ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙA

ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΓΟΣ   

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (Netcompany-Intrasoft)

1296/2023 ΕΦ ΑΘ ( 846235) 

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Αλληλόχρεος λογαριασμός. Καταχρηστικότητα ΓΟΣ με τον οποίο προβλέπεται ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών διότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας. ‘Εγκυρη και δεσμευτική η συμφωνία μεταξύ πιστούχου και πιστωτικού ιδρύματος περί χορήγησης καταναλωτικού δανείου από το τελευταίο, με την οποία, κατά περίπτωση και με βάση τη στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων και των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών καθορίζεται κυμαινόμενο επιτόκιο, κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος κυμαινόμενου τραπεζικού επιτοκίου, ελεγχόμενη, ενδεχομένως, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προυποθέσεις στο πλαίσιο των γενικών ρητρών των ά. 281 και 288 ΑΚ, καθώς και του ά. 2 του ν. 2251/1994 και όχι διότι το συμβατικά καθορισθέν κυμαινόμενο τραπεζικό επιτόκιο, υπερβαίνει απλώς και μόνο τα δικαιοπρακτικά εξωτραπεζικά επιτόκια. Ανατοκισμός. Αποδεικτική ισχύς των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων της τράπεζας. Η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικού υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της χωρίς να απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από την αρμόδια αρχή ή δικηγόρο.   ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αριθμός Απόφασης 1296/2023 ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 13° ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Αλέξανδρο Ζιάκα, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Λευθεριώτου, Εφέτη – Εισηγήτρια, Γεωργία Βρεττού, Εφέτη, και από το Γραμματέα Νικόλαο Χρονά. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ : Α/ ΕΦΕΣΗ: ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», και το διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στο Δήμο …… Αττικής, …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ………. του …….. 3. ……….. του ………, κατοίκων αμφοτέρων …….. Αττικής, οδός ………. και 4. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο Δήμο …… Αττικής, ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Ευτέρπη Κοντού. ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……..» και το διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …… και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Ίρις Γόντικα. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..», και το διακριτικό τίτλο «………», ο ……… του ……., ο …….. του ……. και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «………» άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-8-2018 και με αριθμό κατάθεσης ………./2018 ανακοπή τους, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της υπ’ αριθμόν 8.136/2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 4.111/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού οι πρωτοδίκως ηττηθέντες ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 29-6-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……./2020 (υπ’ αριθμόν έκθεση κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ……/2020) έφεσή τους, επί της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 14-10-2021, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης. Β/ ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΟΥΣΙΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……», πρώην «………….», που εδρεύει στο …… Αττικής, οδός ……….., και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……..», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003. Μεταγενέστερα η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, κατέστη καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «………..», λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Βασιλική Μπούτη, που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. ΥΠΕΡ’ ΗΣ Η ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………» και το διακριτικό τίτλο «…….», που εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», πρώην «………..», καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….», λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και ταυτόχρονη τροποποίηση των άρθρων του καταστατικού της πρώτης μεταξύ των οποίων και αυτού της επωνυμίας της, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΕΚΟΥΣΙΑ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», και το διακριτικό τίτλο «……..», που εδρεύει στο Δήμο …….. Αττικής, ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ……… του …….., 3. ………. του …….., κατοίκων αμφοτέρων …… Αττικής, οδός ………… και 4. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο Δήμο …….. Αττικής, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Ευτέρπη Κοντού. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………», άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 10- 10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2021 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανωτέρω εφεσίβλητης τράπεζας, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 14ης-10-2021 κατά την οποία αναβλήθηκε για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση αμφοτέρων των ως άνω υποθέσεων, τα δικόγραφα των οποίων συνεκφωνήθηκαν, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλούντων, της εφεσίβλητης και της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβαίνουσας παραστάθηκαν και κατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις τους, ενώ η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμη τραπεζική εταιρία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρα 524 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθούν οι υποθέσεις χωρίς την εμφάνισή της στο ακροατήριο, με έγγραφες προτάσεις. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν προς κρίση : Α/ η από 29-6-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου /……./2020 (υπ’ αριθμόν έκθεση κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ……/2020) έφεση των πρωτοδίκως ηττηθέντων ανακοπτόντων κατά της πρωτοδίκως νικήσασας καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας «……..» και το διακριτικό τίτλο «….» και της υπ’ αριθμόν 1.444/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών, επί της από 1-8-2018 και με αριθμό κατάθεσης …../2018 ανακοπή κατά της υπ’ αριθμόν 8.136/20-18 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω δικαστηρίου και Β/ η από 10-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2021 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……», ως ειδικής διαδόχου της παραπάνω εφεσίβλητης και αρχικής καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας, οι οποίες πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, κατ’ άρθρ. 31 και 246 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον έχουν μεταξύ τους σχέση κύριου και παρεπόμενου, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, εκκρεμούν στο παρόν Δικαστήριο ανάμεσα σε διαφορετικούς διαδίκους και από τη συνεκδίκασή τους, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης. II. Σχετικά με την παραδεκτή εισαγωγή των ανωτέρω υποθέσεων προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: Α/ Η υπό κρίση από 29-6-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου …../2020 (υπ’ αριθμόν έκθεση κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών …../2020) έφεση των ηττηθέντων πρωτοδίκως ανακοπτόντων κατά της υπ` αριθμόν 4.111/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διιαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από από 1-8-2018 και με αριθμό κατάθεσης ……/2018 ανακοπής τους, νομίμως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και έχει ασκηθεί με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, όπως δεν αμφισβητείται. Περαιτέρω, εφόσον για το παραδεκτό της επισυνάπτεται στο δικόγραφό της το ….. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων στον οικείο ΔΣΑ (άρθρο 61 του ν. 4194/2013), καθώς και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 εδ. α` του ΚΠολΔικ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012 και με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, παράβολο (βλ. το αναγραφόμενο στην έκθεση κατάθεσης ηλεκτρονικό παράβολο με αριθμό …………/2020), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Β/ Από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών προσκομιζόμενων μετ’ επικλή επικλήσεως εγγράφων προκύπτει ότι η εδρεύουσα στο …. Αττικής εταιρεία με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «…….», πρώην «………», με την από 10-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2021 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, παρεμβαίνει στη δίκη επί της προαναφερόμενης εφέσεως, ως μη δικαιούχος διάδικος, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας και της επίδικης απαίτησης της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» (βλ. την υπ’ αριθμόν ……/29-4-2020 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο ….., Τόμο … και Αριθμό ….). Ειδικότερα, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………», που έχει νομίμως συσταθεί και εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, έχει τίτλο «……», δυνάμει της υπ’ αριθμόν …../24-6-2019 πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταστεί ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης – καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας με την επωνυμία «………» και το διακριτικό σύμβασης καταχωρήθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου …… (Τόμος … και Αριθμός …), η οποία είχε καταστεί προηγουμένως καθολική διάδοχος της τραπεζικής εταιρείας «………». Ακολούθως, η αλλοδαπή εταιρεία «……….» ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και της επίδικης, αρχικά στην ανωτέρω τράπεζα με την επωνυμία «………» δυνάμει της υπ’ αριθμόν …./24-6-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου …… (Τόμος … και Αριθμός …) και στη συνέχεια στις 20-3-2020, μετά τη διάσπαση της ως άνω τράπεζας, στην νεοσυσταθείσα δια απόσχισης τράπεζα με την επωνυμία «………», δυνάμει της υπ’ αριθμόν …./29-4-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων αντίγραφο των οποίων έχει νομίμως καταχωρηθεί στο δημόσιο βιβλίο του ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο …… (Τόμος ….. και Αριθμός …) και ακολούθως στις 30- 3-2020 στην «……..», η οποία μετονομάστηκε στην ήδη παρεμβαίνουσα «……..» και το διακριτικό τίτλο «……….». Με βάση τα ανωτέρω η παρεμβαίνουσα εταιρεία νομιμοποιείται ενεργητικά κατ’ εξαίρεση στην άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως διαχειρίστρια και μη δικαιούχος διάδικος, του νόμου μη διακρίνοντος αν η μεταβίβαση των απαιτήσεων στις εταιρείες διαχείρισης και η ανάθεση της διαχείρισης σ’ αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του ν. 4354/2005 ή του προγενέστερου ν. 3156/2003, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες (ΟλΑΠ 1/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και ζητεί ως διαχειρίστρια της άνω απαίτησης και ειδική πληρεξούσια, της ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας στο ουσιαστικό δικαίωμα που αποτελεί το αντικείμενο της προκείμενης δίκης και συνακόλουθα ως αναγκαία με αυτήν ομόδικος, να αποβεί η δίκη υπέρ της εφεσίβλητης δικαιοπαρόχου της, με την απόρριψη της έφεσης των εκκαλούντων, καθώς και να καταδικαστούν οι καθ’ ων στην δικαστική της δαπάνη. Επιπλέον, η ανωτέρω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπου ασκήθηκε το πρώτον, ήτοι μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας και συγκεκριμένα μετά την αναβίωση αυτής με την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και, είναι νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 81, 83 ΚΠολΔικ, 1, 2 και 3 του ν. 4354/2015 και 3 του ν. 2844/2000. Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Επισημαίνεται ότι η προαναφερόμενη ειδική διάδοχος εταιρεία δεν αναλαμβάνει τη δίκη ως κύρια διάδικος, καθόσον δεν προκύπτει τέτοια συμφωνία μεταξύ των αρχικών διαδίκων, ενώ από μόνη την ερημοδικία της αρχικής καθ’ ης η ανακοπή – εφεσίβλητης – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, τράπεζας δεν συνάγεται τέτοια συμφωνία. III. Επί της από 2-5-2018 αιτήσεως της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» εκδόθηκε υπέρ αυτής και σε βάρος των ήδη εκκαλούντων η υπ’ αριθμόν 8.136/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν οι καθ’ ων η αίτηση να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έκαστος οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος το ποσό των 2.500.000 ευρώ η δε τέταρτη το ποσό των 1.200.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση απορρέουσα από την αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης ανοικτού λογαριασμού, που συνήφθη μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αιτούσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………», και της πρώτης ανακόπτουσας, την τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν εγγράφως προς την αιτούσα οι λοιποί ανακόπτοντες. Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής οι τελευταίοι άσκησαν εμπρόθεσμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-8-2018 και με αριθμ. εκθ. κατ. ……../2018 ανακοπή τους, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1.444/2019 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την υπ’ αριθμόν 8.136/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούναι με την κρινόμενη έφεσή τους οι ηττηθέντες ανακόπτοντες, επιδιώκοντας, για τους λόγους που αναφέρονται στο εφετήριο δικόγραφο και οι οποίοι συνιστούν αιτιάσεις για εσφαλμένη, παρά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή τους. IV. 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α` 152/10.7.2007), οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή, όπως είναι και ο πελάτης τράπεζας, στον οποίο αυτή, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση, αλλά με βάση προδιατυπωμένους όρους, χορηγεί οιασδήποτε μορφής πίστωση. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου παραπάνω άρθρου, αναφέρονται ενδεικτικά, περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου από τον νομο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ με τα αναφερόμενα σ’ αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας και καταχρηστικότητας των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης (ΟλΑΠ 6/2006 ΔΕΕ 2006. 665, ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005. 460). Για το λόγο αυτό λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση, δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργησή του (όρου) για κάθε πλευρά, πως θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 ο.π., ΕφΘεσ. 459/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 2. Ο υπολογισμός του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, διότι οι ΓΟΣ των συμβάσεων πρέπει να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε 360 ημέρες ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Όταν η Τράπεζα διασπά εντελώς τεχνητά και κατ’ αποκλεισμό των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργεί μια πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή/δανειολήτπη, ο οποίος πλέον (όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών) για κάθε ημέρα επιβαρύνεται, με περισσότερους τόκους κατά ποσοστό 1,3889%. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα κατ’ επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ 21178 /13.2.2001 (ΦΕΚ Β 255/8.3.2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον κατ’ αυτόν τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 430/2005 ό.π., ΑΠ 2021/2010, ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΑΘ 778/2006, ΤΝΠ Νόμος). V. Από την εκτίμηση των εξετασμένων ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, αντίγραφο των οποίων επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής σε συνδυασμό με όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία με τον ίδιο τρόπο επαναπροσκομίζονται από αυτούς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ, ΑΠ 60/2008, ΑΠ 1201/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα (ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988. 75, ΌλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30. 441, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010, ΑΠ 722/2004, ΤΝΠ » ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 152/2002 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς όμως να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54. 849. ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006. 173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔνη 41. 980), και σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, ΑΠ 692/1990 ΝοΒ 1992,67), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με την υπ’ αριθμόν …./13-6- 1989 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…….», στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις υποκαταστάθηκε στις 7-9-2000 η ανωνύμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….» ως καθολική της διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», χορηγήθηκε σ’ αυτήν πίστωση μέχρι του ποσού των 30.000.000 δραχμών άλλως 88.041,09 ευρώ. Το ποσό αυτό αυξήθηκε διαδοχικά με τις υπ’ αριθμούς …/30-6-1989, …/26-7-1989, …./10-6-1994, …./6-4-1995, …./20-2-1998, …./24-7-1998, …./25-9-1998 πρόσθετων πράξεων αυξήσεως του ορίου της πίστωσης που συνήφθησαν μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……» και της πιστούχου και με τις υπ’ αριθμούς …./17-4-2003, …/12-12-2005 και …/4-12-2007 πρόσθετων πράξεων αυξήσεως του ορίου της πίστωσης που συνήφθησαν μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………» και της πιστούχου και ανήλθε σε εκείνο των 5.000.000 ευρώ. Με τον όρο 1 της υπ’ αριθμόν …../13-6-1989 αρχικής σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι « … Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει το επιτόκιον και την προμήθειαν μετά από ειδοποίησιν του πιστούχου 10 ημέρας προ της μεταβολής, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τας εκάστοτε αποφάσεις των Νομισματικών αρχών και των Πράξεων του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, τας συνθήκας της χρηματογοράς εν σχέσει προς τας Τραπεζικός συναλλαγάς, καθώς επίσης και τα οικονομικά στοιχεία του πιστούχου και την αποδοτικότητα της μετ’ αυτού συνεργασίας.». Ακολούθως, με την από 11-12-2002 πρόσθετη πράξη τροποποίησης των όρων πιστώσεως συμφωνήθηκε «…. 2. …οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να τροποποιηθεί μερικώς ο όρος 1 της Σύμβασης ειδικώς όσον αφορά στον καθορισμό του επιτοκίου ως εξής : Ο Πιστούχος υποχρεούται να καταβάλλει στην Τράπεζα τόκο, ο οποίος υπολογίζεται τοκαριθμικώς επί του δραχμικού πραγματικού ημερησίου χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, προς το κυμαινόμενο επιτόκιο (Συμβατικό Επιτόκιο), το οποίο ορίζεται υψηλότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα από το Βασικό Επιτόκιο κεφαλαίου κίνήσεως που ανακοινώνει η Τράπεζα δια του τύπου και το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 6,75% ετησίως, Η Τράπεζα μεταβάλλει το Βασικό Επιτόκιο, ενόψει των συνθηκών της αγοράς, με ανακοίνωσή της, η οποία δημοσιεύεται δια του τύπου ή κατ’ άλλον…. τρόπον. Κάθε μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου ισχύει από την επομένη της πρώτης σχετικής δημοσίευσης ημέρα. Ο χρόνος της τυχόν ενημερώσεως του Πιστούχου ή του Εγγυητή από την Τράπεζα για την τυχόν μεταβολή του Βασικού Επιτοκίου δεν επηρεάζει τον ανωτέρω χρόνο ενάρξεως της ισχύος της μεταβολής….». Περαιτέρω, στο άρθρο 2.02. του από 19-2-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης οφειλών, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε «Η Πιστούχος για το ποσό της πίστωσης υποχρεούται να καταβάλλει στην Τράπεζα κάθε τρίμηνο… τόκο, ο οποίος υπολογίζεται τοκαριθμικώς, με βάση έτος τριακοσίων εξήντα (360) ημερών, επί του πραγματικού ημερησίου χρεωστικού υπολοίπου του ρυθμιζόμενου με το παρόν ποσού σε Ευρώ, προς επιτόκιο, το οποίο αποκαλείται εφεξής «Συμβατικό Επιτόκιο» …… Συμφωνήθηκε ακόμη ότι η σύμβαση εξυπηρετείται με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόλφηση της οφειλής της ως άνω πιστούχου από την ως άνω σύμβαση εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων μέχρι του συνολικού ποσού των 5.000.000 ευρώ και η τέταρτη ανακόπτουσα μέχρι το ποσού των 1.200.000 ευρώ, παραιτούμενοι του ευεγερτήματος της διζήσεως και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 853,επ. ΑΚ. Στο μεταξύ η Τράπεζα στις 23-2-2009 τιτλοποίησε απαιτήσεις της απο συμβάσεις παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και τις μεταβίβασε, μεταξύ των οποίων και την επίδικη, στην εδρεύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..». Η σύμβαση ενεγράφη στο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου ….. στον Τόμο … και Αριθμό …… Η διαχείριση των απαιτήσεων ανατέθηκε αυθημερόν σητν Τράπεζα και η σύμβαση διαχείρισης καταχωρήθηκε στο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του , Ενεχυροφυλακείου ….. στον Τόμο …. και Αριθμό ….. Ακολούθως, στις 28-6-2010 έλαβε χώρα αποτιτλοποίηση τη απαίτησης από την εν λόγω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και επαναγορά της από την Τράπεζα, που μεταγράφηκε στο οικείο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου ….. στον Τόμο … και Αριθμό ….. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης με ανάληψη από την Τράπεζα χρηματικών ποσών, για την εξυπηρέτηση της οποίας (πίστωσης) ανοίχθηκαν και λειτούργησαν οι κάτωθι λογαριασμοί : α) ο με αριθμό …………. λογαριασμός, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν την 1-10-2014 στο ποσό των 1.132.549,26 ευρώ, β) ο με αριθμό …………. λογαριασμός, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν την 1-10-2014 στο ποσό των 1.096.269,23 ευρώ, γ) ο με αριθμό ………. λογαριασμός, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν την 1-10-2014 στο ποσό των 1.249.355,60 ευρώ, δ) ο με αριθμό …………. λογαριασμός, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν την 1-10-2014 στο ποσό των 3.451,16 ευρώ, ε) ο με αριθμό ………… λογαριασμός, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανερχόταν την 1-10-2014 στο ποσό των 1.410,96 ευρώ, τα οποία αναγνώρισε ανεπιφύλακτα η πιστούχος. Στις 19-2-2016 το χρεωστικό υπόλοιπο των ως άνω λογαριασμών ανερχόταν στο ποσό των 3.465.174,68 ευρώ, πλέον τόκων 325.363,74 ευρώ, και συνολικά 3.790.538,42 ευρώ, το οποίο η πιστούχος δήλωσε στην τράπεζα ότι αδυνατούσε να πληρώσει. Κατόπιν τούτων καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το από 19-2-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλών, με το οποίο η Πιστούχος ανέλαβε την υποχρέωση να εξυπηρετήσει την πίστωση με δεκαέξι ισόποσες χρηματικές αποστολές 78.062,50 ευρώ εκάστη, εξοφλητέες σε 59 μήνες, καταβλητέας της πρώτης στις 28-3-2017 και της τελευταίας στις 28-12-2020. Επειδή όμως η πιστούχος δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω υποχρέωσή της η Τράπεζα με την από 2-5-2018 αίτησή της αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση σε βάρος των καθ’ ων η αίτηση/ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων της υπ’ αριθμόν 8.136/2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η πρώτη ως πιστούχος και ο δεύτερος και ο τρίτος των καθ’ ων ως εγγυητές το ποσό των 2.500.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και η τέταρτη ως εγγυήτρια, το ποσό των 1.200.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 1-8-2018 ανακοπή, με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίστηκαν ότι ο όρος που περιλαμβάνεται στο προδιατυπωμένο συμβατικό κείμενο που τους παρέδωσε η καθ’ ης προς υπογραφή, κατά το μέρος που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών και όχι 365 ημερών, υπάγεται στις περιπτώσεις των per se καταχρηστικών όρων της διάταξης της παρ.7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 και συγκεκριμένα στην περίπτωση ια` της αοριστίας του τιμήματος, ότι επίσης παραβιάζει και την αρχή της διαφάνειας που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο και σαφή. Σε κάθε περίπτωση επικουρικά προσδιορίζουν το ποσό της επιβάρυνσής τους από τον ως άνω υπολογισμό στο ποσό των 494.542,46 ευρώ, με συνέπεια, λόγω του τρόπου αυτού υπολογισμού του επιτοκίου, «να πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής». Ο λόγος αυτός παραδεκτά προβάλλεται, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αρχή της παρούσας, οι ανακόπτοντες έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, αφού η χορήγηση στην πρώτη από αυτούς πιστώσεως από την καθ’ ης, δυνάμει της επίδικης σύμβασης αλληλόχρεου ανοιχτού λογαριασμού, την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη αυτών, συμπεριλαμβάνεται στις συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες (χορήγηση δανείων και πιστώσεων), που απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, συνιστούν, δηλαδή, παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης, προς περαιτέρω μεταβίβασή τους (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 243 παρ. 3, 281 ΑΚ, 2 παρ. 6 και 7 ν. 2251/1994, 632 παρ. 1, 933 παρ. 1, 934 παρ. 1α ΚΠολΔ, διότι ο όρος αυτός που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Στην έννοια δε του καταναλωτή εμπίπτει και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμβάλλεται με το πιστωτικό ίδρυμα για κάλυψη επαγγελματικών αναγκών (βλ. Ολ. ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1001/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Η εφεσίβλητη διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή – δανειολήπτη, ο οποίος πλέον -όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών- για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας. Τούτο ιδίως σε μία εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 98/7/Ε.Κ. που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο, με την ΚΥΑ 21- 178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β 255/8-3-2001) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως αόριστο τον λόγο αυτό της ανακοπής, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, γενομένου δεκτού ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες/ανακόπτοντες παραδεκτά επαναφέρουν τον πρώτο λόγο ανακοπής, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτό (δεδομένου ότι ο κάθε λόγος ανακοπής συνιστά ιδιαίτερη βάση και άρα χωριστό κεφάλαιο της απόφασης, οπότε αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας από αυτούς, με διαφορετική πραγματική και νομική βάση, συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή και υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017, ΑΠ 1286/2012, ΕΔικΠολ 2013/562), και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) ο λόγος αυτός ως προς τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητά του. Ακολούθως, πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός ως νόμιμος και ως κατ’ ουσίαν βάσιμος κατά το ποσό των 442.255,49 ευρώ, το οποίο προκύπτει από τις προσκομίζομενες από αμφότερους τους διαδίκους καρτέλες εκτοκισμού (99.115,67 + 124,65 + 96.849,73 + 304,89 + 128.968,80 + 1,33 + 63.871,64 + 29.247,57 + 6.209,87 + 17.561,30) ως προς το οποίο πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. VI. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 ν. 1266/1982 καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή, η οποία με βάση την εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 588/1948 «περί ελέγχου πίστεως», καθόριζε με απόφασή της (ΝΕ) τα «τραπεζικά επιτόκια» και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της. Έκτοτε, με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) καθορίζονταν τα «τραπεζικά επιτόκια», τα επιτόκια, δηλαδή, που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή συναλλαγές. Ο Διοικητής, ειδικότερα, καθόριζε το ελάχιστο και το ανώτατο όριο των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήσαν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χορηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού. Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήσαν, και πολλές φορές συνέβαινε αυτό, ανώτερα των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων, δηλαδή των επιτοκίων των λοιπών, πλην των τραπεζικών συναλλαγών, αφού ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση, και «κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου…». Μέχρι τον Ιανουάριο 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτερο όριο υπάγονταν σε αυστηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτόκια, αλλά σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ. 548/1948 τα οριζόμενα αυτά επιτόκια ήσαν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους. Με την υπ’ αριθ. 1087/1987 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ), με στόχο την, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω, αλλά και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρόπου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την άνω πράξη μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών. Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο τραπεζικό επιτόκιο σε διάφορες μορφές χορηγήσεων. Ειδικότερα, με την υπ` αριθμόν 2286/28-1-1994 ΠΔ/ΤΕ σχετικά με την καταναλωτική πίστη, τη χορήγηση δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών καθώς και για τις αγορές μέσω πιστωτικών καρτών κ.τ.λ., πλην των άλλων, ως προς το ύψος των επιτοκίων ορίζονται τα εξής : «… Με την προϋπόθεση της τήρησης του ενώπιον συνολικού κατ’ άτομο ορίου των δρχ. οκτώ εκατομμυρίων και των ειδικότερων ορίων των παρ. β. και γ., το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια τράπεζα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελάχιστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν». Η εν λόγω πράξη του Διοικητή κάνει λόγο για επιφύλαξη «επιτοκίων χορηγήσεων», πράγμα που παραπέμπει σαφώς στις τραπεζικές χορηγήσεις και όχι τις εξωτραπεζικές δικαιοπραξίες, αφού στις τελευταίες δεν τίθεται θέμα «χορηγήσεων» αλλά συμβάσεων, καθόσον η λέξη «χορηγήσεις» υποδηλώνει σαφώς τις κατ’ εξοχήν τραπεζικές συναλλαγές. Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και λόγω και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης (κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κτλ), τα οποία λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια (χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κλπ), διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια. Κατά συνέπεια, με σειρά πράξεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επήλθε ουσιαστικά απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων, οπότε η επέμβαση του νομοθέτη ως προς τον καθορισμό ανώτατου ορίου περιορίζεται στη ρύθμιση τωνδικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) μόνο επιτοκίων, σύμφωνα με τα άρθρα 293 – 295 ΑΚ. Ο προσδιορισμός των επιτοκίων αυτών γινόταν αρχικά, κατά τη νομοθετική εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί με το άρθρο 109 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, με βασιλικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, και στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ). Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979 και έκτοτε αναπροσαρμόζονται κάθε φορά, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, από τις εκδιδόμενες ΠΥΣ, σε πολλές από τις οποίες ορίζεται ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ τους και μάλιστα μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονται από άποψη πεδίου εφαρμογής, υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις, αφού καθεμία κατηγορία ρυθμίζεται από διαφορετικά όργανα με διαφορετική νομοθετική εξουσιοδότηση, τα δε τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, αλλά και τη στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους και χωρίς οι τράπεζες, κατά τον καθορισμό τους, να δεσμεύονται από το ύψος των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων. Ενόψει αυτών, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες. Συνακόλουθα, η συμφωνία μεταξύ πιστούχου και πιστωτικού ιδρύματος περί χορήγησης καταναλωτικού δανείου από το τελευταίο, με την οποία, κατά περίπτωση και με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και ιδίως των χρηματοπιστωτικών αγορών και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους, σαφώς καθορίζεται κυμαινόμενο επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του με κριτήρια αντικειμενικά, δεν καθίσταται άκυρη, από το γεγονός και μόνο ότι κατά την κατάρτισή της το συμβατικά προβλεπόμενο ύψος του τραπεζικού επιτοκίου υπερέβαινε τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) κατά ορισμένες μονάδες, και κατά την καταγγελία ακόμη περισσότερες, και τούτο διότι η συμφωνία περί καθορισμού κυμαινόμενου τραπεζικού επιτοκίου στηρίζεται στις επικρατούσες, κατά το χρόνο συνομολόγησής της, προαναφερόμενες συνθήκες, οι οποίες μάλιστα σε περίπτωση μεταβολής τους θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογήσουν όχι μόνο τη μείωση υπέρ του πιστούχου αλλά και την υπέρ του πιστωτικού ιδρύματος αύξησή του. Ενόψει των εκτεθέντων, με βάση την αρχή του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), παραμένει για τα συμβαλλόμενα μέρη η άνω συμφωνία έγκυρη και δεσμευτική, κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος κυμαινόμενου τραπεζικού επιτοκίου, ελεγχόμενη, ενδεχομένως, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και γίνει σχετική επίκληση αυτών, στο πλαίσιο των γενικών ρητρών του ΑΚ (άρθρα 281, 388), καθώς και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «προστασία καταναλωτή» και όχι διότι αυτό, δηλαδή το συμβατικά καθορισθέν κυμαινόμενο τραπεζικό επιτόκιο, υπερβαίνει απλώς και μόνο τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 756/2015, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 1219/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Περαιτέρω, από το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980, την υπ’ αριθμ. 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110,111 και 112 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς, ληξιπρόθεσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νόμιμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης, χωρίς οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΟλΑΠ 8 και 9/1998, ΕφΠατρ 58/2021, ΕφΑθ 2407/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αλλαγές στην ως άνω ρύθμιση επέφερε ο ν. 2601/1998, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτού, άρχισε να ισχύει από 15/4/998 και στο άρθρο 12 του οποίου ορίζονται ότι «1. Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι, ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων, είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού. 2. Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο. Για τα στεγαστικά δάνεια ισχύει ο ανατοκισμός μετά δωδεκάμηνο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ για τη χορήγηση πιστώσεων μέσω πιστωτικών δελτίων (καρτών) ισχύει ο εξάμηνος ανατοκισμός από την πρώτη ανανέωσή τους. 3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη της ισχύος του ν. 1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν τελεσίδικα ή ρυθμίστηκαν με συμβιβασμό ή αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών, αναφορικά με συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου… 7. Η ισχύς των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός εκείνων που αφορούν τις συμβάσεις της καταναλωτικής πίστης (κάρτες), για τις οποίες η ισχύς του αρχίζει μετά εξάμηνο από τη δημοσίευση αυτού». Με την ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση, προβλέπεται ότι οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα τόκοι, ανατοκίζονται από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης, μόνο εφόσον τούτο συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων. Η περί ανατοκισμού συμφωνία, ισχύει υπό το χρονικό περιορισμό, οι τόκοι να προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο κάθε εξάμηνο, κατ’ ελάχιστο όριο. Έτσι, συμφωνία που προβλέπει ανατοκισμό για χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου, είναι άκυρη, καθώς η σχετική διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 13/2006, ΑΠ 5011/2011, ΑΠ 121/2009, ΕφΑΘ 2407/2021, ΕφΠατρ 380/2021, ΕφΠατρ 58/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν δεν υπάρχει καθόλου συμφωνία ανατοκισμού, ο ανατοκισμός διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 296 ΑΚ και 110, 111 και 112 ΕισΝΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές και, ιδίως, της παρ. 3, σε συνδυασμό με την παρ. 2, προκύπτει ότι, επί προϋφισταμένων του ν. 2601/1998 συμβάσεων δανείου, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο (ΑΠ 1781/2007, ΑΠ 1653/2007, ΕφΠατρ. 380/2021, ΕφΠατρ. 58/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Προβλέπεται, εξάλλου, ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού έχουν αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών, χωρίς όμως να θίγονται όσα έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα ή αποτέλεσαν αντικείμενο συμβιβασμού ή αναγνώρισης χρέους, περιπτώσεις στις οποίες ισχύουν όσα διατάσσονται από τη σχετική απόφαση, τα συμφωνηθέντα ή αναγνωρισθέντα, αντίστοιχα, ήτοι, η αναδρομική ισχύς, δεν επηρεάζει υπάρχουσες συμφωνίες που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2601/1998 (ΟλΑΠ 13/2006, Δ 2006/1144, ΑΠ 74/2020, ΑΠ 421/2009, ΕφΠατρ. 380/2021, ΕφΠατρ. 58/2021, δημ. Νόμος). Στην έννοια της “τελεσίδικης κρίσης», περιλαμβάνονται όσες απαιτήσεις κρίθηκαν είτε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση είτε με διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως και των δύο ανακοπών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 632 § 1 και 633 § 2 ΚΠολΔ, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη ασκηθείσας ανακοπής και την επικύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1647/2010, ΕφΠατρ. 380/2021, ΕφΠατρ. 58/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, επί συμβάσεως δανείου ή αλληλόχρεου λογαριασμού, όταν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού των τόκων, η συμβαλλόμενη τράπεζα δικαιούται να απαιτήσει τόκους τόκων, από 15.4.1998 ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστο όριο, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης (μετά την καταγγελία της σύμβασης του δανείου), αλλά περαιτέρω και για το χρόνο μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης ή διαταγής πληρωμής, γιατί το οφειλόμενο ποσό που αποτελεί απαίτηση της τράπεζας, δεν χάνει, μετά την καταγγελία της σύμβασης, αλλά ούτε και μετά την έκδοση της απόφασης ή της διαταγής πληρωμής, το χαρακτήρα της τραπεζικής απαίτησης, αφού τόσο ο προαναφερόμενος εξουσιοδοτικός νόμος και η παραπάνω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, όσο και ο ν. 2061/1998, προβλέπουν τον εκτοκισμό των οφειλόμενων στις τράπεζες τόκων, χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ ενεργού συμβάσεως και συμβάσεως που για οποιονδήποτε λόγο έληξε ή να εξαιρούν τον εκτοκισμό, όταν έχει εκδοθεί για την οφειλή δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος (ΑΠ 578/2006, ΑΠ 938/2002, ΕφΠατρ380/2021, ΕφΠατρ 58/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με το δεύτερο λόγο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο συμβατικός όρος περί κυμαινόμενου επιτοκίου, διότι δεν προβλέφθηκε κάποιος συγκεκριμένος και αντικειμενικός δείκτης αναφοράς για τον προσδιορισμό του κυμαινόμενου επιτοκίου αλλά αντίθετα η καθ’ ης επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα μονομερούς καθορισμού του επιτοκίου του δανείου, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται εγγράφως η επίδικη απαίτηση, αφού τα κονδύλια εξ ανατοκισμού που περιλαμβάνονται στα αποσπάσματα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η καθ’ ης, έχουν υπολογισθεί με βάση άκυρους και καταχρηστικούς όρους. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, ο οποίος βάλλει κατά του ουσιαστικού κύρους της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και δη, κατά του ύψους της απαίτησης της καθ’ ης, κρίνεται απορριπτέος τόσο ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού οι ανακόπτοντες αμφισβητούν το ύψος της απαίτησης χωρίς όμως να προσβάλλουν συγκεκριμένα κονδύλια του λογαριασμού με τα οποία επιβαρύνθηκαν από τον παράνομο, κατά την άποψή τους, μονομερή από την καθ’ ης καθορισμό του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους, όσο και ως μη νόμιμος αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα το δικαίωμα αυτό της καθ’ ης η ανακοπή συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών με τον όρο 1 παρ.2 της από 11-12-2002 πρόσθετης πράξης τροποποίησης των όρων πιστώσεως. VII. Σύμφωνα με το άρθρο 626 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι η από μέρους του δικαιούχου της απαίτησης κατάθεση αίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου με τη σύνταξη σχετικής έκθεσης κάτω από αυτήν, το δικόγραφο της οποίας πρέπει να περιέχει κατά την παρ.2 του ως άνω άρθρου : α) τα οριζόμενα στα άρθρα 118 και 119 παρ. 1 ΚΠολΔ, β) αίτηση (αίτημα) έκδοσης διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του αυτού άρθρου, στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως, ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την έποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκόψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την απογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006), η απαίτηση δε είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 368/2012, ΑΠ 1094/2006). Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το δε αντίγραφο αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν. 1599/1986), και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της Τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η Τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικού υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της. Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από την αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1022/2003, ΑΠ 1117/2002). Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον τρίτο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος αυτού ισχυρίστηκαν ότι ο όρος 5 της επίδικης σύμβασης είναι άκυρος κατά το μέρος που αποκλείει ρητά το δικαίωμα αμφισβήτησης και ανταπόδειξης εκ μέρους τους της απαίτησης της Τράπεζας, καθόσον συνεπάγεται ανεπίπτρεπτο περιορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων εις βάρος τους. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος διότι με τον όρο 3.3. του από 19-2-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης οφειλών, που τροποποίησε τον όρο 5, ορίζεται ότι το απόσπασμα από τα βιβλία της καθ’ ης παρέχει πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας χωρίς όμως να στερούνται οι ανακόπτοντες του δικαιώματος τους να προβάλουν αμφισβήτηση, και συνεπώς, αφού επιτρέπεται ανταπόδειξη, ο σχετικός όρος της σύμβασης είναι έγκυρος και δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 370/20212, ΑΠ 925/2006, ΑΠ 105/201 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, οι ανακότττοντες, με τον τρίτο λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2009 έως 28-6-2010 μόνη και αποκλειστική δικαιούχος της απαίτησης από την επίδικη σύμβαση ήταν η εδρεύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», στην οποία η καθ’ ης εκχώρησε την επίδικη σύμβαση πίστωσης, με συνέπεια η καθ’ ης κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ήταν απλή διαχειρίστρια της μεταβιβασθείσας απαίτησης και όχι δικαιούχος αυτής. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του εκδόσαντος την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής Δικαστή προέκυψε ότι η εφεσίβλητη στις 23-2-2009 τιτλοποίησε την απαίτησή της από την επίδικη σύμβαση παροχής πίστωσης και τη μεταβίβασε στην εδρεύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..». Η σύμβαση τιτλοποίησης καταχωρήθηκε νόμιμα αυθημερόν στο οικείο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου …… (Τόμο … με αριθμό …) όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. …./23-2-2009 έγγραφο του Ενεχυροφυλακείου …….. Με τη μεταβίβαση της ως άνω απαίτησης μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως και η εγγύηση του δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των ανακοπτόντων/εκκαλούντων. Με την καταχώρηση της σχετικής περίληψης έρχεται σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.9 του ν. 3156/2003 η μεταβίβαση των τιτλοποιουμένων απαιτήσεων. Ακολούθως, αυθημερόν ανατέθηκε η διαχείριση των απαιτήσεων στην καθ’ ης η ανακοπή/εφεσίβλητη Τράπεζα και η σύμβαση διαχείρισης καταχωρήθηκε οοίως στο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου ……. (Τόμο … με Αριθμό ….). Στις 28-6-2010 έλαβε χώρα η αποτιτλοποίηση της απαίτησης από την εν λόγω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και επαναφορά της από την καθ’ ης η ανακοπή/εφεσίβλητη Τράπεζα, που μεταγράφηκε νόμιμα στο οικείο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου ……. Στις 28-6-2020 (Τόμο …. και με αριθμό …..). Έτσι από τις 28-6-2010 η καθ’ ης η ανακοπή Τράπεζα κατέστη και πάλι φορέας της απαιτήσεως, που απορρέει από την ως άνω σύμβαση παροχής πίστωσης, απορριπτομένου ως άνω λόγου ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου. Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες με τον τέταρτο λόγο έφεσης επαναφέρουν τον τέταρτο λόγο της ανακοπής και ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής επικαλούμενοι ότι τόσο η αίτηση ως προς το αίτημα καταβολής τόκων επί τόκων όσο και η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι αόριστες ως προς την επιδίκαση τόκων επί τόκων, αφού δεν αναφέρεται το ποσό των κεφαλαιοποιημενών τόκων, με συνέπεια να μην προκύπτει με σαφήνεια το ύψος της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, διότι με την κατάθεση της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής προσκομίστηκαν όλα τα αναφερόμενα στη διαταγή πληρωμής αποδεικτικά της απαίτησης και του ποσού αυτής έγγραφα, με βάση τα οποία αυτή εκδόθηκε, μεταξύ των οποίων και τα αποσπάσματα της κίνησης των τηρηθέντων λογαριασμών, έτσι ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις και το συνολικά οφειλόμενο ποσό. Επομένως, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την αιτία του χρέους, του οποίου διατάσσεται η πληρωμή, το οποίο προέρχεται από τη λειτουργία της προαναφερόμενης δανειακής σύμβασης. Τέλος, οι ανακόπτοντες με τον έβδομο λόγο της ανακοπής ισχυρίζονται ότι η απαίτηση της καθ’ ης κατά το ποσό των 442.255,49 ευρώ, που αφορά σε μη λογιστικοποιημένους τόκους, δεν αποδεικνύεται εγγράφως, καθώς τα προσκομιζόμενα από την καθ’ ης αποσπάσματα των βιβλίων της τράπεζας στερούνται αποδεικτικής δύναμης διότι στερούνται της βεβαίωσης των υπαλλήλων αυτής περί γνησιότητας, καθώς η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση φωτοτυπία εγγράφου που έχει εξαχθεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Δυνάμει όμως του όρου 3.3 του από 19-02-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης «Απόσπασμα από τα βιβλία της Τράπεζας που έχει εξαχθεί από αυτήν και εμφανίζει την κίνηση του/των λογαριασμών της Σύμβασης Πίστωσης από την έναρξή του ή από την τελευταία αναγνώριση έως το οριστικό κλείσιμο, συμφωνείται ότι αποτελεί υποστατό και νόμιμο αποδεικτικό μέσο που πληροί τους όρους του εγγράφου και παρέχει πλήρη απόδειξη της απαίτησης της Τράπεζας. Το ίδιο συμφωνείται ότι ισχύει για τα στοιχεία που τηρεί η Τράπεζα και αφορούν την τυχόν εξωλογιστική αποτύπωση των άνω απαιτήσεων της τράπεζας, στις οποίες λογίζονται οι οφειλόμενοι τόκοι που δεν λογιστικοποιούνται στα επίσημα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας …Η εξωλογιστική αποτύπωση των απαιτήσεων της Τράπεζας έχει τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν ως προς το υποστατό και το νόμιμο του αποδεικτικού μέσου και την αποδεικτική του δύναμη..». Από τα παραπάνω συφωνηθέντα προκύπτει ότι έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ όχι μόνο οι κινήσεις των λογαριασμών που αποτελεούν απόσπασμα των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων της τράπεζας αλλά και οι καρτέλες που τηρεί η τράπεζα και αφορούν την εξωλογιστική αποτύπωση των μη λογιστικοποιημένων τόκων. Οι τελευταίες δεν αποτελούν απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της καθ’ ης και συνεπώς δεν απαιτείται βεβαίωση περί γνησιότητας. Αλλά σε κάθε περίπτωση, οι προσκομιζόμενες για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής καρτέλες φέρουν τις υπογραφές των υπαλλήλων της τράπεζας και την επικύρωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθ’ ης ότι είναι ακριβή αντίγραφα εκ του πρωτοτύπου. Κατόπιν τούτων και ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ήτοι απέρριψε ους ως άνω λόγους ανακοπής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμους, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν. VIII. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης με τον οποίο επαναφέρουν τον πέμπτο λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής καθόσον εκδόθηκε χωρίς η καθ’ ης να προσκομίσει έγγραφη καταγγελία της επίδικης σύμβασης πίστωσης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού (ΑΠ 1437/2014) χωρίς να προηγηθεί καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση όπου η Τράπεζα έκλεισε την επίδικη σύμβαση πίστωσης στις 18-4-2018, γνωστοποιώντας στους ανακόπτοντες το κλείσιμο του λογαριασμού και το σε βάρος τους χρεωστικό υπόλοιπο (βλ. τις υπ’ αριθμούς ……/18-4-2018,…../18-4-2018, …../18-4-2018 και …./18-4-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το λόγο αυτό με την ίδια αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. IX. Περαιτέρω, με το ν. 3601/2007 ενσωματώθηκαν στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία οι διατάξεις των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου υπ’ αριθμόν 2006/48/ΕΚ, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30-6-2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30-06-2006). Στη συνέχεια, με το ν. 4261/2014 και συγκεκριμένα, με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» (EE L 176), ενώ καταργήθηκε ο προϋφιστάμενος ν. 3601/2007. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 του ως άνω ν. 3601/2007 (η οποία επαναλήφθηκε με το άρθρο 150 του ν. 4261/2014), «Τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα υποχρεούνται να παύουν τη λογιστικοποίηση των τόκων των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούν, υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων από χρηματοδοτικές μισθώσεις με βάση το ν. 1665/1986 (Α` 194), μετά τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος κατά το οποίο λογισθέντες τόκοι επί των δανείων ή λοιπών πιστώσεων αυτών παραμένουν ανείσπρακτοι και το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες προκειμένου περί οφειλών από δάνεια προς φυσικά πρόσωπα που εξασφαλίζονται πλήρως με ακίνητα και τους τρεις (3) μήνες προκειμένου για οφειλές από λοιπές πιστοδοτήσεις. Μετά την πάροδο του ως άνω διαστήματος επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και εξ ανατοκισμού όπου επιτρέπεται, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται. Ειδικά προκειμένου περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων με τη μορφή αλληλόχρεων λογαριασμών, εφόσον οι λογιζόμενοι και μη εισπραττόμενοι τόκοι προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ισόποση πίστωση των λογαριασμών αυτών εντός του τριμήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού των τόκων προκειμένου να μην παύσει ο εκτοκισμός των δανείων ή λοιπών πιστώσεων». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λογισμός τόκων απαγορεύεται, εφόσον αυτοί μένουν ανείσπρακτοι, για τουλάχιστον 6 μήνες, για εμπραγμάτως ασφαλισμένες πιστώσεις, και 3 μήνες για μη εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις. Μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και από ανατοκισμό, όπου επιτρέπεται, οι οποίοι λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται. Προκύπτει, επίσης, ότι ο χρησιμοποιούμενος όρος «εκτοκισμός των δανείων» σημαίνει μονάχα τον λογιστικό υπολογισμό των τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων και ότι αν τέτοιοι τόκοι παραμείνουν ανείσπρακτοι για το αναφερόμενο ως άνω, κατά περίπτωση, χρονικό διάστημα δεν επιτρέπεται να λογιστικοποιούνται, δηλαδή να εμφανίζονται στους ισολογισμούς των τραπεζών, και όχι ότι δεν οφείλονται, αφού γενεσιουργός αιτία της οφειλής τόκων επί τόκων – όπως και κάθε ενοχής – δεν μπορεί παρά να είναι είτε διάταξη νόμου είτε η σύμβαση. Έτσι η παύση εκτοκισμού των δανείων συνεπάγεται μεν την παύση εμφάνισης των τόκων στο ενεργητικό του ισολογισμού, τα πιστωτικά όμως ιδρύματα δύνανται να αναγράφουν την αξία των οφειλόμενων τόκων σε εκτός ισολογισμού λογαριασμούς (πρβλ. ΑΠ 490/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον έκτο λόγο έφεσης με τον οποίο επαναφέρουν τον έκτο λόγο ανακοπής, ισχυρίζονται ότι το από 19-2-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλής, που προσκόμισε η καθ’ ης η ανακοπή για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, συνήφθη κατά παράβαση του άρθρου 150 παρ.2 του ν. 4261/2014, διότι με το συμφωνητικό αυτό η καθ’ ης «τους παρέσχε μία προσωρινή διευκόλυνση» για την αποπληρωμή μέρους μόνο του οφειλομένου ποσού και συγκεκριμένα του ποσού των 1.249.000 ευρώ, με σκοπό την κερδοφορία της μέσω της λογιστικοποίησης των τόκων, αναστέλλοντας με τον τρόπο αυτό την εφαρμογή του ως άνω άρθρου περί υποχρέωσης εξωλογιστικού υπολογισμού των τόκων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, που δεν εμφανίζονται στο ενεργητικό του ισολογισμού, δεν παύουν να οφείλονται και για το λόγο αυτό αναγράφονται σε εκτός ισολογισμού λογαριασμούς και συμπεριελήφθηκαν στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το λόγο αυτό με την ίδια αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. X. Με τις διατάξεις του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του από τη διάταξη του άρθ. 33 του Ν. 3604/2007 (ΦΕΚ Α` 189/08-08-2007), ορίζονται τα ακόλουθα: «1. α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και του άρθρου 16α του παρόντος νόμου, δάνεια της εταιρίας προς τα πρόσωπα της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου απαγορεύονται και είναι απολύτως άκυρα. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για την παροχή πιστώσεων προς τα πρόσωπα αυτά με οποιονδήποτε τρόπο ή την παροχή εγγυήσεων ή ασφαλειών υπέρ αυτών προς τρίτους, β) Κατ’ εξαίρεση, η παροχή εγγύησης ή άλλης ασφάλειας υπέρ των προσώπων της παραγράφου 5 επιτρέπεται μόνο εφόσον: αα) η εγγύηση ή η ασφάλεια υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον, ββ) η εταιρία έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη ή του προσώπου υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφάλεια, γγ) προβλέπεται ότι οι λαμβάνοντες την εγγύηση ή την ασφάλεια θα ικανοποιούνται μόνο μετά την πλήρη εξόφληση ή τη συναίνεση όλων των πιστωτών με απαιτήσεις που είχαν ήδη γεννηθεί κατά το χρόνο της υποβολής σε δημοσιότητα, σύμφωνα με την επόμενη περίπτωση γ` και δδ) ληφθεί προηγουμένως άδεια της γενικής συνέλευσης, η οποία όμως δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα δέκατο (1/10) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή το ένα εικοστό (1/20), εάν πρόκειται για εταιρίες με μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο. Το Διοικητικό Συμβούλιο υποβάλλει στη Γενική Συνέλευση έκθεση για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρούσας υποπαραγράφου …. 2. Απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παραγρ. 5, χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας με τρίτους…. 5. Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρίας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο επί της εταιρίας, εάν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε. Το Καταστατικό μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και σε άλλα πρόσωπα, όπως ιδίως στους Γενικούς Διευθυντές και Διευθυντές της εταιρίας» και περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του ίδιου νόμου ορίζεται ότι μεταξύ άλλων «Για την εφαρμογή αυτού του Νόμου συνδεμένες επιχειρήσεις είναι: α. Οι επιχειρήσεις εκείνες μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική. Σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική υπάρχει όταν μία επιχείρηση (μητρική): α.α. ή έχει την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης, έστω και αν η πλειοψηφία αυτή σχηματίζεται ύστερα από συνυπολογισμό των τίτλων και δικαιωμάτων που κατέχονται από τρίτους για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης, β.β. ή ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης, ύστερα από συμφωνία με άλλους μετόχους ή εταίρους της επιχείρησης αυτής, γ.γ. ή συμμετέχει στο κεφάλαιο μιας άλλης επιχείρησης και έχει το δικαίωμα είτε άμεσα είτε μέσω τρίτων να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών των οργάνων της επιχείρησης αυτής, δδ) ή έχει την εξουσία να ασκεί ή πράγματι ασκεί κυριαρχική επιρροή ή έλεγχο σε άλλη επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση), ή, με άλλη επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση), υπάγονται στην ενιαία διεύθυνση της μητρικής επιχείρησης. Για την εφαρμογή των παραπάνω υποπεριπτώσεων στα ποσοστά συμμετοχής ή στα δικαιώματα ψήφου, καθώς και στα δικαιώματα διορισμού ή ανάκλησης που έχει η μητρική επιχείρηση, πρέπει να προστίθενται τα ποσοστά συμμετοχής και τα δικαιώματα κάθε άλλης επιχείρησης που είναι θυγατρική της ή θυγατρική θυγατρικής της. Για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων αα, ββ, γγ και δδ, από τα αναφερόμενα ποσοστά συμμετοχής ή δικαιώματα ψήφου πρέπει να αφαιρούνται εκείνα που απορρέουν από: (1) τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχονται για λογαριασμό άλλου προσώπου εκτός της μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης, ή (2) τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχονται για εγγύηση, εφόσον τα δικαιώματα αυτά ασκούνται σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί, ή που κατέχονται για ασφάλεια δανείων που χορηγήθηκαν στα πλαίσια συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της χορήγησης δανείων, υπό τον όρο ότι αυτά τα δικαιώματα ψήφου ασκούνται προς όφελος του παρέχοντος την εγγύηση. Για την εφαρμογή των παραπάνω υποπεριπτώσεων αα και ββ, από το σύνολο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή εταίρων της θυγατρικής επιχείρησης πρέπει να αφαιρούνται τα ποσοστά κεφαλαίου ή τα δικαιώματα ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές ή μερίδια που κατέχονται, είτε από την ίδια επιχείρηση, είτε από θυγατρικές της επιχειρήσεις, είτε από πρόσωπο που ενεργεί στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό των επιχειρήσεων αυτών, β. Οι συνδεμένες επιχειρήσεις της προηγούμενης περίπτωσης α, και κάθε μία από τις θυγατρικές ή τις θυγατρικές των θυγατρικών των συνδεμένων αυτών επιχειρήσεων, γ. Οι θυγατρικές επιχειρήσεις των προηγούμενων περιπτώσεων α και β, άσχετα αν μεταξύ των θυγατρικών αυτών δεν υπάρχει απευθείας δεσμός συμμετοχή δ. Οι συνδεμένες επιχειρήσεις των προηγουμένων περιπτώσεων α, β και γ και κάθε άλλη επιχείρηση που συνδέεται με αυτές με τις σχέσεις των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 96». Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται καταρχήν ότι το άρθρο 23Α, όπως αναμορφώθηκε και ισχύει σήμερα με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007, διακρίνει τις συμβάσεις που καταρτίζει η εταιρεία μετά τη σύστασή της με μία σειρά προσώπων που αναφέρονται στην παραγρ. 5 αυτού, σε τρεις κατηγορίες : Α. Στις απόλυτα απαγορευμένες συμβάσεις, που διακρίνονται σε: α) συμβάσεις δανείων, β) συμβάσεις παροχής πίστωσης και γ) συμβάσεις παροχής εγγυήσεων ή ασφαλειών υπέρ των παραπάνω προσώπων (της παραγράφου δ) προς τρίτους, κατ’ εξαίρεση δε η παροχή εγγύησης ή άλλης ασφάλειας υπέρ των προσώπων του άρθρου 23α παρ. 5 επιτρέπεται όταν συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (αα) η εγγύηση ή η ασφάλεια υπηρετεί το εταιρικό συμφέρον, ββ) η εταιρία έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη ή του προσώπου υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφάλεια, γγ) προβλέπεται ότι οι λαμβάνοντες την εγγύηση ή την ασφάλεια θα ικανοποιούνται μόνο μετά την πλήρη εξόφληση ή τη συναίνεση όλων των πιστωτών με απαιτήσεις που είχαν ήδη γεννηθεί κατά το χρόνο της υποβολής σε δημοσιότητα, σύμφωνα με την επόμενη περίπτωση γ` και δδ) ληφθεί προηγουμένως άδεια της γενικής συνέλευσης, η οποία όμως δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα δέκατο (1/10) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή το ένα εικοστό (1/20), εάν πρόκειται για εταιρίες με μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο), Β) Στις συμβάσεις που υπόκεινται σε περιορισμούς και είναι οι αναφερόμενες στο άρθρο 23α παρ. 2 εδ. 1, τέτοιες δε είναι οι συμβάσεις που μη έχοντας πιστωτικό χαρακτήρα δεν απαγορεύονται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού και δεν ανήκουν στις τρέχουσες συναλλαγές της εταιρίας κατά το άρθρο 23α παρ. 2 εδ. 1 και Γ) Στις συμβάσεις εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής και οι οποίες δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 23α παρ. 2 έως 4 και καταρτίζονται ελεύθερα. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι στο άρθρο 23α υπάγονται και ισχύουν οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και ως προς τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά που ασκούν, με την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 έλεγχο επί της εταιρίας, δηλαδή απαγορεύονται η παροχή δανείων, η παροχή πιστώσεων και η παροχή εγγυήσεων και ασφαλειών προς τρίτους, από την εταιρία, υπέρ ενός άλλου νομικού προσώπου που ασκεί έλεγχο επί της εταιρίας με την έννοια της συνδεδεμένης επιχείρησης, όπως αυτή ορίζεται περιοριστικούς από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 42ε παρ. 5 του ν. 2190/1920, περιλαμβάνεται περιλαμβάνεται δε σ’ αυτήν την έννοια της συνδεδεμένης επιχείρησης ειδικώς και η περίπτωση της εξουσίας άσκησης ή πράγματι άσκησης από τη βασική εταιρία κυριαρχικής επιρροής ή ελέγχου σε άλλη επιχείρηση (θυγατρική), καθώς και η περίπτωση που η βασική εταιρία με άλλη επιχείρηση (θυγατρική) υπάγονται στην ενιαία διεύθυνση της μητρικής επιχείρησης. Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον όγδοο λόγο της ανακοπής ισχυρίζονται ότι η παροχή εγγύησης από μέρους της τέταρτης των ανακοπτόντων στην από 24-9-2013 σύμβαση παροχής εγγύησης, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η καθ’ ης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, είναι άκυρη ως αντικείμενη στις διατάξεις του άρθρου 23α ν. 2190/1920, καθώς ο δεύτερος ανακόπτων είναι ιδρυτής της τέταρτης-εγγυήτριας, ενώ κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων μετείχαν στο ΔΣ της πρώτης και της τέταρτης ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα, και έτσι καταλαμβάνονται από την απαγόρευση του άρθρου 23α ν. 2190/1920. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον τα αναφερόμενα από αυτούς ως άνω πραγματικά περιστατικά και δη ο ισχυρισμός αυτών ότι οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων μετείχαν κατά το χρόνο σύναψης της εγγυητικής σύμβασης στο Διοικητικό Συμβούλιο τόσο της πρώτης όσο και της τέταρτης ανακόπτουσας χωρίς περαιτέρω ορισμένη και σαφή εξειδίκευση της σχέσης των δύο νομικών προσώπων, δημιουργεί ασάφεια ως προς την εξακρίβωση της σταθερός και δυναμικής της σχέσης της τέταρτης ανακόπτουσας με την πρώτη, ώστε αμφότερες οι ανακόπτουσες να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην έννοια των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, όχι βεβαίως στη βάση της κεφαλαιουχικής συμμετοχής, αλλά στη βάση του ελέγχου, ώστε με τη δυνατότητα δημιουργίας συσχετισμών και πλειοψηφιών να πραγματώνεται κυριαρχική επιρροή της τέταρτης ανακόπτουσας – εγγυήτριας επί της πρώτης ανακόπτουσας πρωτοφειλέτριας, κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 42Ε παρ. 5 του ν. 2190/1920. Δεν μπορεί να διακριβωθεί, συνεπώς, αν υπάγεται η πρώτη ανακότπουσα στα πρόσωπα της παρ. 5 του άρθρου 23α του ν. 2190/1920 για τα οποία ισχύουν οι απαγορεύσεις της παρ.1 του ιδίου άρθρου, ώστε να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της επίδικης σύμβασης παροχής εγγύησης. XI. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και, μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε, η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και, πάντως, μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης, να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 10/2012, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης, είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό, αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (Ολ. ΑΠ 17/1995, ΑΠ 999/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον τελευταίο λόγο έφεσης επαναφέρουν τον ένατο και τελευταίο ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι η καθ’ ης καταχρηστικά άσκησε το δικαίωμά της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, διότι οι ίδιοι, ήδη από το έτος 2016, επιχείρησαν με τη συνεχή αποστολή επιστολών προς την καθ’ ης να πετύχουν την επωφελή αναδιάρθωση του δανεισμού της πρώτης αυτών. Ότι επιπλέον η απαίτηση της καθ’ ης είναι εξασφαλισμένη με την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης συνολικού ποσού 1.500.000 ευρώ και ότι οι ίδιοι δεσμεύθηκαν εγγράφως προς την καθ’ ης και τις λοιπές πιστώτριες εταιρείας να μην μεταβάλουν την περιουσιακή τους κατάσταση. Ωστόσο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και τούτο διότι οι ανακόπτοντες κατέστησαν ήδη υπερήμεροι ως προς την καταβολή των δόσεων ενώ το γεγονός ότι η καθ’ ης είχε εγγράφει προσημείωση υποθήκης στην περιουσία των ανακοπτόντων δεν καθιστά καταχρηστική τη δικαστική επιδίωξη της ένδικης απαίτησής της. Επιπλέον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Δεν υπάρχει καταχρηστικότητα όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να διεκδικήσει την απαίτηση του, διακόπτοντας παράλληλα την πίστωση του οφειλέτη, με σκοπό να αποτρέψει και την περαιτέρω διόγκωση του χρέους του, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες υπήρξαν ασυνεπείς ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Επιπροσθέτως, η διεκδίκηση της απαίτησής του αποτελεί δικαίωμα του δανειστή συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο ο ίδιος μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει από τα ιστορούμενα από τους ανακόπτοντες στο δικόγραφο της έφεσής τους (ΑΠ 1742/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1027/2010 ΑΡΜ 2012. 577, ΕφΛαρ 298/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 114/2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2007. 241, ΕφΑΘ 5253/2003 ΑΡΧΝ 2004. 201). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το λόγο αυτό με την ίδια αιτιολογία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 442.255,49 ευρώ. Επιπλέον, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 περ. γ` και 191 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τους, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας αυτών και να καταδικαστούν οι ανακόπτοντες – καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να καταβάλουν μέρος των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή και της αυτοτελούς προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων Α/ την από 29-6-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……./2020 (υπ’ αριθμόν έκθεση κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ……/2020) έφεση και Β/ την από 10-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2021 εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή εταιρείας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «…….», κατά της υπ’ αριθμόν 4.111/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος για την άσκηση της έφεσης παράβολου στους εκκαλούντες. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθμόν 4.111/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο του υπολογισμού των τόκων με έτος 365 ημερών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου στους εκκαλούντες. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 1-8-2018 και υπ’ αριθμόν κατάθεσης ……../2018 ανακοπής. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανακοπή. ΑΚΥΡΩΝΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθμόν 8.136/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το ποσό των τετρακοσίων σαράντα δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (442.255,49). Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας και της αυτοτελούς προσθέτως παρεμβαίνουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος των ανακοπτόντων – καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση το ύψος τωv οποίων ορίζει στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για την πρώτη, δεύτερο και τρίτο των ανακοπτόντων και στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) – ευρώ για την τέταρτη. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 12 Ιανουαρίου 2023 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων στις 13 Μαρτίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Α.Σ.-Ρ.Κ.  

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑