741/2015. Αντίθετη ΣτΕ 3182/2010, ΣτΕ 2067/2011.
[10] Βλ. ΣτΕ 1992/2016, ΣυΕ 680/2017
[11] Βλ. ΣτΕ 1993/2016. .
[12] Βλ. C-524/15, C-537/16, C-596/2016, C-596/2017.
[13] Βλ. ΑΠ 1519/2022, ΠοινΧρ. 2023, σελ. 462