Γεώργιου Παπαδημητράκη, ΔΝ
1.Πρόλογος
Τις τελευταίες δεκαετίες ο νομοθέτης έχει επιδοθεί σε έναν τιτάνιο αγώνα, για να εξεύρει λύσεις σε πολυπλόκαμα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία υπονομεύουν τη σταθερότητα των κρατικών οντοτήτων. Στο πεδίο του ποινικού δικαίου, ο φαινότυπος του οργανωμένου εγκλήματος μεταβάλλεται ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς και τις τεχνολογικές εξελίξεις, καθιστώντας το τελευταίο όλο και πιο επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Παράλληλα η τρομοκρατία και το ηλεκτρονικό έγκλημα θέτουν νέες προκλήσεις στους κατασταλτικούς μηχανισμούς των εννόμων τάξεων. Από τη δεκαετία του 1990 κατέστη εμφανές ότι η πάταξη της εγκληματικότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τις παραδοσιακές τεχνικές, γι’ αυτό και προωθήθηκε το προληπτικό μοντέλο αστυνόμευσης[1], παρά τις προβληθείσες συνταγματικές αντιρρήσεις. Η θεσμοθέτηση των ειδικών ανακριτικών πράξεων[2]στόχευε στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση διαφόρων εκφάνσεων της εγκληματικότητας, αξιοποιώντας το στοιχείο της μυστικότητας και της εντονότερης τρώσης των ατομικών δικαιωμάτων των θιγόμενων προσώπων. Ταυτόχρονα, η τεχνολογική πρόοδος προσφέρει νέα εργαλεία στον μηχανισμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, για να επιτελέσει επιτυχώς το έργο του. Η ψηφιακή επανάσταση μετέβαλε άρδην τον τρόπο λειτουργίας της αστυνομίας αλλά και των δικαστηρίων. Το σύγχρονο hardware και software προσφέρει τη δυνατότητα της συνεχούς και άμεσης παρακολούθησης των κινήσεων των δραστών, περιορίζοντας το δικαίωμα της ιδιωτικότητας. Η ψηφιοποίηση των πληροφοριών επιτρέπει την αυτόματη και ταχεία αρχειοθέτηση και επεξεργασία τους, ενώ τα big data αξιοποιούνται για την εξαγωγή μοντέλων συμπεριφοράς.[3]
Εκτός, όμως, από την ανάγκη διασφάλισης της δημόσιας τάξης, νέα δικαιώματα των πολιτών εμφανίζονται στον ορίζοντα λόγω του ψηφιακού μετασχηματισμού των συλλογικών οντοτήτων. Η αξίωση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης αναδύθηκε μέσα από τις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου[4] και εντάχθηκε στο συνταγματικό οπλοστάσιο της πλειονότητας των εννόμων τάξεων της Ε.Ε. Στην ημεδαπή δικαιοταξία το άρθρο 9Α του ανώτατου πολιτειακού Χάρτη θεσμοθετεί την προστασία των προσωπικών δεδομένων των υποκειμένων, ιδίως όταν η επεξεργασία διεξάγεται με ηλεκτρονικά μέσα, επιτάσσοντας παράλληλα την ίδρυση μιας ειδικής Ανεξάρτητης Αρχής, η οποία θα επιβλέπει τις ενέργειες των κρατικών υπηρεσιών. Στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο, εκτός από την αντίστοιχη διάταξη (άρθρο 8) στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε, έχει ήδη θεσπιστεί ο ΓΚΠΔ για την διασφάλιση των δικαιωμάτων των πολιτών σχετικά με την εν γένει διαχείριση από τρίτους των προσωπικών τους πληροφοριών, καθώς και η Οδηγία 2016/680, η οποία επικεντρώνονται στο χώρο της καταστολής του εγκλήματος. Επίσης, για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες έχει τεθεί σε εφαρμογή η Οδηγία 2002/58/ΕΚ[5] (ενσωματωθείσα στην ημεδαπή έννομη τάξη με το νόμο 3471/2006), η οποία πρόκειται να αντικατασταθεί με τον Κανονισμό e -privacy.[6]
Όπως είναι φυσικό, η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στο πεδίο της καταπολέμησης της εγκληματικότητας προκαλεί ιδιαίτερες ανησυχίες για την προστασία των συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων, χωρίς όμως να παροράται το γεγονός ότι η ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης απαιτεί την επιστράτευση των νέων διαθέσιμων ψηφιακών εργαλείων.
Συνεπώς, είναι απαραίτητο να επιτευχθεί μια ισορροπία ανάμεσα στα ανωτέρω μεγέθη, για να εξασφαλισθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Η παρούσα εργασία επιχειρεί να διερευνήσει τις δυνατότητες συγκερασμού των διατάξεων που αφορούν τις ειδικές ανακριτικές πράξεις και των αντίστοιχων περί προσωπικών δεδομένων (ειδικότερα της Οδηγίας 2016/680), με στόχο να αρθεί κάθε συνταγματική επιφύλαξη για τη χρήση των νέων πληροφοριακών εργαλείων στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας.
2. Προσωπικά δεδομένα και ανακριτικές πράξεις.
Διατρέχοντας τον κατάλογο των ειδικών ανακριτικών πράξεων[7], όπως αυτές αποτυπώνονται στα άρθρα 254 και 255 του ΚΠΔ, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ευσχήμως υποστηριχθεί ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί ένα από τα κύρια επιχειρησιακά όπλα του κατασταλτικού μηχανισμού, για την πάταξη ορισμένων εκφάνσεων της εγκληματικότητας. Ειδικότερα, η άρση του απορρήτου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών[8] περιλαμβάνει όχι μόνο την καταγραφή του περιεχομένου των συνομιλιών αλλά και την συγκέντρωση στοιχείων, όπως τα δεδομένα κίνησης και θέσης.
Από τον τίτλο του ν. 3741/2006 «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών» προκύπτει ότι οι προερχόμενες από τις συνομιλίες πληροφορίες συνυφαίνονται άμεσα με το δίκαιο προστασίας προσωπικών δεδομένων. [9] Επίσης , σύμφωνα με το ανωτέρω κανονιστικό πλαίσιο, πρώτον, η χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών προστατεύονται από το Σύνταγμα και τη σχετική νομοθεσία· δεύτερον, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ως αρμόδια υπηρεσία για την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων, καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη νόμιμη επεξεργασία των συνδιαλέξεων και των συναφών δεδομένων (με την προϋπόθεση ότι τα μέρη συναίνεσαν στην καταγραφή)[10]· τρίτον, τα δεδομένα κίνησης και θέσης εντάσσονται στην έννοια των προσωπικών δεδομένων· και,τέλος, η συλλογή και επεξεργασία των πληροφοριών διενεργείται πάντοτε με βάση τους κανόνες του άρθρου 5, οι οποίοι είναι κοινοί με τους αντίστοιχους του ΓΚΠΔ, δηλαδή της αρχής της νομιμότητας, της ελαχιστοποίησης κλπ.
Επιπρόσθετα, προσωπικά δεδομένα συγκεντρώνονται κατά τη διάρκεια των ελεγχόμενων μεταφορών[11]. Η εν λόγω ειδική ανακριτική πράξη περιλαμβάνει την παρακολούθηση της μεταφοράς αγαθών (χωρίς να συνοδεύονται από φυσικά πρόσωπα) από την είσοδό τους εντός της ελληνικής επικράτειας ή μέχρι την έξοδό τους ή τον τελικό τόπο παραλαβής, χωρίς την επέμβαση των διωκτικών αρχών, για να πραγματοποιηθεί η σύλληψη των εμπλεκόμενων στην υπόθεση προσώπων. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, οι διωκτικές αρχές συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των ατόμων που συμμετέχουν στη διαδικασία μεταφοράς (αποστολέας – διακινητής – παραλήπτης), τις ιδιότητές τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μέσων μεταφοράς κλπ. Η ελεγχόμενη μεταφορά θεσμοθετήθηκε στο ημεδαπό δικαιικό σύστημα με το άρθρο 11 του ν. 1990/1991 (Κύρωση της Συνθήκης της Βιέννης) με σκοπό να παταχθεί η εμπορία ναρκωτικών και στη συνέχεια η εμβέλεια της διάταξης επεκτάθηκε και σε άλλα αδικήματα, όπως είναι το οργανωμένο έγκλημα. Φερ΄ ειπείν επικυρώνοντας τη σύμβαση του Παλέρμο η ελληνική πολιτεία ανέλαβε την υποχρέωση να υιοθετήσει την ανωτέρω τεχνική, για να θωρακίσει τη δημόσια τάξη, και ενέταξε την εν λόγω ανακριτική πράξη στο πρώην άρθρο 253Α του ΚΠΔ. Σύμφωνα με το τρέχον νομοθετικό πλαίσιο οι ελεγχόμενες μεταφορές διενεργούνται σε όλα τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 254 του ΚΠΔ , δηλαδή ,όπως προαναφέρθηκε, έχει διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της μεθόδου, αφού οι έρευνες δεν περιορίζονται μόνο στα φορτία ναρκωτικών αλλά μπορούν να διενεργηθούν σε διάφορες κατηγορίες παράνομων προϊόντων. Στο εν λόγω σημείο θα πρέπει να επισημανθεί ότι προσωπικά δεδομένα συλλέγονται και κατά την καταγραφή της δραστηριότητας των θιγομένων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου ή εικόνας ή με άλλα τεχνικά μέσα. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της ανωτέρω ανακριτικής πράξης, λαμβάνει χώρα επιτήρηση δημόσιων χώρων και η αποτύπωση του προσώπου και γενικότερα της εικόνας του παρακολουθούμενου.
Σύμφωνα με την με αριθμό 3/2020[12] γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων «η εικόνα ενός ατόμου η οποία συλλέγεται δια της χρήσης κάμερας[13] συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, στον βαθμό που παρέχεται η δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριμένου φυσικού προσώπου[14] άμεσα ή έμμεσα κατά τα προεκτεθέντα, ενώ η καταγραφή της εικόνας, η οποία αποθηκεύεται και διατηρείται σε μηχανισμό βιντεοσκοπήσεως συνεχούς ροής, όπως π.χ. σε σκληρό δίσκο του συστήματος, συνιστά αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων.[15] Ως εκ τούτου, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά, ενδεχομένως, χρονικά στάδια (συλλογή, διατήρηση, αποθήκευση, πρόσβαση, διαβίβαση[16])πρέπει, σύμφωνα με το Ε∆∆Α, να εξοπλίζεται (σε κάθε ένα στάδιο) με επαρκείς και αναγκαίες εγγυήσεις που αντικατοπτρίζουν τις αρχές επεξεργασίας και δρουν αποτρεπτικά στην καταχρηστική και δυσανάλογη επέμβαση στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το άρθρο 8 ΕΣ∆Α[17]. Αντίστοιχα, σύμφωνα με το ∆ΕΕ[18], η επεξεργασία ανά στάδιο πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που απορρέουν από τα άρθρα 7 και 8 ΧΘ∆ΕΕ, όπως πλέον προκύπτουν από την τήρηση των αρχών επεξεργασίας και νομιμότητας του ΓΚΠ∆ και της Οδηγίας 2016/680. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτ. σκ. 26 της Οδηγίας «κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι σύννομη, θεμιτή ή και διαφανής σε σχέση με τα φυσικά πρόσωπα τα οποία αφορά και να πραγματοποιείται μόνο για συγκεκριμένους σκοπούς που προβλέπονται από τον νόμο. Η αρχή αυτή καθεαυτή δεν εμποδίζει τις αρχές επιβολής του νόμου να ασκούν δραστηριότητες όπως οι μυστικές έρευνες ή η βιντεοεπιτήρηση. Τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να ασκούνται για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων … εφόσον ορίζονται από τον νόμο και συνιστούν απαραίτητο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία, με δέουσα συνεκτίμηση των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου.»…Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης με τη λήψη ή και καταγραφή εικόνας ή και ήχου δια της συλλογής, διατήρησης, αποθήκευσης, πρόσβασης και διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόμη και από δημόσιο χώρο[19], συνιστούν ως επιμέρους πράξεις επεξεργασίας, επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής κατ’ άρθ. 9 Σ, 7 και 8 ΧΘ∆ΕΕ καθώς και 8 ΕΣ∆Α… Σύμφωνα με το Ε∆∆Α, η αποθήκευση και μόνον δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μια ηλεκτρονική πληροφοριακή βάση της αστυνομίας συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, ακόμη και εάν αφορά δημόσια πληροφορία, εφόσον συλλέγεται συστηματικά και αποθηκεύεται σε αρχεία που τηρούνται από τις αρχές[20]. Η πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούμενα δεδομένα ή και η διαβίβασή τους με σκοπό την πρόσβαση και χρήση τους συνιστά μια επιπλέον αυτοτελή επέμβαση στα ανωτέρω θεμελιώδη δικαιώματα, έχουσα ελάχιστη σημασία, αν οι γνωστοποιούμενες στις αρμόδιες εθνικές αρχές πληροφορίες είναι ή όχι ευαίσθητου χαρακτήρα ή αν οι ενδιαφερόμενοι υπέστησαν ή όχι ενδεχομένως δυσμενείς συνέπειες λόγω της επέμβασης αυτής…».[21]
Τόσο για την διατήρηση[22] όσο και για την πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η χρήση τους προς επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών επιβάλλεται η πρόβλεψη αντικειμενικών κριτηρίων επί τη βάσει ουσιαστικών, διαδικαστικών και εγγυητικών προϋποθέσεων ελέγχου και επίβλεψης των συναφών μέτρων[23], οι οποίες ομοίως πρέπει να προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο[24]. Έτσι, η πρόσβαση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές σε διατηρούμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προς το σκοπό καταπολέμησης του εγκλήματος είναι σύμφωνη με τις επιταγές του ΧΘ∆ΕΕ και της ΕΣ∆Α, μόνον εφόσον στην εθνική ρύθμιση προβλέπονται αντικειμενικά κριτήρια σε σχέση π.χ. με την ύπαρξη υπονοιών σε βάρος προσώπων ότι «σχεδιάζουν, προτίθενται να διαπράξουν ή έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση ή ακόμη ότι εμπλέκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε μια τέτοια παράβαση»[25], υπό την περαιτέρω προϋπόθεση ότι προσδιορίζεται με σαφήνεια στον νόμο ο τρόπος σύνδεσής τους και η υπαγωγή τους στην εν λόγω κατηγορία προσώπων, μη αρκούσης μιας γενικής αναφοράς σε «πρόσωπα που σχετίζονται με την υπόθεση[26]».
Αφορμής δοθείσης από τα ανωτέρω θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω καταγραφή, σύμφωνα με το νόμο, θα πρέπει να διενεργείται αποκλειστικά εκτός της κατοικίας του θιγόμενου, αφού το αντίθετο θα έπληττε το πυρήνα του δικαιώματος της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.[27] To αναφυόμενο ζήτημα που έχει απασχολήσει, κυρίως, τη θεωρία εστιάζει στον εννοιολογικό προσδιορισμό του όρου κατοικία, αφού από την μια πλευρά υποστηρίζεται ότι η εφαρμογή του νόμου δεν επεκτείνεται στους κλειστούς χώρους που εξομοιώνονται με αυτήν[28], ενώ η αντίθετη διευρύνει το πλέγμα προστασίας του ατομικού δικαιώματος.[29] Κατά την ορθότερη άποψη, εφόσον η ποινική δικονομία συνιστά εφαρμοζόμενο Συνταγματικό Δίκαιο[30] και άπτεται των θεμελιωδών δικαιωμάτων των υποκειμένων δικαίου, η έννοια της κατοικίας δεν μπορεί να διαφοροποιείται σε σχέση με το Σύνταγμα και δη με το άρθρο 9 αυτού. Η παρακολούθηση της δραστηριότητας των φυσικών προσώπων συνιστά ένα είδος έρευνας η οποία δεν μπορεί να διενεργείται αδιακρίτως. Στην περίπτωση, μάλιστα, όπου διεξάγονται ειδικές ανακριτικές πράξεις, οι οποίες εκ φύσεως διαθέτουν εξαιρετικό χαρακτήρα, θα ήταν δικαιοπολιτικά άτοπο να διέπονται από ευνοϊκότερο καθεστώς σε σχέση με το αντίστοιχο που ισχύει για το άσυλο της κατοικίας. Η έννοια της κατοικίας θα πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα στους δύο ανωτέρω κλάδους δικαίου, για να θωρακίζονται επαρκώς τα δικαιώματα των κατηγορούμενων. Τούτων δοθέντων και με βάση όσα γίνονται δεκτά στο Συνταγματικό Δίκαιο [31], πρώτον, η κατοικία εκλαμβάνεται ως πραγματική κατάσταση (domus) και όχι με τη νομική της σημασία, και, δεύτερον, στην έννοια αυτή εντάσσεται κάθε κατάλυμα που χρησιμοποιείται για διαβίωση ή και για εργασία, εφόσον δεν είναι προσιτό σε όλους.[32] Η κατοικία συνιστά περίκλειστο χώρο, στον οποίο δεν επιτρέπεται η ελεύθερη είσοδος στον καθένα, παρά μόνο με την συγκατάθεση του διαμένοντος σε αυτόν. Τέλος, οι επαγγελματικοί χώροι προστατεύονται από την εν λόγω συνταγματική διάταξη, όταν σε αυτούς μπορούν να εισέλθουν οι πελάτες, μόνο εάν προηγηθεί πρόσκληση του κατόχου (πχ ραντεβού).[33] Η απαγόρευση της παρακολούθησης εκτείνεται όχι μόνο στις έρευνες που διενεργούνται με τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών, οι οποίες είναι τοποθετημένες εντός της οικίας, αλλά και όταν οι διωκτικές αρχές αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες, λαμβάνοντας γνώση των οικιακών δραστηριοτήτων των υποκειμένων εξ’ αποστάσεως.[34] Εφόσον προστατεύεται η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, ο χώρος τοποθέτησης των συσκευών παρακολούθησης δεν έχει απολύτως καμία σημασία, εφόσον ο θιγόμενος δεν μπορεί να κινηθεί και να εκφραστεί ελεύθερα εντός του περίκλειστου χώρου, στον οποίο διαβιεί.
Τέλος, έχει τεθεί ο προβληματισμός σχετικά με το είδος των συνομιλιών που μπορούν να αξιοποιηθούν ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Στη γερμανική δικαιοταξία γίνεται δεκτό[35] ότι στον πυρήνα του δικαιώματος της προσωπικότητας, ο οποίος είναι απρόσβλητος από κάθε επέμβαση των αρχών, περιλαμβάνονται οι ιδιωτικοί μονόλογοι των υποκειμένων, περιτεμνόμενης έτσι της δυνατότητας των διωκτικών αρχών να τους επικαλεστούν ως παραδεκτό αποδεικτικό μέσο,[36] ενώ η αποδεικτική απαγόρευση επεκτείνεται και στους συγκατηγορουμένους του. Στην ημεδαπή έννομη τάξη , η ανωτέρω προσέγγιση δεν τυγχάνει γενικής αποδοχής[37], αφού από το άρθρο 19 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το 177 του ΚΠΔ εξάγεται καταρχήν το συμπέρασμα ότι οι αποδεικτικές απαγορεύσεις συνυφαίνονται άμεσα με το παράνομο της κτήσης του αποδεικτικού μέσου. Κατά συνέπεια, εάν η δράση των αρχών έχει ενδυθεί τον μανδύα της νομιμότητας, τότε το δικαιοδοτικό όργανο δεν κωλύεται να αξιολογήσει και ιδιωτικούς μονολόγους, με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης.
Ωστόσο η πρώτη θεώρηση αναφορικά με τους ιδιωτικούς μονολόγους δεν είναι εσφαλμένη[38], αφού, πρώτον, τα ανωτέρω άρθρα δεν αποκλείουν την δυνατότητα επέκτασης του προστατευτικού πλαισίου για τα ατομικά δικαιώματα και σε έτερες περιπτώσεις και, δεύτερον, εδράζεται στο επιχείρημα ότι κάθε δικονομικό μέτρο που επηρεάζει δυσμενώς τη θέση του κατηγορούμενο μπορεί να γίνει αποδεκτό μόνον, εφόσον δεν θίγει τον πυρήνα της ανθρώπινης αξίας, σέβεται τα ατομικά δικαιώματα και συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας. Επίσης, στο πεδίο των αποδεικτικών απαγορεύσεων, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο σκοπός θέσπισης τους συνυφαίνεται με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και έννομων αγαθών του ατόμου καθώς και της ολότητας. Η εκάστοτε έννομη τάξη αναγνωρίζει ότι ορισμένες αξίες υπερτερούν έναντι της ποινικής καταστολής και της αποτελεσματικής πάταξης της εγκληματικότητας.[39]
Συνεπώς, το επίμαχο άρθρο, λαμβάνοντας υπόψη του το άσυλο της κατοικίας και μη επιτρέποντας την παρακολούθηση της ιδιωτικής ζωής του υποκειμένου, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας. Επίσης, αξίζει μνείας το γεγονός ότι η ειδική ανακριτική πράξη διενεργείται μόνο για σοβαρά αδικήματα και υπό τον όρο ότι δεν θίγονται άλλα υπέρτερα έννομα αγαθά και αξίες, όπως το δικαίωμα της προσωπικότητας. Άλλωστε, εφόσον προστατεύεται το άσυλο της κατοικίας ως αξιολογικά σημαντικό έννομο αγαθό, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και της προσωπικότητας , θα είναι αδόκιμο να μην εντάσσεται στο ίδιο προστατευτικό πλαίσιο και ο πυρήνας του τελευταίου.
Η τελευταία ειδική ανακριτική πράξη, η οποία αναμφίλεκτα, αξιοποιεί τα προσωπικά δεδομένα για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας είναι o συσχετισμός και ο συνδυασμός των ατομικών πληροφοριών, αφού πρόκειται για μορφή επεξεργασίας, όπως τούτο προκύπτει και από το κείμενο του ΓΚΠΔ αλλά και της Οδηγίας 2016/680 (άρθρο 3). Το νομικό οπλοστάσιο του ΚΠΔ εμπλουτίστηκε με την παραπάνω δυνατότητα με το ν. 2928/2001, περιορίζοντας το δικαίωμα πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του θιγόμενου. [40] Εν προκειμένω η σημασία της εν λόγω ανακριτικής πράξης έγκειται στο γεγονός ότι καθίσταται δυνατή η εκμετάλλευση δεδομένων, τα οποία οι θιγόμενοι έχουν χορηγήσει για διαφορετική χρήση, μη γνωρίζοντας ότι οι δικαστικές αρχές θα αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτά. Ειδικότερα, η σχετική πρόβλεψη παρέχει τη δυνατότητα στους αρμόδιους λειτουργούς να λάβουν γνώση των προσωπικών δεδομένων που έχουν συγκεντρωθεί σε κάθε είδους αρχεία (ιδιωτικά – δημόσια) τα οποία, όμως, αξιοποιούνται ήδη για διαφορετικούς σκοπούς. Τοιουτοτρόπως, τα αρμόδια όργανα μπορούν είτε να αποκλείσουν ή να θεμελιώσουν την κατηγορία σε βάρος των φερόμενων ως δραστών. Η σχετική πρόβλεψη του νόμου πάσχει από αοριστία, αφού δεν αποτυπώνονται οι επιτρεπτές ενέργειες των αρχών αλλά και ο τρόπος αξιοποίησης της μεθόδου από τα αρμόδια όργανα, μια δομική αδυναμία που δεν έχει καλυφθεί ούτε με τον νέο ΚΠΔ[41].
Στο εν λόγω σημείο αξίζει μνείας το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ αλλά και την Οδηγία 2016/680, η αρχή της νομιμότητας του σκοπού επιβάλλει κατ΄ αρχάς την σύννομη και δίκαιη επεξεργασία των δεδομένων των υποκειμένων. Παράλληλα, η συλλογή τους είναι επιτρεπτή μόνο στο πλαίσιο των προκαθορισμένων ρητώς και νόμιμων σκοπών που έχει επιλέξει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, απαγορευόμενης της εκμετάλλευσής τους κατά τρόπο ασύμβατο προς αυτούς. Πάντως, επιτρέπεται η απόκλιση από τον ανωτέρω κανόνα (άρθρο 4 Οδηγίας), εφόσον ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι εξουσιοδοτημένος να επεξεργάζεται τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τον σκοπό αυτό σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους, ενώ η επεξεργασία είναι απαραίτητη και ανάλογη προς τον εν λόγω άλλο σκοπό σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους. Εφόσον η επεξεργασία των δεδομένων διενεργείται από τις δικαστικές αρχές μέσα στο πλαίσιο της άσκησης των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων, οι αρμοδιότητες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα τίθενται εκποδών[42], ενώ τα εισφερόμενα στην ποινική διαδικασία δεδομένα θα πρέπει να προέρχονται από νόμιμες πηγές, αλλιώς συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος και του αντίστοιχου 177 του ΚΠΔ.
Η ανωτέρω θέση είναι απολύτως ορθή, αφού μπορεί μεν η επεξεργασία των πληροφοριών να αντιμετωπίζεται ως μια νόμιμη ανακριτική πράξη, όμως δεν συνιστά μια αυτοδύναμη ενέργεια, εμφανιζόμενη πρωτογενώς εντός ενός αποστειρωμένου περιβάλλοντος. Ο συσχετισμός απαιτεί την αξιοποίηση προϋφιστάμενων δεδομένων, τα οποία, εάν δεν έχουν συγκεντρωθεί νόμιμα, εμποδίζουν την περαιτέρω επεξεργασία. Στην πραγματικότητα, οι νέες παραγόμενες πληροφορίες εξαρτώνται άμεσα από τα δεδομένα που εισάγονται στο σύστημα και δεν αποτελούν αντικείμενο μιας ανεξάρτητης έρευνας. Η αντίθετη θεώρηση θα νομιμοποιούσε έμμεσα τις σκιώδεις ενέργειες των αρχών, οι οποίες οδήγησαν στην απόκτηση των πληροφοριών. Η επεξεργασία συνυφαίνεται άμεσα με τα συγκεντρωθέντα δεδομένα και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. Όπως αποδοκιμάζεται η εισαγωγή της μυστικής γνώσης στην ποινική διαδικασία μέσω παράπλευρων διαύλων, με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κάθε επιχείρηση σύμμειξης παράνομων και νόμιμων ενεργειών , οδηγώντας στον αποστιγματισμό του συνόλου του τελικού προϊόντος. Επιπροσθέτως δεν είναι επιτρεπτή η χρήση πληροφοριών, οι οποίες δεν συνυφαίνονται με το διερευνόμενο θέμα, αφού τούτο επιβάλλεται από θεμελιώδεις αρχές του ΓΚΠΔ και της Οδηγίας, και ειδικότερα της νομιμότητας[43] (σκοπού) και της ελαχιστοποίησης (απαγόρευση συγκέντρωσης υπερβολικών δεδομένων).[44] Άλλωστε μια χωρίς όρια διερεύνηση της προσωπικής ζωής του θιγόμενου πλήττει τον πυρήνα του δικαιώματος της προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής του. Τέλος, μια ανεξέλεγκτη πρόσβαση και αξιοποίηση πληροφοριών από τον κατασταλτικό μηχανισμό πλήττει την αρχή της αναλογικότητας, αφού η χρήση τους είναι απρόσφορη, μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς για τους οποίους διατάχθηκε η επαχθής ανακριτική ενέργεια.
Αξίζει να μνημονευθεί ότι στην προϊσχύσασα μορφή του άρθρου είχε περιληφθεί ειδική αναφορά στις εγγυήσεις του νόμου 2472/1997, σε συμφωνία με την αντίστοιχη πρόβλεψη για το απόρρητο των επικοινωνιών. Παρά τις σχετικές επιφυλάξεις[45] για την χρησιμότητα μιας τέτοιας παραπομπής, η αναφορά στο νόμο περί προσωπικών δεδομένων είχε ιδιαίτερη σημασία, αφού εισήγαγε στον ΚΠΔ τους περιορισμούς που έθετε το εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο κατά το στάδιο επεξεργασίας των δεδομένων από τις δικαστικές αρχές.
3. Επεξεργασία Προσωπικών Δεδομένων σύμφωνα με τον ΚΠΔ και την Οδηγία 2016/680
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι μέσα στα πλαίσια κάθε ποινικής διαδικασίας λαμβάνει χώρα επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα, στο πλαίσιο των κοινών ανακριτικών πράξεων συγκεντρώνονται και αξιολογούνται πληροφορίες που σχετίζονται άμεσα είτε με τον κατηγορούμενο ή με τρίτα πρόσωπα (πχ μάρτυρες κλπ). Αν και στο παρελθόν έχει υποστηριχθεί[46]ότι τα προσωπικά δεδομένα που έχουν προσκομισθεί σε εισαγγελική ή δικαστική αρχή, ως αποτελούντα μέρος υλικού ποινικής δικογραφίας και ευρισκόμενα στον φάκελο δικογραφίας εκκρεμούς δίκης, δεν αποτελούν σύστημα αρχειοθέτησης[47], εσχάτως τμήμα της νομολογίας στοιχίζεται με την αντίθετη και ορθότερη προσέγγιση[48], αφού οι εκκρεμείς δικογραφίες εντάσσονται σε διαρθρωμένο αρχείο με κλειδιά πχ τον αύξοντα αριθμό ή ονοματεπώνυμο κατηγορούμενου. Μάλιστα με την λειτουργία του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Ποινικών Δικογραφιών και τη βάση δεδομένων ΣΟΛΩΝ η επεξεργασία διενεργείται αυτοματοποιημένα από τα υφιστάμενα πληροφοριακά συστήματα.
Παράλληλα δε, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης θέσπισε τις ειδικές ανακριτικές πράξεις για ορισμένα αδικήματα, προσφέροντας νέα επιχειρησιακά εργαλεία στις διωκτικές αρχές, οι οποίες έχουν να αντιμετωπίσουν καινοφανείς αντεγκληματικές προκλήσεις. Άξιο λόγου είναι το γεγονός ότι ο συσχετισμός των προσωπικών δεδομένων και η απλή συγκέντρωσή τους στα πλαίσια των συνήθων ποινικών διαδικασιών διαφέρουν ως ανακριτικές πράξεις, κυρίως, όσον αφορά την ένταση της προσβολής του δικαιώματος του ψηφιακού αυτοκαθορισμού του θιγόμενου. Εάν το πεδίο εφαρμογής των κανονιστικών προβλέψεων ταυτίζονταν, δεν θα απαιτούνταν ειδική ρύθμιση στο άρθρο 253 του ΚΠΔ. Τέλος, ο μηχανισμός απονομής της ποινικής δικαιοσύνης συγκεντρώνει προσωπικά δεδομένα στα πλαίσια της διοικητικής λειτουργίας του (πχ μισθοδοσία υπαλλήλων κλπ).
Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στην παρούσα μελέτη τίθεται στο επίκεντρο η αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και όχι η διοικητική διάσταση. Όσον αφορά τις κοινές ανακριτικές πράξεις, η Οδηγία 2016/680 τυγχάνει πλήρους εφαρμογής, αφού το εν λόγω νομοθετικό κείμενο έρχεται να συμπληρώσει τον ΓΚΠΔ, ρυθμίζοντας το ζήτημα της προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης , διερεύνησης , ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων. Η θεσμοθέτηση ενός διαφορετικού πλαισίου για την επεξεργασία των δεδομένων στο πλαίσιο της ποινικής δίκης αποτελεί μια ορθολογική επιλογή, αφού το πλέγμα προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων των θιγόμενων θα πρέπει να διαμορφωθεί με βάση τις ανάγκες της ποινικής διαδικασίας και των αντεγκληματικών στόχων που θέτει η πολιτεία. Φερ’ ειπείν το δικαίωμα ενημέρωσης του κατηγορούμενου σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων του κατά τη διάρκεια των ερευνών θα υπονόμευε το έργο των διωκτικών αρχών, προσφέροντας την ευκαιρία στο δράστη είτε να διαφύγει είτε να καταστρέψει τα αποδεικτικά στοιχεία σε βάρος του. Συνεπώς η κανονιστική πρόβλεψη για την επιβολή ορισμένων περιορισμών στο ανωτέρω δικαίωμα είναι θεμιτή, χωρίς πάντως να μπορεί η ημεδαπή δικαιοταξία να οδηγηθεί και στην πλήρη κατάργησή του. Σύμφωνα με την σκέψη 44 του προοιμίου της Οδηγίας «τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα θέσπισης νομοθετικών μέτρων, τα οποία καθυστερούν, περιορίζουν ή παραλείπουν την ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων ή περιορίζουν εν όλω ή εν μέρει την πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, στο βαθμό που και εφόσον ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό σε μια δημοκρατική κοινωνία, με δέουσα συνεκτίμηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου, για την αποφυγή παρακώλυσης επίσημων ή νομικών ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών, την αποφυγή παρεμπόδισης της πρόληψης …».
Παρά τις νομολογιακές ανησυχίες[49] για τη σχέση μεταξύ του ΚΠΔ και της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, είναι αναμφίλεκτο ότι η δεύτερη δεν ήρθε για να καταργήσει τη δικονομική τάξη αλλά να συμπληρώσει τα κενά της νομοθεσίας. Άλλωστε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, πρώτον, ότι το ευρωπαϊκό παράγωγο δίκαιο (288 ΣΛΕΕ) έχει υπερνομοθετική ισχύ λόγω του άρθρου 28 του Συντάγματος και δεν μπορεί να αγνοηθεί·δεύτερον, ότι ειδικά για το ζήτημα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων υφίσταται Οδηγία, η οποία έχει ενσωματωθεί στην ημεδαπή έννομη τάξη με το νόμο 4624/2019, ρυθμίζουσα το ζήτημα εκτεταμένα και αναλυτικά· τρίτον ότι η Οδηγία και ο νόμος 4624/2019 δεν καταργούν τον ΚΠΔ, αφού επιτρέπουν τη χρήση των προσωπικών δεδομένων με τους όρους που υφίστανται· και τέταρτον, ότι η διάταξη του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, η οποία ενσωμάτωσε τις εγγυήσεις του νόμου περί προσωπικών δεδομένων στην ειδική ανακριτική πράξη του συνδυασμού ή συσχέτισης αυτών, αποτελεί μια σοβαρή ένδειξη για τις πραγματικές προθέσεις του νομοθέτη. Ειδικότερα θα μπορούσε ,ευσχήμως, να υποστηριχθεί ότι σε κανονιστικό επίπεδο ο ΚΠΔ συμπληρώνεται με τις ασφαλιστικές δικλείδες των ατομικών δικαιωμάτων που περιέχονται σε άλλα νομοθετήματα, όπως πχ συμβαίνει και στην περίπτωση του απορρήτου του επικοινωνιών. Εφόσον ο ΚΠΔ αντιμετωπίζεται ως εφαρμοσμένο συνταγματικό δίκαιο, δεν είναι δυνατόν να μην οριοθετείται και ο τρόπος δράσης των διωκτικών αρχών με βάση τις επιταγές του ανώτατου πολιτειακού χάρτη της χώρας. Εφόσον η προστασία των προσωπικών δεδομένων ανάγεται σε συνταγματική επιταγή, θα ήταν δικαιοπολιτικά και νομικά άτοπο να μην δεσμεύονται οι διωκτικές αρχές από τις παράγωγες πηγές του δικαίου που έχουν θεσμοθετηθεί σε εφαρμογή του πρωτογενούς κανόνα της ελληνικής έννομης τάξης.
Οι ανωτέρω παρατηρήσεις διατηρούν τη χρησιμότητά τους και στο πεδίο των ειδικών ανακριτικών πράξεων. Ο ΓΚΠΔ και οι ανωτέρω αναφερθείσες Οδηγίες δεν μπορούν να τεθούν εκποδών στο πλαίσιο των επίμαχων ενεργειών, αφού διαθέτουν υπερνομοθετική ισχύ και σε κάθε περίπτωση οι ελλειπτικές διατυπώσεις του ΚΠΔ απαιτούν την συμπλήρωσή τους από τα ειδικά νομοθετήματα. Σε αντίθετη περίπτωση, εκτός του ότι οι σχετικές προβλέψεις θα ήταν παντελώς αόριστες, θα οδηγούσαν και στην καταστρατήγηση του πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων, αφού οι αρχές θα μπορούσαν να κινηθούν ανεξέλεγκτα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αποφυγή επανάληψης της πρόβλεψης περί ανάγκης τήρησης των εγγυήσεων της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων (στον συσχετισμό πληροφοριών) δεν συνεπάγεται την μεταβολή της στάσης του νομοθέτη, αφού η προϊσχύσασα διάταξη είχε υποστεί κριτική για τις νομοτεχνικές αδυναμίες της. Το τρέχον κανονιστικό πλαίσιο δεν στοχεύει να αποστεί των δικαιοπολιτικών και υπερεθνικών υποχρεώσεων της πολιτείας, αφού και από την αιτιολογική έκθεση προκύπτει η αγωνία του νομοθέτη να θεμελιώσει τη δικαιότητα της ποινικής διαδικασίας. Η επιβολή επιχειρησιακών περιορισμών στη δράση της αστυνομίας και η προσθήκη νέων θεσμικών εγγυήσεων κατά τη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων[50]καταδεικνύει την πρόθεση της ημεδαπής έννομης τάξης να καταρτίσει ένα αυστηρό πλαίσιο για την προστασία των δικαιωμάτων των θιγόμενων, νομιμοποιώντας με αυτόν τον τρόπο τις παρεκκλίσεις από το παραδοσιακό ανακριτικό μοντέλο. Θα ήταν άτοπο να δεχθούμε ότι ο νομοθέτης περιορίζει τις δυνατότητες των αρχών να παρακολουθούν την ιδιωτική ζωή του προσώπου εντός της κατοικίας του ( για το επιτρεπτό της βιντεοεπιτήρησης βλ. και σημείο 26 της Οδηγίας 2016/680) και από την άλλη επιτρέπει την χωρίς όρους προσβολή του δικαιώματος ψηφιακής αυτοδιάθεσης, το οποίο προστατεύεται και σε συνταγματικό επίπεδο.
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις είναι προφανές ότι το μοναδικό ζήτημα που θα πρέπει να καταστεί αντικείμενο έρευνας είναι το εάν η συγκέντρωση των προσωπικών δεδομένων κατά τη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των Οδηγιών 2016/680 και 2002/58/ΕΚ, διότι σε καταφατική περίπτωση δεν είναι δυνατόν να διενεργηθεί. Φερ΄ ειπείν, θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ο συσχετισμός των προσωπικών δεδομένων συνεπάγεται την κάμψη της αρχής της νομιμότητας (σκοπού), αφού η επεξεργασία των δεδομένων λαμβάνει χώρα για διαφορετικό σκοπό σε σχέση με αυτόν, ο οποίος αποτέλεσε τη νόμιμη βάση για τη συλλογή τους. Ο ανωτέρω προβληματισμός είναι δυνατόν να διασκεδαστεί, αφού, πρώτον, η Οδηγία 2016/680 (σημείο 27) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «για την πρόληψη, διερεύνηση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται στο πλαίσιο της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων και πέραν του πλαισίου αυτού, ώστε να κατανοούν καλύτερα τις εγκληματικές δραστηριότητες και να προβαίνουν σε συσχετισμούς μεταξύ διαφορετικών διαπιστωθέντων ποινικών αδικημάτων» και, δεύτερον, τα δεδομένα, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, αξιοποιούνται (συλλέγονται κλπ) πρωτογενώς για την εκπλήρωση του σκοπού, που περιγράφεται στο άρθρο 4 της Οδηγίας. Κατά συνέπεια, η επεξεργασία που λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά με την ανακριτική πράξη, είναι απολύτως νόμιμη, εφόσον τηρούνται και οι υπόλοιπες αρχές του δικαίου προσωπικών δεδομένων.
Αντιθέτως προβληματισμό δημιουργεί η σχετική πρόβλεψη του ΚΠΔ για τον συσχετισμό των προσωπικών δεδομένων σε νομοτεχνικό επίπεδο αφού σύμφωνα με το άρθρο 8 της Οδηγίας «το δίκαιο κράτους μέλους που ρυθμίζει την επεξεργασία στο πλαίσιο της παρούσης οδηγίας καθορίζει τουλάχιστον τους στόχους της επεξεργασίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τους σκοπούς της επεξεργασίας». Εν προκειμένω ελλείπει στον ΚΠΔ ο προσδιορισμός των δεδομένων που μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία (δηλαδή είναι παντελώς αόριστη η διάταξη) σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για την παρακολούθηση της δραστηριότητας του υπόπτου ( πχ εικόνα του) ή για τις τηλεπικοινωνίες. Επιπρόσθετα, εφόσον ο συσχετισμός των δεδομένων οδηγεί σε λήψη αποφάσεων που εδράζεται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, περιλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, δεν αποκλείεται η καταστρατήγηση του άρθρου 11 της Οδηγίας, εάν δεν προβλέπονται οι κατάλληλες διασφαλίσεις υπέρ των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων.
Εν κατακλείδι, ο ΚΠΔ και η νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων θα πρέπει να εφαρμόζονται εναρμονισμένα, θωρακίζοντας τα δικαιώματα των υποκειμένων, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης αυτών.
4. Βασικές αρχές του δικαίου προσωπικών δεδομένων που εφαρμόζονται και στις ειδικές ανακριτικές πράξεις.
Α. Κατ’ αρχάς, από το σημείο 14 της Οδηγίας 2016/680 ( όπως και από το άρθρο 2 της Οδηγίας 2002/58 /ΕΚ) προκύπτει ότι οι δραστηριότητες που αφορούν την εθνική ασφάλεια εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής αυτών. Συνεπώς, οι διαδικασίες άρσης του απορρήτου και συλλογής προσωπικών δεδομένων με βάση το άρθρο 4 του ν. 5002/2022 δεν εντάσσονται στο προστατευτικό πλέγμα των ανωτέρω υπερεθνικών κειμένων.
Β. Η αρχή της νομιμότητας επιτάσσει τη συλλογή των δεδομένων για καθορισμένους, νόμιμους και ρητούς σκοπούς. Ειδικότερα, η επεξεργασία θα πρέπει να εξυπηρετεί κάποιον υφιστάμενο (όχι μελλοντικό) σκοπό, οποίος θα πρέπει να κινείται μέσα στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, ενώ θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται σε κάθε περίπτωση. Εν προκειμένω η καταπολέμηση του εγκλήματος αποτελεί τον διακηρυγμένο σκοπό επεξεργασίας των πληροφορίων, επιτρέποντας τη νόμιμη διενέργεια των επίμαχων ανακριτικών πράξεων.
Γ. Τα επεξεργαζόμενα στοιχεία θα πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά για την ανακάλυψη και δίωξη του εγκλήματος (βλ και άρθρο 7 του ν. 5002/2022) . Γι’ αυτό το λόγο είναι ορθή η θέση ότι δεν επιτρέπεται η συλλογή στοιχείων που δεν σχετίζονται με τις υπό έρευνα πράξεις. Στο σημείο αυτό, πάντως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Οδηγία 2016/680 είναι πιο ελαστική σε σχέση με τον Κανονισμό, αφού ο τελευταίος (άρθρο 5) επιτρέπει τη χρήση μόνο των αναγκαίων δεδομένων (αρχή ελαχιστοποίησης), ενώ στην Οδηγία είναι παράνομη η αξιοποίηση των υπερβολικών πληροφοριών.
Δ. Η αρχή της ακρίβειας των δεδομένων[51] επιβάλλει την λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων, τα οποία θα διασφαλίζουν την αποφυγή παραδρομών ή πιθανών συγχύσεων (πχ λόγω συνωνυμίας). Ειδικά στο πεδίο της ποινικής καταστολής, η προστασία του μηχανισμού από την παρείσφρηση αναξιόπιστων αποδεικτικών μέσων συνυφαίνεται άμεσα με θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, όπως της προσωπικής του ελευθερίας.
Ε. Η διατήρηση των στοιχείων για ορισμένο χρονικό διάστημα αποτελεί μια κατευθυντήρια γραμμή, την οποία ακολουθεί ο ημεδαπός νομοθέτης. Φερ’ ειπείν στο άρθρο 7 του ν. 5002/2022 αναφέρεται ρητά ότι, σε κάθε περίπτωση, μετά την έκδοση απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος ή εάν επί προκαταρκτικής εξέτασης δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη, τα στοιχεία που συνελέγησαν και το υλικό που συγκεντρώθηκε καταστρέφονται αμελλητί ενώπιον της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 254 ΚΠΔ, το αποδεικτικό υλικό που αφορά τρίτο πρόσωπο καταστρέφεται αμέσως μετά την επίτευξη του ανακριτικού σκοπού εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιπτώσεις.
Στ. Παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με το άρθρο 36 του ΚΠΔ, οι Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου, με την εξαίρεση του δικηγορικού, καθώς σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τους εκάστοτε κανόνες ιχνηλασιμότητας. Σε συνέχεια των ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4637/2019, στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Οικονομικού Εισαγγελέα, τίθεται εκποδών η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του ΚΠΔ, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης με βάση το άρθρο 36 του ΚΠΔ. Η χρήση των αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται στη μετέπειτα διαδικασία, εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη ή η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια[52]. Η πρώτη από τις ανωτέρω προβλέψεις δεν συνάδει με την ανωτέρω Οδηγία (η οποία έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο), αφού επιτρέπει την ανεξέλεγκτη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων χωρίς όρους, καθιστώντας της νομικά έωλη. Κατά συνέπεια, ερμηνεύοντας τη διάταξη με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της ημεδαπής έννομης τάξης, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος δύναται να προχωρήσει σε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, τηρώντας όμως τις βασικές αρχές του δικαίου των προσωπικών δεδομένων. Αναφορικά με τη δεύτερη διάταξη, είναι προφανές ότι πάσχει από αντισυνταγματικότητα, αφού έρχεται σε σύγκρουση με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 19 παρ. 3. Δεν είναι δυνατόν η ισταμένη δικαιοσύνη να αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα σε σχέση με την καθήμενη, και να επιτρέπεται στην πρώτη να παραβιάζει το Σύνταγμα και τους νόμους. Σε κάθε περίπτωση οι σχετικοί προβληματισμοί για τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 19 του Συντάγματος (χρήση αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου κλπ[53]) θα πρέπει να διασκεδαστούν με μια αναθεώρηση του Συντάγματος , η οποία θα καταργήσει την σχετική πρόβλεψη, παρέχοντας τη δυνατότητα στα δικαστήρια να επιλύσουν το πρόβλημα μέσω της νομολογίας.
5. Δικονομικές Συνέπειες από την παραβίαση των αρχών επεξεργασίας
Στο άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠΔ, χρησιμοποιείται ο όρος «αξιόποινη πράξη», ο οποίος παραπέμπει ουσιαστικά στο άρθρο 14 του ΠΚ.[54] Σύμφωνα με το άρθρο 38 του νόμου 4624/2019, τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα η χωρίς δικαίωμα επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων (αντιγραφή, συσχετισμός, συνδυασμός κλπ)[55]. Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «χωρίς δικαίωμα» είναι ασαφές και κατά την ορθότερη άποψη συνυφαίνεται άμεσα με τις βασικές αρχές επεξεργασίας των δεδομένων, οι οποίες αποτυπώνονται στον ΓΚΠΔ και στις προαναφερθείσες Οδηγίες. Η σχετική διάταξη του νόμου θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως χωλή, αφού συμπληρώνεται από τις υπόλοιπες διατάξεις του ν. 4624/2019. Αξίζει αναφοράς το γεγονός ότι μόνο οι αρχές που επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων μπορούν να ενταχθούν στην ανωτέρω έννοια. Φερ’ ειπείν η μη λήψη μέτρων ασφαλείας για την θωράκιση της ακεραιότητας των πληροφοριών συνιστά μεν παραβίαση των ανωτέρω νομοθετημάτων, όμως επιφέρει μόνο αστικές συνέπειες, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη νομιμότητα των δικαστικών ερευνών.
Ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό του όρου «χωρίς δικαίωμα», εφόσον οι ενέργειες του κρατικού μηχανισμού στοιχειοθετούν το ανωτέρω αδίκημα, τότε το προϊόν της επεξεργασίας φέρει το στίγμα της παρανομίας και συνεπώς διεκδικεί εφαρμογή το άρθρο 177 του ΚΠΔ. Η παραβίαση από το δικαστήριο της ανωτέρω κανονιστικής επιταγής επισύρει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ) και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ (κύρια διαδικασία) και 484 ΚΠΔ (προδικασία).Τέλος, δέον όπως γίνει δεκτό ότι ιδρύεται και αναιρετικός λόγος για υπέρβαση εξουσίας, αφού το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανα ενήργησε αυθαίρετα, συνεκτιμώντας τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα κατά παράβαση των διατάξεων του ΚΠΔ.[56]
6. Επίλογος
Οι ειδικές ανακριτικές πράξεις συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα του οπλοστασίου των διωκτικών αρχών για την αντιμετώπιση ορισμένων μορφών εγκληματικότητας με αυξημένη απαξία. Κατά τη διενέργεια τους -στην πλειονότητα των περιπτώσεων- συλλέγονται προσωπικά δεδομένα, τα οποία τυγχάνουν της δέουσας επεξεργασίας. Σε κάθε περίπτωση ο ΚΠΔ και οι νόμοι που αφορούν την προστασία των προσωπικών δεδομένων λειτουργούν συμπληρωματικά, θεσπίζοντας ένα προστατευτικό πλαίσιο για το δικαίωμα ψηφιακής αυτοδιάθεσης όσων εμπλέκονται στην ποινική διαδικασία και ιδίως του κατηγορούμενου. Οι υπερεθνικές δεσμεύσεις της ημεδαπής έννομης τάξης θα πρέπει να τηρούνται στο ακέραιο, όπως και οι σχετικές συνταγματικές επιταγές. Τέλος, οι παραβιάσεις του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 οδηγούν στην ενεργοποίηση του άρθρου 177 ΚΠΔ, εφόσον το προϊόν της επεξεργασίας αποτελεί παρανόμως αποκτηθέν αποδεικτικό μέσο, μη δυνάμενο να τύχει περαιτέρω αξιοποίησης στα πλαίσια της ποινικής δίκης, τουλάχιστον σε βάρος του φερόμενου ως δράστη.
REFERENCE
Alexandropoulou- Aigiptiadou E.,Personal Data, Legal Library,2006.
Alexandropoulou- Aigiptiadou Ε.,Electronic Processing of Personal Data by Banks, Institutional Framework,Bulletin of the Union of Greek Banks, 2005, p. 34.
Alexiadis S.,Interrogative, Sakkoulas Publications, 2006.
Anagnostopoulos H., Police Entrapment and Fair Trial, Criminal Chronicles 2001, p. 193.
Androulakis J.,Criteria of Fair Criminal Trial, Sakkoulas Publications, 2000.
Androulakis N., Fundamental Concepts of Criminal Procedure, Sakkoulas Publications, 1994.
Apostolidou A., The Privacy of Communication and Informational Self-Determination as Specific Manifestations of the Individual’s Private Life and the Guarantees of Their Limitation after the Latest Legislative Developments in Honorary Volume Manoledakis, Sakkoulas Publications, 2007, p. 148.
Bachmaier-Winter L.,Criminal Investigation, Technological Development and Digital Tools: Where Are We Heading?, In Bachmaier-Winter L.–Ruggeri S., Investigating and Preventing Crime in the Digital Era, Springer International Publishing,2022, p. 5.
Black E., IBM and the Holocaust: The Strategic Alliance Between Nazi Germany and America’s Most Powerful Corporation, 2012,Dialog Press 2012.
Brien D.,Big Data and the Study of Communities and Crime, https://oxfordre.com/criminology/display/10.1093/acrefore/9780190264079.001.0001/acrefore-9780190264079-e-318.
Chan J – Moses L., Is Big Data Challenging Criminology, https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=3742536.
Chrisogonos K., Personal and Social Rights, Legal Library, 2006.
Dagtoglou P. ,Consiturion Law,Sakkoulas Publications, 2012.
Dalakouras Th.,Prohibited Evidence: Doctrinal Basis for Establishing Evidentiary Prohibitions in Criminal Trials,Criminal Chronicles 1996, p. 327.
Dalakouras Th,,The Special Investigative Acts of article 6 of Law 2928/2001,Criminal Chronicles, 2001, p.1022.
Dalakouras Th.,The Principle of Proportionality and Procedural Coercive Measures, Sakkoulas Publications,1993.
Dalakouras Th.,New Criminal Code of Procedure,Legal Library, 2020.
Dalakouras Th.,Investigative Intrusion, Right to Remain Silent, and Right Against Self-Incrimination , in Kaifa- Gbandi Μ., Surveillance and Criminal Repression in Contemporary Anti-Crime Policy, Legal Library,2011,p.149.
Dalakouras Th.,The Probative Prohibition of Exploitation of Unlawful Recordings and Images according to article 370 D of the Criminal Code (art. 31 of Law 1941/1991), Defence, (Yperaspisi) 1992, p. 40.
Dalakouras Th.,Principle of Proportionality and Measures of Procedural Coercion, Criminal Chronicles, 2005, p. 961.
Dalakouras Th.,Special Investigative Acts under Article 253 of the Criminal Procedure Code and Cybercrime in Dalakouras Th.(ed), Cybercrime 2018, Legal Library, p.248.
Dalakouras Th. , Criminal Procedure,Sakkoulas Publications, 2003.
Dimakis A.,Recent Developments in ECHR Jurisprudence on Police Entrapment and the Consequences for Greek Jurisprudence, Criminal Chronicles 2008, p. 549.
Dimitratou N.,Evolution of the Institution of Evidentiary Prohibitions in Greek Criminal Procedural Law. Simultaneously a Comparative Overview of the Corresponding American and German Legal Framework, Criminal Chronicles,2001, p. 7.
Dionisopoulou A., Professional Confidentiality of the Advocate and Lifting of Confidentiality of Telephone Communication, in Honorary Volume for Mpenaki-Psarouda,Sakkoulas Publications, 2008,p. 821.
Dionisopoulou A., Lifting the Privacy of Telephone Communication in the new CCP – the Relationship between articles 254-255 CCP and law 2225/1994,Criminal Chronicles 2002, p. 91.
Dionisopoulou A., Police Infiltration – Constitutional and Procedural Problems of a "legalized" Investigative Act,Criminal Logos, 2003, p. 473.
Georgiadis G., Law 3471/2006 on the Protection of Privacy in Electronic Communications, Chronicles of Private Law,2007, p. 17.
Igglezakis J. Introduction to Information Technology Law, Sakkoulas Publications, 2007.
Iliopoulou- Stragga J., The Use of Illegally Acquired Evidence and the Accused's Right to Defense,Sakkoulas Publications,2003.
Kaifa- Gbandi M., Recent ECtHR jurisprudence on Police Infiltration and the Right to a Fair Trial,Criminal Justice, 2001, p.59.
Kamilaris A. Acts of Controlling Bodies: The Police Entrapment at the Limit of Fairness of the Trial and the Effectiveness of Repression, in Crime and the Rule of Law, ESDI, Legal Library 2008,p. 175.
Kaminis G., the Privacy of Telephone Communication: Constitutional Protection and its Application by the Criminal Legislator and the Courts, Nomiko Vima, 43, p.510.
Karras A.,The Criminal Justice Process. One Step Forward – Two Steps Back, Criminal Chronicles, 2004, p.481.
Karras A., Criminal Procedure, Sakkoulas Publication ,2007.
Katsanaki S.,The ECJ decision C-623/2017 Privacy International regarding the Transfer of Traffic and Location Data for National Security Purposes and its Impact on National Law, Criminal Chronicles, 2021, p. 579.
Katsikopoulos Κ. – Canellas Μ., Decoding Human Behavior with big data? Critical, Constructive input from the Decision Sciences,
Kokinnakis K.,Videography as a means of Crime Prevention,Criminal Justice, 2004, p. 696.
Kostaras A,, Does the End Justify the Means in Criminal Justice? The Criminal Procedural Evaluation of Illegally Obtained or Illegally Used Evidence,ΕΕΝ,1985, p. 172.
Linderis Ch.,The Removal of Communication Confidentiality as a Means of Anti-Criminal Policy: A Presentation and Critique of the Relevant Provisions of Law 2225/1994, Criminal Chronicles,ME, p. 119.
Linderis Ch., The Criminal Protection of Communication Privacy, Criminal Chronicles 2007, p. 560.
Livos Ν,Organized Crime and Special Investigations, Sakkoulas Publications, 2007.
Livos N.,Organized Crime by Criminal Justice Watch, Z Convention of EEPD, Sakkoulas Publications,2000, p. 17.
Livos N.,Police Infiltration,Criminal Logos, 2001, p. 1606.
Livos N., Organized Crime, Concept and Procedural Ways of Dealing with It, in EEPD, Organized Crime from the Perspective of Criminal Law: Proceedings of the 7th Panhellenic Conference, Sakkoulas Publications, 2000, p. 58.
Manesis A.,Constitutional Rights,Sakkoulas,1982.
Manoledakis J.,Security and Freedom,Sakkoulas Publications,2002.
Margaritis L., Investigative Penetration and Judicial Council ( ar. 253A C.C.P) in Kaifa- Gbandi M.,Surveillance and Criminal Repression in Contemporary Anti-Crime Policy, Legal Library,2011, p. 135.
Margaritis L., Code of Criminal Procedure, Legal Library, 2011.
Mitrou L. the new Directive 2002/58/EC on the Protection of Privacy and Electronic Communications,DiMEE, 2004, p. 371.
Milosi M., The Legal Protection of Financial Conduct Data from Unlawful Electronic Processing. Comparative Study of Legal Regulation in Greece and France, PhD thesis 2014, https://freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=42327.
Mitrou L., GDPR, Sakkoulas Publications, 2017.
Naintoy Ch., Evidentiary Prohibitions in Criminal Trials,Sakkoulas Publications, 2010.
Naintoy Ch. Special Investigations: Current Issues,Criminal Chronicles, 2017, p. 491.
Nouskalis G., Law 3115/2003 on the Authority of Ensuring the Privacy of Communications: Some Notes and Concerns,Criminal Justice 2003, p. 248.
Nouskalis G., Criminal Protection of Personal Data,Sakkoulas Publications 2007.
Papadamakis A., Investigative Penetration: Limits and Transgressions, Criminal Justice, 2010, p 1236.
Papadamakis A., Criminal Procedure Applications,Legal Library, 2006.
Papadimitrakis G., The Concept of Entrapment of the Accused by the Authorities in Anglo-Saxon Law and its Consequences, Criminal Justice, 2003, p.136.
Papadimitrakis G., Criminal Protection and Personal Data Based on Law 4624/2019, Criminal Justice, 2022, p. 1003.
Papacharalambous Ch.,The Investigation of Organized Crime- The Problematic of Special Investigative Techniques, Honorary Volume for Giotopoulou- Maragopoulou, Legal Library, 2003, p. 1047.
Papacharalambous Ch., Department of Justice Plan for Organized Crime:”aberration ictus” with Incalculable Collateral Damage,Criminal Justice 2001, p. 285.
Paparas P.,The Social Right to Decent Housing – Observations on the occasion of the ΕΣ 178/98, Human Rights, 1999, p. 627.
Pavlopoulos P., Technological Development and Constitutional Rights, The Modern Adventures of Response Privacy, Nomiko Vima,1987, p. 1511.
Papadopoulos N., Protection of Privacy of Communication, Interpretive Approach of no. 19 of the Constitution of Greece, Legal Library,2008.
Psarouda- Mpenaki Α., The Tape Recorder in Criminal Trials and the Need to Protect Oral Speech, Criminal Chronicles,1965, p. 397.
Rizaba F, Organized Crime,Legal Library, 2012.
Plagakos G.,The Inquisitor, Sakkoulas Publications,2021.
Samios Th.,Investigative Acts on Criminal Organizations, Criminal Chronicles,2001, p. 1034.
Samios Th.,Investigative Acts on Criminal Organizations (Issues of confluence of (new)
Article 253 A of the Criminal Code with the Provisions of Special Criminal Laws which provide for the Conduct of Corresponding Investigative Acts,Criminal Chronicles,2001, p. 1013.
Satlanis Ch.,Tape as evidence in criminal proceedings (at the same time a contribution to the doctrine of evidentiary prohibitions, Sakkoulas Publications, 1996.
Schwartz P. -Peifer K.N , Prosser’s Privacy and the German Right of Personality. Are Four Privacy Torts Better than One Unitary Concept?,California Law Review,2010, p. 1925. https://www.jstor.org/stable/25799959.
Sevastidis Ch., Code of Criminal Procedure, Sakkoulas Publications 2023.
Spinelis D., Evidentiary Prohibitions in Criminal Proceedings, Criminal Chronicles, 1986, p. 878.
Spirakou D., The Correlation and combination of personal data for the suppression of organized crime, Criminal Chronicles, 2001,p. 1030.
Symeonidoy- Kastanidou, E., Terrorist Crime: The Regulations of Law 3251/2004 and the Importance in Framework for our Criminal System, Nomiko Vima, 2005, p. 623.
Symeonidoy- Kastanidou, E., Investigative Penetration- Against, Criminal Logos, 2001, p. 1603.
Symeonidoy- Kastanidou, E., Law 2928/2001 on the Protection of the Citizen From the Criminal Actions of Criminal Organizations, Criminal Justice 2001, p. 694.
Tsakirakis S. , The Privacy of Communication, Absolutely Inviolable or the Wish of the Legal Order, Nomiko Vima, 1993, p. 996.
Tsiris P., The Constitutional Guarantee of the Right to Home Asylum, Sakkoulas Publications, 1994.
Tsolias G., Personal Data in the Electronic Communications Sector and Reverse Search thereof for the purposes of Investigating Particularly Serious Crimes, DiMEE, 2008, p. 175.
Tsolias G., Telecommunications Data in the light of Privacy: Problems in view of the incorporation of Directive 2002/58/EC,DiMEE, 2004, p. 357.
Tsolias G., Developments in the Field of Electronic Communications Surveillance: From Security to Freedom and the Expansion of Protected Communication,Criminal Justice, 2007, p. 790.
Tzalavara V., The Proactive Monitoring of Electronic Communications, Criminal Chronicles, 2007, p. 565.
Tzanetis A., The Criminal Acquisition of Evidence, Interpretive Approach of article 177 of CCP,Criminal Chronicles 1998, p.107.
Vathrakokilis A.,The Legal Status of Investigative Intrusion and Its Implications,Criminal Justice 2006, p.1053.
Zavrsnik Α., Algorithmic Justice: Algorithms and Big Data in Criminal Justice Settings, https://journals.sagepub.com/doi/full/10.1177/1477370819876762.
Yiannopoulos D.,Observations on the Decision of the House of Lords of 25-7.6.2001 and 25.10.2001,Criminal Justice 2002, p. 617.
Zöller M.,Die Zusammenarbeit der Nachrichtendienste mit Strafverfolgungsbehörden In Dietrich J.H et al (eds), Nachrichtdienste in Vernetzter Sicherheitsarchitektur , Mohr Siebeck, 2020,p. 79.
[1] Βλ.Bachmaier-Winter, Criminal Investigation, Technological Development and Digital Tools: Where Are We Heading?, στο Bachmaier-Winter- Ruggeri, Investigating and Preventing Crime in the Digital Era, 2022, σελ. 5., Zöller, Die Zusammenarbeit der Nachrichtendienste mit Strafverfolgungsbehörden , στο Dietrich et al ( eds), Nachrichtdienste in vernetzter Sicherheitsarchitektur , Mohr Siebeck, 2020, σελ. 79 επ.
[2] Γενικά για το θέμα βλ. Αλεξιάδη, Ανακριτική, 2006, Δαλακούρα, Οι Ειδικές Ανακριτικές Πράξεις του άρθρου 6 του ν. 2928/2001, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1022 επ., Δαλακούρα, Η Αρχή της Αναλογικότητας και τα Μέτρα Δικονομικού Καταναγκασμού, 1993, Δαλακούρα, Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, 2020, Λίβου, Οργανωμένο Έγκλημα και Ειδικές Ανακριτικές Πράξεις, τόμ. Ι, 2007,Λυντέρη, Η Άρση του Απορρήτου της Επικοινωνίας ως μέσο Αντεγκληματικής Πολιτικής, μια Παρουσίαση και Κριτική των σχετικών διατάξεων του Ν. 2225/1994, ΠοινΧρ. ΜΕ , σελ. 119 επ., Μανωλεδάκη, Ασφάλεια και Ελευθερία, 2002, Νάϊντου, Ειδικές Ανακριτικές Πράξεις: Επίκαιρα ζητήματα, ΠοινΧρ. 2017, σελ. 491, Ριζάβα, Οργανωμένο Έγκλημα , 2012 , Πλαγάκου, Ο Ανακριτής, 2021, Σάμιου, Ανακριτικές Πράξεις επί Εγκληματικών Οργανώσεων ( Ζητήματα συρροής του ( νέου ) άρθρου 253 Α ΚΠΔ με τις Διατάξεις Ειδικών Ποινικών Νόμων στις οποίες προβλέπεται η Διεξαγωγή Αντίστοιχων Ανακριτικών Πράξεων , ΠοινΧρ. 2001 , σελ. 1034 επ., Σεβαστίδη, ΚΠΔ, 2023,Σπυράκου, Η Συσχέτηση και ο συνδυασμός προσωπικών δεδομένων για την καταστολή του οργανωμένου εγκλήματος, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1030 επ.
[3] Βλ. Brien, Big Data and the Study of Communities and Crime στη σελίδαhttps://oxfordre.com/criminology/display/10.1093/acrefore/9780190264079.001.0001/acrefore-9780190264079-e-318, Chan – Moses, Is Big Data Challenging Criminology, στη σελίδα https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=3742536, Katsikopoulos- Canellas, Decoding human behavior with big data? Critical, Constructive input from the decision Sciences, στη σελίδαhttps://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/aaai.12034, Zavrsnik, Algorithmic Justice: Algorithms and Big Data in Criminal Justice Settings στησελίδα https://journals.sagepub.com/doi/full/10.1177/1477370819876762 , https://www.unodc.org/documents/commissions/Congress/documents/written_statements/Individual_Experts/Takemura_Big_data_V2100865.pdf, https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fpsyg.2021.686610/full.
[4] Βλ. Black, IBM and the Holocaust: The Strategic Alliance Between Nazi Germany and America’s Most Powerful Corporation, 2012, Schwartz-Peifer, Prosser’s Privacy and the German Right of Personality. Are Four Privacy Torts Better than One Unitary Concept? , Cal. LawReview, 2010, σελ. 1925 επ. και στη σελίδα https://www.jstor.org/stable/25799959, https://encyclopedia.ushmm.org/content/en/article/locating-the-victims.
[5] Βλ. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=CELEX%3A32002L0058.
[6] Βλ. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52017PC0010.
[7] Γενικά για το θέμα βλ. Αλεξιάδη, Ανακριτική, 2006, Αναγνωστόπουλου, Αστυνομική Παγίδευση και Δίκαιη Δίκη, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 193 επ., Βαθρακοκοίλη, Η Νομική Υπόσταση της Ανακριτικής Διείσδυσης και οι Συνέπειες αυτής, ΠοινΔικ. 2006, σελ.1053, Γιαννόπουλου, Παρατηρήσεις στην Απόφαση της Βουλής των Λόρδων της 25-7.6.2001 και 25.10.2001, ΠοινΔικ,2002, σελ. 617, Δαλακούρα, Ανακριτική Διείσδυση , Δικαίωμα Σιωπής και δικαίωμα μη Αυτοενοχοποίησης, σε Καϊάφα- Γκμπάντι, Επιτήρηση και Ποινική Καταστολή στη Σύγχρονη Αντεγκληματική Πολιτική, 2011, σελ. 149 επ., ιδίου, Αρχή της Αναλογικότητας και Μέτρα Δικονομικού Καταναγκασμού, ΠοινΧρ 2005, σελ. 961, Δημάκη, Οι Πρόσφατες Εξελίξεις στη Νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την Αστυνομική Παγίδευση και οι Συνέπειες για την Ελληνική Νομολογία, ΠοινΧρ 2008, σελ. 594 επ., Διονυσόπουλου, Επαγγελματικό Απόρρητο του Συνηγόρου και Άρση Απορρήτου Τηλεφωνικής Επικοινωνίας, ΤιμΤομ. Ψαρούδα- Μπενάκη, 2008, σελ. 821, ιδίας, Αστυνομική Διείσδυση- Συνταγματικά και Δικονομικά Προβλήματα μιας «νομιμοποιημένης» Ανακριτικής Πράξης, ΠοινΛογ 2003, σελ. 473 επ, Καϊάφα- Γκμπάντι, Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ για την Αστυνομική Διείσδυση και το Δικαίωμα σε Δίκαιη Δίκη, ΠοινΔικ. 2011, σελ. 59 επ, Καμηλάρη, Πράξεις Ελεγκτικών Οργάνων: Η Αστυνομική Παγίδευση στο Όριο της Δικαιότητας της Δίκης και της Αποτελεσματικότητας της Καταστολής, στο εγκληματικότητα και κράτος δικαίου, ΕΣΔΙ, 2008, σελ. 175, Καρρά, Η Διαδικασία Απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης, Ένα Βήμα Μπροστά- Δύο Βήματα Πίσω, ΠοινΧρ. 2014, σελ. 481, Κοκκινάκη, Η Εικονοληψία ως μέσο Εγκληματοπρόληψης, ΠοινΔικ. 2004, σελ. 696 επ., Λίβου, Οργανωμένο Έγκλημα από την Σκοπιά του Ποινικού Δικαίου, Ζ Πανελλήνιο Συνέδριο ΕΕΠΔ, 2000, σελ. 17 επ., ιδίου Η Αστυνομική Διείσδυση – Υπέρ του Θεσμού, ΠοινΛογ. 2001, σελ. 1606 επ., Λυντέρη, Η Ποινική Προστασία του Απορρήτου της Επικοινωνίας, ΠοινΧρ. 2007, σελ. 560 επ., Μανωλεδάκη, Ασφάλεια και Ελευθερία, 2002, Μαργαρίτη, Ανακριτική Διείσδυση και δικαστικό Συμβούλιο ( άρθρο 253 Α ΚΠΔ) σε Καϊαφα- Γκμπαντι ( επ.), Επιτήρηση και Ποινική Καταστολή Στη Σύγχρονη Αντεγκληματική Πολιτική, 2011, σελ. 135, Νούσκαλη, ο ν. 3115/2003 για την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών: Ορισμένες Επισημάνσεις και Προβληματισμοί, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 248 επ., Παπαδαμάκη, Ανακριτική Διείσδυση : Όρια και Υπερβάσεις, ΠοινΔικ. 2010, σελ. 1326, Παπαδημητράκη, Η έννοια της Παγίδευσης του Κατηγορούμενου από τις Αρχές στο Αγγλοσαξονικό Δίκαιο και οι Συνέπειές της, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 1366 επ., Παπαχαραλάμπους, Η Εξιχνίαση του Οργανωμένου Εγκλήματος- η Προβληματική των Ειδικών Ανακριτικών Τεχνικών , ΤιμΤομ. Γιωτόπουλου- Μαραγκοπούλου , 2003, σελ. 1047, ιδίου , το Σχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για το Οργανωμένο Έγκλημα : « aberration ictus» με Ανυπολόγιστες Παράπλευρες Ζημίες, ΠοινΔικ. 2001, σελ. 285, Σάμιου, Ανακριτικές Πράξεις επί Εγκληματικών Οργανώσεων, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1034, Σπυράκου, Η Συσχέτιση και ο Συνδυασμός Προσωπικών Δεδομένων για την Καταστολή του Οργανωμένου Εγκλήματος, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1030 επ., Συμεωνίδου- Καστανίδου, Το Τρομοκρατικό Έγκλημα : Οι ρυθμίσεις του ν. 3251/2004 και η Σημασία τους στα Πλαίσια του Ποινικού μας Συστήματος, ΝοΒ 2005, σελ. 623, ιδίας, Αστυνομική Διείσδυση- Κατά του θεσμού, Ποινικός Λόγος 2001, σελ. 1603 επ., ιδίας, ο Ν. 2928/2001 για την Προστασία του Πολίτη από Αξιόποινες Πράξεις Εγκληματικών οργανώσεων, ΠοινΔικ. 2001, σελ. 694, Τζαλαβάρα, Η Ποινικού Ενδιαφέροντος Προληπτική Παρακολούθηση των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, ΠοινΧρ. 2007, σελ. 565.
[8] Γενικά για το θέμα βλ. Αποστολίδου, Το Aπόρρητο της Eπικοινωνίας και του Πληροφοριακού Αυτοκαθορισμού ως ειδικότερες Εκφάνσεις της Ιδιωτικής Ζωής του Ατόμου και οι Εγγυήσεις Περιορισμού τους μετά τις τελευταίες Νομοθετικές Εξελίξεις, Τιμ. Τομ. Ι. Μανωλεδάκη Μελέτες Ποινικού Δικαίου – Εγκληματολογίας – Ιστορίας του εγκλήματος, 2007, σελ.148, Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, 2012, σελ. 292 επ., Καμίνη, το Απόρρητο της Τηλεφωνικής Επικοινωνίας: η Συνταγματική Προστασία και η Εφαρμογή της από τον Ποινικό Νομοθέτη και τα Δικαστήρια, ΝοΒ τομ.43, σελ.510, Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, Ατομικές Ελευθερίες, Δ Έκδοση, σελ. 232., Νάϊντου, Αποδεικτικές Απαγορεύσεις στην Ποινική Δίκη, 2010, σελ. 94, Παυλόπουλου, Τεχνολογική Εξέλιξη και Συνταγματικά Δικαιώματα, Οι Σύγχρονες Περιπέτειες του Απορρήτου των Ανταποκρίσεων, ΝοΒ, 1987, σελ. 1511., Παπαδόπουλου, Προστασία του Απορρήτου της Επικοινωνίας , Ερμηνευτική Προσέγγιση του αρ. 19 του Συντάγματος της Ελλάδας, 2008, σελ. 35, Τσακυράκη, Το Απόρρητο της Επικοινωνίας, Απόλυτα Απαραβίαστο ή Ευχή της Έννομης Τάξης, ΝοΒ 1993, σελ. 996, Ψαρούδα- Μπενάκη, Το Μαγνητόφωνον εις την Ποινικήν Δίκη και η Ανάγκη Προστασίας του Προφορικού Λόγου, ΠοινΧρ., 1965, σελ. 397 επ.
[9] Γενικά για το θέμα του απορρήτου των επικοινωνιών βλ. Γεωργιάδη, ο Ν. 3471/2006 για την Προστασία της Ιδιωτικής Ζωής στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες, ΧρΙΔ 2007, σελ. 17 επ., Δαλακούρα, Ειδικές Ανακριτικές Πράξεις κατ΄ Άρθρο 253 ΚΠΔ και Ηλεκτρονικό Έγκλημα στο Δαλακούρα (επ.), Ηλεκτρονικό Έγκλημα, 2018, σελ. 248, Διονυσοπούλου, Άρση Απορρήτου Τηλεφωνικής Επικοινωνίας στον νέο ΚΠΔ- η Σχέση των άρθρων 254-255 ΚΠΔ και του ν. 2225/1994, ΠοινΧρ. 2022, σελ. 91 επ. , Ιγγλεζάκη, Εισαγωγή στο Δίκαιο της Πληροφορικής, 2007, σελ. 195, επ., Κατσανάκη, Η απόφαση του ΔΕΕ C-623/2017 Privacy International αναφορικά με τη Διαβίβαση Δεδομένων Κίνησης και Θέσης για λόγους Εθνικής Ασφάλειας και η Επίδραση της στο Εθνικό Δίκαιο, ΠοινΧρ. 2021, σελ. 579, Λίβου, Οργανωμένο Έγκλημα, Έννοια και Δικονομικοί Τρόποι Αντιμετώπισής του, σε ΕΕΠΔ, Το Οργανωμένο Έγκλημα από τη Σκοπιά του Ποινικού Δικαίου: Πρακτικά του Ζ Παν. Συνεδρίου 2000, σελ. 58, Μήτρου, η νέα Οδηγία 2002/58/ΕΚ για την Προστασία της Ιδιωτικής Ζωής στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες, ΔιΜΕΕ, 2004, σελ. 371, Νούσκαλη, Ποινική Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, 2007, σελ. 122 επ., Τσόλια, Δεδομένα Προσωπικού χαρακτήρα στον Τομέα των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Αντίστροφη Αναζήτηση Αυτών για λόγους Διακρίβωσης Ιδιαίτερα Σοβαρών Εγκλημάτων, ΔιΜΕΕ ( νυν Δίκαιο Τεχνολογίας και Επικοινωνίας), 2008, σελ. 175 επ. , ιδίου, τα Τηλεπικοινωνιακά Δεδομένα υπό το πρίσμα του Απορρήτου: Προβληματισμοί εν όψει της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ, ΔΙΜΕΕ, 2004, σελ. 357, ιδίου , Εξελίξεις στον Τομέα της Επιτήρησης των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών: Από την Ασφάλεια στην Ελευθερία και τη Διεύρυνση της Προστατευόμενης Επικοινωνίας, ΠοινΔικ. 2017, σελ. 790.
[10] Από την σχετική πρόβλεψη προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι η καταγραφή των συνδιαλέξεων αποτελεί σε κάθε περίπτωση πράξη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων , αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν θα εμπλέκονταν η επίμαχη Αρχή για να ρυθμίσει τη νόμιμη χρησιμοποίηση των αποτυπώσεων.
[11] Βλ. Αλεξιάδη , Ανακριτική, 2006, σελ. 215, Δαλακούρα, οι Ειδικές Ανακριτικές Πράξεις του άρθρου 6 του ν. 2928/2001, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1028 επ.
[12] Βλ. https://www.dpa.gr/sites/default/files/2020-07/gnomodotisi%203_2020.pdf.
[13] Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση στο άρθρο 14 ν. 3917/2011 στην έννοια της επεξεργασίας δεδομένων εικόνας ή και ήχου εμπίπτει και η απλή λήψη αυτών χωρίς καταγραφή, σύμφωνα προς τις υπ’ αριθμόν 1/2009 και 2/2020 Γνωμοδοτήσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε συνδυασμό με την με αριθμό 4/2002 Γνωμοδότηση της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29 για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω βιντεοεπιτήρησης και τις κατευθυντήριες Γραμμές του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για την βιντεοεπιτήρηση της 17-3-2010.
[14] Βλ. ΔΕΕ C-212/13 απόφαση Rynes παρ. 22, ΔΕΕ C-345/2017 απόφαση Sergejs Buivids παρ. 31, ΔΕΕ 708/18 απόφαση ΤΚ κατά Μ5Α παρ. 35.
[15] Βλ. ΔΕΕ Rynes παρ. 23 , 25, Sergejs παρ. 34, TK παρ. 34.
[16] Βλ. ΕΔΔΑ Catt v UK, 43514/2015, 24.1.2019 παρ. 94, στη σελίδα https://hudoc.echr.coe.int/fre#%7B%22itemid%22:%5B%22001-189424%22%5D%7D
[17] Βλ. ΕΔΔΑ ΜΜ v UK, 24029/07, 13/11/2012 παρ. 195 στη σελίδα. https://hudoc.echr.coe.int/fre#{%22itemid%22:[%22002-7300%22]}
[18] Βλ. ΔΕΕ Digital Rights Ireland, παρ. 29, 30 στη σελίδα https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62012CJ0293.
[19] Βλ. Ε∆∆Α, Vukota-Bojic v Switzerland, 61838/10, 18.10.2016, παρ. 52 επ., Lopez Ribalda v Spain (GC), 1874/13 & 8567/13, 17.10.2019, παρ. 89, 93, Antovic & Mirkovic v Montenegro, 70838/13, 28.11.2017, παρ. 42, Uzun v. Germany, 35623/05, 2.9.2010, παρ. 46, Peck v UK, 44647/98, 28.01.2003, παρ. 59.
[20] Βλ. ΕΔΔΑ, Rotaru v Romania, 28341/1995, 4.5.2000 , παρ. 43. , στη σελίδα https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-58586%22]}.
[21] Βλ. ΔΕΕ , Digital Rights Ireland παρ. 32-37, Tele2, παρ. 99-104.
[22] Βλ. C-203/15 Tele2 Sverige AB και C-698/15 Secretary of State for the Home Department, απόφαση της 21-12-2016, παρ.110-111.
[23] Βλ. Digital Rights παρ. 60-62, Tele2 118-119.
[24] Βλ. Tele2 παρ. 118.
[25] Βλ. Tele2 παρ. 119, Roman Zahkarov v Russia ( GC), 47143/2006, 4.12.2015, παρ. 260.
[26] Βλ. ΕΔΔΑ, Iordachi and Others v Moldova, 25198/2002, 10.2.2009 παρ. 44, Roman Zakharov v Russia (GC), 47143/2006, 4.12.2015 παρ. 245.
[27] Βλ. Καμίνη, Όψεις της Κατοχύρωσης του Ασύλου της Κατοικίας στο Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, ΔτΑ, 2001, σελ. 67 επ.
[28] Βλ. Κονταξή, ΕρμΚΠΔ, άρθρο 253Α, σελ. 1636, Μανωλεδάκη, Ασφάλεια και Ελευθερία, 2002, σελ. 173, Σεβαστίδη, ΕρμΚΠΔ, άρθρο 253 Α, σελ. 3022.
[29] Βλ. ΕισΕκθεση ν. 2928/001.
[30] Βλ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δίκης, 1994, σελ. 32.
[31] Γενικά για το θέμα βλ. Γεωργόπουλου, Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο, 2001, σελ. 530 επ., Παπαρά, Το Κοινωνικό Δικαίωμα για Αξιοπρεπή Κατοικία- Παρατηρήσεις με αφορμή την Ολ. ΣΕ 178/98, ΔτΑ 1999, σελ. 627, Τσίρη, Η Συνταγματική Κατοχύρωση του Δικαιώματος του Ασύλου της Κατοικίας, 1994, Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 247 επ.
[32] Βλ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, Δ Έκδοση, σελ. 223.
[33] Βλ. https://www.syntagmawatch.gr/my-constitution/ti-simainei-to-asylo-tis-katoikias/.
[34] Βλ. Δαλακούρα, ό.π., σελ. 1029, Σεβαστίδη, ό.π., σελ. 3022, Κονταξή, ό.π., σελ. 1635 επ.
[35] Βλ. BGH, 22 Δεκεμβρίου 2011- 2 StR 509/10, ΠοινΧρ. 2012, σελ. 319.
[36] Βλ. Παπαχαραλάμπους, η Εξιχνίαση του Οργανωμένου Εγκλήματος – η Προβληματική των Ειδικών Ανακριτικών Τεχνικών, Τιμ. Τομ. Γιωτόπουλου- Μαραγκοπούλου, 2003, σελ. 1051 επ. Γενικά για το θέμα των ανεξάρτητων αποδεικτικών απαγορεύσεων, Νάϊντου, Αποδεικτικές Απαγορεύσεις, 2010, σελ. 27 επ.
[37] Βλ. ΑΠ 808/2008,ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[38] Βλ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις Έννοιες , 2007, σελ. 470, Ηλιόπουλου- Στράγγα , Η Χρήση Παρανόμως Κτηθέντων Αποδεικτικών Μέσων και Δικαίωμα Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου , 2003, σελ. 104 επ. Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ. 265.
[39] Βλ. Δαλακούρα, Απαγορευμένα Αποδεικτικά Μέσα: Δογματικές Βάσεις για τη Θεμελίωση των Αποδεικτικών Απαγορεύσεων στην Ποινική Δίκη, ΠοινΧρ. 1996, σελ. 327, Δημητράτου, Η Εξέλιξη του Θεσμού των Αποδεικτικών Απαγορεύσεων στο Ελληνικό Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο. Συγχρόνως μια Συγκριτική Επισκόπηση του Αντίστοιχου Αμερικανικού και Γερμανικού Δικαιικού Πλαισίου, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 7 , Κωστάρα, Αγιάζει ο Σκοπός τα Μέσα στην Ποινική Δίκη ; Η Ποινική Δικονομική Αξιολόγηση των Παράνομα Αποκτημένων ή Παράνομα Χρησιμοποιούμενων Αποδεικτικών Στοιχείων, ΕΕΝ 1984, σελ. 172, Νάϊντου, ό.π., σελ. 15 passim, Σατλάνη, Η μαγνητοταινία ως αποδεικτικό μέσο στην ποινική δίκη ( συγχρόνως μια συνεισφορά στη δογματική των αποδεικτικών απαγορεύσεων,1996, σελ.15 επ., Σπινέλλη, Αποδεικτικές Απαγορεύσεις στην Ποινική δίκη, ΠοινΧρ. 1986, σελ. 878 επ.
[40] Βλ.Σπυράκου, Η Συσχέτιση και ο Συνδυασμός Προσωπικών Δεδομένων για την Καταστολή του Οργανωμένου Εγκλήματος, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1030 επ.
[41] Βλ. Κονταξή, άρθρο 253Α, σελ. 1636.
[42] Βλ. Απόφαση Αρχής 147/2001, ΠοινΔικ. 2002, σελ. 37.
[43] Βλ. Αλεξανδροπούλου – Αιγυπτιάδου, Προσωπικά Δεδομένα, 2016, σελ. 69 επ., Μήτρου, Ο ΓΚΠΔ, 2017, σελ. 58 επ.
[44] Υπέρ της ανωτέρω θέσης βλ. Δαλακούρα, Ειδικές Ανακριτικές Πράξεις του άρθρου 6 του ν. 2928/2001, ΠοινΧρ. 2001, σελ. 1029.
[45] Βλ. Σπυράκου, ό.π., σελ. 1033.
[46] Βλ. Αποφάσεις Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 147/2001, 49/2005, 10/2006, 1/2020, ΓνωμΑΠ 10/2021 στη σελίδα https://eisap.gr/gnomodotiseis/γνωμοδοτήσεις-2021/, ΜονΠρΒολ. 350/2001, Αρμ. 2001, σελ. 1247, ΣυμβΠλημΑθ. 2942/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔιατΕισΠλημΘεσ/νικης 494/2017 , ΠοινΔικ. 2019, σελ. 868 επ.
[47] Ως σύστημα αρχειοθέτησης θεωρείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια είτε το σύνολο είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση.
[48] Βλ. ΔιατΕισΑθ 123/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ , ΠλημΘεσ. 1247/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[49] Βλ. ΣυμβΕφΑθ. 984/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[50] Βλ. https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6-aebdc768f4f7/11027276.pdf.
[51] Βλ. Αλεξανδροπούλου -Αιγυπτιάδου, Προσωπικά Δεδομένα, 2016, σελ. 80 επ., ιδίας, Ηλεκτρονική Επεξεργασία Προσωπικών Δεδομένων από τις Τράπεζες, Θεσμικό Πλαίσιο, Δελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, 2005, σελ. 34 επ., Μυλώση, Η Έννομη Προστασία Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς από την Αθέμιτη Ηλεκτρονική Επεξεργασία τους. Συγκριτική Μελέτη της Νομικής Ρύθμισης σε Ελλάδα και Γαλλία, διδακτορική διατριβή, 2014 ,στη σελίδα https://freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=42327, σελ. 225 επ., ΕφΑθ. 5717/2008, ΝοΒ. 2009, σελ. 73 επ., ΕφΑθ. 54/2006, ΕλλΔνη 2006, σελ. 1702 επ., Μον.Πρωτ. Θεσ. 2950/2002, Αρμ. 2004, σελ. 195, ΠολΠρωτΘεσ. 4677/2001, ΕΕμπΔ. 2001, σελ. 566.
[52] Ανάλογη διάταξη είχε εισαχθεί στον προϊσχύσαντα ΚΠΔ με το άρθρο 65 του ν. 4356/2015, η οποία καταργήθηκε με την εισαγωγή του νέου ΚΠΔ και επανήλθε στο προσκήνιο μετά από μερικούς μήνες με τον προαναφερθέντα νόμο. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ΚΠΔ « «Η αρχή της ηθικής απόδειξης, όπως τυποποιείται ιστορικά στο άρθρο 177 ΚΠΔ, συνιστά κεντρική αρχή που διέπει τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Κατά τούτο παραμένει σε περίοπτη θέση με το ίδιο εν πολλοίς γράμμα και στο ίδιο άρθρο, όπως έχει αποτυπωθεί στην ιστορική διαδρομή του. Το γράμμα του άρθρου 177 παρ. 1 ΣχΚΠΔ συνυφαίνεται με το γράμμα του άρθρου 139 ΣχΚΠΔ για την αιτιολογία, διαμορφώνοντας ένα αξιακό ζητούμενο και εν ταυτώ μια αξιακή σταθερά στο πλαίσιο της δίκης που συνδέει την πεποίθηση με την αμερόληπτη αιτιολογημένη κρίση ως αποτέλεσμα της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών και της αξιοπιστίας των αποδείξεων. Στην ίδια κατεύθυνση παραμένει αναλλοίωτο και το γράμμα του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε αυτό με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 3674/2008, καθώς θεωρήθηκε από την Επιτροπή ότι η εν προκειμένω διαλαμβανόμενη αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης όσων αποδεικτικών μέσων αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών αποτυπώνει ενεργή δικαιοκρατική αξίωση που δεν πρέπει να νοθευτεί. Εξ αυτού του λόγου δεν κρίθηκε σκόπιμο, ενόψει και του άρθρου 19 παρ. 3 Σ., να ενσωματωθεί στο πλαίσιο του ΣχΚΠΔ η ρύθμιση του άρθρου 65 ν. 4356/2015, η οποία επιτρέπει στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς τη χρήση υπό προϋποθέσεις αθέμιτων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά αφορούν σε πληροφορίες ή στοιχεία προσβάσιμα στους ανωτέρω εισαγγελείς». H επίμαχη διάταξη αναδίδει έντονα το άρωμα της αντισυνταγματικότητας, αφού παρακάμπτει το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε προκαλεί σοβαρές συστημικές δυσλειτουργίες και θα πρέπει να εξοβελιστεί και κάποια μελλοντική αναθεώρηση του ανώτατου πολιτειακού χάρτη.
[53] Ενδεικτικά βλ. Ολ ΑΠ 1/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1537/2007, ΠοινΧρ. 2008, σελ. 216, ΑΠ 42/2004, ΠοινΛογ. 2004, σελ. 66 επ. , ΕφΑθ. 2546/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[54] Βλ. Δαλακούρα, Η Αποδεικτική Απαγόρευση Αξιοποίησης των Αθέμιτων Φωνοληψιών και Απεικονίσεων κατ΄ άρθρο 370 Δ παρ. 2 ΠΚ (α. 31 ν. 1941/1991), Υπερ. 1992. σελ. 40 επ, Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2007, σελ. 740, Τζαννετή, Η Αξιόποινη Απόκτηση των Αποδεικτικών Μέσων, Ερμηνευτική Προσέγγιση του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, ΠοινΧρ. 1998, σελ. 107, ΤριμΕφΘεσ. 324/2003, ΠοινΔικ. 2003, σελ. 912 επ.
[55] Βλ. Παπαδημητράκη, Η Ποινική Προστασία και Προσωπικά Δεδομένα με Βάση το Νόμο 4624/2019, ΠοινΔικ. 2022, σελ. 1003 επ.
[56] Βλ. Ανδρουλάκη, Κριτήρια της Δίκαιης Ποινικής Δίκης, 2000, σελ. 92, ιδίου, Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δίκης, 2007, σελ. 216,Δαλακούρα Ποινική Δικονομία, 2003 σελ. 130, Μαργαρίτη, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Α’ (άρθρα 1-304), 2011, σελ. 686-687, Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2007, σελ. 737-738, Νάϊντου, Οι Αποδεικτικές Απαγορεύσεις στην Ποινική Δίκη ό.π., 2010, σελ. 617, 631, Παπαδαμάκη, Εφαρμογές Ποινικής Δικονομίας, 2006, σελ. 59-60.