Πρόεδρος: Η. Μάζος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Ε. Κουράκου, Πάρεδρος
Με την 1989/2025 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» περιλαμβάνει και την προφορική γνωστοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία, ως μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα όταν τα δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας «περιλαμβάνονται» ή «πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης» (ΔΕΕ απόφαση της 7.3.2024, Endemol Shine Finland Oy, C-740/22 σκ. 28 επ.).
Το Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την οποία τέθηκε στο αρχείο ως μη υπαγόμενη στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και στην αρμοδιότητα της Αρχής καταγγελία που είχε υποβληθεί για προφορική γνωστοποίηση σε τρίτους δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της καταγγέλλουσας από υπάλληλο ιδιωτικού πολυϊατρείου. Με την απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η προφορική εν προκειμένω γνωστοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστά μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθόσον τα δεδομένα της αιτούσας που έτυχαν επεξεργασίας αντλήθηκαν από σύστημα αρχειοθέτησης, στο οποίο είχε πρόσβαση η υπάλληλος του πολυϊατρείου, παρέπεμψε δε την υπόθεση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για νόμιμη εξέταση της καταγγελίας, ενόψει και των οριζομένων στα άρθρα 5 και 9 του Γενικού Κανονισμού.
Σχόλιο
Α. Το ΣτΕ , λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ[1], έκρινε ότι στην έννοια της «επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» περιλαμβάνεται και η προφορική γνωστοποίηση των τελευταίων σε οποιονδήποτε τρίτο. Η εμβέλεια της άνω απόφασης υπερβαίνει τα στενά όρια του διοικητικού δικαίου , αφού το δικαίωμα πληροφοριακής αυτοδιάθεσης των υποκειμένων προστατεύεται και μέσω του ποινικού μηχανισμού ( άρθρο 38 ν. 4624/2019).
Β. Το άρθρο 4 παρ. 2 του ΓΚΠΔ ορίζει την επεξεργασία «ως κάθε πράξη ή σειρά πράξεων, που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».
Γ. Από τη διατύπωση « κάθε πράξη» προκύπτει ότι η βούληση του ευρωπαίου νομοθέτη ήταν διευρύνει το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου « επεξεργασία» , όπερ επιβεβαιώνεται από τον μη εξαντλητικό χαρακτήρα , ο οποίος εκφράζεται με τη λέξη «όπως»[2] , των πράξεων που απαριθμούνται στην ανωτέρω διάταξη.
Δ. Σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ, η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων δεν επηρεάζεται από το στοιχείο της αυτοματοποιημένης ή μη διαχείρισης των εν λόγω πληροφοριών.
Ε. Η ανωτέρω ερμηνεία της επίμαχης έννοιας επιρρωνύεται από τους λόγους θέσπισης του ΓΚΠΔ, στους οποίους περιλαμβάνεται η διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ειδικότερα των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού των υποκειμένων[3]. Τούτων δοθέντων η δυνατότητα καταστρατήγησης των διατάξεων του ΓΚΠΔ με τη μεταβολή του τρόπου γνωστοποίησης των προσωπικών δεδομένων, θα ήταν ασύμβατη προς τον ανωτέρω σκοπό.
Στ. Σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 4624/2019 κολάζεται η διάδοση καθώς και η ανακοίνωση σε μη δικαιούμενα πρόσωπα των επίμαχων πληροφοριών, οι οποίες έχουν αποκτηθεί με την χωρίς δικαίωμα επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εν προκειμένω στην έννοια της ανακοίνωσης και της διάδοσης μπορεί να συμπεριληφθεί και η προφορική γνωστοποίηση των προσωπικών δεδομένων σε τρίτα πρόσωπα, αφού η διασταλτική ερμηνεία είναι επιτρεπτή, κινούμενη εντός των ορίων του σημασιολογικού εύρους των λέξεων της κείμενης διάταξης[ΧτW1] .[4]Παράλληλα η ανωτέρω ερμηνεία συνάδει με το ευρωπαϊκό δίκαιο και τη νομολογία του ΔΕΕ, η οποία εξαίρει τη σημασία του δικαιώματος ιδιωτικότητας.
Z. Στο άρθρο 19 του Συντάγματος περιλαμβάνεται μια καθαρά δικονομική πρόβλεψη και δη απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των άρθρων 9 , 9α και 19 του ανώτατου πολιτειακού χάρτη. Η συγκεκριμένη επιταγή έχει προκαλέσεις έντονες διχοστασιές[5], ενώ επιδερμικά και μόνο χρήζει μνείας το γεγονός ότι θα μπορούσε ευσχήμως να υποστηριχθεί από τη μια πλευρά[6] ότι η προσπάθεια περιορισμού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 19 ( μολονότι εμφανίζεται ως μια εύλογη επιλογή από πρακτικής άποψης) συνιστά μια έκφανση του αντίστροφου οριτζιναλισμού[7], ο οποίος υιοθετήθηκε από το ΣτΕ[8] στην περίπτωση της ερμηνείας του άρθρου 16 του Συντάγματος και από την άλλη προάγει την ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος.[9] Η κατάργηση της σχετικής πρόβλεψης αποτελεί μονόδρομο, προκειμένου ο κοινός νομοθέτης αλλά και η νομολογία να υπερβούν τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί από την απόλυτη απαγόρευση αξιοποίησης των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων.
Η. Κατ΄ αρχάς θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο ανωτέρω περιορισμός ( όπως αποτυπώνεται και στο άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ) έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, αποδυναμώνοντας την ποινική λειτουργία. Η ανωτέρω θεώρηση παρουσιάζει δομικές αδυναμίες, αφού πρώτον η εν λόγω αρχή έχει υποχωρήσει μετά τη θέσπιση εναλλακτικών τρόπων διευθέτησης των ποινικών διαφορών, χωρίς την ουσιαστική απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου ( ποινική συνδιαλλαγή, ποινική διαπραγμάτευση) και δεύτερον δεν συνεκτιμά την συγκρουσιακή πορεία των εννόμων αγαθών, η οποία λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της δίκης. [10]
Οι ημεδαπές νομοθετικές επιλογές (προοδευτική απολυτότητα της άρνησης αξιοποίησης των παρανόμως κτηθέντων τεκμηρίων) έχουν επηρεαστεί από τις γερμανικές αντιλήψεις σχετικά με τη διασύνδεση των δικονομικών απαγορεύσεων με τα θεμελιώδη δικαιώματα, που κατοχυρώνονται από το Σύναγμα. Για παράδειγμα , ανατέμνοντας τη θεωρία του κύκλου των δικαιωμάτων[11] ( η οποία πλέον έχει απολέσει τη δυναμική της), εξάγεται ευσχήμως το συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα του κατηγορουμένου διακρίνονται από τα αντίστοιχα των υπόλοιπων παραγόντων. Εάν, η παραβιασθείσα διάταξη σκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, τότε δεν επιτρέπεται η χρήση των παρανόμων αποδεικτικών μέσων ενώπιον των δικαστηρίων. Η νομολογία ήδη με την ΑΠ 17/1993[12] αποδοκιμάζει τη χρήση συνομιλιών, οι οποίες έχουν ληφθεί κρυφά, ενώ απαγορεύεται η χρήση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων προσώπου, οι οποίες έχουν αποτυπωθεί σε μαγνητοταινία, χωρίς τη συναίνεση του.[13]
To έτος 2001 εκδόθηκε η με αριθμό ΟλΑΠ 1/2001[14] στην οποία αποτυπώνεται η θέση ότι «η απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορεί να γίνεται έναντι οποιουδήποτε τιμήματος», ενώ παράλληλα η επιτρεπτή χρήση των μαγνητοταινιών θα οδηγούσε στην « εμπέδωση μιας καταθλιπτικής κοινωνίας ότι κάθε άστοχη ή υπερβολική έκφραση του θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο, υπονομεύοντας τα έννομα αγαθά που προστατεύονται από το Σύνταγμα».
Επί του παρόντος στη γερμανική[15] και ημεδαπή επιστήμη[16] αλλά και στη νομολογία[17] έχει αποκτήσει προβάδισμα η θεωρία της στάθμισης ,σύμφωνα με την οποία η αξιοποίηση των παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων εξαρτάται από την συνεκτίμηση δύο αξιολογικών μεγεθών, δηλαδή της ανάγκης για αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και της προστασίας των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων κάθε κοινωνού.[18] Η εν λόγω θέση ,πάντως, στηλιτεύεται ( ορθά κατά την άποψη του γράφοντος), αφού δεν λαμβάνει υπόψη της τη ρητή πρόβλεψη του Συντάγματος, γι΄ αυτό και θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι επιλογές του συντακτικού νομοθέτη, οι οποίες δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο στη λειτουργία του μηχανισμού απονομής της δικαιοσύνης.
Θ. Σύμφωνα με τη με αριθμό 14/2020 γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του ΑΠ, η διάταξη του άρθρου 177 του ΚΠΔ εξειδικεύει τα άρθρα 2 , 5, 9Α, 19 και 25 του Συντάγματος αλλά και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε μια ad hoc στάθμιση των συγκρουόμενων ατομικών δικαιωμάτων, σκοπώντας να επιτύχει τη βέλτιστη δυνατή εναρμόνιση των προβλέψεών τους.
Ι. Η νομολογία σταθερά υποστηρίζει ότι η απαγόρευση δικονομικής αξιοποίησης των παράνομων αποδεικτικών μέσων θα πρέπει να ελέγχεται σε συνταγματικό επίπεδο, δηλαδή να διερευνάται εάν ο εν λόγω περιορισμός είναι συμβατός με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος. [19] Ειδικότερα , τα ημεδαπά δικαστήρια , επικαλούμενα τις ανωτέρω συνταγματικές επιταγές, δέχονται ότι ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 τίθεται εκποδών, εφόσον τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του. [20] Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με μια άποψη[21], ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει προβάλλει ορισμένα τον ισχυρισμό περί μοναδικού και αναγκαίου μέσου για την απόδειξη της αθωότητας του, προκειμένου ο ΑΠ να επιληφθεί του εν λόγω ζητήματος. Επίσης , γίνεται δεκτό ότι το παράνομο αποδεικτικό μέσο μπορεί να αξιοποιηθεί για την ελάφρυνση της θέσης του κατηγορούμενου.[22]
Η παράκαμψη της επιταγής του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος μπορεί να αποβεί και σε βάρος του κατηγορούμενου. Ειδικότερα σε μια σειρά αποφάσεων αποτυπώνεται η άποψη ότι τα εν λόγω τεκμήρια μπορούν να ληφθούν υπόψη και κατά του φερόμενου ως δράστη, αφού θα πρέπει να γίνεται σεβαστό το δικαίωμα ακροάσεως του θύματος- υποστηρίζοντος την κατηγορία ( ως υποκείμενο της δίκης) .[23] Εφαρμόζοντας την αρχή της ισότητας, η νομολογία δέχεται ότι το θύμα μπορεί να τα επικαλεστεί, εφόσον συνιστούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο για να στηρίξει την καταγγελία του. Εν κατακλείδι όσα αποδεικτικά μέσα αποκτώνται κατά παράβαση του νόμου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, μπορούν να αξιοποιηθούν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω περιστάσεις.
ΙΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠΔ[24], ο μάρτυρας πρέπει να αποκαλύπτει πως έμαθε όσα καταθέτει. Μολονότι η σχετική διάταξη σκοπεί να ρυθμίσει, κυρίως, το ζήτημα των εξ’ ακοής μαρτυριών είναι αναμφίλεκτο ότι εν προκειμένω η εφαρμογή της άνω επιταγής καθιστά τη θέση του μάρτυρα ιδιαίτερη δυσχερή, αφού θα πρέπει να ομολογήσει την πηγή των πληροφοριών του, εκθέτοντάς τον στον κίνδυνο να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη. Σε κάθε περίπτωση η άρνηση του να αποκαλύψει το παραπάνω δεδομένο, ασκώντας το δικαίωμα σιωπής, είναι απολύτως νόμιμη, οδηγώντας άμεσα στην ενεργοποίηση της δεύτερης παραγράφου της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, εφόσον δεν έχουν εισφερθεί στη διαδικασία έτερα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται απαγορευμένη[25] η αξιοποίηση της εν λόγω κατάθεσης , ενώ στη αντίθετη περίπτωση η εκδοθείσα απόφαση – κατ΄ ορθότερη άποψη- είναι αναιρετέα ελλείψει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας[26] και σε κάθε περίπτωση προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατ΄ άρθρο 171 Ιδ.[27]
Δρ. Γεώργιος Παπαδημητράκης
[1] Βλ. ΔΕΕ απόφαση της 7.3.2024, Endemol Shine Finland Oy, C-740/22 σκέψη 28 επ.
[2] Άρθρο 4 παρ. 2 του ΓΚΠΔ « επεξεργασία»: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται……, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή».
[3] Βλ. Απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Bundesrepublik Deutschland (Ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δικαστηρίου), C‑60/22, EU:C:2023:373, σκέψη 64.
[4] Βλ. Καϊάφα- Γκμπάντι- Συμεωνίδου- Καστανίδου, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 2022, σελ. 27 επ., Τσίνα, Απαγορευμένη αναλογία και επιτρεπτή ερμηνεία του ποινικού νόμου: Μια συμβολή στη μεθοδολογία του ποινικού δικαίου, διδ. Διατριβή 2008, σελ.77 και στην σελίδα https://freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=26337&lang=el#p=51, ΔΕΕ C-74/1995 στη σελίδα https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:61995CJ0074, σκέψη 25, Απόφαση Γενικού Δικαστηρίου ΕΕ, υπόθεση Ezz κλπ κατά Συμβουλίου Ε.Ε, στη σελίδα https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62011TJ0256, σκέψη 70., EΔΔΑ , Κοnonov v Latvia (αριθμός αίτησης 36376/2004) στη σελίδα https://hudoc.echr.coe.int/fre#{%22itemid%22:[%22001-98669%22]}, σκέψη 185 επ. , ΕΔΔΑ, Del Rio Prada v Spain ( αριθμός αίτησης 42750/2009) στη σελίδα https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-127697%22]}, σκέψη 78.
[5] Βλ. ΑΠ 1367/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[6] Βλ. Βλαχόπουλου, Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την Ολ. ΣτΕ 1918/2025, www.constitutionalism.gr, 27.10.2025.
[7] Βλ. Καϊδατζή, Αντίστροφος οριτζιναλισμός και ελιτιστικός ευρωπαϊσμός: Η σημειολογία της απόφασης για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στη σελίδα https://nomarchia.gr/αντίστροφος-οριτζιναλισμός-και-ελιτ/, https://nomarchia.gr/editorial-74/, https://nomarchia.gr/editorial-73/
[8] Βλ. ΣτΕ 1918/2025 στη σελίδα https://nomotelia.gr/στε-ολ-1918-2025/.
[9] Βλ. Γιαννακόπουλου, Η ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος, στη σελίδα https://nomarchia.gr/η-ερμηνευτική-αποκένωση-του-συντάγμα/.
[10] Βλ. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, 2024, σελ. 13 επ.
[11] Βλ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 2007, σελ. 211, Δημητράτου, Περί των αποδεικτικών απαγορεύσεων στην ποινική δίκη, 1992, σελ. 45, Κωνσταντινίδη, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2013, σελ. 327, Κωστάρα, Αγιάζει ο σκοπός τα μέσα στην ποινική δίκη; Ή ποινική δικονομική αξιολόγηση των παράνομα αποκτημένων ή παράνομα χρησιμοποιούμενων αποδεικτικών στοιχείων, ΕΕΝ 1984, σελ. 177, Ναϊντου, Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη, 2010, σελ. 389.
[12] Βλ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[13] Βλ. ΑΠ 9/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 589/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ν. 3674/2008.
[14] Βλ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[15] Βλ. Δημητράτου, Η εξέλιξη του θεσμού των αποδεικτικών απαγορεύσεων στο ελληνικό ποινικό δικονομικό δίκαιο-Συγχρόνως μια συγκριτική επισκόπηση του αντίστοιχου αμερικάνικου και γερμανικού δικαιικού πλαισίου, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 5, Τζαννετή, Αποδεικτικές απαγορεύσεις και εναλλακτική νόμιμη κτήση αποδείξεων , ΠοινΧρ. 1995, σελ. 11.
[16] Βλ. Δαλακούρα, Απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα: Δογματικές βάσεις για τη θεμελίωση των αποδεικτικών απαγορεύσεων, ΠοινΧρ. 1996, σελ. 338 επ., Ηλιοπούλου- Στράγγα, Θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, 2018, σελ. 188 επ, Κωστάρα, ό.π., σελ. 175, Ναϊντου, ό.π., σελ. 299, 325,Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία, ό.π., σελ. 203, Σπινέλλη, Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη, ΠοινΧρ. 1986, σελ. 865 επ, Ψαρούδα- Μπενάκη, Παρατηρήσεις στην ΕφΘεσ. 189/1981, ΠοινΧρ.1982, σελ. 555 επ.
[17] Βλ. ΟλΑΠ 1/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1317/200, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 53/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[18] Κριτική στην άνω θεωρία βλ. Καρρά , Ποινικό δικονομικό δίκαιο, 2007, σελ. 742, Δημητράτου, ό.π., σελ, 8, Παπαγεωργίου- Γονατά, Οι Αποδεικτικές απαγορεύσεις ως έκφραση συνταγματικών επιταγών, ΠοινΛογ. 2003, σελ. 23.
[19] Βλ. ΣυμβΠλημΑθ. 934/2022, Αρμ. 2023, σελ. 92 επ.
[20]Βλ. Ερμηνευτική δήλωση Υπουργού Δικαιοσύνης στην συνεδρίαση ΡΞΔ της 12.06.2008 για το
σχέδιο νόμου «ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας» η οποία αφορά την τροποποίηση που επήλθε στο α.177 παρ.2 ΚΠΔ με τον Ν. 3674/2008: «β) […] Έτσι η παράγραφος 2 του α.177 του ΚΠΔ όπως προτείνεται στο α.10 του παρόντος σχεδίου νόμου είναι απόλυτα σύμφωνη με την πιο πάνω συνταγματική διάταξη και τίθεται σε πλήρη εναρμόνιση της ισχύουσας νομοθεσίας προς αυτή, γ) Στην θεωρία και την νομολογία όμως γίνεται δεκτή η εξαίρεση από τον κανόνα του α.19 παρ.3 του Συντάγματος, η οποία θεμελιώνεται στην αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, όταν από τα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κτηθεί κατά παράβαση των άρθρων 9, 9Α και 19 του Συντάγματος, η οποία θεμελιώνεται στην αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αποτελούν το μόνο αποδεικτικό μέσο της αθωότητας του κατηγορουμένου, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας. ΑΠ 813/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 2546/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 42/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 840/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1323/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 611/2006 σε ΠοινΔικ. 2006 σελ. 857, ΑΠ 1537/2007 ΠοινΧρ. 2008 σελ. 216 (= ΝοΒ 2008 σελ.1899), ΔιατΕισΕφΠειρ., 110/2009 ΠοινΔικ 2011 σελ. 328 με παρατηρήσεις Γ. Μπουρμά, ΑΠ 1261/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 1622/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[21] Βλ ΑΠ 653/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 42/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[22] Βλ. ΣυμβΠλημΣάμου, ΠοινΔικ 2001, σελ.819 επ και περαιτέρω παραπομπές σε Satlanis,
Die Subjektstellung des Beschuldigten im griechischen Strafverfahren unter den strafprozessualen
Garantien des Art. 6 der europäischen Menschenrechtskonvention, 1988, σελ. 248 επ., όπου γίνεται
επίκληση της BVerfGE 34, 238 (249) και λόγος για “Entlastung zu Unrecht Beschuldigter”(για
ελάφρυνση της θέσης αδίκως κατηγορηθέντων) που είναι ευρύτερη έννοια από την αντίστοιχη της
«αθώωσης του κατηγορουμένου».
[23] Βλ. ΕφΑθ. 2546/2018 ΤΝΠ NΟΜΟΣ, ΑΠ 653/2013 ΤΝΠ NΟΜΟΣ, ΑΠ 611/2006 σε ΠοινΔικ 2006 σελ. 857 και ΔιατΕισΕφΠειρ. 110/2009 ΠοινΔικ 2011, σελ.328 με παρατηρήσεις Γ. Μπουρμά. Βλ. όμως και Ναϊντο, ό.π., σελ. 498 επ.
[24] Γενικά για το θέμα βλ. Κω/νίδη, Ζητήματα ποινικής απόδειξης μετά το ν. 4885/2021, ΝοΒ 2002, σελ. 1265 επ.
[25] Βλ. Αιτιολογική Έκθεση νέου ΚΠΔ ( https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/k-kodikas-dikon-aitiologiki-all.pdf) « Στις λοιπές διατάξεις του ΣχΚΠΔ για τους μάρτυρες διατηρείται εν πολλοίς το γράμμα των αντίστοιχων διατάξεων του ΚΠΔ, χωρίς να λείπουν κάποιες ειδικότερες παρεμβάσεις, όπως λ.χ. στο άρθρο 221, στο άρθρο 224 που διαλαμβάνει πλέον μια σαφή αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης της κατάθεσης μάρτυρα που δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του…».
[26] Βλ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 2012, σελ. 308.
[27] Βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο,4η έκδοση. Σελ. 440. Βλ. όμως και ΑΠ 735/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 707/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 31/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 678/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[ΧτW1]Βλ όμως σχετική νομολογία ΕΔΔΑ και νεότερες απόψεις της θεωρίας σε Γενικό Ποινικό (Συμεωνίδου) Κεφάλαιο Ερμηνεία