ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΥΠΟΠΤΟΥ ΚΑΙ Η ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΕΡΕΥΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ   

1.1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ένα σημαντικό ζήτημα  που απασχολεί  τις περισσότερες  έννομες τάξεις είναι  ο καθορισμός των προϋποθέσεων με βάση τις οποίες  οι αρχές κάθε κράτους  θα προχωρούν στη διεξαγωγή διαφόρων ανακριτικών πράξεων. Τα  Συντάγματα σχεδόν όλων των  κρατών περιέχουν  ειδικές διατάξεις , οι οποίες ασχολούνται με το παραπάνω θέμα.   Ο Ανώτατος Πολιτειακός Χάρτης των ΗΠΑ δεν αποτελεί κάποια εξαίρεση από αυτόν τον  κανόνα , αφού και  σ’ αυτόν έχουν περιληφθεί κάποιες ρυθμίσεις, οι οποίες προασπίζουν τα δικαιώματα των πολιτών. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες διατάξεις είναι η  τέταρτη Τροποποίηση  του Συντάγματος των ΗΠΑ , η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1791 και σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα των πολιτών να προστατεύσουν την προσωπική τους ελευθερία , την οικία τους , τα έγγραφά τους[1]και τα αντικείμενά  τους εναντίον  αδικαιολόγητων ερευνών και κατασχέσεων ( και συλλήψεων)  δεν μπορεί να παραβιαστεί και δεν μπορεί να εκδοθεί ένταλμα ( σύλληψης ή έρευνας ή κατάσχεσης αντικειμένου) παρά μόνο εάν υπάρχει βάσιμη  αιτία, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται σε  επίσημη  μαρτυρική κατάθεση.   Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με  τον επίμαχο κανόνα δικαίου,  το ένταλμα θα πρέπει να περιέχει επακριβώς τον τόπο που θα γίνει η έρευνα ή το πρόσωπο που θα συλληφθεί και τα αντικείμενα που επιτρέπεται να κατασχεθούν[2]. Η παραπάνω συνταγματική ρύθμιση έχει αποτελέσει αντικείμενο μεγάλης επεξεργασίας από τους θεωρητικούς αλλά και τα δικαστήρια, γιατί είναι αρκετά πολύπλοκη και δημιουργεί συχνά ερμηνευτικά προβλήματα. Στην παρούσα μελέτη θα γίνει μια απόπειρα προσέγγισης της τέταρτης τροποποίησης του Συντάγματος των ΗΠΑ και θα καταδειχθούν οι διαφορές μεταξύ του δικαίου των ΗΠΑ και του Ελληνικού πάνω στα θέματα  της σύλληψης του υπόπτου αλλά και του τρόπου διεξαγωγής των  διαφόρων  ερευνών. 

1.2  ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ

Μία από τις διατάξεις του Συντάγματος των ΗΠΑ  που έχουν θεσμοθετηθεί εξαιτίας των δυσάρεστων  εμπειριών των αποίκων είναι και  η τέταρτη τροποποίηση. Η παραπάνω ρύθμιση προσπάθησε με κάθε τρόπο  να αποκλείσει την εφαρμογή  του προηγούμενου νομοθετικού καθεστώτος , δηλαδή να προστατεύσει  τους κατοίκους από τα περίφημα εντάλματα ερευνών που , πριν από την ανεξαρτησία της χώρας,  εκδίδονταν από τους Βρετανούς  ( writsofassistance). Τα εντάλματα αυτά είχαν ως βασικό στόχο την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, επέτρεπαν στις διωκτικές αρχές την είσοδο σε κάθε οίκημα και την κατάσχεση οποιουδήποτε αντικειμένου που  είχε  άμεση σχέση με το παραπάνω αναφερθέν ποινικό αδίκημα και είχαν πολύ μεγάλη διάρκεια, αφού η ισχύς τους εκτεινόταν  κατά τη διάρκεια ζωής του Βασιλέα και για έξι μήνες μετά τον θάνατό του. Μετά τον θάνατο του Γεωργίου ΙΙ το 1760,  ο JamesOtisαμφισβήτησε για πρώτη φορά την νομιμότητα των ενταλμάτων , υποστηρίζοντας ότι έρχονται σε αντίθεση με τις αγγλικές συνταγματικές παραδόσεις[3].  Αν και τα επιχειρήματά του δεν εμπόδισαν τελικά την έκδοση των νέων ενταλμάτων, η συλλογιστική του επηρέασε τους  συντάκτες του Συντάγματος των ΗΠΑ, οι οποίοι έθεσαν σε ισχύ  την τέταρτη τροποποίηση. [4]

Παρόλα αυτά θα πρέπει να τονιστεί ότι η παραπάνω ρύθμιση  έχει επηρεαστεί και από την αγγλική νομολογία, η οποία ήδη από το 1603 είχε καθιερώσει τον κανόνα ότι απαγορεύεται η  παράνομη  είσοδος των κρατικών υπαλλήλων στην οικία των πολιτών. [5]Μάλιστα τα δικαστήρια υποστήριξαν ότι η κατάσχεση αντικειμένων που δεν σχετίζονται με συγκεκριμένο έγκλημα έρχεται σε αντίθεση με το αγγλικό δίκαιο και  ότι  η έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη αλλά θα πρέπει να υπάρχει προφανής αιτία που να δικαιολογεί τη χορήγησή τους. [6]

Σήμερα,  η τέταρτη τροποποίηση αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εγγυήσεις για τα δικαιώματα των πολιτών, θεωρείται ότι είναι αρκετά φιλελεύθερη και δυστυχώς τα τελευταία έτη  έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες ( σε νομολογιακό επίπεδο) για τον περιορισμό της έκτασης της εφαρμογής της .  

1.3  ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ 

Η τέταρτη τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ είναι δομημένη αρκετά περίπλοκα αφού το περιεχόμενό της έχει τεθεί σε  μια μεγάλη πρόταση , η οποία περιέχει δύο κανόνες  . Ο πρώτος από αυτούς   είναι ο επονομαζόμενος “ κανόνας της εύλογης   αιτίας” (reasonableclause),  γιατί προβλέπει γενικά ότι όλες οι έρευνες και οι συλλήψεις θα πρέπει να είναι δικαιολογημένες . Ο δεύτερος κανόνας περιγράφει τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένα ένταλμα σύλληψης ή έρευνας. Το μεγάλο ερώτημα που έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είναι εάν οι δύο παραπάνω κανόνες θα πρέπει να διαβαστούν σε συνδυασμό  , δηλαδή εάν  είναι δικαιολογημένες  ( reasonable)   μόνο οι έρευνες και οι συλλήψεις που ικανοποιούν το δεύτερο κριτήριο (δηλαδή  της έκδοσης  εντάλματος)[7]  ή  εάν οι δύο κανόνες είναι ανεξάρτητοι , δηλαδή οι έρευνες και οι συλλήψεις  με ένταλμα θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του δευτέρου τμήματος της διάταξης αλλά  υπάρχουν νόμιμες  και δικαιολογημένες  έρευνες και συλλήψεις  υπό το πρίσμα του πρώτου τμήματος της διάταξης ,  δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να εκδοθεί και σχετικό ένταλμα . Το ανωτέρω πρόβλημα, όσον αφορά την   ερμηνεία της διάταξης,  δημιουργήθηκε κυρίως στις περιπτώσεις, όπου οι αστυνομικοί συνέλαβαν επ΄ αυτοφώρω κάποιο πρόσωπο που διέπραξε ένα έγκλημα και επιχείρησαν μετά την έρευνα της οικίας του. Όσον αφορά τη σύλληψη του προσώπου δεν τέθηκε ζήτημα νομιμότητας των ενεργειών των διωκτικών αρχών, όμως οι κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν το δικαίωμα των αστυνομικών να προχωρήσουν στην κατ΄ οίκον έρευνα. 

 Από ιστορικής απόψεως , η προϋπόθεση έκδοσης εντάλματος έχει βαρύνουσα σημασία,  αφού η τέταρτη τροποποίηση καθιερώθηκε για να αποτρέψει την έκδοση  γενικών και αορίστων ενταλμάτων, όπως έπρατταν οι Βρετανικές Αρχές. Μέχρι και σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι πρώτα θα πρέπει να ερευνάται η έκδοση ή μη  εντάλματος , για να κριθεί η νομιμότητα των ενεργειών των διωκτικών αρχών. Όπως αναφέρει το δικαστήριο,  η αστυνομία θα πρέπει  να επιδιώξει την έκδοση εντάλματος,  εκτός εάν αυτό δεν είναι δυνατόν. Η έκδοσή του από το δικαιοδοτικό όργανο δημιουργεί ένα “ τεκμήριο νομιμότητας” των ενεργειών των διωκτικών αρχών, δηλαδή θεωρείται κατ΄ αρχάς ότι συντρέχουν ( και έχουν  ελεγχθεί)  οι προϋποθέσεις που ορίζει η τέταρτη τροποποίηση (πχ ύπαρξη βάσιμης αιτίας)  για τη νόμιμη   έρευνα και  σύλληψη του υπόπτου και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο ( το οποίο θα επιληφθεί του ζητήματος ύστερα από τις αμφισβητήσεις που θα προβάλει ο κατηγορούμενος) μπορεί να αποφασίσει ότι οι ενέργειες των διωκτικών αρχών δεν είναι σύννομες.  

Πάντως, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχεται ότι είναι δυνατόν να συντελεστεί  νόμιμη έρευνα και σύλληψη κάποιου προσώπου χωρίς την ύπαρξη εντάλματος , εφόσον βέβαια τούτο  μπορεί να δικαιολογηθεί  . Η ύπαρξη  της δικαιολογημένες αιτίας     που μπορεί να οδηγήσει στη διεξαγωγή των ανακριτικών πράξεων ,  θα πρέπει να αποδειχθεί από τον κατήγορο στο δικαστήριο, εάν αμφισβητηθεί η νομιμότητα των ενεργειών των διωκτικών αρχών από τον κατηγορούμενο. 

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ακολουθεί τη δεύτερη άποψη και  ενδιαφέρεται κυρίως για  τη συνδρομή  δικαιολογητικού λόγου , ο οποίος  μπορεί να νομιμοποιήσει  την έρευνα και τη σύλληψη του υπόπτου , χωρίς όμως να παραγνωρίζει και τη σημασία των ενταλμάτων. [8]

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η τέταρτη τροποποίηση ρυθμίζει μόνο τις ενέργειες των κρατικών οργάνων είτε αυτά είναι  πολιτειακά είτε ομοσπονδιακά και δεν αφορά τους ιδιώτες, εκτός εάν ενεργούν ως κυβερνητικοί πράκτορες. Συνεπώς μια παράνομη έρευνα από την πλευρά  ενός ιδιώτη και η  παράδοση των αποδεικτικών στοιχείων στην αστυνομία, δεν θεωρείται ότι καλύπτεται από την επίμαχη ρύθμιση και τα αποδεικτικά μέσα που έχουν συγκεντρωθεί μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς πρόβλημα στο δικαστήριο. Επίσης, είναι άξιο μνείας ότι  η τέταρτη τροποποίηση  δεν καλύπτει όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος των ΗΠΑ αλλά μόνο  α. τους πολίτες των ΗΠΑ β. τα αλλοδαπά πρόσωπα που έχουν δεσμούς με την κοινωνία των ΗΠΑ και άρα θεωρούνται μέλη της εθνικής κοινότητας. Τούτο σημαίνει ότι η προστασία της τέταρτης τροποποίησης δεν έχει εφαρμογή στους αλλοδαπούς , οι οποίοι  δεν διαμένουν μόνιμα στις ΗΠΑ αλλά βρίσκονται για σύντομο διάστημα στη χώρα. Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι η προστασία της τέταρτης τροποποίησης είναι προσωπική, δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί την παραβίασή της, παρά μόνο εφόσον  τα δικά του δικαιώματα έχουν τρωθεί . Κατά συνέπεια οι διωκτικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιήσουν  κατά του υπόπτου στοιχεία που έχουν αποκτήσει με παραβίαση των δικαιωμάτων τρίτου προσώπου. 

Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι η διάταξη έχει εφαρμογή τόσο στις περιπτώσεις που έχουμε κατάσχεση κάποιου αντικειμένου όσο και στη σύλληψη του δράστη.  Όμως στην πραγματικότητα η κύρια σημασία της ρύθμισης εμφανίζεται στην πρώτη περίπτωση, αφού η μη νόμιμη σύλληψη ενός προσώπου δεν εμποδίζει τις δικαστικές αρχές στο να προχωρήσουν στη  ποινική δίωξη εναντίον του δράστη. Αντίθετα μια παράνομη έρευνα ή κατάσχεση ενός αντικειμένου οδηγεί συνήθως  στον αποκλεισμό των  αποδεικτικών μέσων που έχουν συγκεντρωθεί, αφού έχει εφαρμογή η θεωρία του “δηλητηριώδους δέντρου¨.[9]   

1.4  ΤΟ ΕΝΝΟΜΟ ΑΓΑΘΟ ΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΑΙ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΠΙΜΑΧΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ  

Τα δικαστήρια, από τις αρχές της θέσπισης της διάταξης, προσπάθησαν να ανιχνεύσουν τα έννομα αγαθά που προστατεύονται μέσω αυτής.  Μέχρι το 1967  ήταν πάγια  η θέση της νομολογίας[10]ότι η τέταρτη τροποποίηση είχε ως βασικό σκοπό να προστατεύσει την ιδιοκτησία των πολιτών. Η θέση αυτή είχε επηρεαστεί από το CommonLawτης Αγγλίας, σύμφωνα με το οποίο κάθε παρέμβαση στην ιδιοκτησία του προσώπου χωρίς νόμιμη αιτία αποτελεί ποινικό και αστικό αδίκημα.  Hπαραπάνω προσέγγιση άλλαξε άρδην το 1967 μετά την υπόθεση KatzvUnitedStates[11], τα πραγματικά περιστατικά της οποίας ήταν τα εξής: Κάποιοι ομοσπονδιακοί πράκτορες παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συζητήσεις του Katzμε τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών[12], οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε ένα δημόσιο τηλεφωνικό θάλαμο. Ο Εισαγγελέας  ανέφερε στο δικαστήριο ότι από τη στιγμή που δεν υπήρχε έρευνα προσώπου ή οικίας  δεν έχει εφαρμογή η τέταρτη τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ. Επίσης υποστηρίχθηκε ότι δεν υπήρχε κατάσχεση κάποιου αντικειμένου , αφού η φωνή του προσώπου δεν έχει υλική μορφή. Το Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε από την πάγια μέχρι τότε  νομολογία του, αφού έκρινε ότι η διάταξη δεν προστατεύει την ιδιοκτησία αλλά  το δικαίωμα των πολιτών στο να διατηρούν τη ζωή τους ιδιωτική και μυστική. Τούτο σημαίνει ότι εάν ένα πρόσωπο ηθελημένα αποκαλύπτει την ιδιωτική του ζωή στο κοινό, ακόμη και εάν αυτό γίνεται εντός της οικίας του ή στο γραφείο του , τότε δεν έχει  εφαρμογή η τέταρτη τροποποίηση. Αντίθετα, εάν ένας πολίτης επιδιώκει να διατηρήσει  την ιδιωτικότητα των δραστηριοτήτων του , ακόμη και εάν βρίσκεται σε έναν χώρο που είναι προσιτός στο κοινό ,  έχει το δικαίωμα  σε κάποιες περιπτώσεις να επικαλεστεί την προστασία των συνταγματικών ρυθμίσεων . 

Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, έρευνα θεωρείται κάθε επέμβαση των αρχών σε περιοχή ή σε  τομέα συμφερόντων  , για τα οποία ο πολίτης έχει μια λογική  προσδοκία για να προστατεύσει την ιδιωτική του ζωή. Η προσδοκία αυτή θα πρέπει ,όπως αναφέραμε , να είναι λογική , δηλαδή αυτή  θα πρέπει να μπορεί να γίνει δεκτή από την κοινωνία[13]. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θέτει δύο κριτήρια για να διαπιστώσει εάν έχει εφαρμογή η τέταρτη τροποποίηση του Συντάγματος. Το πρώτο από αυτά είναι η υποκειμενική προσδοκία για διαφύλαξη της ιδιωτικής ζωής του προσώπου, δηλαδή θα πρέπει το δικαιοδοτικό όργανο να κρίνει ότι το άτομο  που επικαλείται την εφαρμογή της ρύθμισης  ήθελε πράγματι να διατηρήσει την δραστηριότητά του κρυφή από το ευρύ κοινό. Το δεύτερο είναι η ύπαρξη δικαιολογημένης προσδοκίας  για την προστασία των  ιδιωτικών ενεργειών  από το ίδιο το  κοινωνικό σύνολο. 

1.5 ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΟΙΚΙΑΣ

Η προστασία της οικίας έχει θεσμοθετηθεί στο χώρο του Αγγλοσαξονικού Δίκαιου πριν ακόμη υιοθετηθεί το Σύνταγμα των ΗΠΑ, αφού ήδη δείγματά της έχουν εντοπιστεί από το 1603. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει  την τέταρτη τροποποίηση  με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε στην έννοια οικία να περιλαμβάνονται σκάφη, τροχόσπιτα, δωμάτια ξενοδοχείου και γενικότερα περίκλειστοι χώροι , στους οποίους διαμένει κάποιος μόνιμα ή προσωρινά ή αναπτύσσει τη βιοτική και επαγγελματική του δραστηριότητα. Επίσης, και η περιοχή γύρω από το σπίτι ( παράρτημα οικίας) προστατεύεται από τον νόμο. Το ανωτέρω δικαιοδοτικό όργανο θεωρεί ότι το παράρτημα της οικίας  είναι η περιοχή στην οποία εκτείνεται η  δραστηριότητα του προσώπου που  συνδέεται με την ιερότητα του οικογενειακού ασύλου και την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Στοιχεία που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το κάθε δικαστήριο[14]για να διαγνώσει εάν ένας χώρος ανήκει στην προστατευμένη περιοχή είναι η απόσταση του από το κυρίως σπίτι , εάν αυτός περικλείεται και προστατεύεται με τα ίδια μέσα , όπως και η κύρια κατοικία   ( πχ κοινός φράκτης), το είδος της χρήσης της επίμαχης περιοχής και τέλος ποια είναι τα μέτρα που έχει λάβει ο ιδιοκτήτης για να προστατεύσει την περιοχή από την πρόσβαση των τρίτων.

1.6 ΥΠΑΡΞΗ ΒΑΣΙΜΗΣ  ΑΙΤΙΑΣ

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η επέμβαση των αρχών στην ιδιωτική ζωή του προσώπου επιτρέπεται να γίνει  με ή  χωρίς τη χορήγηση  σχετικού εντάλματος . Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει κάποιος δικαιολογητικός λόγος που να  νομιμοποιεί τις ενέργειες της αστυνομίας  , ενώ στην πρώτη το ένταλμα εκδίδεται μόνο εφόσον υπάρχει βάσιμη αιτία ( propable cause). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ  δεν έχει διευκρινίσει  τη σχέση του όρου « δικαιολογητικός λόγος» και « βάσιμη αιτία».  Πάντως , σύμφωνα με τη νομολογία , η προϋπόθεση της βάσιμης αιτίας εξετάζεται  στις περισσότερες περιπτώσεις  ερευνών ή συλλήψεων  ανεξάρτητα εάν έχει εκδοθεί ή μη  ένταλμα, δηλαδή  φαίνεται ότι ο «δικαιολογητικός λόγος» είναι ευρύτερη έννοια από τη «βάσιμη αιτία» , την οποία και περιλαμβάνει χωρίς όμως να είναι και σαφή τα όρια του. 

Η έννοια της βάσιμης αιτίας είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και δεν υπάρχει κάποιος ορισμός που να την καθορίζει επακριβώς. Σχηματικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι βάσιμη αιτία υπάρχει, όταν  τα πραγματικά περιστατικά και τα αξιόπιστα στοιχεία  , τα οποία βρίσκονται σε γνώση των διωκτικών αρχών, είναι αρκετά για να δημιουργήσουν στο μέσο πολίτη την πεποίθηση ότι ένα αδίκημα  τελείται ή έχει ήδη  διαπραχθεί[15]. Το δικαστήριο θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να  σταθμίσει από τη μια πλευρά  τα συμφέροντα των πολιτών και από την άλλη το ενδιαφέρον της πολιτείας να καταπολεμήσει το έγκλημα. Η προϋπόθεση της βάσιμης αιτίας απαιτεί μόνο την ύπαρξη μιας εύλογης πιθανότητας ( κριτήριο του 51%)  ότι οι διωκτικές αρχές έχουν ορθά αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης , με βάση τα οποία έχουν αποφασίσει να επέμβουν.[16]

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι διωκτικές  αρχές έχουν τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη τους για την τελική απόφασή τους και έμμεσες μαρτυρίες προσώπων, οι οποίες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο ( hearsayinformation)[17]. Τέλος, όταν η αστυνομία  βασίζεται σε καταθέσεις πληροφοριοδοτών, θα πρέπει συνήθως να αναζητά και άλλα στοιχεία που να συμφωνούν με τις εκτιμήσεις τους πριν ενεργήσει . Πάντως η κατηγορούσα αρχή μπορεί να αποδείξει στο δικαστήριο ότι ο πληροφοριοδότης έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία από τις διωκτικές αρχές στο παρελθόν[18]ή ότι έχει περιγράψει με ακρίβεια το αδίκημα που τελείται[19]και κατά συνέπεια μόνο η κατάθεση του αρκούσε  για την επέμβαση της αστυνομίας. 

2.  ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΕΚΔΩΣΟΥΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΑ

Το ένταλμα είναι ένα έγγραφο που εκδίδεται πάντοτε από δικαστικές αρχές [20], το οποίο επιτρέπει  στην αστυνομία να προχωρήσει σε μια έρευνα ή σε σύλληψη. Το ένταλμα συνήθως χορηγείται από τους Ειρηνοδίκες ( Magistrates) , οι οποίοι θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και ουδέτεροι σε σχέση με τους διαδίκους ( κατηγορούσα αρχή- κατηγορούμενο). Συνεπώς δεν έχει δικαίωμα να εκδώσει ένταλμα ο γενικός Εισαγγελέας, ο οποίος είναι επικεφαλής της σχετικής υπηρεσίας.[21]  Επίσης δεν επιτρέπεται στους δικαστές να συμμετέχουν ενεργά στις έρευνες[22], εφόσον εκδίδουν εντάλματα για την ίδια υπόθεση  ή να λαμβάνουν κάποιο είδος αμοιβής για κάθε ένταλμα που χορηγούν [23], γιατί με αυτόν τον τρόπο χάνουν την αμεροληψία τους και συνεπώς οι αποφάσεις τους δεν είναι έγκυρες. 

Πάντως, δεν απαιτείται από τους δικαστές να έχουν νομική παιδεία και δεν είναι υποχρεωμένοι να αιτιολογούν τις κρίσεις τους.  Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι  οι αποφάσεις των δικαστών   θα πρέπει να είναι βασισμένες στα στοιχεία που παρουσιάζει ο Εισαγγελέας ή η Αστυνομία στο ακροατήριο ,ενώ  η διαδικασία ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου είναι μονομερής, δηλαδή δεν καλείται ο ύποπτος να εκφράσει τις απόψεις του. 

3. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ .

Σύμφωνα με το δίκαιο των ΗΠΑ ,σύλληψη είναι η στέρηση της ελευθερίας κινήσεων κάποιου προσώπου με σκοπό  να απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούν την τέλεση κάποιου αδικήματος. Προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι έχει συντελεστεί  σύλληψη είναι α. πρόθεση των διωκτικών αρχών να συλλάβουν τον ύποπτο β. πραγματική στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του προσώπου και κράτηση γ. Συνείδηση στον πολίτη ότι έχει συλληφθεί.

Η σύλληψη των προσώπων γίνεται ,κατά κανόνα, με τη χρησιμοποίηση σχετικού εντάλματος. Η αστυνομία μπορεί να προχωρήσει στη σύλληψη κάποιου προσώπου χωρίς ένταλμα σε περίπτωση που έχει βάσιμες υποψίες ότι αυτός έχει διαπράξει κακούργημα ή όταν υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι ο πολίτης έχει τελέσει  πλημμέλημα, ενώ είναι παρών διωκτικό όργανο. Στις παραπάνω περιπτώσεις, όπου έχουμε νόμιμη σύλληψη, δίνεται το δικαίωμα στις αρχές να προχωρήσουν και σε σωματική έρευνα[24]αλλά  και σε περιορισμένη κατ΄ οίκον έρευνα  , ζήτημα για το οποίο θα γίνει αναφορά σε επόμενη παράγραφο. 

Επίσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι ύποπτοι μπορούν να συλληφθούν σε δημόσιο χώρο οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Αντίθετα,  λόγω της ύπαρξης του οικογενειακού ασύλου, στις περισσότερες περιπτώσεις[25],  η έκδοση εντάλματος είναι απαραίτητη για να συλληφθεί κάποιο πρόσωπο στην οικία του.[26]Ως οικία θεωρείται κάθε  περίκλειστο μέρος, στο  οποίο ο πολίτης διαμένει ( σκηνή, σκάφος,  δωμάτιο ξενοδοχείου κλπ). Για τη σύλληψη κάποιου προσώπου που διαμένει σε σπίτι τρίτου θα πρέπει επίσης να χορηγηθεί ειδικό ένταλμα από το δικαστήριο, εκτός εάν συντρέχουν  εξαιρετικές περιπτώσεις ( πχ συναίνεση του ιδιοκτήτη , κίνδυνος ζωής για κάποιο πρόσωπο , προσπάθεια σύλληψης δραπέτη , ο οποίος τέλεσε κακούργημα κλπ).  

4. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ

4.1. ΕΡΕΥΝΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΥΠΑΡΞΗΣ ΒΑΣΙΜΗΣ ΑΙΤΙΑΣ 

Έρευνες ή επεμβάσεις των αρχών επιτρέπονται χωρίς την ύπαρξη βάσιμης αιτίας           ( probable cause) σε διάφορες περιπτώσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία, η απλή παρατήρηση δεν θεωρείται έρευνα. Συνεπώς, εάν οι αστυνομικοί βρίσκονται νόμιμα σε μια θέση από την οποία έχουν θεώρηση κάποιου αντικειμένου, εφόσον ο ενοχοποιητικός του χαρακτήρας είναι προφανής, , τότε μπορεί αυτό να κατασχεθεί χωρίς να εκδοθεί ένταλμα [27].  Η λογική του παραπάνω κανόνα στηρίζεται στη σκέψη ότι εάν το αντικείμενο βρίσκεται σε κοινή θέα και μπορεί να το παρατηρήσει κάποιος αστυνομικός  από νόμιμη θέση ( από σημείο στο οποίο  υπάρχει ελεύθερη  πρόσβαση  ή οι διωκτικές  αρχές βρίσκονται στο χώρο που είναι το αντικείμενο με νόμιμο τρόπο πχ κατ΄ οίκον έρευνα με ένταλμα), τότε δεν υπάρχει παραβίαση της προσδοκίας του υπόπτου για τη διατήρηση της ιδιωτικής του ζωής. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι η νόμιμη παρατήρηση μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση ενός εντάλματος έρευνας ή σύλληψης.

 Εκτός από τον παραπάνω κανόνα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει κρίνει ότι οι διωκτικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να προχωρούν σε έρευνες χωρίς ένταλμα σε δημόσιους ή εγκαταλελειμμένους  χώρους αλλά και σε περιφραγμένες περιοχές ιδιωτών ,αφού η τέταρτη τροποποίηση αφορά τις έρευνες που διεξάγονται στην οικία και στο παράρτημα αυτής[28]. Τούτο συμβαίνει ,γιατί δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία των ιδιωτών για προστασία της ιδιωτικής τους ζωής στους παραπάνω αναφερθέντες χώρους.

Toδικαίωμα ερευνών και ελέγχων χωρίς ένταλμα και χωρίς ύπαρξη βάσιμης αιτίας αναγνωρίζεται επίσης στις τελωνειακές αρχές (εφόσον αυτές βρίσκονται στα σύνορα της χώρας)[29], σε διοικητικές υπηρεσίες (πχ υγιεινής, πυροπροστασίας κλπ) [30], στις υπηρεσίες που επιβλέπουν τους απολυμένους υπό όρους[31], στις φυλακές[32]και στα αεροδρόμια). Επίσης , θα πρέπει να αναφερθεί ότι κάθε πολίτης μπορεί να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του και να συναινέσει σε κάθε είδους έρευνα[33]. Η έγκριση θα πρέπει να είναι  οικειοθελής.  Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση θα κρίνει με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εάν πράγματι η συναίνεση του υπόπτου ήταν αποτέλεσμα της πίεσης των αρχών ή δική του απόφαση. Πάντως δεν υπάρχει υποχρέωση των αρχών να υπενθυμίσουν στον ύποπτο τα δικαιώματα του που προκύπτουν από την τέταρτη τροποποίηση[34]. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι αρχές κατά κανόνα  επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν μυστικούς πράκτορες, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να εξαπατήσουν τον ύποπτο ως προς την ιδιότητά τους και έτσι να λάβουν τη συναίνεση του για να εισέλθουν στην οικία του. Πάντως, δεν επιτρέπεται στους αστυνομικούς να ισχυρισθούν  ψευδώς ότι διαθέτουν  ένταλμα σύλληψης για να εισέλθουν στην οικία του προσώπου. Επίσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι  άδεια για να εισέλθουν οι διωκτικές αρχές στο σπίτι μπορεί να δοθεί  και από σύνοικο του υπόπτου. [35]

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί  ότι επιτρέπεται στην αστυνομία να προχωρήσει στην πλήρη σωματική έρευνα του προσώπου που έχει συλληφθεί χωρίς την ύπαρξη βάσιμης αιτίας ,αφού τούτο δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας των οργάνων της τάξεως από επικίνδυνα αντικείμενα που μπορεί να έχει μαζί του ο ύποπτος[36]. Επίσης, τα όργανα της τάξεως έχουν  τη δυνατότητα να ερευνήσουν κάθε χώρο , ο οποίος βρίσκεται στον άμεσο έλεγχο του υπόπτου κατά τη διάρκεια της σύλληψης ( πχ εάν κάποιος συλληφθεί στην οικία του, ο αστυνομικός μπορεί να ερευνήσει μόνο το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν ο ύποπτος όταν συνελήφθη). Τούτο συμβαίνει για να αποτραπεί η λήψη από τον ύποπτο κάποιου επικίνδυνου αντικειμένου ή η καταστροφή αποδεικτικών μέσων[37]. Η διεξαγωγή της έρευνας θα πρέπει να γίνει ακριβώς αμέσως μετά τη σύλληψη για να θεωρηθεί ως έγκυρη με βάση την εξαίρεση αυτή.[38]

4.2 ΕΡΕΥΝΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ 

Οι δύο πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η έρευνα χωρίς ένταλμα αλλά με την ύπαρξη βάσιμης αιτίας είναι ο έλεγχος οχημάτων , τα οποία κινούνται σε δημόσιες οδούς[39]και  οι έρευνες κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις .  Στην πρώτη περίπτωση είναι αποδεκτή η έρευνα , γιατί  υπάρχει μικρότερη προσδοκία διατήρησης της ιδιωτικής ζωής για τα άτομα που κινούνται στους δρόμους με αυτοκίνητα[40]. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η τροχαία έχει τη δυνατότητα να σταματήσει ένα όχημα που κινείται , εφόσον διαπιστώσει κάποια παράβαση του ΚΟΚ. Κατ’ αρχάς ο αστυνομικός μπορεί να ακινητοποιήσει  το όχημα μέχρι να παραδώσει τη σχετική κλήση στον οδηγό ή να τον προειδοποιήσει για το παράπτωμά του. Όμως εάν κατά τη διάρκεια αυτή , διαπιστώσει και άλλα στοιχεία που παραπέμπουν στη διάπραξη και άλλου εγκλήματος , έχει το δικαίωμα να προχωρήσει στην έρευνα του οχήματος αλλά και των επιβαινόντων σ’ αυτό. [41]

Στη δεύτερη περίπτωση η έρευνα δικαιολογείται, γιατί δεν είναι πρακτικά δυνατόν να χορηγηθεί ένταλμα σύλληψης στην αστυνομία. Το πιο συχνό παράδειγμα εφαρμογής  της παραπάνω εξαίρεσης είναι η λήψη δείγματος από οδηγό αυτοκινήτου, ο οποίος βρίσκεται, σύμφωνα με τους αστυνομικούς, υπό την επήρεια αλκοόλ. Πάντως το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώσει το πρακτικά αδύνατον της απόκτησης εντάλματος από την αστυνομία και ότι υπάρχει επείγουσα περίπτωση που δικαιολογεί την επέμβαση των αρχών. 

5. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΟΜΩΝ  ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ ( StopandFrisk).

Μέχρι το 1967 η έννοια της έρευνας και της σύλληψης ήταν μονοδιάστατες, δηλαδή κάθε επέμβαση των αρχών στην οικία ή στο σώμα του προσώπου θεωρούνταν ως έρευνα ( ή σύλληψη)  και γι’ αυτό το λόγο θα έπρεπε να τηρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με την τέταρτη τροποποίηση. Το 1967 το Ανώτατο Δικαστήριο δημιούργησε την έννοια των “σύντομων προληπτικών ελέγχων “, για τις οποίες δεν χρειάζεται  ένταλμα σύλληψης και δεν απαιτείται η ύπαρξη βάσιμης αιτίας.[42]Toανωτέρω δικαιοδοτικό όργανο θεώρησε ότι υπάρχει διαβάθμιση στην ένταση της προσβολής που προκαλεί η κάθε επέμβαση των αρχών και συνεπώς όταν αυτή είναι μικρή τότε δεν χρειάζεται να τηρείται η προϋπόθεση της βάσιμης αιτίας για τη διεξαγωγή της σχετικής πράξης. Ο σύντομος προληπτικός έλεγχος είναι κάτι λιγότερο από σύλληψη. Ο ύποπτος μπορεί να κρατηθεί για μικρό χρονικό διάστημα με σκοπό να   απαντήσει σε ερωτήσεις ή για να υποβληθεί σε   σωματική έρευνα για κρυμμένα όπλα. Η κράτηση του προσώπου για μικρό χρονικό διάστημα είναι νόμιμη  εάν ο αστυνομικός έχει δικαιολογημένες υποψίες ότι μια εγκληματική πράξη  έχει τελεστεί ή  λαμβάνει χώρα  ή πρόκειται  στο άμεσο μέλλον να διαπραχθεί και ότι το όχημα ή το πρόσωπο που συνδέεται με το όχημα που έχει ακινητοποιηθεί έχουν σχέση με το παραπάνω αναφερθέν αδίκημα. Τέλος , ο έλεγχος της ύπαρξης δικαιολογημένης υποψίας γίνεται από το δικαστήριο, εφόσον ο αστυνομικός που προχώρησε στον προληπτικό έλεγχο θα πρέπει να αιτιολογήσει με βάση ποια στοιχεία έλαβε την σχετική απόφαση. 

6. ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α. Όπως και στις ΗΠΑ, η ελληνική δικαιική τάξη περιλαμβάνει συνταγματικούς κανόνες που προστατεύουν τους πολίτες από αυθαίρετες  προσβολές των κρατικών οργάνων. Έτσι στα  άρθρα 5 παράγραφος 3 και  6 του Συντάγματος καθορίζονται οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο μπορεί να στερηθεί της προσωπικής του ελευθερίας ,  το άρθρο 9 του Ανώτατου Πολιτειακού Χάρτη της Χώρας καθιερώνει το οικογενειακό άσυλο, ενώ το άρθρο 19 προστατεύει το απόρρητο των επιστολών και την ελεύθερη ανταπόκριση και επικοινωνία με οποιοδήποτε άλλο τρόπο . Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τέταρτη τροποποίηση και οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου έχουν πολλά κοινά σημεία και προστατεύουν περίπου τα ίδια έννομα αγαθά. 

Ειδικότερα, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το άρθρο 5 του Ελληνικού Συντάγματος προστατεύει την προσωπική ελευθερία, δηλαδή την ελεύθερη φυσική υπόσταση.  Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει τη φυσική ψυχοσωματική ύπαρξή του χωρίς κανένα περιορισμό.[43]Η έννοια της προσωπικής ελευθερίας αναλύεται σε ειδικότερες μορφές, δηλαδή στην ελευθερία διακίνησης και διαμονής, στην οικονομική και επαγγελματική ελευθερία , στην προσωπική ασφάλεια και δικονομική προστασία και στην προστασία της ιδιωτικής ζωής ( άσυλο κατοικίας). Η προσωπική ασφάλεια συνίσταται ακριβώς στην προστασία από αυθαίρετες διώξεις , προσβολές και στερήσεις της προσωπικής ( φυσικής- σωματικής) ελευθερίας εκ μέρους των κρατικών οργάνων. Αντίθετα, το άρθρο 9 του Συντάγματος αποτελεί προέκταση και συμπλήρωμα των διατάξεων που εγγυώνται την προσωπική ασφάλεια και καθιερώνει το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας, το οποίο έχει ως βασικό σκοπό να προστατεύσει την ιδιωτική ζωή. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι  το άρθρο 19 του Συντάγματος  αποτελεί εγγύηση της εν γένει προσωπικής ελευθερίας , γιατί συνδέεται άμεσα με την ιδιωτική ζωή και είναι οιονεί προέκταση του ασύλου της κατοικίας. [44]   Η προστασία της ιδιωτικής ζωής είναι το έννομο αγαθό  που κατοχυρώνεται  και μέσω της τέταρτης τροποποίησης των ΗΠΑ, αφού μετά το 1967 το Ανώτατο  Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει πάρει ρητά θέση επί του συγκεκριμένου θέματος.  Το δικαίωμα του προσώπου να διατηρεί την προσωπική του ζωή μυστική έχει άμεση σχέση με την κατοχύρωση της προσωπικής ελευθερίας ως δυνατότητας αυτοκαθορισμού και αυτοδιάθεσης αλλά και με την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Θα πρέπει μάλιστα να τονιστεί ότι το αμερικανικό σύνταγμα στην τέταρτη τροποποίηση έχει πιο προωθημένες θέσεις , αφού προστατεύει τα έγγραφα και τα αντικείμενα του προσώπου με τον ίδιο τρόπο ,όπως και την προσωπική ελευθερία,  ενώ στο ελληνικό Σύνταγμα δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις εκτός από το άρθρο 7 παρ.3 όπου ορίζει  ότι δεν επιτρέπεται η γενική δήμευση. Επίσης,  σύμφωνα με την νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου των ΗΠΑ , η προστασία της ιδιωτικής ζωής  δεν περιορίζεται μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές ( πχ οικία)  και συνεπώς  εάν ένας πολίτης επιδιώκει να διατηρήσει  την ιδιωτικότητα των δραστηριοτήτων του , ακόμη και εάν βρίσκεται σε έναν χώρο που είναι προσιτός στο κοινό ,  έχει το δικαίωμα  με κάποιες προϋποθέσεις  να επικαλεστεί την προστασία των συνταγματικών  ρυθμίσεων . Αυτό  προϋποθέτει ότι το κοινωνικό σύνολο αναγνωρίζει μια εύλογη προσδοκία στον πολίτη για τη  διατήρηση της ιδιωτικής του ζωής. Αν και μέχρι σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει διατυπώσει κάποιες πάγιες θεωρητικές θέσεις πάνω στο ζήτημα των εύλογων προσδοκιών των πολιτών αλλά κρίνει κάθε περίπτωση μεμονωμένα, είναι βέβαιο ότι η προστασία του νόμου σε κάποιες περιπτώσεις είναι  ευρύτερη από ό,τι προβλέπει  η αντίστοιχη  ελληνική νομοθεσία.    

Συνεπώς, από τα παραπάνω είναι σαφές ότι και οι δύο δικαιικές τάξεις  έχουν στηρίξει τις τελικές συνταγματικές επιλογές τους πάνω στις ίδιες  αρχές και θέσεις.

β. Οι ομοιότητες των δύο συνταγμάτων δεν σταματούν μόνο στο θεωρητικό υπόβαθρο. 

Ένα σημαντικό κοινό σημείο μεταξύ των δύο εννόμων τάξεων  είναι ότι η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας ( σύλληψη)  επιτρέπεται κατ’ αρχάς μόνο εφόσον υπάρχει ένταλμα  των δικαστικών αρχών. Συγκεκριμένα , σύμφωνα με το άρθρο 6 του ελληνικού συντάγματος, κανείς δεν μπορεί να συλληφθεί χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα , που μάλιστα θα πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη, ενώ εξαιρούνται μόνο τα αυτόφωρα εγκλήματα. Μάλιστα το ίδιο άρθρο προσδιορίζει με ακρίβεια τη δικονομική προστασία των  συλλαμβανομένων, οι οποίοι θα πρέπει να προσάγονται στον αρμόδιο ανακριτή το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψη ή εάν η σύλληψη γίνει έξω από την έδρα του ανακριτή, η προσαγωγή  θα πρέπει να γίνεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταγωγή τους. Ο ανακριτής μέσα στις σύντομες προθεσμίες που ορίζει το Σύνταγμα  πρέπει είτε να απολύσει το συλληφθέντα είτε να εκδώσει ένταλμα σύλληψης.  Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η προστασία του νόμου είναι αρκετά εκτεταμένη , αφού η σύλληψη επιτρέπεται μόνο με την άδεια των δικαστικών αρχών ( οι οποίες θα πρέπει να ελέγξουν  εάν δικαιολογείται η διεξαγωγή μιας επαχθούς για τον κατηγορούμενο ανακριτικής πράξης) και μετά την εκτέλεση του εντάλματος, ο πολίτης οδηγείται ενώπιον των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, στα οποία θα αναπτύξει  τις θέσεις του και θα υπερασπιστεί τον εαυτό του.  Επίσης όσον αφορά τις κατ΄ οίκον έρευνες,  το άρθρο 9 του ανώτατου πολιτειακού χάρτη της χώρας μας επιβάλλει την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας κατά τη διεξαγωγή των σχετικών ανακριτικών πράξεων . 

Αντίστοιχα και   η τέταρτη τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ ,κατά βάση, επιβάλλει στην αστυνομία  να εκδώσει ένταλμα σύλληψης πριν προχωρήσει στις σχετικές ενέργειές της ( έρευνες και συλλήψεις) , ενώ  και στα δύο δίκαια , το ένταλμα εκδίδεται από δικαστική αρχή, η οποία θα πρέπει να έχει τα εχέγγυα της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας.. 

Στο σημείο αυτό ,πάντως, θα πρέπει να τονιστεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ επιτρέπει να ληφθούν μέτρα δικονομικού καταναγκασμού  και να διεξαχθούν ανακριτικές πράξεις  μόνο με την ύπαρξη  κάποιου δικαιολογητικού λόγου , χωρίς μέχρι σήμερα να έχει προσδιορίσει ακριβώς το νόημα της έννοιας αυτής .Η νομολογιακή αυτή κατασκευή επιτρέπει στο δικαστήριο ,κατά το δοκούν, να προσδιορίσει τις περιπτώσεις όπου μπορεί να καμφθεί η υποχρέωση έκδοσης εντάλματος , γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου, ενώ αντίθετα στο Ελληνικό Σύνταγμα ορίζονται  ρητά  οι εξαιρέσεις από την αρχή της έκδοσης δικαστικού εντάλματος πχ στα αυτόφωρα εγκλήματα.  Η θέση του  Ανωτάτου δικαστηρίου των ΗΠΑ ουσιαστικά περιορίζει ως ένα βαθμό  τη σημασία του δικαστικού εντάλματος , ενώ θεωρητικά στο μέλλον μπορεί να οδηγήσει σε έμμεση  κατάργηση της υποχρέωσης έκδοσης εντάλματος , εάν διευρυνθούν οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιτραπεί η λήψη μέτρων δικονομικού καταναγκασμού κατά του κατηγορουμένου χωρίς αυτό. Αξιοσημείωτο ,επίσης,  είναι το γεγονός ότι στο Ελληνικό και στο Αμερικανικό Δίκαιο υπάρχει κάποια διαφοροποίηση όσον αφορά την αποδεικτική βεβαιότητα που χρειάζεται για να εκδοθεί κάποιο ένταλμα. Όπως έχουμε προαναφέρει στο δίκαιο των ΗΠΑ αρκεί η ύπαρξη βάσιμης αιτίας για να είναι νόμιμες οι ενέργειες των αρχών , ενώ στο ελληνικό δίκαιο θα πρέπει να προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, δηλαδή το ελληνικό κριτήριο είναι αυστηρότερο , έρχεται σε συμφωνία  και με την αρχή της αναλογικότητας αλλά και προασπίζει καλύτερα  τα έννομα συμφέροντα των πολιτών. 

γ. Ένα  άλλο κοινό σημείο μεταξύ των δύο δικαίων είναι ότι το ένταλμα θα πρέπει να είναι  ορισμένο. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο το ένταλμα θα πρέπει να περιέχει το όνομα, το επώνυμο, την κατοικία και την ακριβή περιγραφή του μέλλοντος να συλληφθεί, επίσης δε σημείωση του εγκλήματος , για το οποίο αυτός κατηγορείται καθώς και μνεία του άρθρου του  ΠΚ ή του ειδικού ποινικού νόμου που καθιστά την πράξη αδίκημα , αλλά και να φέρει την επίσημη σφραγίδα και υπογραφή ανακριτή και του γραμματέα. Επίσης και στο Αμερικανικό Δίκαιο δεν επιτρέπεται η έκδοση γενικών ενταλμάτων , αφού σ΄ αυτό θα πρέπει να αναγράφεται ο τόπος που θα διεξαχθεί η έρευνα , το πρόσωπο που θα συλληφθεί  και τα αντικείμενα που μπορούν να κατασχεθούν. 

δ. Η ερμηνεία της έννοιας  «οικία» στα δύο δίκαια  είναι  ένα  σημείο που θα πρέπει επισημανθεί, αφού καταδεικνύει για μια ακόμη φορά τις ομοιότητες που υπάρχουν μεταξύ των δύο συστημάτων. Και στο ελληνικό και στο Αμερικανικό Δίκαιο , κατοικία θεωρείται κάθε περίκλειστος χώρος , στον οποίο  διαμένει κάποιος μόνιμα ή προσωρινά ή αναπτύσσει την βιοτική και επαγγελματική του δραστηριότητα. Έτσι και στα δύο κράτη η προστασία του νόμου επεκτείνεται στα δωμάτια ξενοδοχείου , σκάφη, τροχόσπιτα ( όταν δεν κινούνται ) κλπ. Μάλιστα, σύμφωνα με τη νομολογία του  Ανωτάτου Αμερικανικού Δικαστηρίου,   στην έννοια της οικίας περιλαμβάνονται  και τα παραρτήματα της , δηλαδή  η περιοχή στην οποία εκτείνεται η  δραστηριότητα του προσώπου που  συνδέεται με την ιερότητα του οικογενειακού ασύλου και την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Πάντως, θα πρέπει να επισημανθεί α.  ότι τα κριτήρια για τον ορισμό της έννοιας του  παραρτήματος οικίας είναι αρκετά αόριστα και γενικά και έτσι υπάρχει κάποια ανασφάλεια δικαίου. Το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ κρίνει κάθε υπόθεση ξεχωριστά και δεν υπάρχει πάγια νομολογία πάνω στο ζήτημα αυτό, β.  ότι το δικαστήριο είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην αναγνώριση της προστασίας της τετάρτης τροποποίησης σε χώρους εκτός της κυρίας οικίας και συνεπώς αρκετά συντηρητικό στις επιλογές του. Έτσι πχ κρίθηκε ότι στην έννοια του παραρτήματος της κατοικίας δεν συμπεριλαμβάνεται ο αχυρώνας του σπιτιού παρόλο που ήταν πολύ κοντά στο σπίτι [45]και συνεπώς η έννοια του παραρτήματος της οικίας δεν ερμηνεύεται με ευρύτητα με αποτέλεσμα  η σημασία της να  είναι τελικά αρκετά περιορισμένη.

ε. Ένα αρνητικό σημείο της αμερικανικής νομοθεσίας είναι ο περιορισμένος αριθμός των προσώπων που μπορούν να επικαλεστούν την τέταρτη τροποποίηση . Όπως έχει  αναφερθεί παραπάνω  , οι έχοντες την αμερικανική ιθαγένεια  και οι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας ( δηλαδή τα πρόσωπα που έχουν αναπτύξει κάποιο δεσμό με την πολιτεία) έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν  τα δικαιώματα  της επίμαχης συνταγματικής διάταξης, ενώ αντίθετα στην Ελλάδα δεν τίθενται τέτοιου είδους περιορισμοί. Θεωρώ ότι το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου στη διατήρηση της  ιδιωτικής ζωής του  είναι τόσο σημαντικό, αφού συνδέεται στενά με τη δυνατότητα του ατόμου να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του, ώστε η πολιτεία θα πρέπει να λαμβάνει κάθε μέτρο για να το διαφυλάττει,  ανεξάρτητα της σχέσης του ατόμου με την δικαιική τάξη στην οποία βρίσκεται. Η αμερικανική ρύθμιση δημιουργεί έντονες ανισότητες για ένα ζήτημα που αφορά την προστασία της αξιοπρέπειας  και της ελευθερίας των προσώπων που βρίσκονται στο έδαφος των ΗΠΑ , γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις υπόλοιπες  φιλελεύθερες  διατάξεις του Συντάγματος.

Στ.  Το δίκαιο της σύλληψης ομοιάζει ιδιαίτερα μεταξύ των δύο δικαιικών συστημάτων, αφού όπως προείπαμε είναι απαραίτητη η έκδοση σχετικού εντάλματος πριν από κάθε ενέργεια των αρχών. Το ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται και στα δύο κράτη είναι εκτελεστό σε δημόσιο χώρο οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Πάντως, μια σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο δικαίων είναι η δυνατότητα σύλληψης κάποιου προσώπου χωρίς ένταλμα στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος. Όπως έχουμε εκθέσει παραπάνω στο Αμερικανικό Δίκαιο οι διωκτικές αρχές μπορούν να συλλάβουν κάποιο  πρόσωπο σε περίπτωση που έχει βάσιμες υποψίες ότι αυτός έχει διαπράξει κακούργημα ή όταν υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι ο πολίτης έχει τελέσει πλημμέλημα, ενώ είναι παρών διωκτικό όργανο. Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ορισμός του αυτοφώρου και δεν έχουν τεθεί χρονικοί περιορισμοί όπως γίνεται στο ελληνικό δίκαιο. Όμως από την εφαρμογή της εξαίρεσης στην πράξη προκύπτει ότι αυτόφωρο έγκλημα είναι μόνο το γνήσιο, δηλαδή το αδίκημα την ώρα που γίνεται και μάλιστα στα πλημμελήματα το αδίκημα θα πρέπει να τελείται ενώπιον του διωκτικού οργάνου. Αντίθετα στο Ελληνικό Δίκαιο , σύμφωνα με το άρθρο 242 ΚΠΔ , αυτόφωρο έγκλημα είναι αυτό την ώρα που γίνεται ή το έγκλημα που έγινε πρόσφατα και μάλιστα όπως συνήθως γίνεται στην πρακτική το μόνο που τελικά λαμβάνεται ως κριτήριο για την ύπαρξη ή μη αυτοφώρου εγκλήματος είναι η παρέλευση ή μη του ανώτατου χρονικού ορίου που θέτει το παραπάνω άρθρο ( οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που υπάρχουν στη διάταξη  δεν  απασχολούν συνήθως ούτε την αστυνομία αλλά ούτε και τα δικαστήρια). Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι στο Αμερικανικό Δίκαιο η σύλληψη χωρίς ένταλμα  δικαιολογείται λόγω της αποδεικτικής βεβαιότητας τέλεσης του εγκλήματος από την πλευρά του δράστη ( το ίδιο ισχύει θεωρητικά και στη χώρα μας)  , ενώ στο Ελληνικό Δίκαιο  λαμβάνει χώρα μια  στρεβλή ερμηνεία της έννοιας του αυτοφώρου , η οποία οδηγεί  στη μερική άρση του δικαιολογητικού λόγου που οδήγησε το Συντακτικό νομοθέτη στη θέσπιση της εξαίρεσης του κανόνα της σύλληψης μόνο με δικαστικό ένταλμα. 

ζ. Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω,  επιτρέπεται να διεξαχθεί η ανακριτική πράξη της έρευνας εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς βάσιμη αιτία , όταν αυτός παραιτηθεί των δικαιωμάτων του ,τα οποία προκύπτουν από την τέταρτη τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ,σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, δεν επιτρέπεται παραίτηση των πολιτών από τα ατομικά τους δικαιώματα, παρά μόνο τους δίνεται η δυνατότητα να μην ασκήσουν κάποια από αυτά. Η παραπάνω θέση προκύπτει από   το γεγονός ότι ο φορέας των ατομικών δικαιωμάτων δεν έχει τη δυνατότητα  να τα διαθέτει  ελεύθερα, αφού  σύμφωνα με τη σύγχρονη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου, δεν επιτρέπεται η παραίτηση από αυτά. Η αρχή του αναπαλλοτρίωτου των θεμελιωδών δικαιωμάτων προκύπτει από την προστατευτική λειτουργία τους, δηλαδή εάν επιτρεπόταν παραίτηση από αυτά τότε η διαπραγμάτευση μεταξύ  της πολιτείας και του πολίτη θα έβαινε πάντοτε εναντίον του δευτέρου, ο οποίος βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση , δηλαδή σε βάρος της πλευράς χάριν της οποίας θεσπίστηκε το θεμελιώδες δικαίωμα. Ουσιαστικά η θέση ότι είναι δυνατή η παραίτηση από θεμελιώδη δικαιώματα  αποδίδει  στο Σύνταγμα μια  βασική αντίφαση ως προς το σύστημα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, για το λόγο  ότι   παρέχει βέβαια ένα δικαίωμα , το οποίο όμως μπορεί να αναιρεθεί εύκολα μέσω της διαπραγμάτευσης μεταξύ πολιτείας και πολίτη. Συνεπώς, κάποιος δεν μπορεί να φυλακιστεί ή συλληφθεί   χωρίς ένταλμα, ανεξάρτητα από τη στάση που θα κρατήσει απέναντι στις αρχές και  δεν μπορεί να στερηθεί της δικαστικής προστασίας που ορίζεται με το άρθρο 6 παρ. 2 του Συντάγματος. Το ίδιο συμβαίνει και στις κατ’ οίκον έρευνες ,αφού είναι απαραίτητη η τήρηση όλων των προϋποθέσεων του νόμου, όταν αυτές διενεργούνται στο πλαίσιο προανακρίσεως, ενώ δεν νομιμοποιούνται οι ελλείψεις της διαδικασίας μέσω της συναίνεσης του καθ΄ού η έρευνα.[46]Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι και το ΠΔ 141/1991, το οποίο ρυθμίζει τη λειτουργία της Αστυνομίας, αναφέρει ρητά ότι όταν οι έρευνες γίνονται κατά τη διάρκεια προανάκρισης[47], υπόκεινται στους περιορισμούς και τις διατάξεις του ΚΠΔ, ενώ αντίθετα όσες έρευνες σε κατοικία γίνονται στα πλαίσια της προληπτικής δραστηριότητας της αστυνομίας χωρίς να ενεργείται προανάκριση, επιτρέπονται μόνο με ρητή συναίνεση του ενοίκου της , μια διάταξη που μπορεί να γίνει αποδεκτή, εφόσον  η αστυνομία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ενεργεί ως όργανο ποινικής καταστολής και ο κίνδυνος για τα δικαιώματα των πολιτών είναι μικρός. 

η. Σύμφωνα με το Αμερικανικό δίκαιο, είναι δυνατή η χρησιμοποίηση αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συλλεγεί  από ιδιώτες, ακόμη και εάν αυτοί παραβίασαν τις διατάξεις της τέταρτης τροποποίησης. Το ερώτημα που μπορεί να τεθεί   όσον αφορά το ελληνικό δίκαιο έχει άμεση σχέση με   τη δυνατότητα  ή μη τριτενέργειας των ατομικών δικαιωμάτων. 

Το πρόβλημα της τριτενέργειας των συνταγματικών ελευθεριών είναι δυσεπίλυτο  και φυσικά δεν μπορεί να γίνει ανάλυση του συγκεκριμένου θέματος στη παρούσα εργασία. Πάντως,  θα μπορούσαμε να αναφέρουμε συνοπτικά ότι σύμφωνα με  το άρθρο 25 του Συντάγματος, τα δικαιώματα των πολιτών  ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν, δηλαδή αναγνωρίζεται η τριτενέργεια των συνταγματικών δικαιωμάτων στο ελληνικό δίκαιο.   Όσον αφορά την εφαρμογή της  παραπάνω διάταξης στο πρόβλημα που μας απασχολεί,  θα πρέπει να τονιστεί  ότι η ελληνική νομολογία δέχεται ,κατά την ερμηνεία του άρθρου 19 του Συντάγματος , ότι οι περιορισμοί που θέτει το άρθρο αυτό δεν ισχύουν μόνο για τα κρατικά όργανα αλλά και για τους ιδιώτες συνεπώς δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση στο δικαστήριο μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν από ιδιώτες ύστερα από παράνομη παρακολούθηση ( αρ. 19 παρ. 3 Συντάγματος) .[48]Τα δικαστήρια έχουν θεωρήσει ότι η παραβίαση της ιδιωτικής ζωής απαγορεύεται τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική εξουσία και άρα το άρθρο 19 μπορεί να τριτενεργήσει.  Εάν λοιπόν συνδυαστεί η παραπάνω σκέψη με το ότι το άρθρο 9 του Συντάγματος έχει ως βασικό σκοπό να προστατεύσει την ιδιωτική ζωή του ατόμου ( μάλιστα το άρθρο 19 προστατεύει μια από τις εκφάνσεις τις ιδιωτικής ζωής, δηλαδή το απόρρητο των επικοινωνιών) συνάγουμε το συμπέρασμα ότι και το άρθρο 9 του Συντάγματος τριτενεργεί χωρίς κανέναν περιορισμό , δηλαδή τα αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με πράξεις ιδιωτών που προσβάλλουν το άσυλο της κατοικίας είναι παράνομα και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο δικαστήριο. 

θ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν  οι εξαιρέσεις της τέταρτης τροποποίησης ( όσον αφορά τις έρευνες)  που έχουν δημιουργηθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, όσον αφορά τη θεωρητική δικαιολόγησή τους . Όπως προαναφέραμε το Αμερικανικό σύνταγμα ρυθμίζει όλα τα είδη των ερευνών  και απαιτεί την  εφαρμογή της τέταρτης τροποποίησης σε κάθε περίπτωση, αφού δεν έχουν προβλεφθεί ειδικές εξαιρέσεις.  Εξαιτίας των πολύ μεγάλων περιορισμών που τέθηκαν με το σύνταγμα, η νομολογία δημιούργησε δύο μεγάλες ομάδες εξαιρέσεων , δηλαδή περιπτώσεις όπου  παρέχεται  η δυνατότητα διεξαγωγής ερευνών χωρίς βάσιμη αιτία και η  δυνατότητα διεξαγωγής της παραπάνω ανακριτικής πράξεως χωρίς ένταλμα αλλά με την ύπαρξη βάσιμης αιτίας. Ενώ  η δεύτερη απόκλιση από τον κανόνα θα μπορούσε να θεμελιωθεί  στην ύπαρξη δικαιολογητικού λόγου που επιτρέπει την παράκαμψη του εντάλματος , η πρώτη εξαίρεση φαίνεται να έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το σύνταγμα αλλά και με τους λόγους θέσπισης της τέταρτης τροποποίησης. Στην πραγματικότητα , όμως,  οι περισσότερες  από τις εξαιρέσεις  μπορούν να γίνουν αποδεκτές  ,εφόσον ανατρέξουμε στο έννομο αγαθό που προστατεύεται μέσω της τέταρτης τροποποίησης ή εξαιτίας της ύπαρξης δικαιολογητικού λόγου που νομιμοποιεί τις ενέργειες  των αρχών. Έτσι κάθε είδους έρευνα που δεν επηρεάζει την ιδιωτική ζωή του προσώπου είναι αποδεκτή και γι’ αυτό το λόγο η αστυνομία έχει το δικαίωμα πχ να προχωρεί  σε ανακριτικές πράξεις σε δημόσιους χώρους. Επίσης, η δυνατότητα σωματικής έρευνας κάποιου προσώπου που έχει συλληφθεί μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη, εφόσον υπάρχει δικαιολογητικός λόγος ( προστασία αστυνομικού) που επιτρέπει τη σχετική ενέργεια του διωκτικού οργάνου. Αντίθετα , οριακή  είναι η διάταξη που δίνει το δικαίωμα  έρευνας  του χώρου που βρίσκεται ο συλληφθείς, αφού από τη στιγμή που κρατείται και δεν έχει ελευθερία κινήσεων είναι πολύ λίγες  οι πιθανότητες να χρησιμοποιήσει κάποιο αντικείμενο που υπάρχει στο χώρο για να βλάψει τους αστυνομικούς.  Επίσης ο έλεγχος των τελωνιακών αρχών και άλλων υπηρεσιών είναι δικαιολογημένος ( προστασία πολιτών από ναρκωτικά κλπ) συνεπώς δεν δημιουργείται κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Τέλος , η δυνατότητα των αρμοδίων οργάνων να κατασχέσουν κάποιο αντικείμενο, εφόσον βρίσκονται σε νόμιμη κατόπτευση του χώρου, έχει βασικά ως στόχο να υπερκεράσει τον περιορισμό που έχει τεθεί από το σύνταγμα, όσον αφορά την ειδικότητα του εντάλματος. Ουσιαστικά η νομολογιακή αυτή θέση επιθυμεί να αποτρέψει τη μη αξιοποίηση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων ( τα οποία βρέθηκαν κατά τύχη και είναι εμφανή με μια πρώτη ματιά)  για την τέλεση ενός εγκλήματος , όταν ήδη οι αρχές έχουν κάποιο ένταλμα σύλληψης και ερευνούν το συγκεκριμένο χώρο για πειστήρια κάποιου άλλου αδικήματος.  Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής α. ο δικαιολογητικός λόγος της εξαίρεσης σύμφωνα με το δικαστήριο είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχουμε έρευνα αλλά απλή παρατήρηση. Η θέση αυτή δεν είναι απολύτως ορθή , αφού τις περισσότερες φορές η εύρεση των αντικειμένων  ( ιδίως μέσα στην οικία κάποιου) γίνεται μέσα στο πλαίσιο κάποιας  νόμιμης έρευνας, αφού μόνο τότε συνήθως  δικαιολογείται η παρουσία των αστυνομικών μέσα στην οικία. Έτσι , δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε σοβαρά ότι, ενώ διεξάγεται μια ανακριτική πράξη για ένα έγκλημα, ταυτόχρονα οι διωκτικές αρχές  απλά παρατηρούν τον χώρο ( όσον αφορά την εύρεση  στοιχείων για ένα άλλο έγκλημα). Επίσης,  όταν η νόμιμη θέση του αστυνομικού βρίσκεται  εκτός της οικίας και το αντικείμενο είναι τοποθετημένο εντός αυτής, θεωρώ ότι πολύ σπάνια θα υπάρχει απλή παρατήρηση από την πλευρά των κρατικών οργάνων, αλλά αντίθετα θα διεξάγεται  ένα είδος παρακολούθησης ( κυρίως ηλεκτρονικής), η οποία εντάσσεται στην έννοια της έρευνας ,εφόσον αναζητούνται πληροφορίες που σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή των προσώπων εντός του οικογενειακού ασύλου . β. Η δυνατότητα των αστυνομικών να κατάσχουν αντικείμενα που σχετίζονται με κάποιο άλλο έγκλημα είναι απολύτως δικαιολογημένη ( όταν αυτοί βρίσκονται μέσα στην οικία νόμιμα)  και συνεπώς η εξαίρεση αυτή  μπορεί να ενταχθεί στο πρώτο εδάφιο της τέταρτης τροποποίησης. Η νόμιμη  έρευνα των αρχών, κατά την άποψή μου , για κάποιο έγκλημα εντός της οικίας αποτελεί σημαντικό δικαιολογητικό λόγο που επιτρέπει τη διεξαγωγή ανακριτικών πράξεων  και για άλλα αδικήματα, εφόσον βέβαια η αστυνομία δεν ενεργεί καταχρηστικά ( πχ δεν μπορεί να αποκτήσει  ένα ένταλμα έρευνας για το  Χ έγκλημα ( λόγω έλλειψης στοιχείων)  και έτσι ζητά να εκδοθεί ένα  ένταλμα για Ψ αδίκημα, ελπίζοντας ότι κατά τη διάρκεια των ανακριτικών πράξεων θα βρεθούν στοιχεία για την Χ πράξη). γ. Ο περιορισμός της νομολογίας, όσον αφορά τη θέση των αποδεικτικών στοιχείων για τη νόμιμη κατάσχεσή τους , δείχνει την επιθυμία του δικαστηρίου να αποφύγει την καταστρατήγηση της τέταρτης τροποποίησης από την πλευρά των αρχών και να καταδείξει ότι η συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων  για την τέλεση κάποιου αδικήματος οφείλεται κυρίως στην τύχη  και στην απροσεξία του δράστη και όχι στις ενέργειες της αστυνομίας. δ. Η  εξαίρεση αυτή , κατά την άποψή μου,  δεν έχει επαρκές θεωρητικό έρεισμα , όταν η νόμιμη θέση του αστυνομικού βρίσκεται εκτός της οικίας και προβαίνει σε  έρευνα και κατάσχεση αντικειμένων εντός αυτής , εκτός εάν διαπράττεται αυτόφωρο έγκλημα, εφόσον δεν δικαιολογείται με κάποιον τρόπο η είσοδος των διωκτικών οργάνων στο οικογενειακό άσυλο.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο ελληνικό δίκαιο δεν δημιουργούνται ιδιαίτερα προβλήματα σε σχέση με τις έρευνες των διωκτικών  οργάνων , γατί  το σύνταγμα ρυθμίζει μόνο τις κατ΄ οίκον έρευνες  και συνεπώς δίνεται μεγάλη ευελιξία στον έλληνα νομοθέτη να καθορίσει τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες θα διεξάγονται αυτές , οι οποίες πάντοτε όμως θα πρέπει να μην προσβάλουν την αξιοπρέπεια του ατόμου. 

Η.  Η χρησιμοποίηση των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων εναντίον του κατηγορουμένου είναι απαγορευμένη και στο ελληνικό και στο αμερικανικό δίκαιο. Όπως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με τη θεωρία του «δηλητηριώδους δέντρου», τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προέλθει από παράνομες ενέργειες των διωκτικών αρχών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, γιατί αυτά έχουν παραχθεί μη νόμιμα. Το ίδιο περίπου ορίζεται στο άρθρο 177 ΚΠΔ,  αφού δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του κατηγορουμένου, εκτός αν πρόκειται για κακούργημα το οποίο επισύρει την ποινή της ισοβίου καθείρξεως και εφόσον υπάρχει αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Η παράβαση του παραπάνω κανόνα έχει ως συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.  Κατά την άποψή μου το άρθρο 177 του ΚΠοινΔ είναι προβληματικό , όσον αφορά τη δυνατότητα χρησιμοποίησης παράνομων αποδεικτικών μέσων ( έστω και σε μια κατηγορία κακουργημάτων) , τα οποία έχουν συλλεγεί  κατά παράβαση του Συντάγματος . Και τούτο συμβαίνει,  γιατί   ο ίδιος ο συντακτικός  νομοθέτης  στο άρθρο 19 παρ. 3  έχει κατοχυρώσει άμεσα  τις αποδεικτικές απαγορεύσεις ( κηρύσσοντας παράνομη μια ενέργεια των αρχών), γεγονός που σημαίνει ότι η ίδια η έννομη τάξη αποδέχεται ότι η συγκεκριμένη  ρύθμιση μπορεί να δυσχεράνει την ανακάλυψη της αλήθειας, έχοντας προβεί σε στάθμιση των αξιών ( ορθή απονομή της δικαιοσύνης- προστασία δικαιωμάτων κατηγορουμένου) και επιλέγοντας την προστασία των εννόμων αγαθών των πολιτών σε βάρος της αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.   Συνεπώς όταν  η αποδεικτική απαγόρευση βρίσκεται στο σύνταγμα και είναι ρητή και χωρίς εξαίρεση[49], τότε ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να προχωρήσει σε έμμεση καταστρατήγησή της, επιτρέποντας τη χρήση του αποδεικτικού μέσου.  Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι δυστυχώς η νομολογία έχει ήδη προχωρήσει σε εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και επιτρέπει την κάμψη του κανόνα του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος ( τουλάχιστον στο ζήτημα που αφορά την παραβίαση  του απορρήτου των επικοινωνιών)  σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μάλιστα και εναντίον του κατηγορουμένου, εφόσον  τηρείται η αρχή της αναλογικότητας , η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1  του Συντάγματος.[50]

Κατά την άποψή μου, η θέση της νομολογίας είναι παντελώς έωλη, γιατί ( εκτός των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω)  η εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 1  του Συντάγματος ( και της αρχής της αναλογικότητας[51]) προϋποθέτει ότι το συνταγματικό δικαίωμα  περιορίζεται από τον ίδιο τον συντακτικό νομοθέτη ή υπάρχει ρητή επιφύλαξη υπέρ του νόμου, πράγμα  που δεν ισχύει στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος[52], αφού δεν τίθεται  κάποια ρητή εξαίρεση σ’ αυτό[53].  Επίσης, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι  η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 είναι ειδικότερη σε σχέση με το άρθρο 25 παρ. 1 και άρα  τυγχάνει πλήρους εφαρμογής , σύμφωνα με τις βασικές αρχές ερμηνείας των κανόνων δικαίου[54].

 Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι  το δικαίωμα του κατηγορουμένου να επικαλεστεί το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος και να απαγορεύσει τη χρήση κάποιου αποδεικτικού μέσου είναι πλήρως κατοχυρωμένο και δεν δέχεται κανένα  περιορισμό , εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η παρ. 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος. 

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι  τα αποδεικτικά μέσα που είναι νόμιμα αλλά έχουν προέλθει από παράνομα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με το αμερικανικό δίκαιο,  δεν μπορούν να αξιοποιηθούν, εκτός εάν αυτά ευρίσκονται σε τόσο μακρινή και χαλαρή σύνδεση με την επιλήψιμη ανακριτική πράξη, ώστε το αρνητικό στίγμα της τελευταίας να μην αφήνει ίχνη στα αποδεικτικά στοιχεία. Στο ελληνικό δίκαιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι εφόσον το νόμιμο αποδεικτικό μέσο δεν εξαρτάται από το παράνομο, θα μπορούσε να αξιολογηθεί από το δικαστήριο με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 175 ΚΠΔ.[55]

Η τελευταία μας παρατήρηση σχετίζεται με την έννοια των σύντομων προληπτικών ελέγχων. Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, μέχρι το 1974 η νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου των ΗΠΑ θεωρούσε ότι η προστασία  της τέταρτης τροποποίησης εκτείνεται σε κάθε στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του πολίτη ( έστω και εάν αυτή ήταν ιδιαίτερα σύντομη) και σε κάθε είδους έρευνα. Δυστυχώς το 1974 , το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της χώρας μετέβαλε τη θέση του και δημιούργησε την έννοια των σύντομων προληπτικών ελέγχων, κατά τους οποίους δεν χρειάζεται να διαπιστώνεται η ύπαρξη βάσιμης αιτίας από την πλευρά των αστυνομικών αρχών αλλά αρκούν οι δικαιολογημένες υποψίες. H  σχετικά  αυτή νέα τάση της νομολογίας αποτελεί θρίαμβο της crime control theory σύμφωνα με την οποία ο έλεγχος του εγκλήματος θα πρέπει να είναι ο βασικός στόχος της πολιτείας[56]. Και αυτό, γιατί η εγκληματικότητα  προκαλεί  φόβο στους πολίτες  και άρα  μειώνεται η ελευθερία τους σε σχέση με  την ανεμπόδιστη και απρόσκοπτη   ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους.  Οι οπαδοί της παραπάνω θεωρίας δέχονται  τον περιορισμό των ελευθεριών των πολιτών και τη μείωση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων , αρκεί βέβαια να επιτευχθεί ο παραπάνω σκοπός . Το κριτήριο για την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος είναι  το ύψος των συλλήψεων και των καταδικαστικών αποφάσεων. Η συντηρητική αυτή προσέγγιση του ανωτάτου δικαστηρίου  καταστρατηγεί τις βασικές επιδιώξεις του Αμερικανικού Συντάγματος, χωρίς μάλιστα αυτό  να δικαιολογείται από την ανάγκη  προστασίας του κοινωνικού συνόλου λόγω της αύξησης της εγκληματικότητας τα τελευταία έτη, αφού το ίδιο το σύνταγμα – έτσι όπως ερμηνεύεται-   επιτρέπει και τη σύλληψη και την έρευνα χωρίς ένταλμα, αρκεί να υπάρχει κάποιος  λόγος που να δικαιολογεί τις ενέργειες της αστυνομίας (πχ ύπαρξη βάσιμης αιτίας), συνεπώς είναι ιδιαίτερα ευέλικτο και επιτρέπει την άμεση και αποτελεσματική επέμβαση των αρχών. Κατά την άποψή μου, οι δικαιολογημένες υποψίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νομιμοποιητικός λόγος για τις ενέργειες των αρχών, αφού η νομική αυτή κατασκευή  είναι ιδιαίτερα αόριστη και υποκειμενική, ενώ δεν μπορούν να ελεγχθούν με ευκολία τα κίνητρα και τα  στοιχεία που οδήγησαν τις διωκτικές αρχές στους προληπτικούς ελέγχους.  Συνεπώς, θεωρώ, ότι η διάκριση αυτή μεταξύ προληπτικών ελέγχων και συλλήψεως ή έρευνας είναι μάλλον ατυχής, ενώ σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τηρούνται οι προϋποθέσεις της τέταρτης τροποποίησης. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Οι αμερικανικές συνταγματικές επιλογές όσον αφορά την προστασία των πολιτών από αυθαίρετες επεμβάσεις των αρχών στην ιδιωτική ζωή τους αλλά και στην προσωπική τους ελευθερία έχουν τις ίδιες ιδεολογικές καταβολές με τις αντίστοιχες ελληνικές. Το Σύνταγμα των ΗΠΑ και ειδικότερα η τέταρτη τροποποίηση – σύμφωνα με το γράμμα της-  είναι ιδιαίτερα φιλελεύθερη και επιβάλλει στα κρατικά όργανα αυστηρές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η λήψη μέτρων δικονομικού καταναγκασμού εναντίον των ατόμων. Η έλλειψη όμως ειδικών εξαιρέσεων στο Σύνταγμα, ( σε αντίθετη με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα) έχει οδηγήσει το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ σε μια πιο ελαστική ερμηνεία των διατάξεων του ανώτατου πολιτειακού χάρτη. Η  νομολογιακή καθιέρωση των εξαιρέσεων από την τέταρτη τροποποίηση μπορεί μεν σε κάποιες περιπτώσεις να είναι εύλογη  όμως μπορεί  στο μέλλον να οδηγήσει στο  σημαντικό περιορισμό των συνταγματικών ελευθεριών . Επίσης, η σημερινή νομολογία στο ζήτημα αυτό  δημιουργεί πολλά προβλήματα στους ερμηνευτές  και εφαρμοστές του δικαίου , αφού δεν είναι σταθερή, δεν έχει βασικές αρχές αλλά είναι αποσπασματική και στην πραγματικότητα το ανώτατο δικαστήριο κρίνει κατά περίπτωση. Συνεπώς κατά την άποψή μου, απαιτείται μια τροποποίηση του συντάγματος, με την οποία θα προσδιοριστούν επακριβώς οι εξαιρέσεις από τον κανόνα της τέταρτης τροποποίησης, γεγονός που θα δημιουργήσει ασφάλεια δικαίου. 

Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να τονιστεί ότι  οι  ελληνικές συνταγματικές ρυθμίσεις προστατεύουν σε σημαντικό βαθμό τα βασικά ατομικά δικαιώματα των πολιτών, όπως είναι η προσωπική ελευθερία, όμως είναι αποσπασματικές αφού δεν ρυθμίζουν όλες τις  προσβολές της ιδιωτικής ζωής  των προσώπων ( πχ  ρυθμίζεται μόνο η κατ’ οίκον έρευνα και όχι κάθε είδους έρευνα) . Παρόλα αυτά ο ΚΠΔ έχει συμπληρώσει τα κενά του Συντάγματος και έτσι υπάρχει ένα πλέγμα διατάξεων που  επιτρέπει μεν την προσβολή των εννόμων αγαθών του πολίτη,   όμως κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις έτσι ώστε να διατηρείται μια ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματική λειτουργία  των αρχών όσον αφορά την πάταξη της εγκληματικότητας και των δικαιωμάτων των πολιτών. 

                                                            Γεώργιος Παπαδημητράκης 


[1]Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι πολλές φορές μαζί με την τέταρτη τροποποίηση έχει εφαρμογή και η πρώτη τροποποίηση , η οποία προστατεύει την ελευθερία έκφρασης αλλά και τον τύπο. 

[2]Βλ. Garner, Α Handbook of Criminal Law Terms, 2000, σελ. 727.  

[3]Βλ. Quincy’ s Massachusetts Reports, 1761-1772, App.I, σελ. 395-540. Γενικά για το θέμα Dickerson, Writs of Assistance as a cause of the American Revolution στο The era of the American Revolution: Studies Inscribed to Evarts Boutell Greene,1939. 

[4]Βλ.  Annals of Congress 434-435 ( June 8 1789), Lasson, The History and Development of the Fourth Amendment to the  United States Constitution ,1937, σελ. 101 επ. 

[5]Βλ. Symayne’ s Case, 5 Coke’s Rep. 91a,77 Eng. Rep. 194 (K.B 1604), Entick v Carrington, 19 Howell’s State Trials 1029,95 Eng. 807( 1705).

[6]Βλ. Wilkes v Wood, 98 Eng.489 (C.P 1763); Huckle v Money,95 Eng. Rep. 768 ( K.B 1763), aff’d 19 Howell’s State Trials 1002, 1028; 97 Eng.Rep. 1075 ( K.B. 1765). 

[7]Για τις εξαιρέσεις της διάταξης θα γίνει μνεία σε άλλο σημείο της εργασίας.

[8]Γενικά για το θέμα και τις διακυμάνσεις της νομολογίας βλ. Roberson, Criminal Procedure Today, 2000, σελ. 89, California v Acevodo , 500 U.S 565 (1991),  California v Hodari,499 U.S 621 (1991), Illinois v Rodriguez, 497 U.S. 177 (1989), Boyd v United States, 116 U.S. 616 (1886), Gouled v United States, 255 U.S. 298 (1921), Warden v Hayden, 387 U.S. 294 (1967), Week v United States, 267 U.S 132,158 (1925), United States v Unites States District Court,407 U.S 297,320 (1972), Marron v United States,275 U.S. 192 (1927), United States v Lefkowitz,285 U.S. 452 (1932), Trupiani v United States,334 U.S. 699 ,705 (1948), Unites States v Rabinowitz,339 U.S.56,66 (1950). Terry v Ohio,392 U.S. 1,20 (1968), United States v United States District Cort, 407 U.S.297,321(1972), Almeida- Sanchez v United States,413 U.S. 266 (1973) .

[9]Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή , τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προέλθει από παράνομες ενέργειες των διωκτικών αρχών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, διότιαυτά έχουν παραχθεί μη νόμιμα. Για τον κανόνα αυτό και τις εξαιρέσεις του βλ. Roberson, ό.π., σελ. 263 επ. 

[10]Βλ. Boyd v Untied States ,116 U.S 616,627 (1886), Adames v New York ,192 U.S. 585,598 (1904), Olmstead v United States, 277 U.S. 438 (1928), Goldman v United States, 316 U.S. 129 (1942). 

[11]Βλ. Katz v United States, 389 U.S. 347 (1967). 

[12]Σύμφωνα με τον νόμο CommunicationActτου 1934 , οι παρακολουθήσεις τηλεφώνων χωρίς άδεια δικαστηρίου ή τη συναίνεση τουλάχιστον ενός από τα δύο μέρη της συζήτησης  είναι παράνομες και εντάσσονται στην έννοια των ερευνών.  

[13]Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ιδιωτική ζωή του προσώπου προστατεύεται, μόνο εάν δεν έρχεται σε αντίθεση με τον νόμο. Εντούτοις  το Ανώτατο δικαστήριο υποστηρίζει ότι η τέταρτη τροποποίηση έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να προστατεύει τους αθώους πολίτες , οι οποίοι έχουν νόμιμη προσδοκία διατήρησης της ιδιωτικής τους ζωής από τις λανθασμένες εκτιμήσεις των αρχών. Συνεπώς συγκεκριμένα δικαιώματα ή συμφέροντα ( πχ οικιακό άσυλο) θεωρούνται ότι ασκούνται  νόμιμα από τους πολίτες και γι’ αυτό προστατεύονται μέχρι την επέμβαση των κρατικών αρχών. Σε αντίθετη περίπτωση η αστυνομία θα είχε το δικαίωμα να νομιμοποιήσει τις ενέργειές της εκ των υστέρων βασισμένη στο τυχαίο γεγονός της αποκάλυψης κάποιας παράνομης δραστηριότητας και έτσι η τέταρτη τροποποίηση θα έμενε κενό γράμμα.  

[14]Βλ. United States v Dunn, 480 U.S. 294 (1987). 

[15]Βλ.  Dumbra v United States , 268 U.S. 435 (1925), Lock v United States ,11 U.S. 339 (1813).

[16]Βλ. Unites States v Draper, 358 U.S.307,79 S.Ct. 329 (1959).

[17]Για το θέμα αυτό βλ. Παπαδημητράκη, Η αποδεικτική απαγόρευση των εξ ακοής μαρτυριών στο αγγλικό δίκαιο, ΠοινΔικ. 2006, σελ. 103 επ. 

[18]Βλ. Draper v United States, 358 U.S. 307 (1959), Mc Cray v Illinois , 386 U.S. 300 (1967).

[19]Βλ. United States v Harris, 403 U.S. 573 (1971). 

[20]Βλ.  United States v Lefkowitz, 285 U.S. 452, 464 (1932), Giordenello v United States, 357 U.S. 480,486 (1958), Jones v United States, 362 U.S. 257 (1960).

[21]Βλ. Collidge v New Hampshire, 403 U.S. 443 (1971), 

[22]Βλ. Lo- Ji Sales , Inc v New York,  442 U.S. 319 (1979), Shadwick v City of Tampa , 407 U.S. 345 (1972). 

[23]Βλ. Connely v Georgia, 429 U.S. 245 (1977).

[24]Γενικά όσον αφορά τις ανακριτικές πράξεις που έχουν άμεση επίδραση στο σώμα του υπόπτου  θα μπορούσαμε να αναφέρουμε  ότι επιτρέπεται , εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις της τέταρτης τροποποίησης, η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων , δειγμάτων  αίματος , ούρων ή νυχιών, δειγμάτων φωνής ή γραφής . Βλ. Davis v Mississippi, 394 U.S. 721 (1969), Schmerber v California ,384 U.S. 757 (1966). Skinner v Railway Labor Executives Ass’n, 489 U.S. 602 (1989). , Cupp v Murphy, 412 U.S. 291 (1973), United States v Mara, 410 U.S. 19 (1973) .Αντίθετα σοβαρότερες επεμβάσεις στο σώμα του υπόπτου έχουν θεωρηθεί ως απαράδεκτες πχχορήγησηδια της βίας εμετικού διαλύματοςή διεξαγωγήεγχείρισης για την αφαίρεση σφαίρας. Το δικαστήριο σε τέτοιου είδους περιπτώσεις θα πρέπει να εξετάσει εάν η ιατρική ενέργεια μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο στην υγεία του συλληφθέντος, το μέγεθος της προσβολής που δέχεται η τιμή και η υπόληψη του υπόπτου και το δικαίωμα του να διατηρήσει την σωματική του ακεραιότητα και η σημασία που αποδεικτικού μέσου που θα αποκτηθεί. Βλ. Rochin v California , 342 U.S. 165 (1952), Winston v Lee ,470 U.S. 753 (1985). 

[25]Δεν απαιτείται ένταλμα σε εξαιρετικές περιπτώσεις  πχ όταν υπάρχει συναίνεση του προσώπου για να εισέλθει ο αστυνομικός στην οικία. 

[26]Βλ. Payton v New York, 445 U.S. 573 (1980). 

[27]Βλ. Minessota v Dickerson, 508 U.S. 366 (1993). 

[28]Βλ. Hester v United States ,265 U.S. 57 (1924),  Oliver v United States ,  466 U.S. 170 (1984), California v Greenwood, 486 U.S. 35(1988). 

[29]Βλ. Martinez- Fuerte,  428 U.S. 543 (1976)., Almeida- Sanchez v United States , 413 U.S. 413 (1975).

[30]Βλ. Colonnade Catering Corp. V United States , 397 U.S. 72 (1970). 

[31]Βλ. People v Burgner , 41 Cal. 3d 505 (1986), People v Johnson ,47 Cal. 3d 576 (1988). 

[32]Βλ.  Hudson v Palmer, 468 U.S. 517 (1984). 

[33]Βλ. Amos v United States, 255 U.S. 313 (1921), Zap v United States , 328 U.S. 624 (1946). 

[34]Βλ. Scneckloth v Bustamonte, 412 U.S. 218 (1973). 

[35]Γενικά για το θέμα της συναίνεσης βλ. Schneckloth V Bustamonte, 412 U.S. 218 (1973), Lewis v United States ,385 U.S. 206 (1966), Bumper v North Carolina ,391 U.S. 543 (1968), United States v Matlock , 414 U.S. 164 (1974), Burton v United States , 657 A. 2d.741 ( D.C. Cr.App.1994), 

[36]Βλ. United States v Robinson, 414 U.S. 218 (1973). 

[37]Βλ. Chimel v California, 395 U.S. 752 (1969), Mincey v Arizona, 437 U.S. 385 (1978). 

[38]Βλ. Chimel v California , 395 U.S. 752 (1969), State v Cox ,200 N.W. 2d 305 (Minn., 1972). 

[39]Βλ. United States v Ortiz , 422 U.S. 891 (1975). 

[40]Βλ. Henry v United States, 361 U,S, 98 (1951), Caroll v United States, 267 U.S. 132 (1925), Arkansas v Sanders , 442 U.S. 753 (1979), United States v Ross , 456 U.S. 798 (1982).

[41]Βλ. People v Franklin, 171 C.A. 3d 627 (1985).

[42]Βλ. Camara v Municipal Court of Ciry and County of San Francisco, 387 U.S. 523 (1967), Terry v Ohio, 392 U.S. 1 (1968).  Πάντως είναι απαραίτητη η ύπαρξη δικαιολογημένης υποψίας, η οποία είναι κάτι λιγότερη από την βάσιμη αιτία. Σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχει δικαιολογημένη υποψία όταν ο αστυνομικός μπορεί να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν έναν αντικειμενικό δικαστή στο συμπέρασμα  ότι ένας μέσος πολίτης θα δικαιολογούνταν να πιστεύει ότι τελείται ένα έγκλημα και ότι είναι απαραίτητος ο προληπτικός έλεγχος.

[43]Βλ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα,4η έκδοση, σελ. 114. 

[44]Βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 232.

[45]Βλ. Roberson, ό.π., σελ. 92

[46]Βλ. ΣυμβΠλημΗρακλ. 261/2005, ΠοινΔικ 2006, 42. 

[47]Κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης δεν επιτρέπονται να λαμβάνονται μέτρα δικονομικού καταναγκασμού και να διεξάγονται έρευνες που θίγουν τα έννομα αγαθά των πολιτών.

[48]Βλ. ΣυμβΕφΘεσ/νίκης 189/1981 ΝοΒ 32, 1074

[49]Θα πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την άποψη σχεδόν  όλων σχεδόν των θεωρητικών ,  η συγκεκριμένη διάταξη έχει ως σκοπό να προστατεύσει τον κατηγορούμενο από τις παράνομες ενέργειες των αρχών, όμως δεν τον εμποδίζει να χρησιμοποιήσει κάποιο μη νόμιμο  αποδεικτικό μέσο για να αποδείξει την αθωότητά του, αφού το αντίθετο θα παραβίαζε την αρχή του κράτους δικαίου ,  το άρθρο 2 και  5 του Συντάγματος ( υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των παραπάνω διατάξεων, η οποία λύεται με βάση την αρχή της συγκεκριμένης στάθμισης των αγαθών, δηλαδή η προσωπική ελευθερία στη συγκεκριμένη περίπτωση υπερτερεί της  ελευθερίας της επικοινωνίας .  Βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 1993 , σελ.  610. Σύμφωνη με την άποψη αυτή και η νομολογία  βλ. ΜΟΕΑθ 213/2003 , Αρμ. 2003, 1008,  83/2002 Γνωμ Αρχ Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρος, Ποινχρ, ΝΓ, 80 , ΟλΑΠ 1/2001 , Δ. 32,517 , ΣτΕ 3545/2002,ΠοινΔικ. 2003,133. Για το ζήτημα της σύγκρουσης των συνταγματικών δικαιωμάτων βλ. Τσάτσο, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Γ, 1988, σελ. 297. 

[50]Βλ. ΑΠ 611/2006, ΠοινΧρ. 2006, σελ. 857 επ.  Μάλιστα σύμφωνα με την νομολογία δίνεται η δυνατότητα αξιοποίησης των παράνομων αποδεικτικών μέσων σε ένα μεγάλο εύρος υποθέσεων , γεγονός που έρχεται σε αντίθεση ακόμη και  με τον νομοθέτη , ο οποίος εκφράστηκε στο άρθρο 177 ΚΠΔ και επέτρεψε την χρήση των αποδεικτικών στοιχείων εναντίον του κατηγορουμένου μόνο σε κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης. 

[51]Από την ανάλυση του άρθρου 25 του Συντάγματος προκύπτει ότι η αρχή της αναλογικότητας έχει ως σκοπό να διευρύνει την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών , αφού παλαιότερα αρκούσε η επιφύλαξη υπέρ του νόμου για να δικαιολογηθεί  η επέμβαση των αρχών στα έννομα συμφέροντα των πολιτών. Αντίθετα, με την ερμηνεία που δίνει το Ανώτατο Δικαστήριο , η αρχή της αναλογικότητας χρησιμοποιείται ως όργανο περιορισμού των δικαιωμάτων των πολιτών, πράγμα που δεν το ήθελε ο συντακτικός νομοθέτης.

[52]Η παρατήρηση αυτή αφορά ,επίσης, το άρθρο 6 του Συντάγματος   

[53]Το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος ολοκληρώνει την προστασία των άρθρων 19, 9 και 9Ακαι παρέχει το δικαίωμα στους πολίτες ( κυρίως αφορά τους κατηγορουμένους)  να αποτρέψουν την χρήση ( από τις αρχές)  αποδεικτικών μέσων ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων   που βλάπτουν τα έννομα συμφέροντά τους. Θα πρέπει ,τέλος,  να σημειωθεί ότι το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει την ελευθερία της επικοινωνίας,   δεν έρχεται σε αντίθεση με κάποιο άλλο συνταγματικό δικαίωμα κάποιου πολίτη   ( η ποινική δίκη αφορά το κράτος και τον πολίτη) , έτσι ώστε να υπάρχει σύγκρουση δικαιωμάτων και να υποχωρήσει το αρ. 19 παρ. 3 του Συντάγματος σε κάποια άλλη διάταξη , με αποτέλεσμα να μην  είναι επιτρεπτή η χρησιμοποίηση παράνομων αποδεικτικών μέσων κατά του κατηγορουμένου., εκτός εάν έχουμε εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος. 

[54]Βλ. Βενιζέλο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου I , 1991, σελ. 213.

[55]Βλ. Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 1993, σελ. 610 επ. 

[56]Βλ. Surette, Media, Crime, and Criminal Justice, 1988, σελ. 17.

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑